Legislator Case Law & Legislation
1357/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company regarding premature retirement compensation claims.

Case Number 1357/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court ruling awarding compensation to a former employee for premature retirement due to health deterioration. The court held that while the initial injury was known, the specific worsening of health in 2010 was unforeseeable and distinct from the earlier diagnosis. Consequently, the principle of res judicata did not apply to the later health decline, making the appeal against the compensation award unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 577 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not bar a claim for compensation regarding a subsequent, unforeseeable worsening of health that occurred after the initial medical assessment and litigation.

Keywords

AI generated
res judicata limitation premature retirement compensation health deterioration unforeseeable medical condition insurance liability administrative dismissal civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 234/2020
Supreme Court Case 555/2019
Supreme Court Case 362/2020
Supreme Court Case 14/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1357 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1357/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Καλούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. καταθ. δικογρ. 6088/1-10-2012 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-1-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1469/2013 μη οριστική και 1044/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2304/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία του, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 234/2020, ΑΠ 555/2019). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδάφ. β` του ίδιου παραπάνω άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι που συνδέονται με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.ΑΠ 14/2015, ΑΠ 234/2020, ΑΠ 362/2020).

Στη προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, δεν εμφανίσθηκε εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δ.

Κ. του Γ.. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που επισπεύδει τη συζήτηση (σχετ. και το με αριθμ. 16219/5-11-2020 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Ρ. προς το δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Τσικρικά), δεν επικαλείται, ούτε από το φάκελο της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 10-1-2020, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 19-2-2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ως άνω δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Η συζήτησή της αιτήσεως αναιρέσεως όμως, για τη δικάσιμο της 19-2-2021, ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 [άρθρο 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 και επαναπροσδιορίστηκε κατ' άρθρο 83 παρ. 2 και 3 σε συνδ.

με τα άρθρα 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 26 του ν. 4792/2021 και την με αριθμό 39/12-4-2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, για την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, πρέπει κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ και της απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω, να χωριστεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, να προχωρήσει νομίμως μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου που εκπροσωπείται και παρίσταται νόμιμα κατά την παρούσα συζήτηση.

Η υπό κρίση, από 15-10-2018 αίτηση αναιρέσεως (αριθμ. καταθ. 9060/ 755/2018), κατά της με αριθμ. 2304/2018 προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου (Μονομελούς) Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, τραυματίστηκε σοβαρά στις 23-5-1998 σε αυτοκινητικό ατύχημα, ενώ οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... [...] δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία συγκρούστηκε με την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ιδιοκτησίας του και η οποία ήταν ασφαλισμένη, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία.

Ακολούθως ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε σε βάρος του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, την αρχική, από 28-4-1999, αγωγή, με την οποία αξίωνε, μεταξύ άλλων κονδυλίων, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, την καταβολή του ποσού των 2.081.716 δραχμών, ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων, λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, ως μόνιμος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, με το βαθμό του Αρχιφύλακα ΠΣ, εξαιτίας του τραυματισμού του, για το χρονικό διάστημα από 23-5-1998 (ημέρα του ατυχήματος) έως τις 31-10-1998.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 5062/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, καθόσον δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα κατά αυτής. Επίσης, η ως άνω τελεσίδικη απόφαση έκρινε με ισχύ δεδικασμένου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τον τραυματισμό του πρώτου αναιρεσιβλήτου ήταν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - οδηγός της ζημιογόνου μοτοσικλέτας.

Επίσης με ισχύ δεδικασμένου έκρινε τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, το είδος των σωματικών βλαβών, που αρχικά υπέστη ο πρώτος αναιρεσίβλητος - παθών και την ευθύνη των υποχρέων δεύτερου αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείουσας, ως οδηγού και ασφαλιστή, αντίστοιχα, της ζημιογόνου μοτοσικλέτας. Στη συνέχεια, ο παθών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 17-12-2002 δεύτερη αγωγή του, κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων με την οποία ζητούσε την καταβολή αποζημίωσης, συνολικού ποσού 16.810,58 ευρώ, ως απώλεια εισοδημάτων, λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, για το χρονικό διάστημα από 2-4-2002 μέχρι 31-12-2002.

Με την αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε και η από 11-3-2003 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ο παρεμπιπτόντως ενάγων ζητούσε, σε περίπτωση ευδοκίμησης της κύριας αγωγής του παθόντος - αναιρεσείοντος σε βάρος του, να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλει, ότι ο παρεμπιπτόντως ενάγων ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα - παθόντα, πλέον των νομίμων τόκων και εξόδων.

Επί των αγωγών αυτών [κύριας και παρεμπίπτουσας] εκδόθηκε η με αριθμό 4321/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε στον παθόντα για την παραπάνω αιτία το ποσό των 16.223,58 ευρώ, όπως και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και απερρίφθη το αίτημά του για πρόσθετη ειδική αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, ενώ κρίθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη η παρεμπίπτουσα αγωγή.

Μετά από έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου-παθόντος, η οποία συζητήθηκε στις 27-5-2004, εκδόθηκε η με αριθμό 6055/2004 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την η οποία ανεβλήθη η έκδοση οριστικής απόφασης και διετάχθη η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια δε, μετά την διενέργεια αυτής από τον ορισθέντα με την ως άνω απόφαση ιατρό ορθοπεδικό-χειρουργό Γ.

Μ., εκδόθηκε η με αριθμό 6124/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12-7-2005, με την οποία, αφού έγινε δεκτή, απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του παθόντος και απερρίφθη η περί του αντιθέτου ένσταση της αναιρεσείουσας ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή και οι αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου υπέπεσαν στη παραγραφή των άρθρων 10 παρ. 2 του ν. 489/1986 και 937 του ΑΚ, στη συνέχεια δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν την από 17-12-2002 αγωγή ως προς τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 του ΑΚ.

Ο παθών στη συνέχεια άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την ένδικη (τρίτη κατά σειρά) από Σεπτεμβρίου 2012 [δεν φέρει ημεροχρονολογία] με αριθμ. καταθ. 156398/1-10-2012 αγωγή του, κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και της αναιρεσείουσας [οδηγού και ασφαλιστή], με την οποία, επικαλούμενος, ότι το ατύχημα εξακολούθησε να αναδύει δυσμενείς συνέπειες, που είχαν ως αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του έτους 2010 να κριθεί ανίκανος για κάθε υπηρεσία και εκ του λόγου αυτού να αποστρατευτεί πρόωρα από την Ελληνική Αστυνομία, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση, λόγω απώλειας των εισοδημάτων του, εξαιτίας της πρόωρης συνταξιοδότησής του, το ποσό των 19.044,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 345.952,98 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε και η από 22-1-2013 [αριθμ. καταθ. γενικός 11905 και ειδικός 580/2013 παρεμπίπτουσα αγωγή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ο παρεμπιπτόντως ενάγων ζητούσε, σε περίπτωση ευδοκίμησης της κύριας αγωγής του παθόντος σε βάρος του, να αναγνωριστεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει ό,τι αυτός (παρεμπιπτόντως ενάγων) ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα-παθόντα, πλέον των νομίμων τόκων και εξόδων.

Ας σημειωθεί, ότι το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής δεν αφορά την παρούσα δίκη και αναφέρεται μόνο διηγηματικά για τη δικονομική πορεία της υποθέσεως. Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείουσα και δεύτερος αναιρεσίβλητος σε αντίκρουση της ένδικης τρίτης αγωγής προέβαλαν την ένσταση διετούς παραγραφής κατ` άρθρ. 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 και 937 του ΑΚ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1469/2013 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη και στη συνέχεια, μετά την διενέργειά της από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα, ορθοπεδικό-χειρουργό, Ν.

Π., εκδόθηκε η με αριθμό 1044/2015 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα το ποσό των 19.044,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ αναγνωρίστηκε ότι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 30.363,74 ευρώ κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση.

Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων άσκησαν τις από 28-5-2015 [αριθμ. κατάθ. 3502/8-6-2015] και από 19-5-2016 [αριθμ. κατάθ. 1445/19-5-2016] εφέσεις, με τις οποίες εναντιώνονται στην ως άνω απόφαση, για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους, οι οποίοι συγκεφαλαιώνονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κυρίως ως προς τις περί παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος διατάξεις και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί των ως άνω εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμό 2304/2018 απόφαση του Εφετείου (Μονομελούς) Αθηνών, με την οποία απερρίφθηκαν κατ'ουσίαν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ` αρχήν, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής είναι δυνατή [πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει], η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 247/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί.

Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζημίων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως. Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Συνεπώς το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνον για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξεως.

Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 21/2012).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως η παράγραφος 2 ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007) - που ορίζει πλέον πενταετή παραγραφή - και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα, "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (παρ. 1) και "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εν λόγω διετής παραγραφή που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.

Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το άρθρο 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, γιατί τούτο ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία.

Η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν. 489/1976, η οποία ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος, όχι από αδικοπραξία αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 732/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1158/2017). Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.

Δεν εφαρμόζεται όμως αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα διετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης (ΑΠ 401/20, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 52/2018).

Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή και διακοπή της παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του ΑΚ (ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 33/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017).

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδάφ. α' ΑΚ (ήδη παρ.1 εδάφ. α`, μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 101 παρ.1 ν.4139/2013) και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντίστοιχα, εκκρεμοδικία (ΑΠ 996/2014, ΑΠ 1993/2013, ΑΠ 323/2013).

Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως π.χ. για διαφυγόντα κέρδη ορισμένης χρονικής περιόδου, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης. Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κύρια αγωγή, για καταβολή πρόσθετου ποσού αποζημίωσης ή διαφυγόντων κερδών για επόμενο χρονικό διάστημα, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διαφορετική απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή.

Έτσι, αν από το χρόνο γνώσης από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία ή διετία από την επόμενη του ατυχήματος, αναφορικά με τον ασφαλιστή, η αξίωση αποζημίωσης που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή έχει υποκύψει στην παραγραφή. Όπως έχει προεκτεθεί, μόνο αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν, όταν καθορίστηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 747/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 10/2020, 1217/2020).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε κατ` ακριβή λεκτική διατύπωση τα ακόλουθα: "Στις 23-5-1998 στη ..., από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων στην ως άνω κύρια αγωγή Δ.

Κ., οδηγού της υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη με ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στη δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", προκλήθηκε αυτοκινητικό ατύχημα, κατά τη σύγκρουση του ως άνω οχήματος και της υπ' αριθ.

κυκλοφορίας ... (...) δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας της Ελληνικής Αστυνομίας, που οδηγούσε ο κυρίως ενάγων Γ. Π., αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., το οποίο είχε ως αποτέλεσμα το βαρύ τραυματισμό του τελευταίου. Για το ζήτημα της υπαιτιότητας υφίσταται δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 5062/2000 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το ατύχημα υπέστη κάταγμα της 8ης πλευράς αριστερά, κάταγμα έξω σφυρού αριστεράς ποδοκνημικής και βαριά κάκωση αρθρικού χόνδρου δεξιού γόνατος, που αφορούσε καταστροφή αρθρικού χόνδρου της επιγονατίδας και οστεοχονδρικό έλλειμμα του έξω μηριαίου κονδύλου του δεξιού γόνατος.

Από τις πιο πάνω σωματικές βλάβες παρουσιάστηκαν μετατραυματικές επιπλοκές, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να καταστεί ο ενάγων περιοδικώς ολικά ανίκανος για εργασία για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών. Μετά ταύτα ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αριθ. καταθέσεως 1200/2003 αγωγή του κατά των ιδίων εναγομένων, ενώ, παράλληλα, ο πρώτος των εναγομένων άσκησε την υπ' αριθ.

καταθέσεως 2296/2003 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή του, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4321/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ακολούθως, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον ενάγοντα, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6124/2005 απόφαση του Εφετείου τούτου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση τωνεναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ, από το οποίο 20.000 € για συμπληρωματική χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 30.000 € ως αυτοτελή εφάπαξ αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 4.8.1998 χειρουργήθηκε στο 401 ΓΣΝΑ, λόγω έντονων ενοχλημάτων (ΔΕ) γόνατος, στην οποία αρθροσκοπικά διαπιστώθηκε σχεδόν πλήρης απώλεια της μεσότητας του αρθρικού χόνδρου της επιγονατίδας και έγινε καθαρισμός. Ακολούθως, μέχρι το 2002 έλαβε διάφορες αναρρωτικές άδειες και ακολούθησε προγράμματα φυσικοθεραπείας, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει ενοχλήματα προσθίου επιγονατιδικού πόνου και από το (ΑΡ) γόνατο.

Επιπλέον, στις 23.3.2000 επαναχειρουργήθηκε στο (ΔΕ) γόνατο, όπου διαπιστώθηκε βαριά χονδροπάθεια μηριαίας τροχιλίας 4ου σταδίου, για την οποία έγινε χονδροπλαστική. Έκτοτε ακολούθησε πρόγραμμα φυσιοθεραπευτικής αποκατάστασης, που στην εξέλιξη παρουσίασε και υπολειμματικά επώδυνη δυσκαμψία κάμψεως με κατά καιρούς παρακεντήσεις στις αρθρώσεις λόγω αναμενόμενου ύδραρθρου.

Παράλληλα, στο πρόγραμμα της φυσιοθεραπείας είχε ενταχθεί και το (ΑΡ) γόνατο. Ακόμη, λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης του αριστερού του γόνατος, ο ενάγων υποβλήθηκε στις 19.3.2010 στο 401 ΓΣΝΑ σε χειρουργική αρθροσκόπηση, στην οποία διαπιστώθηκε σχεδόν πλήρης απώλεια αρθρικού χόνδρου επιγονατίδας κατά τη μεσότητα αυτής, πλήρης απώλεια αρθρικού χόνδρου καθόλο το μήκος της μηραιίας τροχιλίας, ενώ, εντός της αρθρώσεως, βρέθηκαν ελεύθερα χόνδρινα τεμάχια, προερχόμενα από τις ως άνω εστίες βλαβών.

Τα παραπάνω αναφέρονται στην υπ' αριθ. 26/2014 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ορθοπεδικού-χειρουργού ιατρού Ν. Π., ο οποίος επίσης γνωματεύει ότι ο ενάγων εμφανίζει βαριά χονδροπάθεια των επιγονατιδομηριαίων αρθρώσεων, δηλαδή σε περιοχές ιδιαιτέρως στρατηγικής σημασίας για τη λειτουργία των αρθρώσεων, διαλείποντα ενοχλήματα κατά τις καθημερινές του λειτουργίες και συνεχή πόνο κατά τις κινήσεις κάμψης-έκτασης του γόνατος και συνεπεία αυτής της κατάστασης της υγείας του δεν θεωρείται ικανός για την επιτέλεση των καθημερινών υπηρεσιακών αναγκών, καθώς και για προσωπικές του ενασχολήσεις.

Επίσης, ο εν λόγω πραγματογνώμονας γνωμάτευσε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της εξέτασής του (11.11.2013) παρουσίαζε: α) άλγος πρόσθιας επιφάνειας του γόνατος κυρίως σε κάμψη-έκταση, ανέβασμα σκάλας, βαθιά καθίσματα και β) υποτροπιάζον ύδραρθρο δεξιού γόνατος, με έντονη ευαισθησία επιγονατιδομηριαίας άρθρωσης με κριγμό και ελαφρά σύγκαψη και άλγος βιαίας κάμψεως, ενώ και το αριστερό γόνατο παρουσίαζε παρόμοια κλινική εικόνα με το δεξί (ΔΕ) γόνατο, αλλά με λιγότερο πόνο και χωρίς παρουσία υγρού ενδοαρθρικώς.

Σύμφωνα με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη διαπιστώνεται επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, σε σχέση με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν στις 21.2.2005, οπότε και εξετάστηκε από τον πραγματογνώμονα ορθοπεδικό-χειρουργό ιατρό Γ. Μ.. Επιπλέον, ο ίδιος ως άνω πραγματογνώμονας Ν. Π. αναφέρει ότι η επιδείνωση αυτή της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος είναι απότοκος των σωματικών βλαβών που υπέστη, συνεπεία του ως άνω τροχαίου ατυχήματος, στις 23.5.1998, δεδομένου ότι η προοδευτική επιδείνωση της δυσκαμψίας της αριστερής (ΑΡ) ποδοκνημικής και οστεοαρθρίτιδας κυρίως δεξιού (ΔΕ) γόνατος, μπορούν να οδηγήσουν στην παρούσα εικόνα του ασθενούς.

Ακόμη, ο ίδιος πραγματογνώμονας καταλήγει ότι η εξέλιξη της υγείας του, όσον αφορά την επιδείνωση των συμπτωμάτων, θεωρείται προβλεπτή, λόγω της ύπαρξης χόνδρινης βλάβης του γόνατος, η οποία δεν έχει δυνατότητα επούλωσης, πλην όμως η προβλεπόμενη επιδείνωση της βλάβης, όσον αφορά το μέγεθος και τη χρονική εξέλιξη, δεν μπορεί να προσδιοριστεί.

Περαιτέρω, ο πραγματογνώμονας αυτός διαπίστωσε ότι συνεπεία αυτής της βλάβης, που υπέστη ο ενάγων από την ως άνω επιδείνωση της υγείας του, αυξήθηκε το ποσοστό της ανικανότητάς του προς εργασία και κυρίως εργασία εκτός γραφείου, ενώ η ικανότητα για ενασχόλησή του εντός γραφείου έχει επίσης επιδεινωθεί, λόγω του ότι ο ασθενής δεν είναι σε θέση να έχει τα γόνατά του σε κάμψη για μεγάλο χρονικό διάστημα και, συνεπώς, έχει αυξηθεί το ποσοστό αναπηρίας του και σε θέση γραφείου.

Η αναμενόμενη και προβλεπόμενη εξέλιξη της υγείας του θα εμφανίζει προοδευτική επιδείνωση, η οποία μπορεί να είναι άμεση ή να εμφανιστεί στο απώτερο μέλλον, ανάλογα με τη δραστηριότητα του ατόμου και το σωματικό του βάρος. Η τελική εξέλιξη δε της κατάστασης των γονάτων του οδηγείται σε πλήρη αποδιοργάνωση των αρθρώσεων και αποκατάσταση αυτών με μεταλλικές προθέσεις (ολική αρθροπλαστική).

Ακόμη, λόγω της αύξησης του ποσοστού ανικανότητας του ενάγοντος για ενασχόλησή του με εργασίες γραφείου, κρίθηκε από την υπηρεσία του ανίκανος για εργασία σε θέση γραφείου, στην οποία υπηρετούσε μετά την επέλευση του ατυχήματος και την ανάρρωσή του από τις προκληθείσες σωματικές βλάβες. Έτσι, δυνάμει της υπ' αριθ. 244944/9/3-ια'/11.10.2010 απόφασης του Προϊσταμένου του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρωπίνου Δυναμικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΦΕΚ 986 Γ /15.10.2010) τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία από την Ελληνική Αστυνομία, λόγω σωματικής ανικανότητας για ενεργό υπηρεσία, καθώς και για υπηρεσία γραφείου.

Βέβαια, η κατά τα ως άνω επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος και η αύξηση του ποσοστού ανικανότητας προς ενάσκηση εργασίας γραφείου ήταν προβλεπτή ως φυσιολογική εξέλιξη, καθόσον οι βλάβες στους χόνδρους δεν επουλώνονται, κατά τα αναφερόμενα και από τον πιο πάνω πραγματογνώμονα. Πλην, όμως, δεν ήταν προβλεπτό το χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτή θα επερχόταν ούτε το μέγεθος της αναπηρίας που θα προκαλούσε στον ενάγοντα παθόντα.

Επομένως, η κατά τα ως άνω πρόβλεψη της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος δεν είχε την απαιτούμενη πληρότητα και σαφήνεια, ώστε να επιφέρει τα πιο πάνω έννομα αποτελέσματά της. Κατά συνέπεια τούτων, η λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του αύξηση του ποσοστού της ανικανότητάς του προς εργασία σε γραφείο δεν μπορούσε να προβλεφθεί τόσο χρονικά όσο και ποσοτικά, δηλαδή δεν μπορούσε να προβλεφθεί πότε θα επερχόταν, καθώς και αν το μέγεθός της θα ήταν τέτοιο που θα οδηγούσε σε αναγκαστική αποστράτευσή του.

Με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη ζημία του ενάγοντος από τις διαφορές των αποδοχών του, εξαιτίας της πρόωρης και αναγκαστικής, συνταξιοδότησής του, λόγω της επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του, συνεπεία του ατυχήματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί προβλέψιμη, αλλά είναι φανερό ότι αυτή ήταν απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα.

Τούτο ενισχύεται και από το ότι αυτός για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την ανάρρωσή του από το ατύχημα και μέχρι τα τέλη περίπου του έτους 2010 άσκησε καθήκοντα γραφείου. Έτσι, είναι φανερό ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 937 ΑΚ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 3557/2007, περί πενταετούς και διετούς παραγραφής της πιο πάνω απαιτήσεως του ενάγοντος και η σχετική ένσταση των εναγομένων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη".

Κρίνοντας έτσι το δικάσαν Εφετείο, δεχόμενο απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του παθόντος-ενάγοντος, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 ΑΚ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 3557/2007, περί πενταετούς και διετούς, αντίστοιχα, παραγραφής της πιο πάνω απαιτήσεως του ενάγοντος, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφόσον, κατά τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες παραδοχές του, στο σύνολό τους, αποδείχθηκε ότι η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του παθόντος-ενάγοντος και η αύξηση του ποσοστού ανικανότητας προς ενάσκηση εργασίας γραφείου ήταν μεν προβλεπτή ως φυσιολογική εξέλιξη, καθόσον οι βλάβες στους χόνδρους δεν επουλώνονται, πλην, όμως, δεν ήταν προβλεπτό το χρονικό σημείο, κατά το οποίο αυτή θα επέρχονταν, ούτε το μέγεθος της αναπηρίας που θα προκαλούσε σ' αυτόν, ούτε και αν το μέγεθός της θα ήταν τέτοιο που θα οδηγούσε σε αναγκαστική αποστράτευσή του.

Συνεπώς ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Απορριπτέος επίσης κρίνεται ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, καθόσον με αυτόν η αναιρεσείουσα αορίστως διατείνεται ότι εκ πλαγίου παραβιάστηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 922 του ΑΚ, 7 και 6 του ν. 489/1976 (οι οποίες όμως, δεν εφαρμόστηκαν στη προκειμένη περίπτωση) και τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015).

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αν και δέχθηκε ότι η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του παθόντος και η αύξηση του ποσοστού ανικανότητας προς ενάσκηση εργασίας γραφείου ήταν προβλεπτή και, συνεπώς, έπρεπε να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή η παραδεκτώς προβαλλόμενη, ενώπιων του, ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος, όπως αυτή αναφέρθηκε παραπάνω στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικά προς τα παραπάνω ότι "η ένδικη ζημία του ενάγοντος ήταν απρόβλεπτη".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τον λόγο ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση ολόκληρης της αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι η προαναφερόμενη μεταγενέστερη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος ήταν απρόβλεπτη. Πιο συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, "η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος και η αύξηση του ποσοστού ανικανότητας προς ενάσκηση εργασίας γραφείου ήταν προβλεπτή ως φυσιολογική εξέλιξη, καθόσον οι βλάβες στους χόνδρους δεν επουλώνονται ........

Πλην, όμως, δεν ήταν προβλεπτό το χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτή θα επερχόταν, ούτε το μέγεθος της αναπηρίας που θα προκαλούσε στον ενάγοντα παθόντα......... Κατά συνέπεια τούτων, η λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του αύξηση του ποσοστού της ανικανότητάς του προς εργασία σε γραφείο δεν μπορούσε να προβλεφθεί τόσο χρονικά όσο και ποσοτικά, δηλαδή δεν μπορούσε να προβλεφθεί πότε θα επερχόταν, καθώς και αν το μέγεθός της θα ήταν τέτοιο που θα οδηγούσε σε αναγκαστική αποστράτευσή του.

Με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη ζημία του ενάγοντος από τις διαφορές των αποδοχών του εξαιτίας της πρόωρης και αναγκαστικής, συνταξιοδότησής του λόγω της επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του συνεπεία του ατυχήματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί προβλέψιμη, αλλά είναι φανερό ότι αυτή ήταν απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα".

Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325, 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή.

Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 790/2015).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την καταστάσα τελεσίδικη με αριθμό 6124/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος θα είναι ολικά ανίκανος για εργασία για το επάγγελμα του επιχειρησιακά ενεργού αστυνομικού (στο βαθμό που αυτό απαιτεί ορθοστασία, παρατεταμένη ή γρήγορη βάδιση και ευλυγισία) και μερικώς ανάπηρος σε ποσοστό 33% για θέση γραφείου, αναπηρία η οποία θα επιδεινώνεται στο μέλλον και η οποία θα τον εμποδίσει από προαγωγές, υπηρετώντας σε θέση γραφείου.

Στη προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του τρίτου αυτού αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο για το ερευνώμενο ζήτημα της έκτασης του δεδικασμένου και της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, μετά από τη σχετική νομική ανάπτυξη, δέχθηκε τα ακόλουθα: ''στη κρινόμενη περίπτωση η ένδικη αξίωση του ενάγοντος δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 6124/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων θα είναι ολικά ανίκανος για το επάγγελμα του επιχειρησιακά ενεργού αστυνομικού αλλά θα είναι μερικά ικανός για θέση γραφείου.

Τούτο δε, διότι δεν υφίσταται και στις δύο περιπτώσεις η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ ταυτότητα αντικειμένου και ιστορικής και νομικής αιτίας, αφού στην πρώτη περίπτωση (υπ' αριθ. 6124/2005 απόφαση) αντικείμενο της δίκης ήταν η αυτοτελής αξίωση αποζημιώσεως του ενάγοντος κατ' άρθρο 931 ΑΚ, ενώ στην παρούσα περίπτωση αντικείμενο της ένδικης αγωγής είναι η κατ' άρθρο 929 ΑΚ συγκεκριμένη ζημία του ενάγοντος από απώλεια (διαφορές) των αποδοχών του, εξαιτίας της πρόωρης και αναγκαστικής συνταξιοδότησής του, λόγω της απρόβλεπτης επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του, συνεπεία του ατυχήματος.

Τα παραπάνω δε δεν αναιρούνται από το ότι ο ενάγων στην από 26.1.2004 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 4321/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 6124/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ανέφερε ότι γνώριζε από το έτος 2002 ότι ο τραυματισμός του θα επηρέαζε τη μελλοντική υπηρεσιακή του κατάσταση.

Τούτο δε διότι, όπως εκτέθηκε παραπάνω, αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσε να προβλέψει πότε θα επερχόταν η επιδείνωση της υγείας του, καθώς και αν το μέγεθός της θα ήταν τέτοιο, που θα οδηγούσε σε αδυναμία εκτέλεσης και αυτών των καθηκόντων γραφείου, όπως συνέβη απροβλέπτως στη συγκεκριμένη περίπτωση το έτος 2010, οπότε έλαβε χώρα η αναγκαστική αποστράτευσή του.

Επομένως, η από τις ως άνω διατάξεις ένσταση των εναγομένων περί δεδικασμένου, την οποία παραδεκτά προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν με λόγους των εφέσεών τους, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη". Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ρηθείσας αποφάσεως, η δίκη εκείνη, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς την αρχική κατάσταση της υγείας του παθόντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου, δηλαδή για τις συνέπειες του τραυματισμού του, όπως αυτές είχαν διαγνωστεί κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην από 17-12-2002 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία εξακολούθησε να έχει επιζήμιες συνέπειες για την υγεία του και, εν προκειμένω, την παραπάνω αναφερόμενη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του σε σχέση με την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν στις 21-2-2005, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να κριθεί ανίκανος για εργασία ακόμη και σε θέση γραφείου, στην οποία υπηρετούσε μετά την επέλευση του ένδικου ατυχήματος, γιατί αυτή (επιδείνωση) δεν είχε προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την εκδίκαση της ως άνω αγωγής.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση και δεν κατέθεσε προτάσεις (σχετ. 10-9-2021 πρακτικά) δεν επιδικάζονται, ελλείψει αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης, από 15-10-2018, αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος της που αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ. Κ..

Απορρίπτει την, από 15-10-2018, αίτηση αναιρέσεως (αριθμ. καταθ. γενικός 9060 και ειδικός 755/2018), κατά της 2304/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ