Supreme Court dismisses Coca-Cola 3E's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment on evidence interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed Coca-Cola 3E's appeal against the Court of Appeal's judgment regarding the interpretation of email correspondence and customer cards. The appellant argued that the lower court distorted evidence by misreading documents to conclude a debt acknowledgment and a reciprocal account existed. The court rejected this claim, ruling that the appellate court correctly interpreted the documents and that its factual assessment was not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 § 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals only for specific statutory grounds; factual assessments and interpretations of evidence by the Court of Appeal are not subject to appellate review unless they constitute a distortion of the case file.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1357 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1357/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COCA - COLA 3E ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "COCA - COLA ΤΡΙΑ ΕΨΙΛΟΝ (3E)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιαφάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Π. & ΣΙΑ Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "CAVA COSTA Γ. Κ.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Π. Κ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12011/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2134/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διάδικου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος, που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο, δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (Α.Π.669/2021, Α.Π. 618/2021, Α.Π.2126/2017, Α.Π.1968/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. ... και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου Α. Ζ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αρχική δικάσιμο της 30-1-2023, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 25/11/2020 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες. Κατ' εκείνη τη δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε, αιτήσει των αναιρεσίβλητων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 11-3-2024) Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού αυτές κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, ενόψει του ότι κλήση τους για εμφάνιση στην παρούσα δικάσιμο δεν χρειάζεται, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση από 25-11-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ.2134/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της υπ' αριθ. 12011/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την από 20-12-2016 αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την οποία είχε ζητήσει, ύστερα από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 199.419,18 ευρώ, ως υπόλοιπο τιμήματος, από τις επικαλούμενες συμβάσεις πώλησης.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923" περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από της καταχωρήσεώς τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (Ολ.Α.Π.31/1997, Α.Π.486/2023, Α.Π.1049/2020, Α.Π.248/2014, Α.Π.1352/2011).
Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή μόνο από τη μία (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός) (Α.Π. 486/2023, Α.Π.1049/2020, Α.Π.1352/2011, Α.Π.715/2009).
Πάντως, όμως, η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές των συμβαλλόμενων μερών αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση ως αλληλόχρεος λογαριασμός. Έτσι, αν δεν συντρέχει η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση, μόνη η συμφωνία των συμβαλλομένων δεν μπορεί να προσδώσει σε κάποια σύμβαση τον εν λόγω νομικό χαρακτήρα.
Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (Α.Π.1049/2020, Α.Π.79/1995). Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικώς με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ.2 ΕισΝΑΚ), χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.
Το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.
Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου (Α.Π.486/2023, Α.Π.1049/ 2020, Α.Π.1281/2017, Α.Π.1437/2014).
Αν έχει καταρτισθεί σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και το ένα συμβαλλόμενο μέρος παρά ταύτα απομονώσει και επιδιώξει δικαστικά την επιδίκαση ορισμένων κονδυλίων του αλληλόχρεου λογαριασμού, το άλλο μέρος μπορεί να αποκρούσει την αγωγή του αντιδίκου του, προτείνοντας σχετική ένσταση.
Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία "η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν", για να είναι ορισμένη η ένσταση εκ του αλληλοχρέου λογαριασμού, προτεινόμενη από τον εναγόμενο, πρέπει να εκτίθεται για την πραγματική της θεμελίωση ότι οι διάδικοι, ο ένας τουλάχιστον από τους οποίους είναι έμπορος, είχαν συμφωνήσει να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσολοψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρησή τους την αυτοτέλειά τους και ότι παρασχέθηκε στα μέρη απλώς η δυνατότητα αμοιβαίων χρεοπιστώσεων, έστω και αν δεν προέβησαν πράγματι σ` αυτές (Α.Π.1291/2005). Αν προταθεί παραδεκτά και αποδειχθεί βάσιμη κατ` ουσίαν η ένσταση του εναγομένου περί υπάρξεως αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων, η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ορισμένων μόνο κονδυλίων του αλληλόχρεου λογαριασμού δεν απορρίπτεται ως αόριστη αλλά ως κατ` ουσίαν αβάσιμη (Α.Π.1163/2011).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33/2002, ΑΠ 117/2023).
Κατά δε τα άρθρα 192, 195 και 196 Α.Κ., η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του (άρθρο 192), σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της(άρθρο 195) και αν τα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό(άρθρο 196).
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.
Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε. Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (Α.Π.600/2017, Α.Π.884/2013, Α.Π.1110/2013).
Εξάλλου, η δήλωση βούλησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη. Σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις που γίνονται για άλλον σκοπό αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση.
Στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε επικαλούμενος την σύναψη σιωπηρής συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή εκείνου, προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχομένη την σύναψη τέτοιας σιωπηρής συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό (Α.Π.138/2022, Α.Π.845/2019).
Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 του κωδ/νου Ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών", που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα ορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε. ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα (τρίτοι) μπορούν να εκπροσωπήσουν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.
Κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη, που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη της εταιρίας ή από τρίτους.
Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της (εκτός από τις υπαγόμενες κατά το καταστατικό στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό απ` αυτή, αλλά όργανό της.
Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του ΔΣ, είναι υποκατάστατο αυτού, ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής, που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ.
και 713 επ. ΑΚ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα, που εκφράζουν την βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως απλοί αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο (Α.Π.630/2019, ΑΠ 2162/2013). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Εκ τούτων έπεται ότι σε αγωγή εναντίον νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρεώσεώς του, δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου το οποίο σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση αλλά στο κύρος της σύμβασης.
Αν όμως αμφισβητηθεί από τελευταίο το κύρος της λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο ενάγων πρέπει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση, να προτείνει και να αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων επί των οποίων θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου του, το δε Δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου τη συμβατική υποχρέωση και νομίμως εκπροσώπησε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων (Α.Π.630/2019, Α.Π.2162/2013, Α.Π.1182/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/ 2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμος εταιρία, ειδική διάδοχος της ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "COCA COLA ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΦΙΑΛΩΣΕΩΣ Α.Ε." (η οποία εισέφερε σε αυτήν λόγω αποσχίσεως τον κλάδο παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων της στην Ελλάδα), δραστηριοποιείται επιχειρηματικώς στον κλάδο της παραγωγής, εμφιαλώσεως, διακινήσεως και εμπορίας μη αλκοολούχων ποτών, ήτοι αεριούχων και ενεργειακών ποτών, εμφιαλωμένου νερού, έτοιμου τσαγιού και έτοιμου καφέ, πλέον δε συγκεκριμένα τυγχάνει βασικός εμφιαλωτής (anchor bottler) στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες των προϊόντων της αμερικανικής εταιρίας "THE COCA COLA COMPANY", ευρέως γνωστών υπό τα εμπορικά σήματα "Coca - Cola", "Coca - Cola Light", "Fanta", "Sprite", "Neastea", ως και των προϊόντων της εταιρίας "CANADA DRY", ευρέως γνωστών υπό τα εμπορικά σήματα "TUBORG TONIC" και "TUBORG SODA" δυνάμει σχετικών συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εμφιαλώσεως (bottling agreement), περαιτέρω δε είναι παραγωγός ελληνικών φυσικών χυμών υπό τα εμπορικά σήματα "ΑΜΙΤΑ", "ΑΜΙΤΑ MOTION" και "FRULITE", ως και των εμφιαλωμένων νερών "ΑΥΡΑ" και "ΑΥΡΑ ΑΝΘΡΑΚΟΥΧΟ".
Η πρώτη εφεσίβλητος (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ομόρρυθμος εταιρία, ομόρρυθμοι εταίροι της οποίας τυγχάνουν η δεύτερη εφεσίβλητος (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) και οι (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) Τ. Κ. και Μ. Κ., έχει συσταθεί κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2009 δυνάμει του από 16.12.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως ομορρύθμου εταιρίας, νομίμως δημοσιευθέντος στα οικεία βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Κορίνθου με αριθ. 15/2009, με σκοπό την εμπορία ποτών, αναψυκτικών, ειδών διατροφής, ειδών δώρων και τη διακίνηση και αποθήκευση προϊόντων τρίτων, αποτελεί δε συνέχεια της ατομικής επιχειρήσεως του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της δεύτερης εφεσιβλήτου και πατρός των ως άνω λοιπών ομορρύθμων εταίρων Γ.
Κ., ο οποίος είχε αναπτύξει την εν λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Κορινθίας, συνεργαζόμενος (ως χονδρέμπορος) ήδη από του έτους 1970 και εφεξής με την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία, με σκοπό την προώθηση και πώληση των προϊόντων αυτής σε επιχειρήσεις λιανικής (super markets, mini markets, κάβες, φούρνους, περίπτερα, οπωροπωλεία κλπ.) στην ως άνω περιοχή.
Η επιχειρηματική συνεργασία της ατομικής επιχειρήσεως του Γ. Κ. με την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία τερματίσθηκε την 9.5.2009, ότε ο πρώτος διέκοψε τη λειτουργία της ατομικής επιχειρήσεώς του λόγω συνταξιοδοτήσεως, συνεχίσθηκε δε έκτοτε (από την 11.5.2009) υπό τους αυτούς όρους και συμφωνίες με την εν τω μεταξύ συσταθείσα πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία.
Ειδικότερα, αρχικώς η ατομική επιχείρηση του Γ. Κ. και εν συνεχεία η πρώτη εφεσίβλητος ομόρρυθμος εταιρία αγόραζαν από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία τα ως άνω προϊόντα σε τιμές χονδρικής και εν συνεχεία οι ίδιες προωθούσαν και μεταπωλούσαν αυτά σε πελάτες λιανικής στην ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας, δεδομένου ότι η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία δεν διέθετε ούτε διαθέτει οργανωμένο δίκτυο διανομής των εν λόγω προϊόντων σε πελάτες λιανικής, αλλά πραγματοποιεί διανομές μόνο προς χονδρεμπόρους (όπως η ατομική επιχείρηση του Γ.
Κ. και η "διάδοχος" αυτής πρώτη εφεσίβλητος ομόρρυθμος εταιρία). Καθ' όλη τη διάρκεια της εν λόγω επιχειρηματικής συνεργασίας αρχικώς η ατομική επιχείρηση του Γ. Κ. και ακολούθως η πρώτη εφεσίβλητος ομόρρυθμος εταιρία αγόραζαν τα προϊόντα από τα εργοστάσια της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας αρχικώς στην Αθήνα και εν συνεχεία στην Πάτρα, τα δε προϊόντα αυτά παραδίδονταν με μέριμνα, έξοδα και ευθύνη της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας στην έδρα της ως άνω ατομικής επιχειρήσεως και της "διαδόχου" αυτής πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας, με πίστωση του αναγραφομένου στα σχετικώς εκδιδόμενα τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας τιμήματος, επί των οποίων (τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής) δεν αναφέρεται ο χρόνος της χορηγουμένης πιστώσεως, αλλά, κατά την τηρουμένη μεταξύ των διαδίκων μερών συναλλακτική πρακτική, η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία ζητούσε την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, με αναγραφομένη τυπική ημερομηνία εκδόσεως ("λήξη") αναλόγως του πωλουμένου προϊόντος, εξήντα (60) ημερών για τα προϊόντα αναψυκτικών και νερών, εξήντα (60) ή εκατόν ογδόντα (180) ημερών για τα προϊόντα "Frulite" και εξήντα (60) ημερών για τα προϊόντα "Tsakiris", οι δε μεταχρονολογημένες αυτές επιταγές καταχωρίζονταν σε τηρούμενο από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία λογαριασμό...
Περαιτέρω, στο πλαίσιο προωθήσεως των εν λόγω προϊόντων στην αγορά της ευρύτερης περιοχής της Κορινθίας και ενισχύσεως της συνεργασίας με την ατομική επιχείρηση του Γ. Κ. και εν συνεχεία με την πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία, η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία είχε αναπτύξει ευρεία και οργανωμένη πολιτική παροχής πιστώσεων (εκπτώσεων) τόσο προς τους συνεργαζόμενους χονδρεμπόρους, όσο (και κυρίως) προς τους πελάτες λιανικής.
Πλέον συγκεκριμένα, η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία παρείχε πιστώσεις: Α) στο πλαίσιο απ' ευθείας συμφωνιών αυτής με τους πελάτες λιανικής, στους οποίους πωλούσε και παρέδιδε προϊόντα η πρώτη εφεσίβλητος ομόρρυθμος εταιρία ως χονδρέμπορος. Δηλαδή, η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία συμφωνούσε απ' ευθείας με τον εκάστοτε πελάτη λιανικής (εμπορική εταιρία ή ατομική) συγκεκριμένες εκπτώσεις επί της τιμής πωλήσεως συγκεκριμένων προϊόντων της, τις οποίες, όμως, δεν παρείχε η ίδια, αλλά για λογαριασμό της η πρώτη εφεσίβλητος ομόρρυθμος εταιρία, από την οποία έπρεπε να προμηθευθεί τα προϊόντα ο πελάτης λιανικής και η οποία είχε ήδη αγοράσει επί πιστώσει τα εν λόγω προϊόντα από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία, κατά τα προεκτεθέντα, και ακολούθως τιμολογούσε, ως πωλήτρια των εν λόγω προϊόντων, τον πελάτη λιανικής, της εκπτώσεως σημειουμένης επί της τελικής τιμής εκάστου εκδιδομένου από αυτήν προς τον πελάτη λιανικής τιμολογίου πωλήσεως, εν συνεχεία δε η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία ώφειλε να εκδώσει πιστωτικά τιμολόγια προς την πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία, προκειμένου να αποδώσει σε αυτήν την έκπτωση, την οποία η ίδια (εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία) είχε συμφωνήσει απ' ευθείας με τον εκάστοτε πελάτη λιανικής.
Στην τρέχουσα συναλλακτική πρακτική, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας (υπεύθυνοι χονδρεμπορίου για τη γεωγραφική περιοχή του Νομού Κορινθίας ή ολόκληρης της Πελοποννήσου) επισκέπτονταν τους πελάτες λιανικής, συμφωνούσαν με αυτούς συγκεκριμένες εκπτώσεις ανά κωδικό προϊόντος, τις οποίες γνωστοποιούσαν προφορικώς στην αρχή εκάστου έτους στην πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία, τις οποίες η τελευταία συμφωνούσε να παράσχει στους πελάτες λιανικής, συνήθως επί της τελικής τιμής του εκδιδομένου από αυτήν τιμολογίου πωλήσεως προς τους τελευταίους και σπανιότερα με την εκ μέρους της έκδοση πιστωτικών τιμολογίων επ' ονόματι αυτών, καθ' όσον η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία δεν τιμολογούσε απ' ευθείας τους πελάτες λιανικής, αλλά μόνο την χονδρέμπορο πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία (η οποία πωλούσε τα προϊόντα σε αυτούς), και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να παράσχει απ' ευθείας η ίδια τις σχετικές εκπτώσεις, μόνο δε μετά την έκδοση των εν λόγω πιστωτικών τιμολογίων και τον υπολογισμό του τελικού οφειλομένου χρεωστικού υπολοίπου ήταν αντικειμενικώς δυνατή η εκ μέρους της πρώτης εφεσιβλήτου έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών εις διαταγήν της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας (ή και η καταβολή μετρητών) προς εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος των πωληθέντων προϊόντων, Β) στο πλαίσιο "τριγωνικών" συμφωνιών μεταξύ αυτής και εθνικών αλυσίδων super market ("ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ", "ΚΑΡΦΟΥΡ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ" και "ΓΑΛΑΞΙΑΣ").
Ειδικότερα, η πρώτη εφεσίβλητος ομόρρυθμος εταιρία μετέφερε και παρέδιδε τα ως άνω προϊόντα της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, τα οποία είχε προηγουμένως αγοράσει επί πιστώσει από την τελευταία, στα τοπικά καταστήματα των ως άνω αλυσίδων super market στο Κιάτο Κορινθίας, εκδίδοντας μόνο δελτίο αποστολής (και όχι τιμολόγιο πωλήσεως) επ' ονόματι της επιχειρήσεως super market, καθ' όσον το τιμολόγιο πωλήσεως εξέδιδε απ' ευθείας η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία επ' ονόματι της τελευταίας στο πλαίσιο της μεταξύ τους ειδικής συμφωνίας, εν συνεχεία δε η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία, προκειμένου να αποδώσει στην πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία την αξία των εμπορευμάτων, τα οποία αυτή είχε αγοράσει και παραδώσει στο τοπικό κατάστημα super market χωρίς να εισπράξει τίμημα από τον τελικό πελάτη (ήτοι την επιχείρηση super market), εξέδιδε επ' ονόματι της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας πιστωτικά τιμολόγια, στα οποία περιλαμβανόταν η αξία (σε τιμές αγοράς εργοστασίου) των παραδοθέντων στο τοπικό κατάστημα super market προϊόντων, πλέον ποσοστού πέντε τοις εκατό (5%) επί της τελικής αξίας εκάστου τιμολογίου πωλήσεως, ως αμοιβή της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας για τη μεταφορά και παράδοση των προϊόντων στα τοπικά καταστήματα super market, Γ) ως εκπτώσεις μέσω "κουπονιών".
Ειδικότερα, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, στο πλαίσιο προωθήσεως των προϊόντων της τελευταίας, προσέφεραν στους πελάτες λιανικής δώρα, υπό την μορφή προϊόντων (δωροκιβώτια) ή μεμονωμένης εκπτώσεως για προωθητικές ενέργειες, τα δε προϊόντα ή τις εκπτώσεις αυτές παρείχε απ' ευθείας η πρώτη εφεσίβλητος ομόρρυθμος εταιρία στους πελάτες λιανικής για λογαριασμό της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας και στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας, δεδομένου ότι η πρώτη εφεσίβλητος ομόρρυθμος εταιρία ήταν εκείνη, η οποία παρέδιδε (πωλούσε) τα προϊόντα και τιμολογούσε τους πελάτες λιανικής, ακολούθως δε οι ως άνω υπάλληλοι της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας παρέδιδαν στην πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία κίτρινα κουπόνια, συγκεκριμένης χρηματικής αξίας, ανάλογης προς την αξία του δώρου ή της εκπτώσεως, την οποία είχε επιβαρυνθεί η τελευταία, προκειμένου τα κουπόνια αυτά να αποσταλούν στην εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία και να εκδοθούν τα σχετικά ισόποσα πιστωτικά τιμολόγια επ' ονόματι της πρώτης εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας, ενώ, σε περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας δεν είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν συμφωνίες τους για εκπτώσεις με πελάτες λιανικής λόγω υπερβάσεως του ανωτάτου κατ' έτος χρηματικού ορίου (budget), παρέδιδαν στην πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία μπλε κουπόνια συγκεκριμένης χρηματικής αξίας, ανάλογης του κύκλου εργασιών του συγκεκριμένου πελάτη λιανικής, τα οποία ομοίως αποστέλλονταν στην εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία, ώστε να εκδοθούν τα σχετικά ισόποσα πιστωτικά τιμολόγια, Δ) ως εκπτώσεις σε περίπτωση επιτεύξεως συγκεκριμένου όγκου πωλήσεως, με αποτέλεσμα την αύξηση του κύκλου εργασιών (τζίρου) κατ' έτος, η δε έκπτωση αυτή παρείχετο δια της εκδόσεως πιστωτικών τιμολογίων επ' ονόματι της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας, Ε) λόγω επιστροφής ληγμένων προϊόντων, κενών κιβωτίων, κιβωτίων με κενές φιάλες και παλετών και ΣΤ) λόγω παροχής υπηρεσιών OTIF.
Ειδικότερα, μεταξύ της ατομικής επιχειρήσεως του Γ. Κ. αρχικώς και εν συνεχεία της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας και της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας έχουν υπογραφεί τα από μηνός Μαρτίου 2008 και άνευ ημερομηνίας "Συμφωνητικά Χονδρεμπόρων - Παροχών Υπηρεσίας OTIF CONTINUITY", αντιστοίχως, το πρώτο με ισχύ μέχρι 31.12.2009 και το δεύτερο από 1.1.2010 έως 31.12.2010, με τα οποία συμφωνήθηκε η χορήγηση αρχικώς στον Γ.
Κ. και εν συνεχεία στην πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία αμοιβής "ποσοστού τρία τοις εκατό (3%) επί του συνόλου της αξίας των πωλήσεών του σε Προϊόντα της Coca Cola Τρία Έψιλον, οι οποίες πραγματοποιούνται βάσει παραγγελιών που έχουν ληφθεί από τους οριζόμενους Παραγγελιολήπτες και εφόσον αυτές έχουν παραδοθεί από τον Χονδρέμπορο στο Ενεργό Κατάστημα ως εξής: (α) Εγκαίρως, δηλαδή το αργότερο μέχρι το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας της συμφωνημένης ημέρας παράδοσης, όπως αναγράφεται στο σχετικό δελτίο παραγγελίας.
Και (β) Πλήρως, δηλαδή τουλάχιστον 85% των παραγγελθέντων κωδικών και τουλάχιστον 85% της συνολικής παραγγελθείσας ποσότητας (εφεξής συνολικά καλούμενη η "Αμοιβή OTIF")..." (άρθρο 3.1. των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι από την έναρξη της μεταξύ των διαδίκων επιχειρηματικής συνεργασίας (την 11.5.2009 με την έναρξη εργασιών της πρώτης εφεσίβλητου ομορρύθμου εταιρίας), σε συνέχεια της μέχρι τότε ομαλής συνεργασίας της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας και της ατομικής επιχειρήσεως του Γ.
Κ., τηρήθηκε από την πρώτη ο υπό γενικό αριθμό (G/L ACCOUNT) ... λογαριασμός, ο οποίος περιελάμβανε τους εξής υπολογαριασμούς: α) τον υπ' αριθ. ..., ο οποίος αφορούσε σε συναλλαγές προϊόντων αναψυκτικών, χυμών και νερών, β) τον υπ' αριθ. ..., ο οποίος αφορούσε στις συναλλαγές προϊόντων "Frulite", γ) τον υπ' αριθ. ..., ο οποίος αφορούσε σε συναλλαγές προϊόντων "Tsakiris" και δ) τον υπ' αριθ. ..., ο οποίος αφορούσε σε λοιπές συναλλαγές.
Η καταχώριση των χρεωπιστώσεων στο γενικό λογαριασμό και στους εν λόγω υπολογαριασμούς χωρούσε σε ειδικές κατά περίπτωση στήλες με αναφορά (εγγραφή): α) των επί πιστώσει τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής των προϊόντων της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, εκδοθέντων επ' ονόματι της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας και β) των καταβαλλομένων από την πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία χρηματικών ποσών (μετρητοίς) ή των εκδιδομένων και παραδιδομένων από αυτήν μεταχρονολογημένων επιταγών εις διαταγήν της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, των εκδιδομένων από την τελευταία πιστωτικών τιμολογίων (για όλους τους ανωτέρω...
λόγους), ως και των τυχόν οφειλομένων στην πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία αμοιβών λόγω παροχής υπηρεσιών "OTIS", κατά τα προεκτεθέντα... Ωστόσο, από το σύνολο των τεθέντων υπό την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι πράγματι από την έναρξη της μεταξύ της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας και της πρώτης εφεσίβλητου ομορρύθμου εταιρίας επιχειρηματικής συνεργασίας κατά το μήνα Μάιο του έτους 2009 (η οποία, άλλωστε, αποτελούσε φυσική συνέχεια της απολύτως ομαλής μέχρι τότε επιχειρηματικής σχέσεως της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας και της ατομικής επιχειρήσεως του Γ.
Κ., συζύγου της δεύτερης εφεσιβλήτου) είχε καταρτισθεί και καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής λειτουργούσε άτυπη (προφορική) συμφωνία αυτών περί υπαγωγής των μεταξύ τους δοσοληψιών σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων αλληλοχρέου λογαριασμού, ώστε τα κονδύλια αυτά να διατηρούν μεν το νομικό τους χαρακτήρα, πλην όμως να αποβάλλουν από την καταχώρισή τους στον εν λόγω λογαριασμό την αυτοτέλειά τους, με συνέπεια να μην δύνανται να επιδιωχθούν ή να διατεθούν μεμονωμένως, αλλά να οφείλεται μόνο το προκύπτον κατά το κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο, κατόπιν αντιπαραβολής των εκατέρωθεν κονδυλίων, αναμφιβόλως δε παρασχέθηκε σε αμφότερα τα διάδικα μέρη η δυνατότητα αμοιβαίων χρεωπιστώσεων, αδιαφόρως του εάν αυτά σκόπευαν να προβούν ή πράγματι προέβησαν σε αυτές, ενώ προ του κλεισίματος του λογαριασμού δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί (εκ των προτέρων) ποια από τις διαδίκους εταιρίες θα είναι η πιστώτρια και ποια η οφειλέτιδα.
Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο άγεται από το γεγονός ότι: Α) στον προαναφερόμενο τηρούμενο από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία υπό γενικό αριθμό (G/L ACCOUNT) ... λογαριασμό, ο οποίος περιελάμβανε τους υπολογαριασμούς: α) υπ' αριθ. ..., ο οποίος αφορούσε σε συναλλαγές προϊόντων αναψυκτικών, χυμών και νερών, β) υπ' αριθ. ..., ο οποίος αφορούσε στις συναλλαγές προϊόντων "Frulite", γ) υπ' αριθ. ..., ο οποίος αφορούσε σε συναλλαγές προϊόντων "Tsakiris" και δ) υπ' αριθ. ..., ο οποίος αφορούσε σε λοιπές συναλλαγές, χωρούσε αναμφιβόλως καταχώριση κονδυλίων αμοιβαίων χρεωπιστώσεων, τόσο της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, όσο και της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας (ήτοι καταχώριση τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής, καταβολών μετρητοίς, μεταχρονολογημένων επιταγών, πιστωτικών τιμολογίων και λοιπών καταβολών προς έκδοση πιστωτικών τιμολογίων..., με ιδιαίτερη αναφορά:
α) στην - ομοίως καταχωριζομένη στον ως άνω λογαριασμό, όπως δεν αμφισβητείται ειδικώς από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία - οφειλομένη από την τελευταία στην πρώτη ομόρρυθμο εταιρία ιδιαίτερη αμοιβή ποσοστού 3% επί του συνόλου της αξίας των πωλήσεων για την παροχή υπηρεσιών OTIF, καθ' όσον πρόκειται για αυτοτελή απαίτηση της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας κατά της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, ουδόλως συνδεομένη με τις εκατέρωθεν απαιτήσεις των μερών από συγκεκριμένες συμβάσεις πωλήσεως προϊόντων και δη με την υποχρέωση της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας περί καταβολής του τιμήματος συγκεκριμένης πωλήσεως, αλλά με τη δυναμική - επιθετική προώθηση (στο πλαίσιο της ευρύτερης επιχειρηματικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων εταιριών) των εν γένει πωλήσεων της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας με συγκεκριμένες ενέργειες της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας (χονδρεμπόρου), με τελικό σκοπό την απόκτηση μείζονος τμήματος της σχετικής αγοράς από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία και β) στη συμφωνηθείσα - ομοίως καταχωριζομένη στον εν λόγω λογαριασμό και μη ειδικώς αμφισβητουμένη από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία - αμοιβή ποσοστού 5% υπέρ της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας (χορηγουμένη υπό τη μορφή ισόποσης εκπτώσεως) επί της τελικής αξίας εκάστου τιμολογίου πωλήσεως για την ταχεία μεταφορά και ολοκληρωμένη παράδοση των προϊόντων στα τοπικά καταστήματα super market, διότι και η απαίτηση αυτή έχει παρεπόμενο μεν, πλην όμως αυτοτελή χαρακτήρα, δεν συνδέεται ευθέως με την εκπλήρωση των κυρίων παροχών των επιμέρους συμβάσεων πωλήσεως των προϊόντων (και δη με την βαρύνουσα την πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία υποχρέωση καταβολής του τιμήματος εκάστης επιμέρους πωλήσεως) και εντάσσεται στο γενικό σχεδιασμό της επιχειρηματικής επεκτάσεως και της αυξήσεως του κύκλου εργασιών της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας με αξιοποίηση της επαγγελματικής υποδομής και των μέσων της επιχειρήσεως των εφεσιβλήτων, Β) οι εκ μέρους της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας καταβολές δεν κατέτειναν στην εξόφληση συγκεκριμένων τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας (η οποία, σημειωτέον, δεν επικαλείται με τις προτάσεις της τέτοιες καταβολές), αλλά καταχωρίζονταν στον τηρούμενο λογαριασμό και στους προαναφερθέντες υπολογαριασμούς του (στην στήλη των πιστώσεων), ώστε να εξαχθεί μαθηματικώς το κατάλοιπο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων βέβαιο ποιος θα είναι ο πιστωτής και ποιος ο οφειλέτης κατά το (προσωρινό ή οριστικό) κλείσιμο του λογαριασμού, Γ) στα ενσωματωθέντα στο δικόγραφο της αγωγής τριάντα τρία (33) τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, τα οποία έχουν εκδοθεί επί πιστώσει, δεν αναγράφεται συγκεκριμένος χρόνος πιστώσεως του τιμήματος, ενώ στο κάτω δεξιό μέρος εκάστου τιμολογίου πωλήσεως - δελτίου αποστολής αναφέρεται (υπό την ένδειξη "ΚΩΔ.
ΠΛΗΡΩΤΗ) ο συγκεκριμένος υπολογαριασμός, στον οποίο καταχωρίζεται το ποσόν του συγκεκριμένου τιμολογίου πωλήσεως - δελτίου αποστολής, αναλόγως του πωλουμένου προϊόντος, προδήλως επί σκοπώ συνυπολογισμού του προς εξαγωγή του (προσωρινού ή οριστικού) καταλοίπου, Δ) κατά το τέλος το έτους 2013, ότε και είχε ολοκληρωθεί η επιχειρηματική συνεργασία των δύο διαδίκων εταιριών, ο υπ' αριθ. ...
υπολογαριασμός (ο οποίος αφορούσε σε συναλλαγές προϊόντων αναψυκτικών, χυμών και νερών) εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας, ποσού εκατόν ογδόντα μίας χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τεσσάρων ΕΥΡΩ και σαράντα δύο λεπτών (181.934,42 €), ο υπ' αριθ. ... υπολογαριασμός (ο οποίος αφορούσε στις συναλλαγές προϊόντων "Frulite") εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της πρώτης εφεσίβλητου ομορρύθμου εταιρίας, ποσού δεκαέξι χιλιάδων ΕΥΡΩ και ογδόντα λεπτών (16.775,80 €) και ο υπ' αριθ. ...
υπολογαριασμός (ο οποίος αφορούσε σε συναλλαγές προϊόντων "Tsakiris") εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της πρώτης εφεσίβλητου ομορρύθμου εταιρίας, ποσού επτακοσίων οκτώ ΕΥΡΩ και ενενήντα έξι λεπτών (708,96 €), τα δε ποσά αυτά αθροιζόμενα διαμορφώνουν το συνολικό χρεωστικό εις βάρος της πρώτης εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας υπόλοιπο στο ποσόν των (181.934,42 € + 16.775,80 € + 708,96 € =) εκατόν ενενήντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δεκαεννέα ΕΥΡΩ και δεκαοκτώ λεπτών (199.419,18 €), το οποίο ταυτίζεται απολύτως με το ζητούμενο με την υπό κρίση αγωγή ποσόν, το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν αποτελεί κατάλοιπο αλληλοχρέου λογαριασμού, αλλά οφειλή της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως επί πιστώσει, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα ενσωματωθέντα στην αγωγή τριάντα τρία (33) τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, συνολικού ποσού διακοσίων τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα τεσσάρων ΕΥΡΩ και πενήντα λεπτών (204.884,50 €), αφού, όμως, αφαιρεθεί ποσόν πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα πέντε ΕΥΡΩ και τριάντα δύο λεπτών (5.465,32 €), το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, αντιστοιχεί σε καταβολές της πρώτης εφεσίβλητου ομορρύθμου εταιρίας έναντι των εν λόγω τιμολογίων και για το λόγο αυτό προαφαιρείται με σχετική ειδική αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο.
Ωστόσο, η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία, καίτοι ισχυρίζεται ότι η εν λόγω καταβολή έλαβε χώρα προς μερική εξόφληση των ως άνω τριάντα τριών (33) τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής, δεν διευκρινίζει ποια εκ των επιδίκων ως άνω τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής εξοφλήθηκαν πλήρως ή εν μέρει είτε με εφ' άπαξ καταβολή είτε με περισσότερες καταβολές, καίτοι όλες οι πληρωμές εκ μέρους της πρώτης εφεσίβλητου ομορρύθμου εταιρίας καταχωρίζονταν στους εν λόγω τηρουμένους από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία υπολογαριασμούς και ως εκ τούτου είναι ευχερής ο εκ μέρους της τελευταίας εντοπισμός της αιτίας εκάστης καταβολής (ήτοι της μερικής ή ολικής εξοφλήσεως συγκεκριμένου τιμολογίου πωλήσεως - δελτίου αποστολής), όπερ καταδεικνύει ότι οι γενόμενες καταβολές, ανερχόμενες στο προαναφερόμενο συνολικό ύψος, δεν χώρησαν προς εξόφληση συγκεκριμένων τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής, αλλά εντάσσονταν στη στήλη των πιστώσεων του τηρουμένου με συμφωνία των διαδίκων μερών αλληλοχρέου λογαριασμού σε εξόφληση του τυχόν προκύπτοντος εις βάρος της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας καταλοίπου του λογαριασμού και Ε) η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία απέστειλε δια του αρμοδίου τμήματος αυτής στην πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία τα από 10.11.2014, 12.11.2014, 10.12.2014, 13.1.2015, 10.2.2015, 10.3.2015, 16.3.2015, 14.4.2015,11.5.2015, 10-6-2015, 10.7.2015, 10.8.2015, 10.9.2015, 12.10.2015, 10.11.2015, 10.12.2015, 11.1.2016, 10-2-2026, 10.3.2016, 11.4.2016, 10.5.2016, 8.6.2016, 11.7.2016, 10.8.2016, 12.9.2016, 10.11.2016, 12.12.2016 και 16.1.2017 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mails), στα οποία επί λέξει αναφέρεται: "Σας αποστέλλουμε συνημμένα την Συμφωνία Υπολοίπου σας.
Σε περίπτωση που συμφωνείτε με το Υπόλοιπο παρακαλώ επιβεβαιώστε το απαντώντας στο email, επισυνάπτοντας το υπογεγραμμένο και σφραγισμένο αντίγραφο του συνημμένου αρχείου. Για περαιτέρω διευκρινίσεις παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας στην ηλεκτρονική διεύθυνση που αναγράφεται στο αρχείο. Με εκτίμηση, Dispute Manager", στα δε ως άνω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επισυνάπτεται έντυπο υπό τον τίτλο "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ">, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ.
Αγαπητέ Πελάτη, Θα θέλαμε να επιβεβαιώσετε το υπόλοιπο του μεταξύ μας λογαριασμού όπως αυτό προκύπτει με ημερομηνία... Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας μας το υπόλοιπο του ανοιχτού λογαριασμού σας, κατά την ως άνω ημερομηνία: Λογιστικό Υπόλοιπο: 199.419,18 EUR. Συνολικό Υπόλοιπο: 199.419,18 EUR...", περαιτέρω δε επισυνάπτεται και αναλυτική κατάσταση των επιμέρους χρεωπιστώσεων, επί τη βάσει των οποίων εξάγεται το ως άνω υπόλοιπο.
Από τη διατύπωση του ως άνω εγγράφου, η οποία αναμφιβόλως αποτελεί προδιατυπωμένη συμφωνία προς αναγνώριση του καταλοίπου του "ανοικτού" λογαριασμού (και η αποστολή της οποίας στην πρώτη εφεσίβλητο ανώνυμο εταιρία συνιστά αναμφιβόλως πρόταση προς αναγνώριση του καταλοίπου αυτού), συνάγεται ότι ο τηρούμενος μεταξύ των διαδίκων εταιριών λογαριασμός είναι αλληλόχρεος και όχι απλός λογιστικός - δοσοληπτικός, είναι δε αδιάφορο...
το γεγονός ότι αυτός δεν διαλαμβάνει κονδύλια τόκων ή ότι δεν έχει κλείσει οριστικώς ή προσωρινώς, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 εδ. α' ΕισΝΑΚ, κατά την οποία ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείνει ανά εξάμηνο, είναι ενδοτικού δικαίου και επιτρέπεται συμφωνία των μερών (έστω και σιωπηρή) με διαφορετικό περιεχόμενο, με μόνο αναγκαστικού δικαίου περιορισμό ως προς τον ελάχιστο χρόνο περιοδικού κλεισίματος (τρίμηνο), ενώ, καθ' όσον αφορά στην τοκοφορία του καταλοίπου του αλληλοχρέου λογαριασμού, εφαρμογής τυγχάνει η παρ. 1 του αμέσως προαναφερομένου άρθρου του ΕισΝΑΚ, κατά την οποία προϋπόθεση της γενέσεως αξιώσεως τόκων (και μάλιστα ipso iure, μη απαιτουμένης οχλήσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ) είναι το - περιοδικό ή οριστικό - κλείσιμο του λογαριασμού, το οποίο στην ένδικη υπόθεση δεν αποδεικνύεται ότι έχει επέλθει, με συνέπεια να μην γεννάται αξίωση τόκων, οι οποίοι για το λόγο αυτό δεν καταχωρίζονται ως αυτοτελές κονδύλιο στον μεταξύ των διαδίκων εταιριών τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδείχθηκε ότι στη μεταξύ των διαδίκων ατύπως καταρτισθείσα σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού είχε συμφωνηθεί ανατοκισμός του καταλοίπου κατά το προσωρινό ή οριστικό κλείσιμο αυτού.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος τυγχάνει ο ειδικότερος ισχυρισμός της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας ότι δεν αποδείχθηκε η άτυπη κατάρτιση συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, επί τω λόγω ότι δεν αποδείχθηκε ποιο συγκεκριμένο μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου ή ειδικώς εξουσιοδοτημένο από το τελευταίο ή δυνάμει συγκεκριμένης διατάξεως του καταστατικού της προέβη για λογαριασμό της σε κατάρτιση της προκειμένης συμβάσεως, καθ' όσον μόνος ο μη προσδιορισμός των συμβληθέντων φυσικών προσώπων δεν αναιρεί το γεγονός της (άτυπης) συνάψεως συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, πολλώ δε μάλλον της πραγματικής λειτουργίας του επ' ωφελεία αμφοτέρων των διαδίκων μερών...
Τέλος, δεν συνιστά δικαστική ομολογία (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), περί της υποχρεωτικής σε συγκεκριμένες ημερομηνίες από της εκδόσεως εκάστου τιμολογίου πωλήσεως - δελτίου αποστολής εξοφλήσεως του ποσού αυτού, η εκ μέρους των εφεσιβλήτων αναφορά (παραδοχή) ότι στη μεταξύ των διαδίκων εταιριών συναλλακτική σχέση εφαρμόζεται η "Πιστωτική Πολιτική και Διαδικασία Εισπράξεως Πελατών" της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, ως και ότι η αξία των τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής από την πώληση και παράδοση των εν λόγω προϊόντων εξοφλείτο πλήρως εντός προθεσμίας εξήντα (60) ή εκατόν ογδόντα (180) ημερών με την πληρωμή μεταχρονολογημένων επιταγών και την έκδοση πιστωτικών τιμολογίων, διότι με τις παραδοχές αυτές απλώς περιγράφεται η λειτουργία της συναλλακτικής σχέσεως των διαδίκων μερών, ήτοι της συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, η οποία είναι μεν αυτοτελής, αλλά παρεπομένη άλλης (βασικής) σχέσεως μεταξύ (ήτοι εν προκειμένω της πωλήσεως εμπορευμάτων στο πλαίσιο διαρκούς επιχειρηματικής συνεργασίας), έχουσα κανονιστικό χαρακτήρα, καθ' όσον δεν υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη σε παροχή, όπως μια κοινή υποσχετική σύμβαση, αλλά ρυθμίζει τον τρόπο λειτουργίας και εξοφλήσεως της (πράγματι υφισταμένης) βασικής σχέσεως, εν προκειμένω της πωλήσεως, η οποία δεν έχει απολέσει τη νομική αυτοτέλειά της...
Επομένως, οι απαιτήσεις της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας από τα επίδικα τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, καταχωριζόμενες στον μεταξύ των διαδίκων εταιριών τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, καίτοι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα (ως απαιτήσεις για την καταβολή τιμήματος από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως), απώλεσαν την αυτοτέλειά τους, για το λόγο δε αυτό δεν δύνανται να επιδιωχθούν αυτοτελώς (όλες ή μερικές από αυτές), αλλά μόνο ως το κατάλοιπο, το οποίο προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού με αντιπαραβολή των επιμέρους κονδυλίων (πιστοχρεώσεων), σε αντίθετη δε περίπτωση η αγωγή, με την οποία διώκεται αυτοτελώς η ικανοποίηση των εισαγομένων στον αλληλόχρεο λογαριασμό απαιτήσεων (εν όλω ή εν μέρει), τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ανεξαρτήτως του εάν πράγματι από την αντιπαραβολή των επιμέρους πιστοχρεώσεων προκύπτει χρεωστικό εις βάρος του εναγομένου υπόλοιπο)..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης και την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε όμοια και δεχόμενη την ένσταση των αναιρεσίβλητων - εναγομένων, περί καταρτίσεως μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923" περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, και επίσης ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 513 επ.
Α.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, και απέρριψε έτσι την αγωγή, αφού από τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας ανωνύμου εταιρείας από τα επίδικα τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής (ως απαιτήσεις για την καταβολή τιμήματος από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως), απώλεσαν την αυτοτέλειά τους, δεδομένου ότι από την έναρξη της μεταξύ της αναιρεσείουσας ανωνύμου εταιρείας και της πρώτης αναιρεσίβλητης ομορρύθμου εταιρείας επιχειρηματικής συνεργασίας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2009, καταρτίσθηκε μεταξύ τους άτυπα (προφορικά) και λειτούργησε καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής σύμβαση περί υπαγωγής των μεταξύ τους δοσοληψιών σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων αλληλοχρέου λογαριασμού, ώστε τα κονδύλια αυτά να διατηρούν μεν το νομικό τους χαρακτήρα, πλην όμως να αποβάλλουν από την καταχώρισή τους στον εν λόγω λογαριασμό την αυτοτέλειά τους, με συνέπεια να μην δύνανται να επιδιωχθούν μεμονωμένως, αλλά να οφείλεται μόνο το προκύπτον κατά το κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο, κατόπιν αντιπαραβολής των εκατέρωθεν κονδυλίων, παρασχέθηκε δε σε αμφότερα τα διάδικα μέρη η δυνατότητα αμοιβαίων χρεωπιστώσεων και συνεπώς η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να ζητήσει το τίμημα των επιδίκων πωλήσεων και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή της.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές.
Συγκεκριμένα εκτίθενται τα γεγονότα που θεμελιώνουν την κρίση του ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος δεν έχει κλείσει και ειδικότερα: Α) Ότι από την έναρξη της μεταξύ της αναιρεσείουσας ανωνύμου εταιρίας και της πρώτης αναιρεσίβλητης ομορρύθμου εταιρίας επιχειρηματικής συνεργασίας κατά το μήνα Μάιο του έτους 2009 είχε καταρτισθεί και καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής λειτουργούσε άτυπη (προφορική) συμφωνία αυτών περί υπαγωγής των μεταξύ τους δοσοληψιών σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων αλληλοχρέου λογαριασμού, ώστε τα κονδύλια αυτά να διατηρούν μεν το νομικό τους χαρακτήρα, πλην όμως να αποβάλλουν από την καταχώρισή τους στον εν λόγω λογαριασμό την αυτοτέλειά τους, με συνέπεια να μην δύνανται να επιδιωχθούν ή να διατεθούν μεμονωμένως, αλλά να οφείλεται μόνο το προκύπτον κατά το κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο, κατόπιν αντιπαραβολής των εκατέρωθεν κονδυλίων, παρασχέθηκε δε σε αμφότερα τα διάδικα μέρη η δυνατότητα αμοιβαίων χρεωπιστώσεων, αδιαφόρως του εάν αυτά σκόπευαν να προβούν ή πράγματι προέβησαν σε αυτές, ενώ προ του κλεισίματος του λογαριασμού δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί (εκ των προτέρων) ποια από τις διαδίκους εταιρίες θα είναι η πιστώτρια και ποια η οφειλέτιδα.
Β) ότι στον τηρούμενο από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία υπό γενικό αριθμό (G/L ACCOUNT) ... λογαριασμό, ο οποίος περιελάμβανε τέσσερεις υπολογαριασμούς για τις ειδικότερες κατηγορίες προϊόντων, καταχωρούνταν τα κονδύλια των αμοιβαίων χρεωπιστώσεων, τόσο της αναιρεσείουσας ανωνύμου εταιρείας, όσο και της πρώτης αναιρεσίβλητης ομορρύθμου εταιρίας (ήτοι καταχωρίσεις τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής, καταβολών μετρητοίς, μεταχρονολογημένων επιταγών, πιστωτικών τιμολογίων), ιδιαίτερα δε καταχωρούνταν στους ως άνω λογαριασμούς:
α) η οφειλομένη από την αναιρεσείουσα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ιδιαίτερη αμοιβή ποσοστού 3% επί του συνόλου της αξίας των πωλήσεων για την παροχή υπηρεσιών OTIF, η οποία αφορά αυτοτελή απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, ουδόλως συνδεομένη με τις εκατέρωθεν απαιτήσεις των μερών από συγκεκριμένες συμβάσεις πωλήσεως προϊόντων και δη με την υποχρέωση της πρώτης αναιρεσίβλητης περί καταβολής του τιμήματος συγκεκριμένης πωλήσεως, αλλά με τη δυναμική προώθηση των εν γένει πωλήσεων της αναιρεσείουσας και β) η συμφωνηθείσα αμοιβή ποσοστού 5% υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης (χορηγουμένη υπό τη μορφή ισόποσης εκπτώσεως) επί της τελικής αξίας εκάστου τιμολογίου πωλήσεως για την ταχεία μεταφορά και ολοκληρωμένη παράδοση των προϊόντων στα τοπικά καταστήματα super market, η οποία απαίτηση έχει παρεπόμενο μεν, πλην όμως αυτοτελή χαρακτήρα, δεν συνδέεται ευθέως με την εκπλήρωση των κυρίων παροχών των επιμέρους συμβάσεων πωλήσεως των προϊόντων (και δη με την βαρύνουσα την πρώτη αναιρεσίβλητη υποχρέωση καταβολής του τιμήματος εκάστης επιμέρους πωλήσεως) και εντάσσεται στο γενικό σχεδιασμό της επιχειρηματικής επεκτάσεως και της αυξήσεως του κύκλου εργασιών της αναιρεσείουσας.
Γ) Ότι οι εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης καταβολές δεν κατέτειναν στην εξόφληση συγκεκριμένων τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής της αναιρεσείουσας, αλλά καταχωρίζονταν στον τηρούμενο λογαριασμό και στους προαναφερθέντες υπολογαριασμούς του (στην στήλη των πιστώσεων), ώστε να εξαχθεί μαθηματικώς το κατάλοιπο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων βέβαιο ποιος θα είναι ο πιστωτής και ποιος ο οφειλέτης κατά το (προσωρινό ή οριστικό) κλείσιμο του λογαριασμού.
Δ) Ότι στα ενσωματωθέντα στο δικόγραφο της αγωγής τριάντα τρία (33) τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής της αναιρεσείουσας, τα οποία έχουν εκδοθεί επί πιστώσει, δεν αναγράφεται συγκεκριμένος χρόνος πιστώσεως του τιμήματος, ενώ στο κάτω δεξιό μέρος εκάστου τιμολογίου πωλήσεως - δελτίου αποστολής αναφέρεται (υπό την ένδειξη "ΚΩΔ.
ΠΛΗΡΩΤΗ) ο συγκεκριμένος υπολογαριασμός,
στον οποίο καταχωρίζεται το ποσόν του συγκεκριμένου τιμολογίου πωλήσεως - δελτίου αποστολής, αναλόγως του πωλουμένου προϊόντος, προδήλως επί σκοπώ συνυπολογισμού του προς εξαγωγή του (προσωρινού ή οριστικού) καταλοίπου. Ε) Ότι, κατά το τέλος το έτους 2013, οπότε και είχε ολοκληρωθεί η επιχειρηματική συνεργασία των δύο διαδίκων εταιριών, οι τέσσερεις υπολογαριασμοί για τις ειδικότερες κατηγορίες προϊόντων εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης 199.419,18 €, το οποίο ταυτίζεται απολύτως με το ζητούμενο με την ένδικη αγωγή ποσόν, για το οποίο έχουν εκδοθεί τα ενσωματωθέντα στην αγωγή τριάντα τρία (33) τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, συνολικού ποσού 204.884,50 €, αφού, όμως, αφαιρεθεί ποσόν των 5.465,32 € (το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αντιστοιχεί σε καταβολές της πρώτης αναιρεσίβλητης έναντι των εν λόγω τιμολογίων) χωρίς η αναιρεσείουσα να διευκρινίζει ποια εκ των επιδίκων ως άνω τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής εξοφλήθηκαν πλήρως ή εν μέρει, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι γενόμενες καταβολές δεν χώρησαν προς εξόφληση συγκεκριμένων τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής, αλλά εντάσσονταν στη στήλη των πιστώσεων του τηρουμένου με συμφωνία των διαδίκων μερών αλληλοχρέου λογαριασμού.
Και ΣΤ) ότι η αναιρεσείουσα απέστειλε δια του αρμοδίου τμήματος αυτής στην πρώτη αναιρεσίβλητη, περίπου ανά μήνα, τα από 10.11.2014 έως 16.1.2017 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mails), με ταυτόσημο περιεχόμενο, από τη διατύπωση των οποίων αναμφίβολα συνάγεται ότι αποτελούν προδιατυπωμένη συμφωνία προς αναγνώριση του καταλοίπου του "ανοικτού" λογαριασμού, αν και δεν επισυνάπτεται, όπως ανακριβώς επισημαίνει η προσβαλλόμενη απόφαση, αναλυτική κατάσταση των επιμέρους χρεωπιστώσεων, και ότι ο τηρούμενος μεταξύ των διαδίκων εταιριών λογαριασμός είναι αλληλόχρεος και όχι απλός λογιστικός - δοσοληπτικός.
Επομένως, ο πρώτος, κατά αμφότερα τα σκέλη του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923" περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες και έτσι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή της, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (Α.Π.279/2019, 201/2017, 168/2015).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π.279/2019, 201/2017). Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π.426/2021, Α.Π.64/2017, Α.Π. 386/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269, 527 και 262 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα και, επομένως, παραδεκτή η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμον περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, εάν δε έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 527 ΚΠολΔ (Α.Π.721/2017).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τη νοηματική του εκτίμηση από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, διότι δεν προσδιορίζει το φυσικό πρόσωπο, που εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα στην κατάρτιση της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού.
Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν πρότεινε παραδεκτά στα δικαστήρια της ουσίας το σχετικό ισχυρισμό της, με το οποίο αμφισβητεί το κύρος της σχετικής συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού λόγω μη νόμιμης εκπροσώπησής της, διότι αυτή δεν πρότεινε καθόλου το σχετικό ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της, απαντώντας στην ανωτέρω γενόμενη δεκτή ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί ύπαρξης συμφωνίας αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν αμφισβήτησε το κύρος της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησής της, αλλά απλά και μόνο αρνήθηκε γενικά την ένσταση και ζήτησε να απορριφθεί αυτή, τον δε ισχυρισμό με βάση τον οποίο προβάλλει τον τρίτο λόγο αναίρεσης τον πρότεινε για πρώτη φορά χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ και συνεπώς απαραδέκτως στο Εφετείο, με σχετικό λόγο της έφεσής της.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, οι αναιρεσίβλητες δεν ισχυρίσθηκαν ότι καταρτίσθηκε η σχετική συμφωνία με ορισμένο πρόσωπο, αλλά ότι καταρτίσθηκε σιωπηρά, κατά την ακολουθούμενη στην πορεία της συνεργασίας των διαδίκων πρακτική, την ίδια δε ουσιαστική παραδοχή περιλαμβάνει και το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/ 2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019).
Στην πρόταση του λόγου νομιμοποιείται μόνο ο διάδικος που είχε προτείνει τον ισχυρισμό και όχι ο αντίδικός του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης έννομο συμφέρον (Α.Π.1392/2019, Α.Π. 435/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητες) με τις νομίμως κατατεθείσες από 3.4.2017 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου... προέβαλαν την ένσταση καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων εταιριών συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, ισχυριζόμενες μεταξύ άλλων ότι:
α) την 11.5.2009, ήτοι κατά την έναρξη των εργασιών της πρώτης εφεσιβλήτου (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) ομορρύθμου εταιρίας, η οποία είναι έμπορος, αυτή κατήρτισε μετά της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) ανωνύμου εταιρίας (και προς εξυπηρέτηση της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας) άτυπη (ήτοι χωρίς σύνταξη εγγράφου) σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού αόριστης διάρκειας, δια της οποίας συμφωνήθηκε όπως οι μεταξύ τους δοσοληψίες καταχωρίζονται σε κονδύλια χρεώσεων και πιστώσεων σε τηρούμενο από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία λογαριασμό, τα οποία (κονδύλια), μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, θα αποβάλλουν από της καταχωρίσεώς τους την αυτοτέλειά τους, ώστε να μην επιδιώκονται και διατίθενται μεμονωμένως, αλλά να εισάγονται σε ενιαίο λογαριασμό και μετά την καταχώρισή τους να οφείλεται μόνο το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού υφιστάμενο κατάλοιπο, β) με την ίδια σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων εταιριών η δυνατότητα αμοιβαίων αποστολών - χρεωπιστώσεων, στις οποίες οι διάδικοι εταιρίες πράγματι προέβαιναν ως εξής:
η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία, η οποία πωλούσε και παρέδιδε τα προϊόντα της στην πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία, καταχώριζε την αξία αυτών στη στήλη των χρεώσεων, ενώ η τελευταία απέστελλε στην εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία όχι μόνο χρήματα και μεταχρονολογημένες επιταγές, αλλά και εμπορεύματα (ληγμένα προϊόντα, κιβώτια με κενές γυάλινες φιάλες, κενές παλέτες), ως και χρηματικές απαιτήσεις της κατ' αυτής, για την απόδοση της αξίας των ανωτέρω...
πιστώσεων, οπότε τα σχετικά κονδύλια καταχωρίζονταν στη στήλη των πιστώσεων, με συνέπεια να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό ποια από τις δύο εταιρίες θα είναι κατά το κλείσιμο του λογαριασμού πιστώτρια και ποια οφειλέτιδα, κατ' αυτό δε τον τρόπο λειτουργούσε κατά το παρελθόν και η επιχειρηματική συνεργασία μεταξύ της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας και της ατομικής επιχειρήσεως του Γ.
Κ., γ) από την έναρξη της επιχειρηματικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων εταιριών άρχισε και η λειτουργία του μεταξύ τους συμφωνηθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού με τήρηση από την εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία του υπό γενικό αριθμό (G/L ACCOUNT) ... λογαριασμού, ο οποίος περιελάμβανε τους ανωτέρω...υπολογαριασμούς, δ) οι αμοιβαίες πιστοχρεώσεις καταχωρίζονταν στον ως άνω λογαριασμό με αναφορά αφ' ενός μεν των τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής των προϊόντων της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, εκδοθέντων επ' ονόματι της πρώτης εφεσιβλήτου ομορρύθμου εταιρίας (στη στήλη χρεώσεων), αφ' ετέρου δε των καταβαλλομένων από την πρώτη εφεσίβλητο ομόρρυθμο εταιρία χρηματικών ποσών (μετρητοίς) ή των εκδιδομένων και παραδιδομένων από αυτήν μεταχρονολογημένων επιταγών εις διαταγήν της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, των εκδιδομένων από την τελευταία πιστωτικών τιμολογίων (για όλους τους ανωτέρω...λόγους), όλες δε οι καταβολές της πρώτης εφεσίβλητου ομορρύθμου εταιρίας συμψηφίζονταν με το εκάστοτε υπόλοιπο εκ των τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής, με συνέπεια δια της καταχωρίσεως στον αλληλόχρεο λογαριασμό τα επιμέρους κονδύλια να αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους, ε) κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους επιχειρηματικής συνεργασίας οι επιμέρους υπολογαριασμοί είχαν καταστεί (εννοείται:
κατά) περιόδους πιστωτικοί,..., εν πάση δε περιπτώσει ανεξαρτήτως της πραγματικής καταχωρίσεως αμοιβαίων πιστοχρεώσεων στον προκείμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, αρκεί η δυνατότητα πιστοχρεώσεων από αμφότερα τα μέρη, αδιαφόρως του εάν πράγματι έλαβαν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του πιστοχρεώσεις από αμφότερα τα μέρη ή από ένα μόνο μέρος, στ) ο μεταξύ των διαδίκων εταιριών τηρούμενος αλληλόχρεος λογαριασμός, παρά τη λήξη της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας, ουδέποτε έκλεισε, ούτε εκκαθαρίσθηκε, ούτε τους γνωστοποιήθηκε το κλείσιμο του, ούτε αναγνώρισαν καθ' οιονδήποτε τρόπο το κατάλοιπο του και ζ) τα καταχωρισθέντα στον αλληλόχρεο λογαριασμό τριάντα τρία (33) τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, συνολικού ποσού εκατόν ενενήντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δεκαεννέα ΕΥΡΩ και δεκαοκτώ λεπτών (199.419,18 €), τα οποία φέρονται μη εξοφληθέντα εκ μέρους τους, δια της καταχωρίσεώς τους έχουν απολέσει την αυτοτέλειά τους και αποτελούν συγκεκριμένες εγγραφές χρεώσεων του αλληλοχρέου λογαριασμού, και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η κατόπιν ασκήσεως αγωγής αυτοτελής επιδίκαση των ποσών των ως άνω τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής, αλλά μόνο του καταλοίπου του μεταξύ τους τηρουμένου αλληλοχρέου λογαριασμού μετά το κλείσιμο του..." Με βάση τους ως άνω εκτιθέμενους από το Εφετείο ισχυρισμούς των αναιρεσίβλητων, που αυτό (Εφετείο) έλαβε υπόψη του, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε όμοια, δεχόμενη ως ορισμένη και εν συνεχεία ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση των αναιρεσίβλητων - εναγομένων, περί καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων εταιρειών συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού.
Η αναιρεσείουσα, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ότι, από το σύνολο των περιεχομένων στις πρωτόδικες προτάσεις των αντιδίκων της ισχυρισμών, που επαναφέρθηκαν κατ' έφεση, συνάγεται ότι οι καταβολές εκ μέρους τους ελάμβαναν χώρα για την εξόφληση συγκεκριμένων, κάθε φορά, τιμολογίων και άρα ο τηρούμενος μεταξύ τους λογαριασμός ήταν απλά δοσοληπτικός.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι την πρόταση του ως άνω λόγου έχουν έννομο συμφέρον να προβάλλουν μόνον οι αντίδικοι της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητες, που είχαν προτείνει τον ως άνω ισχυρισμό(ένσταση), και σε κάθε περίπτωση γιατί, υπό την επίκληση της από το άρθρο αυτό πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα ουσιαστικά πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι συνάφθηκε σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού και ότι πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η ένσταση των αναιρεσιβλήτων.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.486/2017).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (Α.Π. 677/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε την προβληθείσα από τις αντιδίκους της ένσταση, περί καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων εταιρειών συμφωνίας αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς να αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στήριξε την κρίση του αυτή.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο προεκτεθέν αποδεικτικό του πόρισμα από τον σύνολο των προσκομισθέντων ενώπιον του αποδείξεων και δεν είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ.
γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π.23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π.8/2016, Ολ.Α.Π.2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π.14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.1990/1982, Α.Π.1277/2019, A.Π.1091/2019, Α.Π.1185/2010). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (Α.Π.1078/2015).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, πρέπει να αποτελεί παραδοχή, με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του και πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (Α.Π.691/2017, Α.Π. 188/2017), όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (Α.Π. 1416/2007, Α.Π.115/2007). Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του περιεχομένη στην αγωγή ή στις προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (Α.Π.1160/2017, Α.Π.469/2009, Α.Π.1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (Α.Π.532/2016, Α.Π.105/2011). Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν και τούτο παρόλον ότι αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (A.Π.527/2022, Α.Π.709/2017, Α.Π.1014/2010, Α.Π.1139/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, στο δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα:
α) την υπ' αριθ. 272/27-3-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, την οποία προσκόμισε με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε στο Εφετείο, β) την υπ' αριθ. 10805/6-11-2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία προσκόμισε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της στο Εφετείο, γ) το έγγραφο (Πιστωτική Πολιτική και Διαδικασία Εισπράξεων Πελατών), το οποίο προσκόμισε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της στο Εφετείο, προς απόδειξη (με όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα) του ισχυρισμού της περί ανυπαρξίας, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνίας περί αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς και δ) την με τις πρωτόδικες προτάσεις δικαστική ομολογία των αντιδίκων της, την οποία επικαλέσθηκε και η ίδια (αναιρεσείουσα) με σχετικό λόγο της έφεσής της, περί εξοφλήσεως των τιμολογίων πωλήσεως εντός 60 ή 180 ημερών με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης και έκδοση πιστωτικών τιμολογίων από την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη (Πιστωτική Πολιτική και Διαδικασία Εισπράξεων Πελατών) στη μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού αναφορικά με τα υπό στοιχεία α'), β') και γ') έγγραφα γίνεται ρητή αναφορά σε αυτά στην προσβαλλόμενη απόφαση και από το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα.
Επιπλέον δε, αναφορικά με το υπό στοιχείο δ') φερόμενο ως αποδεικτικό μέσο, και κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ήτοι ότι: "δεν συνιστά δικαστική ομολογία..., περί της υποχρεωτικής σε συγκεκριμένες ημερομηνίες από της εκδόσεως εκάστου τιμολογίου πωλήσεως - δελτίου αποστολής εξοφλήσεως του ποσού αυτού, η εκ μέρους των εφεσιβλήτων αναφορά (παραδοχή) ότι στη μεταξύ των διαδίκων εταιριών συναλλακτική σχέση εφαρμόζεται η "Πιστωτική Πολιτική και Διαδικασία Εισπράξεως Πελατών" της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, ως και ότι η αξία των τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής από την πώληση και παράδοση των εν λόγω προϊόντων εξοφλείτο πλήρως εντός προθεσμίας εξήντα (60) ή εκατόν ογδόντα (180) ημερών με την πληρωμή μεταχρονολογημένων επιταγών και την έκδοση πιστωτικών τιμολογίων, διότι με τις παραδοχές αυτές απλώς περιγράφεται η λειτουργία της συναλλακτικής σχέσεως των διαδίκων μερών, ήτοι της συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, η οποία είναι μεν αυτοτελής, αλλά παρεπομένη άλλης (βασικής) σχέσεως... (ήτοι εν προκειμένω της πωλήσεως εμπορευμάτων στο πλαίσιο διαρκούς επιχειρηματικής συνεργασίας), έχουσα κανονιστικό χαρακτήρα, καθ' όσον...
ρυθμίζει τον τρόπο λειτουργίας και εξοφλήσεως της (πράγματι υφισταμένης) βασικής σχέσεως, εν προκειμένω της πωλήσεως, η οποία δεν έχει απολέσει τη νομική αυτοτέλειά της... Επομένως, οι απαιτήσεις της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας από τα επίδικα τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, καταχωριζόμενες στον μεταξύ των διαδίκων εταιριών τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, καίτοι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα (ως απαιτήσεις για την καταβολή τιμήματος από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως), απώλεσαν την αυτοτέλειά τους, για το λόγο δε αυτό δεν δύνανται να επιδιωχθούν αυτοτελώς (όλες ή μερικές από αυτές), αλλά μόνο ως προς το κατάλοιπο, το οποίο προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού με αντιπαραβολή των επιμέρους κονδυλίων (πιστοχρεώσεων)...", οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί των αναιρεσίβλητων μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό και δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, ήτοι δεν συνιστούν το αποδεικτικό μέσο για τη μη λήψη υπόψη του οποίου αιτιάται η αναιρεσείουσα, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, δεν αρκεί το αναγνωριζόμενο γεγονός να αποτελεί, απλώς, τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Α.Π.856/2019, Α.Π.1915/2016, Α.Π.472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π.257/2021, Α.Π.51/2020, Α.Π.752/2020, Α.Π.1319/ 2022). Για το παραδεκτό του λόγου πρέπει να είχε γίνει επίκληση του εγγράφου κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (Α.Π.109/2008, Α.Π.378/2011), ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται:
α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, στ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη (Α.Π.919/2023, Α.Π.1288/2017).
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) των από 10.11.2014 έως 16.1.2017, ανά μήνα περίπου, μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mails), με ταυτόσημο περιεχόμενο, τα οποία απέστειλε η αναιρεσείουσα στην πρώτη αναιρεσίβλητη και τα οποία προσκόμισαν με επίκληση με τις πρωτόδικες προτάσεις οι αναιρεσίβλητες, τα οποία και η ίδια (αναιρεσείουσα) επικαλέσθηκε και προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη, και β) την καρτέλα πελάτη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία προσκόμισε με επίκληση με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της αλλά και στην κατ'έφεση δίκη η ίδια (αναιρεσείουσα), από την εσφαλμένη ανάγνωση των οποίων η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι αποτελούν πρόταση προς αναγνώριση του καταλοίπου και αναφορικά με την καρτέλα πελάτη, περί ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων εταιρειών αλληλόχρεου λογαριασμού, ενώ αν είχε προβεί σε ορθή ανάγνωσή τους θα κατέληγε στην κρίση ότι ο τηρουμένος από αυτή λογαριασμός ήταν απλά λογιστικός.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο ορθά ανάγνωσε τα ως άνω έγγραφα και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, αναφορικά μεν με τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πέραν της ανακριβούς επισήμανσης ότι επισυνάπτεται σε αυτά κατάσταση χρεωπιστώσεων, ότι από τη διατύπωση αυτών αναμφίβολα συνάγεται ότι αποτελούν προδιατυπωμένη συμφωνία προς αναγνώριση του καταλοίπου του "ανοικτού" λογαριασμού, αναφορικά δε με την καρτέλα πελάτη ότι ο τηρούμενος μεταξύ των διαδίκων εταιρειών λογαριασμός έχει τη μορφή αλληλόχρεου και όχι απλός λογιστικού - δοσοληπτικού, εκτίμησε δε αυτά κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, η δε εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού οι αναιρεσίβλητες, που νικούν, δεν παραστάθηκαν και συνεπώς δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25/11/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COCA COLA 3Ε ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ` αριθ. 2134/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ