Legislator Case Law & Legislation
1357/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for false accusation and perjury due to lack of specific reasoning.

Case Number 1357/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for false accusation and perjury. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning regarding the falsity of his statements and the existence of direct intent. The court rejected these claims, finding the lower court's decision sufficiently motivated by the evidence of the appellant's personal knowledge of the falsehoods and the specific circumstances of his testimony.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure and Article 229(1) of the Penal Code; The appeal based on lack of specific and detailed reasoning is inadmissible when the lower court has adequately established the falsity of the accused's statements and the direct intent through the presentation of concrete facts and the accused's personal knowledge.

Keywords

AI generated
false accusation perjury lack of reasoning direct intent criminal appeal specific motivation appellant's knowledge

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 229(1) of the Penal Code
Article 578(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1357 / 2020 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Γεώργιο Κόκκορη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ι. Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ι. Τ. του Η., κατοίκου ... (οδός ...), ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αναστασίας Αποστολοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5009/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους α) Α. Σ. του Γ., β) Ι. Χ. του Α. και γ) Α. Κ. του Ε., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.3.2020 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 416/2020.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση, καθώς και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.

Η υπό κρίση από 11.3.2020 αίτηση του Ι. Τ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5009/2019 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για τις αξιόποινες πράξεις α) της ψευδούς καταμηνύσεως και β) της ψευδορκίας μάρτυρα και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών για την πρώτη πράξη και ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών για τη δεύτερη πράξη, συνολική ποινή δε φυλακίσεως είκοσι ενός (21) μηνών, ανασταλείσα για τρία (3) έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε ως λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.

ΙΙ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ισχύσαντος κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης (29.7.2014) ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι` αυτήν. Η διάταξη αυτή, εφαρμόζεται εν προκειμένω ως ευμενέστερη από την αντίστοιχη του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ, καθότι το μεν θέτει πρόσθετο όρο για την τιμωρία του δράστη, ήτοι τον σκοπό πρόκλησης της καταδίωξης, το δε προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, έναντι της προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματικής με την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος Π.Κ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το δε περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ήτοι ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 224 του (νυν ισχύοντος από 1.7.2019) Π.Κ. εφαρμοσθείσες εν προκειμένω ως ευμενέστερες από την αντίστοιχη του ισχύοντος μέχρι τις 30.6.2019 ΠΚ, "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή" [αφού κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του (προϊσχύσαντος) Π.Κ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται, όποιος, ενώ εξετάζεται, ενόρκως, ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια].

Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα (ψευδορκίας μάρτυρα) απαιτείται: α) κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον δικαστηρίου ή αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει.

Η κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις), θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό όχι μόνον, όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και ως προς εκείνα, που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων και, ως εκ τούτου, γνώριζε.

Προϋπόθεση για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι συμβάντα ή καταστάσεις, συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη υπόθεση.

Το ότι για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής (της κατάθεσης, δηλαδή, γεγονότος σχέση έχοντος προς τη δικαζόμενη υπόθεση και δυναμένου να χρησιμεύσει προς απόδειξη στα πλαίσια αυτής), συνάγεται και από το ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 του Π.Κ.

κατατάσσεται στο ενδέκατο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, που αναφέρεται στα εγκλήματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, η οποία, αναγκασμένη να προσφεύγει, μεταξύ άλλων, και στο εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, κινδυνεύει, όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αλήθεια, να παραπλανηθεί, με συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθή απονομή της, ενώ, όταν τα κατατεθέντα γεγονότα είναι εντελώς άσχετα με τη δικαζόμενη υπόθεση, για την οποία δόθηκε η περιέχουσα εκείνα ένορκη κατάθεση και αλυσιτελή προς απόδειξη στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής, δεν θεμελιώνεται αντικειμενικά το εν λόγω έγκλημα.

Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει, επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιων της οποίας είναι δυνατό, κατά διάταξη νόμου, να γίνει κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στην συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς (ΑΠ 290/2018).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η ύπαρξη του δόλου (άρθρο 27 ΠΚ) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδούς κατάθεσης (ψευδορκίας μάρτυρα), στα οποία ο δόλος χρήζει ειδικής αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές των καταμηνυθέντων ή κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 5009/2019 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, των ανωμοτί καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων των οποίων έγινε ανάγνωση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Στις 22 Ιουλίου 2014 ο κατηγορούμενος υπέβαλε τη με αριθμό πρωτοκόλλου 046665/22.7.2014 χειρόγραφη ένσταση προς την Επιτροπή Διαγωνισμών της Διεύθυνσης Υπηρεσιών του Δήμου ..., με την οποία καταλόγισε στην ανωτέρω Επιτροπή ότι τα μέλη της δεν ήταν στην αίθουσα του Διαγωνισμού που αφορούσε στο έργο "Διαμόρφωση των οδών ...

στον Δήμο ..." στις 09:58 π.μ., με αποτέλεσμα, κατ' αυτόν, να μην μπορέσει να δώσει προσφορά για το έργο αυτό νωρίτερα ως εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π... Ε.Ε.". Συνεχίζοντας ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η Επιτροπή δεν έκανε δεκτή την προσφορά του στις 10:00, διότι είχε παρέλθει ο χρόνος, ενώ κατ' αυτόν η αλήθεια ήταν ότι η Επιτροπή δεν είχε ανακοινώσει τη λήξη του διαγωνισμού.

Αυθημερόν, δηλαδή στις 22.7.2014, η Επιτροπή του Δημόσιου Μειοδοτικού Διαγωνισμού του Δήμου ... για την ανάληψη του παραπάνω έργου βεβαίωσε τα ακόλουθα: "Μέχρι την προκαθορισμένη ώρα λήξης του διαγωνισμού (10:00' π.μ. συν τρία λεπτά), οπότε και έληξε ο διαγωνισμός, δεν υποβλήθηκε κανένας φάκελος με δικαιολογητικά και οικονομική προσφορά από τους ενδιαφερόμενους, οπότε και δηλώθηκε ότι δεν γίνονται δεκτές πλέον προσφορές και έληξε η διαδικασία.

Στις 10:04' π.μ. παρουσιάστηκε εκπρόσωπος της εταιρείας προκειμένου να καταθέσει προσφορά, η οποία δεν έγινε δεκτή, καθότι είχε λήξει η διαδικασία. Ενημερώθηκε ο εκπρόσωπος της εταιρείας ότι ο χρόνος είχε λήξει και τελικά δεν κατέθεσε προσφορά ενώπιον της Επιτροπής. Στη συνέχεια επικοινωνήσαμε με το πρωτόκολλο του Δήμου, το οποίο μας ενημέρωσε ότι στις 10:12' π.μ.

κατατέθηκε εκπρόθεσμα φάκελος προσφοράς από την εταιρεία Π... Ε.Ε., την οποία και μας διαβίβασε. Η εν λόγω προσφορά κρίθηκε απαράδεκτη, δεν ανοίγεται, λόγω του εκπροθέσμου και θα επιστραφεί με σχετικό διαβιβαστικό κλειστή στην εταιρεία Π... Τ... Ε.Ε. μετά το πέρας τη διαδικασίας των ενστάσεων επί του πρακτικού.".

Την επομένη, στις 23.7.2014, ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητα υπέβαλε στην Οικονομική Επιτροπή του Δήμου ... έντυπη ένσταση κατά του ανωτέρω, από 22.7.2014, πρακτικού της Επιτροπής του Δημόσιου Μειοδοτικού Διαγωνισμού του Δήμου ..., με την οποία ζήτησε να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρακτικό και να γίνει δεκτή η προσφορά της εταιρείας που εκπροσωπούσε, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, τα εξής "προσήλθαμε δια του νόμιμου εκπροσώπου μας και διαχειριστή μας κ.

Ι. Τ., σύμφωνα με όσα ορίζει ο νόμος 3669/2008 αλλά και το άρθρο 18 της οικείας Διακήρυξης, στο Δημαρχιακό Κατάστημα του Δήμου ..., την Τρίτη 1.7.2014 και ώρα 09:55', με σκοπό να υποβάλουμε την προσφορά μας στην Επιτροπή του Διαγωνισμού. Εντούτοις τα μέλη της Επιτροπής Διαγωνισμού δεν βρίσκονταν στη θέση τους εκείνη την ώρα (09:55' π.μ.

της 1.7.2014), ως όφειλαν, σύμφωνα με το άρθρο 3.3 της Διακήρυξης, αλλά και το άρθρο 22 του ν.3669/2008, για να παραλάβει του φακέλους της προσφοράς μας δια του παριστάμενου εκπροσώπου μας, με αποτέλεσμα ο εκπρόσωπος μας κος Τ. να υποχρεωθεί να υποβάλει στο πρωτόκολλο του Δήμου τελικώς τον φάκελο της προσφοράς μας καθυστερημένα (και αφού ανέμενε, όπως προαναφέραμε από τις 09:55' π.μ.

μέχρι τις 10:00' π.μ. στον χώρο της δημοπρασίας) την 10:12' π.μ. Συνέπεια αυτής της παράνομης και σίγουρα αξιόποινης παράλειψης των μελών της Επιτροπής του Διαγωνισμού του Δήμου ... ήταν να ακυρωθεί η συμμετοχή μας ως εκπρόθεσμη με το προσβαλλόμεvο από 22.7.2014 πρακτικό της Επιτροπής ... Επειδή είναι προφανές ότι τα μέλη της Επιτροπής Διαγωνισμού του Δήμου ...

για τη δημοπράτηση του έργου δεν άσκησαν ως έδει τα καθήκοντα τους, αλλά παραβίασαν ευθέως τη διάταξη του άρθρου 2 του v.3669/2008, πιθανότατα για να ευνοήσουν άλλον συνυποψήφιο εργολήπτη και σίγουρα εις πρόδηλο βλάβη μας ...". Επί της ανωτέρω ένστασης εκδόθηκε η με αριθμό 273/25.9.2014 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ..., με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη.

Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε την 7.10.2014 ειδική διοικητική προσφυγή - αίτηση αναστολής ενώπιον του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με περιεχόμενο όμοιο με αυτό της έντυπης ένστασης. Επί της ανωτέρω διοικητικής προσφυγής και αίτησης αναστολής εκδόθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου 71.606/48390/8.12.2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, με την οποία το ανωτέρω ένδικο βοήθημα απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι οι ισχυρισμοί του αιτούντος - νυν κατηγορουμένου - εστιάζονταν σε γεγονότα που η Υπηρεσία δεν μπορούσε να έχει ιδία αντίληψη και δεν υπόκεινταν στον ακυρωτικό έλεγχο/έλεγχο νομιμότητας της ειδικής διοικητικής διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν.3852/2010.

Με βάση τις προαναφερθείσες ενστάσεις του κατηγορουμένου διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων του Δήμου ..., προκειμένου να διερευνηθεί η τέλεση ή όχι πειθαρχικού παραπτώματος από τα μέλη της επιτροπής του Δημόσιου Μειοδοτικού Διαγωνισμού του Δήμου ..., για την ανάληψη του έργου "Διαμόρφωση των οδών ...

στον Δήμο ... Α. Σ., Ι. Χ. και Α. Κ.. Η ανωτέρω Υπηρεσία με το από 22.12.2015 έγγραφο της, που φέρει την υπογραφή της Προϊσταμένης αυτής Μ. Σ., αποφάνθηκε ότι ο πειθαρχικός έλεγχος περατώθηκε, διότι δεν κρίθηκαν βάσιμα όσα ανέφερε ο νυν κατηγορούμενος Ι. Τ.. Συγκεκριμένα με βάση τις καταθέσεις τριών υπαλλήλων του Δήμου ...

από διάφορες Διευθύνσεις, οι οποίοι εισήλθαν στην αίθουσα του διαγωνισμού για υπηρεσιακά θέματα στις 22 Ιουλίου 2014 και τις καταθέσεις εργοληπτών δημοσίων έργων - υποψηφίων ενδιαφερομένων για τον διαγωνισμό, οι οποίοι είχαν προσέλθει για τη διαγωνιστική διαδικασία στις 22.7.2014, κρίθηκε ότι οι υπάλληλοι Α.

Σ., Ι. Χ. και Α. Κ., δεν υπέπεσαν σε πειθαρχικό παράπτωμα. Ειδικότερα όλοι οι μάρτυρες, πλην του καταγγείλαντος, κατέθεσαν ότι τα µέλη της ανωτέρω Επιτροπής ήταν παρόντα κατά τη διενέργεια του διαγωνισμού μέχρι και τη λήξη του χρόνου παράτασης αυτού, στις 10:03' της 22ας Ιουλίου 2014. Αντίθετα ο Ι. Τ. υπέπεσε σε αντιφάσεις όσον αφορά τα έχοντα έννομη σημασία γεγονότα στις δύο ενστάσεις (τη χειρόγραφη και της έντυπη), την ειδική διοικητική προσφυγή - αίτηση αναστολής και την κατάθεση που έδωσε στα πλαίσια της υπηρεσιακής προκαταρκτικής εξέτασης του Δήμου ....

Στη χειρόγραφη ένσταση ισχυρίστηκε ότι στις 9:58' η Επιτροπή δεν ήταν στην αίθουσα του διαγωνισμού, ότι στις 10:00' ο ίδιος βρέθηκε στην Επιτροπή για να καταθέσει την προσφορά, αλλά η Επιτροπή δεν τη δέχθηκε, διότι, όπως είπε, είχε παρέλθει ο χρόνος, ενώ κατ' αυτόν η Επιτροπή δεν είχε ανακοινώσει το πέρας του διαγωνισμού.

Στη έντυπη ένσταση, την οποία απηύθυνε στην Οικονομική Επιτροπή και στην ειδική διοικητική προσφυγή - αίτηση αναστολής, την οποία απηύθυνε στον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής ισχυρίστηκε διαφορετικά γεγονότα και συγκεκριμένα ότι στις 9:55' μετέβη στο δημαρχιακό Κατάστημα του Δήμου ...

για να υποβάλει την προσφορά στην Επιτροπή Διαγωνισμού, η οποία όμως εκείνη την ώρα δεν βρισκόταν στη θέση της, µε αποτέλεσμα αυτός, αφού ανέμεινε στον χώρο της δημοπρασίας από τις 09:55' μέχρι τις 10:10', υπέβαλε την προσφορά του στις 10:12' στο πρωτόκολλο. Τέλος στην κατάθεση που έδωσε στα πλαίσια της υπηρεσιακής προκαταρκτικής εξέτασης του Δήμου ...

διαφοροποίησε εκ νέου τους ισχυρισμούς του. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι στις 09:40 βρέθηκε έξω από την αίθουσα του Διαγωνισμού, στην οποία δεν υπήρχε η Επιτροπή, περίμενε μέχρι τις 09:55' στον χώρο αυτό και, αφού δεν εμφανίστηκε η Επιτροπή, κατέβηκε στο πρωτόκολλο για να ρωτήσει και να καταθέσει την προσφορά του.

Μετά από επικοινωνία του πρωτοκόλλου µε τα µέλη της Επιτροπής ενημερώθηκε ότι ο διαγωνισμός είχε ξεκινήσει και ο ίδιος επέστρεψε στις 10:01' µε 10:02' στην αίθουσα του διαγωνισμού, όπου λογομάχησε µε ορισμένους από τους παρευρισκόμενους εργολάβους και στις 10:03, όταν η Επιτροπή κήρυξε το πέρας του διαγωνισμού, συνέχισε να βρίσκεται στον χώρο του διαγωνισμού, χωρίς όμως η Επιτροπή να δεχθεί να παραλάβει την προσφορά του, την οποία για τον λόγο αυτό υπέβαλε στο πρωτόκολλο του Δήμου.

Στο μεταξύ, στις 29 Ιουλίου 2014, ο κατηγορούμενος µε την ιδιότητα του διαχειριστή και νόμιμου εκπροσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας µε την επωνυμία "Π... Τ... Ε... Ε.Ε." υπέβαλε έγκληση - μήνυση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών κατά των : α) Α. Σ., β) Ι. Χ. και γ) Α. Κ., µελών της Επιτροπής του Δημόσιου Μειοδοτικού Διαγωνισμού του Δήμου ..., για την ανάληψη του έργου "Διαμόρφωση των οδών ...

στον Δήμο ..." µε το ακόλουθο περιεχόμενο κατά τα έχοντα έννομη σημασία πραγματικά γεγονότα "... προσήλθαμε δια του νόμιμου εκπροσώπου µας και διαχειριστή µας κ. Ι. Τ., σύμφωνα µε όσα ορίζει ο νόμος 3669/2008 αλλά και το άρθρο 18 της οικείας Διακήρυξης, στο Δημαρχιακό Κατάστημα του Δήμου ..., την Τρίτη 1.7.2014 και ώρα 09:55', µε σκοπό να υποβάλουμε την προσφορά µας στην Επιτροπή του Διαγωνισμού.

Εντούτοις τα µέλη της Επιτροπής Διαγωνισμού δεν βρίσκονταν στη θέση της εκείνη την ώρα (09:55' π.µ. της 1.7.2014), ως όφειλε, σύμφωνα µε το άρθρο 3.3 της Διακήρυξης, αλλά και το άρθρο 22 του v.3669/2008, για να παραλάβει τους φακέλους της προσφοράς µας δια του παριστάμενου εκπροσώπου µας, µε αποτέλεσμα ο εκπρόσωπος µας κος Τ.

να υποχρεωθεί να υποβάλει στο πρωτόκολλο του Δήμου τελικώς τον φάκελο της προσφοράς µας καθυστερημένα (και αφού ανέμενε, όπως προαναφέραμε από τις 09:55' π.µ. µέχρι τις 10:00' π.µ. στον χώρο της δημοπρασίας) την 10:12' π.µ. Συνεπεία αυτής της παράνομης και σίγουρα αξιόποινης παράλειψης των µελών της Επιτροπής του Διαγωνισμού του Δήμου ...

ήταν να ακυρωθεί η συμμετοχή µας ως εκπρόθεσμη, γεγονός που η οικεία Επιτροπή βεβαίωσε στο από 22.7.2014 ως εξής ..... Ως είναι αυτονόητο, υποβάλαμε ενώπιον της Επιτροπής την από 22.7.2014 ένσταση µας, αλλά και την από 23.7.2014 προσφυγή - ένσταση µας, µε την οποία ζητάμε να ακυρωθεί το πρακτικό της Επιτροπής (καθ' ο μέρος μάς αφορά) και να ληφθεί υπόψη η προσφορά µας ...

Επειδή είναι προφανές ότι τα µέλη της Επιτροπής Διαγωνισμού του Δήμου ... για τη δημοπράτηση του έργου δεν άσκησαν ως έδει τα καθήκοντα τους, αλλά παραβίασαν ευθέως τη διάταξη του άρθρου 2 του v.3669/2008, πιθανότατα για να ευνοήσουν άλλον συνυποψήφιο εργολήπτη και σίγουρα εις πρόδηλο βλάβη µας ....... ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ....

ΕΓΚΑΛΟΥΜΕ τα μέλη της Επιτροπής του Δημόσιου Μειοδοτικού Διαγωνισμού του Δήμου ..., για την ανάληψη του έργου "Διαμόρφωση των οδών ... στον Δήμο ..., προϋπολογισμού 295.000 ευρώ και συγκεκριμένα τους/τις κ.κ. α) Α. Σ. ως Πρόεδρο, β) Ι. Χ. ως Μέλος και γ) Α. Κ., ως Μέλος .... ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΜΑΣ ΔΙΑΠΡΑΞΗ ΤΟΥ αδικήματος της ψευδούς βεβαίωσης και παράβασης καθήκοντος...".

Τα όσα ανωτέρω ισχυρίστηκε ο Ι. Τ. με τη μήνυση ταυτίζονται με αυτά που ανέφερε στην έντυπη ένσταση του και στην ειδική διοικητική προσφυγή - αίτηση αναστολής, όχι όμως με όσα ανέφερε στην ανωτέρω χειρόγραφη επιστολή του και με όσα κατέθεσε στα πλαίσια της υπηρεσιακής προκαταρκτικής εξέτασης του Δήμου ....

Ο κατηγορούμενος αυθημερόν με την υποβολή της ανωτέρω μήνυσης, δηλαδή στις 29.7.2014, επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της. Με βάση την ανωτέρω μήνυση ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των Α. Σ., Ι. Κ. και Α. Κ. για παράβαση καθήκοντος από κοινού και για ψευδή βεβαίωση από κοινού, πράξεις για τις οποίες οι ανωτέρω κρίθηκαν αθώοι ήδη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 10.255/2017 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Στο δικαστήριο αυτό ο κατηγορούμενος δήλωσε ως μάρτυρας κατηγορίας, μεταξύ άλλων, ότι έσφαλε εξαιτίας παραπληροφόρησης και θεώρησε ότι οι κατηγορούμενοι εξετέλεσαν καλώς τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα. Τα ίδια κατέθεσε ο κατηγορούμενος και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση.

Συγκεκριμένα δήλωσε, μεταξύ άλλων, "... Ήμουν βέβαιος ότι αφενός μεν έσφαλα εξαιτίας παραπληροφορήσεως, ταυτοχρόνως δε δήλωσα ότι οι κατηγορούμενοι εξετέλεσαν καλώς τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα". Όμως ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ανέφερε σε όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα που υπέβαλε, είχε ιδία, δηλαδή άμεση και όχι έμμεση αντίληψη των γεγονότων.

Επομένως περίπτωση παραπληροφόρησής του δεν είναι δυνατόν να συνέτρεξε. Ως μαρτυρική κατάθεση, ενισχυτική του περιεχομένου της ανωτέρω μήνυσης ο κατηγορούμενος συνυπέβαλε τη με αριθμό 2726/2014 ένορκη βεβαίωση του Β. Σ., η οποία δόθηκε στον Ειρηνοδίκη .... Σύμφωνα με τον τελευταίο η επιτροπή δεν βρισκόταν στη θέση της από την 09:45' έως και την 10:00', ο κατηγορούμενος μάταια προσπαθούσε να βρει κάποιο από τα μέλη της και η επιτροπή εμφανίστηκε στις 10:03' και απέρριψε την προσφορά του ως εκπρόθεσμη.

Ο ανωτέρω Β. Σ. κρίθηκε ένοχος ψευδορκίας μάρτυρα για την κατάθεση του αυτή με τη με αριθμό 2196/2018 απόφαση του ΣΤ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στο ακροατήριο του οποίου δεν παραστάθηκε ούτε αυτοπροσώπως, ούτε εκπροσωπούμενος από δικηγόρο. Από όλα τα ανωτέρω είναι σαφές ότι όσα ο κατηγορούμενος καταλόγισε σε βάρος των Α.

Σ., Ι. Χ. και Α. Κ., μελών της Επιτροπής του Δημόσιου Μειοδοτικού Διαγωνισμού του Δήμου ..., με την από 29 Ιουλίου 2014 μήνυση που υπέβαλε ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "Π... Τ... Ε... Ε.Ε." στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, τα οποία επιβεβαίωσε αυθημερόν ενόρκως, είναι ψευδή. Επιπλέον ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, πράξεις που έλαβαν Χώρα στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2014".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα και του επέβαλε για την πρώτη πράξη ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, για την δεύτερη πράξη ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, συνολική δε ποινή φυλακίσεως είκοσι ένα (21) μηνών, ανασταλείσα επί μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο έ ν ο χ ο του ότι :

Στην Αθήνα και στους παρακάτω χρόνους τέλεσε µε περισσότερες πράξεις περισσότερα του ενός εγκλήματα και δη: εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη µε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτήν και πιο συγκεκριμένα µε την από 29.7.2014 έγκληση του µε την ιδιότητα του διαχειριστή και ομόρρυθμου εταίρου της εταιρείας µε την επωνυμία "Β...

Π... Τ... Ε... Ε.Ε.", την οποία εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κατεμήνυσε τους εγκαλούντες Α. Σ. του Γ.-Β., Ι. Χ. του Α. και Α. Κ. του Ε. ότι με την ιδιότητά τους ως µέλη της επιτροπής του δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού του Δήμου ... για την ανάληψη του έργου (Διαμόρφωση των οδών ... στο Δήμο ...), βεβαίωσαν ψευδώς ότι η ως άνω εταιρεία κατέθεσε καθυστερημένα το φάκελο προσφοράς της µε αποτέλεσμα να ακυρώσει τη συμμετοχή αυτής παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα µε τον κατηγορούμενο, την 1.7.2014 και ώρα 9:55' π.µ., προσήλθε ο εκπρόσωπος της, ο κατηγορούμενος, στο Δημαρχιακό κατάστημα του Δήμου ...

µε σκοπό να υποβάλλει την προσφορά του στην επιτροπή του διαγωνισμού πλην όμως τα µέλη της επιτροπής δε βρίσκονταν στη θέση τους ως όφειλαν για να παραλάβουν τους φακέλους µε αποτέλεσμα να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να υποβάλλει καθυστερημένα την προσφορά στο πρωτόκολλο του Δήμου στις 10:12' π.µ., ενώ ανέμενε πριν από τις 9:55' π.µ.

έως 10:10' π.µ. στο χώρο της δημοπρασίας, µε αποτέλεσμα να ακυρωθεί η συμμετοχή του ως εκπρόθεσμη, ενώ το αληθές είναι ότι ο μειοδοτικός διαγωνισμός έλαβε χώρα την 22.7.2014 και όχι την 1.7.2014, δεν προσήλθε ο κατηγορούμενος στο χώρο που συνεδρίαζε η επιτροπή στις 9:55', καθώς τα µέλη αυτής βρίσκονταν στην αίθουσα από τις 9:30' για την παραλαβή των προσφορών, η δε παρουσία του δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν ούτε από τα µέλη της επιτροπής ούτε από τους διαγωνιζόμενους, καθώς το πρώτο εμφανίστηκε στις 10:04' π.µ., μετά δηλαδή την κήρυξη του πέρατος της συνεδρίασης της επιτροπής που έγινε στις 10:00' π.µ., µε αποτέλεσμα πολλοί εκ των υποψηφίων να διαμαρτυρηθούν αναφέροντας ότι δεν είχε δικαίωμα να καταθέσει την προσφορά του μετά το κήρυξη της λήξης του διαγωνισμού.

Γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι τα ως άνω που κατήγγειλε ο ίδιος ήταν ψευδή, προέβη δε στην πράξη του αυτή για να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων, πράγμα που πέτυχε, καθώς ασκήθηκε δίωξη κατ' αυτών για παράβαση καθήκοντος από κοινού και ψευδή βεβαίωση από κοινού, πλην όμως αθωώθηκαν από το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών µε την υπ' αριθ. 10255/2017 απόφασή του.

Β) Ο κατηγορούμενος την 29.7.2014 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα και πιο συγκεκριμένα εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον ταυ Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της ως άνω μηνύσεως του αν και γνώριζε ότι τα ως άνω ήταν ψευδή, ήθελε δε και επεδίωκε να τελέσει την πράξη αυτή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται με όσα περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδούς καταθέσεως (ψευδορκίας μάρτυρα), για τα οποία καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων αυτών, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 27, 224 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ και 27, 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως συμπληρούμενο από το διατακτικό προκύπτει ότι: η καταδίκη του αναιρεσείοντος για τις ως άνω πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδούς καταθέσεως (ψευδορκίας μάρτυρα) στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της, μάλιστα και κατ' είδος, στα ληφθέντα υπόψη και συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά στοιχεία.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω αξιόποινων πράξεων. Συγκεκριμένα, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των άνω εγκλημάτων και παρατίθενται εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατά τα άνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, δηλαδή για την πρώτη πράξη προσδιορίζεται με ακρίβεια κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, το περιεχόμενο των ψευδών καταγγελιών που εγγράφως απηύθυνε ο αναιρεσείων προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων, διευκρινίζονται επακριβώς τα αληθή περιστατικά, τα οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος εξ ιδίας αντιλήψεως και θεμελιώνεται επαρκώς η υποκειμενική δόλια προαίρεση αυτού να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων, για δε τη δεύτερη πράξη προσδιορίζεται ο τόπος, χρόνος και η αρμόδια να ενεργεί την εξέταση αρχή, ενώπιον της οποίας ο κατηγορούμενος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας, βεβαίωσε το ψευδές περιεχόμενο της ανωτέρω έγκλησής του, γνωρίζοντας ότι είναι ψευδές.

Πλέον συγκεκριμένα, καθόσον αφορά στην πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, εκτίθενται: α) ο τρόπος, με τον οποίο τελέστηκε αυτή, με την υποβολή δηλαδή της από 29.7.2014 έγκλησης του αναιρεσείοντος Ι. Τ. σε βάρος των εγκαλούντων - πολιτικώς εναγόντων και νυν υποστηριζόντων την κατηγορία, Α. Σ., Ι. Χ. και Α. Κ., β) τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή (έγκληση) και τα οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ήσαν ψευδή, ήτοι ότι οι εγκαλούντες - υποστηρίζοντες την κατηγορία με την ιδιότητά τους ως µέλη της επιτροπής του δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού του Δήμου ...

για την ανάληψη του έργου (Διαμόρφωση των οδών ... στο Δήμο ...), τέλεσαν τα αδικήματα από κοινού της παράβασης καθήκοντος και της ψευδούς βεβαιώσεως, βεβαιώνοντας ψευδώς ότι η ως άνω εταιρεία κατέθεσε καθυστερημένα το φάκελο προσφοράς της, µε αποτέλεσμα να ακυρώσει τη συμμετοχή αυτής ως εκπρόθεσμης, σκοπό τον οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων πέτυχε, καθώς ασκήθηκε δίωξη κατ' αυτών για παράβαση καθήκοντος από κοινού και ψευδή βεβαίωση από κοινού, πλην όμως αθωώθηκαν από το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών µε την υπ' αριθ. 10255/2017 απόφασή του και γ) η εκ μέρους του αναιρεσείοντος γνώση της αναλήθειας των περιεχομένων στην ως άνω έγκληση περιστατικών και αιτιολογείται πλήρως η γνώση του για την αναλήθεια των περιστατικών αυτών, αφού από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, προκύπτει ότι αυτός είχε άμεση και προσωπική αντίληψη, ότι τα όσα ανέφερε στην έγκληση του ήσαν ψευδή, καθώς και η πρόθεσή του να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων για τις ως άνω πράξεις.

Ειδικά δε η γνώση αυτή της πραγματικής καταστάσεως και εντεύθεν της αναληθείας των γεγονότων, προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης ότι: γα) ο κατηγορούμενος τυγχάνει ο εκπρόσωπος της εταιρείας "Π... Ε.Ε.", ο οποίος στις 22.7.2014, κατά τις βεβαιώσεις της επιτροπής στις 10:04' και κατά την άποψη της εταιρείας στις 09:55', παρουσιάστηκε προκειμένου να καταθέσει την προσφορά, η οποία δεν έγινε δεκτή, ο ίδιος δε υπέβαλε το φάκελο της προσφοράς στο πρωτόκολλο του Δήμου και γβ) ο ίδιος κατηγορούμενος στις 23.7.2014 με την προαναφερθείσα ιδιότητα υπέβαλε στην Οικονομική Επιτροπή του Δήμου ...

έντυπη ένσταση κατά του από 22.7.2014 πρακτικού της Επιτροπής του Δημόσιου Μειοδοτικού Διαγωνισμού του Δήμου ..., με την οποία ζήτησε να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρακτικό και να γίνει δεκτή η προσφορά της εταιρείας που εκπροσωπούσε και ως εκ τούτου γνώριζε εκ προσωπικής αντιλήψεως πως οι εγκαλούντες εξετέλεσαν τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα.

Αλλά και για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος ως προς την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταθέσεως (ψευδορκίας μάρτυρα) αναφέρεται η αρχή ενώπιον της οποίας κατέθεσε στις 29.7.2014 ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, ήτοι ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά την κατάθεση της εγκλήσεώς του σε βάρος των εγκαλούντων, εξεταζόμενος ως μηνυτής - εγκαλών και προσδιορίζονται τα ψευδή γεγονότα που αναφέρονται στην ως άνω έγκλησή του, ενώ παράλληλα παρατίθενται τα αληθή.

Με την προσήκουσα δε αιτιολογική επάρκεια θεμελιώνεται και η κατάφαση της υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος της ψευδούς καταθέσεως (ψευδορκίας) και συγκεκριμένα αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων κατέθεσε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, θεμελιούμενη (η γνώση του), σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε άμεση ιδία αντίληψη αυτού και με την παράθεση πραγματικών περιστατικών σχετικών με την γνώση, ως προαναφέρθηκαν αυτά ανωτέρω.

Τέλος, απορριπτέα προεχόντως ελλείψει ευνόμου συμφέροντος τυγχάνει και η προβαλλόμενη αιτίαση ότι "στο μεν σκεπτικό φέρονται ως ψευδή όλα τα διαλαμβανόμενα στην επίμαχη μήνυση ενώ στο διατακτικό ως ψευδή γεγονότα αναφέρονται μόνο η ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού, η ώρα προσέλευσης του κατηγορουμένου στο χώρο συνεδρίασης της επιτροπής και η μη παρουσία των μελών της στη θέση τους".

Τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου αβάσιμοι είναι και οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο (578 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Σημειώνεται ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία, Α. Σ. του Γ., Ι. Χ. του Α και Α. Κ. του Ε. δεν παραστάθηκαν στην αναιρετική δίκη, καίτοι είχαν κληθεί νόμιμα προς τούτο στην παρούσα δικάσιμο της 4ης .11.2020, όπως προκύπτει από τα από 9..9.2020, 9.9.2020, 14.9.2020, 8.9.2020 και 14.9.2020 αποδεικτικά επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, Λάμπρου Χούμου, που υπάρχουν στον φάκελο της Δικογραφίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.3.2020 και με αριθμό Ε.Μ.16/2020 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Τ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 5009/2019 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 02 Δεκεμβρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 09 Δεκεμβρίου 2020. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ