Legislator Case Law & Legislation
1358/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding compensation for expropriated property parts, dismissing claims by three defendants.

Case Number 1358/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision on expropriation compensation. While the appeal by four plaintiffs regarding specific remaining property sections was accepted for retrial, the appeal by three other plaintiffs was dismissed. The court ruled that the original judgment failed to properly assess the value of the remaining property parts and whether they were suitable for reconstruction, necessitating a new evaluation by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 17(2)-(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; Article 22(1) of Law 3693/1957: When a court of appeal fails to properly assess the value of remaining expropriated property parts or their reconstruction potential, the appeal is admissible for those parties, but dismissed for others if the lower court's reasoning was sufficient.

Keywords

AI generated
expropriation compensation remaining property parts reconstruction suitability partial appeal success Code of Civil Procedure property valuation retrial by different judges

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 17(2)-(3) of the Constitution
Article 1 of the First Protocol to the European Convention on Human Rights
Article 28 of the Constitution
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1358 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1358/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7. Άπαντες οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παραρά και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2003 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 17/6/2004 και 24/6/2004 κύριες παρεμβάσεις και ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 982/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/4/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 30/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των άλλων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ ο κανόνας παραβιάζεται κι' έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία, που υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.

Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται, ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού ( προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτρουμένου ακινήτου.

Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του Ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων ( ΚΑΑΑ), όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3193/2003, ορίζεται, ότι " ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία, που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου".

Ως πρόσοδος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η προερχόμενη από τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ως εκ φύσεώς του, του είδους, της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται. Αλλά η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, έτσι ώστε να θεωρείται, ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει ενδεικτικά κριτήρια, με τα οποία θα πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι' αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιείται η λέξη "ιδίως", κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει καταλλήλως.

Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 κατά τον γενόμενο καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων υπέρ του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου ακινήτων των αναιρεσειόντων , διότι το Εφετείο για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο έλαβε υπόψη μόνο τις "κρατούσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες" και όχι τα κριτήρια, που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη και δη την αντικειμενική αξία παρακείμενων και παρόμοιων ακινήτων, συμβόλαια μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτων και την πρόσοδο των απαλλοτριουμένων, είναι αβάσιμος.

Και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως λόγος από τον αρ. 11 της ΚΠολΔ 559, ενόψει του ότι δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο, ότι είχε γίνει επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου συγκεκριμένων τέτοιων συγκριτικών στοιχείων, ως αποδεικτικών στοιχείων ή μέσων, με σύγχρονη προσαγωγή αυτών.

Επειδή ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, έγγραφο, που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και το οποίο ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και συγκεκριμένα από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων και ειδικότερα του εγγράφου, στο οποίο αφορά ο αναιρετικός λόγος, οπότε είναι βάσιμος ο λόγος αυτός.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος, της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικώς με τον προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων αγροτικών κτημάτων και των απ' αυτών δένδρων και φυτών, δεν έλαβε υπόψη και την από .....

Γεωργοοικονομική Έκθεση Εκτιμήσεως Αξίας Εδάφους και Φυτειών των γεωπόνων Γ1 και Γ2. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση του Εφετείου ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του αναφορικώς και με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα έλαβε υπόψη, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, και "........

όλα εν γένει τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι....", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως την περιλαμβανόμενη σ' αυτή ρητή βεβαίωση του δικαστηρίου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού συνεκτίμησε και "....... τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα υπ' αριθμ. 60/2005 πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου...", μεταξύ των οποίων (μαρτύρων), όπως από τα πρακτικά αυτά προκύπτει, περιλαμβάνεται και ο εκ των συντακτών της εκθέσεως εκτιμήσεως, στην οποία αφορά ο αναιρετικός λόγος, γεωπόνος Γ1, ο οποίος με την κατάθεσή του επιβεβαιώνει την διαλαμβανόμενη στην έκθεση αυτή εκτίμηση για την αξία των απαλλοτριουμένων, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και την επίμαχη έκθεση.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι αφενός μεν έκρινε ότι κυρίως παρεμβαίνων για το απαλλοτριούμενο με αριθμό Κ.

Π. 367 ακίνητο ήταν μαζί με τους πέμπτο και έκτο των αναιρεσειόντων Χ5 και Χ6 και ο έβδομος αναιρεσείων Χ7 και έκανε δεκτή την παρέμβαση αυτή και ως προς τον τελευταίο, ενώ αυτός δεν συμμετείχε ως παρεμβαίνων στην εν λόγω κύρια παρέμβαση των άλλων δύο αναιρεσειόντων κι' έτσι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφετέρου δε άφησε αδίκαστη κύρια παρέμβαση, που ο ανωτέρω αναιρεσείων είχε ασκήσει για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο με αριθμό Κ.

Π. 362 ακίνητο. Ο λόγος αυτός καθόσον μεν αφορά την πρώτη αιτίαση, πρωτίστως, είναι απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των πιο πάνω αναιρεσειόντων, αφού αυτοί δεν επικαλούνται συγκεκριμένη βλάβη από την επίμαχη διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης, ενόψει μάλιστα του ότι με αυτή έγινε μόνο καθορισμός της οριστικής αποζημιώσεως του απαλλοτριούμενου με αριθμό ΚΠ 367 ακινήτου και δεν εξετάστηκαν τα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού και το ζήτημα της αναγνωρίσεως των δικαιούχων της αποζημιώσεως.

καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, έλαβε υπόψη και την εν λόγω κύρια παρέμβαση και καθόρισε την οριστική αποζημίωση και για το πιο πάνω απαλλοτριούμενο ακίνητο (αρ. ΚΠ 362). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο, ότι έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση του ......

για το αμέσως πιο πάνω ακίνητο, χωρίς να λάβει υπόψη τους νόμιμους τίτλους, που προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων Χ7 προς απόδειξη της κυριότητάς του επ' αυτού, είναι απαράδεκτος, πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο τα επίμαχα έγγραφα (τίτλοι κυριότητας).

Επειδή κατά το άρθρο 17 παρ. 2 εδαφ. α' του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου. Εξάλλου το άρθρο 13 του Ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα, που απομένει στον ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.

Περαιτέρω, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζει, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους, που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση, που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού - που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη - υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση, που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνον την εκ της αποζημιώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά εκείνη, που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι, άλλως, ως προς την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου και επομένως η περιουσία του δεν θα αποκαθίστατο. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Π. Δ. 24/31-5-1985 (ΦΕΚ Δ' 270), καθορίζονται οι όροι, που απαιτούνται για να είναι, κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, άρτια και οικοδομήσιμα τα εκτός ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών κείμενα γήπεδα.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ προκύπτει, ότι για τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου αναγκαίο στοιχείο είναι και αν αυτό είχε πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα έστω προορισμό, την ανοικοδόμηση και πληρούσε τους επιτρεπομένους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι' έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την από 8-11-2005 αίτηση των τεσσάρων πρώτων αναιρεσειουσών, που επιτρεπτώς επισκοπείται ( άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αυτές ζήτησαν, εκτός άλλων, και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση των μερών των με αριθμούς Κ.Π 372 και 376 ακινήτων τους τμήματα, η δε δεύτερη αναιρεσείουσα και των τμημάτων του με αριθμό Κ.Π 382 ακινήτου ιδιοκτησίας της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση βρίσκεται στις περιφέρειες διαφόρων δημοτικών διαμερισμάτων των Δήμων Φυτειών, Στράτου και Αστακού Αιτωλοακαρνανίας, ότι η έκταση αυτή στο σύνολό της είναι ποτιστικοί αγροί καλλιεργούμενοι με καπνά, σπαράγγια, τριφύλλι κλπ, ότι μέσα στις καλλιεργούμενες αυτές εκτάσεις υπάρχουν και κτίσματα, όπως υπόστεγα λαμαρινοσκεπή, πλακοσκεπή, κεραμοσκεπή, θερμοκήπια, γεωτρήσεις κ.λ.π και ότι " όλα τα αιτήματα για καθορισμό, ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 για τα απομένοντα τμήματα εδαφικών εκτάσεων των απαλλοτριωθέντων πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικώς αβάσιμα, συνεκτιμώμενου και του γεγονότος ότι τα απαλλοτριωθέντα από συστάσεως είναι ποτιστικοί αγροί και θα εξακολουθήσουν να έχουν τον προορισμό αυτόν τα τμήματά τους που θα απομείνουν εκτός απαλλοτριώσεως και ως εκ τούτου από την κατάτμησή τους δεν θα επέλθει μείωση της αξίας τους, ούτε θα καταστούν άχρηστα για τη χρήση που αυτά προορίζονταν, ακόμη και αν αποβλέψουμε για την απομειωτική επίδραση και στην εκτέλεση ή την εξαγγελία του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση .......".

Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειουσών για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εκτός της απαλλοτριώσεως εναπομείναντα τμήματα των προαναφερόμενων ακινήτων τους. Όμως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ανωτέρω αιτήματος των αναιρεσειουσών.

Συγκεκριμένα στην απόφαση : α) δεν αναφέρεται η συνολική έκταση των ακινήτων των αναιρεσειουσών πριν από την απαλλοτρίωση των μερών από αυτά, που απαλλοτριώνονται και των τμημάτων, που μένουν εκτός της απαλλοτριώσεως. β) δεν διευκρινίζεται 1) εάν το εδαφικό τμήμα κάθε ακινήτου, που τυχόν απομένει μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους, αποτελεί ενιαία έκταση ή αποτελείται από περισσότερα τμήματα και στην τελευταία περίπτωση ποια είναι η έκταση του κάθε τμήματος και ποιο είναι το σχήμα αυτού, εάν τα τμήματα αυτά έχουν πρόσοψη στην οδό ή είναι περίκλειστα και εάν οι συνθήκες αυτές δυσχεραίνουν ή όχι την καλλιέργειά τους, 2) εάν επί των απαλλοτριωθέντων μερών των ίδιων ακινήτων και επί των εναπομεινάντων τμημάτων αυτών υπήρχαν εγκαταστάσεις που εξυπηρετούσαν την καλλιέργειά τους και σε καταφατική περίπτωση, εάν είναι πλέον δυνατή η εξυπηρέτηση του κάθε εναπομείναντος τμήματος από τις εγκαταστάσεις αυτές.

γ) δεν διαλαμβάνεται, εάν τα πιο πάνω ακίνητα των αναιρεσειουσών, που φέρονται ότι βρίσκονται μέσα στα διοικητικά όρια δημοτικού διαμερίσματος, είχαν πριν από την απαλλοτρίωση ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση ή δεν είχαν τέτοιο προορισμό, σε καταφατική δε περίπτωση εάν πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτια κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμα ή όχι και εάν το κάθε τμήμα, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, παραμένει ή όχι άρτιο και οικοδομήσιμο .

Ενόψει των ανωτέρω ελλείψεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου εν σχέσει με το ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων των αναιρεσειουσών.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Επειδή μετά τα παραπάνω πρέπει : α) Να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε το αίτημα των τεσσάρων πρώτων από τους αναιρεσείοντες, ήτοι Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, το οποίο υποβλήθηκε με την από 8-11-2005 αίτησή τους, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση των με αριθμούς Κ.

Π. 376, 372 και 382 ακινήτων τους τμήματα των ιδιοκτησιών τους, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το άνω μέρος της αποφάσεως, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Δημόσιο στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης των ανωτέρω αναιρεσειουσών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957. (Κατόπιν τούτου παρέλκει η έρευνα του υπ' αριθ. 2β αναιρετικού λόγου από τον αρ. 11 της ΚΠολΔ 559, αφού σχετίζεται με τη μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των ΚΠ 376 και 372 ακινήτων). 2) Να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους τρεις τελευταίους αναιρεσείοντες, ήτοι Χ5, Χ6 και Χ7, χωρίς να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτοί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, αφού το τελευταίο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. (δεν κατέθεσε προτάσεις και παραστάθηκε με δήλωση).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 982/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών μόνο ως προς τις τέσσερις πρώτες από τους αναιρεσείοντες, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των πιο πάνω τεσσάρων αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Και

Απορρίπτει την από 24-4-2007 αίτηση για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Πατρών ως προς τους τρεις τελευταίους αναιρεσείοντες.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ