Legislator Case Law & Legislation
1357/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bankruptcy ruling, citing proper service and valid insolvency findings.

Case Number 1357/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's bankruptcy ruling against a technical company. The court found that the defendant was properly served and legally absent, necessitating a default judgment despite her non-appearance. Furthermore, the appellate court's findings regarding the company's insolvency and the validity of the bankruptcy petition were deemed legally sound and free from error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 §2, 568 §1, 498 §1 of the Code of Civil Procedure; Article 559 §1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must examine sua sponte whether the absent defendant was properly summoned and must proceed to the hearing despite their absence if service was legal; the court rejects appeals where the lower court's findings on insolvency and the absence of abuse of process are supported by sufficient evidence and legal reasoning.

Keywords

AI generated
bankruptcy appeal default judgment proper service insolvency findings abuse of process Supreme Court review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 568 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 498 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 §19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of the Bankruptcy Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1357 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1357/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Εισηγήτρια και Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (... Α.Τ.Ε.ΞΕ.Β.Ε.), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Δημήτριο Μάρκου και 2) Κωνσταντίνο Παπασπύρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον .... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Μ. Σ. του Β., δικηγόρου, κατοίκου ..., ως συνδίκου πτώχευσης της αναιρεσείουσας εταιρίας "...". Η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με το νόμιμο εκπρόσωπό της Ν. Α., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους τους: Χρήστο Στέφα και Κωνσταντίνο Τασιόπουλο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη προς: τον κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2017 αίτηση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3190/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2018 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα ...4Γ/16-1-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Α. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και προσηκόντως, στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού η τελευταία δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση, παρά την απουσία της.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα προς τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης που δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου (Ολ.ΑΠ5/2003), ιδρύεται και στην περίπτωση που η υπόθεση εκδικάσθηκε από διαφορετικό τμήμα δικαστηρίου από το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 51 παρ.1 και 2 του νόμου 2172/1993 (σχ.ΑΠ1285/2006,51/2004).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 559 αριθ.5, 560 παρ.3 και 562 παρ.2περ.γ του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, αφορά τη δημόσια τάξη και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, προτείνεται δε σε κάθε στάση της δίκης και στον Άρειο Πάγο για πρώτη φορά, εφ' όσον στην τελευταία αυτή περίπτωση τα πραγματικά αυτά περιστατικά που την συγκροτούν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση ή έχουν τεθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας(ΑΠ51/2004).

Με βάση εξάλλου το άρθρο 51 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2172/1993 συστάθηκε στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ειδικό Τμήμα (ναυτικών διαφορών), η δικαιοδοσία του οποίου εκτείνεται σε ολόκληρο το Νομό Αττικής, στο οποίο, μεταξύ άλλων, εκδικάζονται υποθέσεις υπαγόμενες στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον αφορούν τη ρύθμιση δικαιωμάτων ή καταστάσεων που σχετίζονται άμεσα με πράξεις αναφερόμενες στην παρ.3.Στη δε παρ.3Α του ανωτέρω νόμου ως ναυτικές διαφορές ορίζονται οι ιδιωτικές διαφορές που πηγάζουν από πράξεις του θαλασσίου εμπορίου, τη χρησιμοποίηση, λειτουργία ή ναυσιπλοία πλοίου, ενώ στην παρ.3Β ενδεικτικά ως ναυτικές διαφορές περιλαμβάνονται εκείνες που έχουν αιτία συμβάσεις σχετικές με την οικονομική χρησιμοποίηση ή λειτουργία πλοίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 14-2-2017 αίτησης της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επικαλούμενη η τελευταία, ότι είναι πιστώτρια της καθής και ήδη αναιρεσείουσας εμπορικής εταιρίας, που εδρεύει στο ..., από απαίτηση ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, η οποία προέρχεται από οφειλόμενους ναύλους προερχόμενους από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση ναύλωσης πλωτών μέσων, ζήτησε να κηρυχθεί η τελευταία που βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της, σε κατάσταση πτώχευσης.

Με δεδομένο ότι, αφενός μεν, με την ένδικη αίτηση εισαγόταν προς κρίση υπόθεση εκδικαζόμενη κατά την εκούσια δικαιοδοσία, η οποία αφορούσε στη ρύθμιση της νομικής κατάστασης που δημιουργείται με την κήρυξη της αναιρεσείουσας σε πτώχευση, αφετέρου, δε η εν λόγω κατάσταση σχετιζόταν άμεσα με την διερεύνηση της, αποτελούσας ναυτική διαφορά, απαίτησης της αναιρεσίβλητης πιστώτριας, το ναυτικό τμήμα του Εφετείου Πειραιώς που εκδίκασε την από 4-8-2017 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της 3190/2017 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτή την ανωτέρω αίτηση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν καθύλην αρμόδιο.

Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559αριθμ.5ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι η ένδικη υπόθεση έπρεπε να εκδικασθεί από το πτωχευτικό και όχι το ναυτικό τμήμα του Εφετείου, είναι αβάσιμος.

Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο ή αναρμόδιο, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 ούτε από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης, που προϋποθέτει την πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι οι σχετικές με την καθ' ύλη αρμοδιότητα διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε, δεν μεταβάλλεται από το ότι το δικαστήριο την κρίση του περί της αρμοδιότητας ή της αναρμοδιότητας αυτού ή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε, αφού τελικά με την απόφασή του δεν επιλύεται τίποτε άλλο παρά μόνο το δικονομικό ζήτημα του αρμόδιου για τη συγκεκριμένη υπόθεση καθ' ύλην δικαστηρίου (ΑΠ 1476/2017,1477/2013, ΑΠ 257/2001).

Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, λόγο, της κρινόμενης αίτησης, υπό τους αριθμούς 1 και 2, κατ'επίκληση πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τον κανόνα του άρθρου 51 του νόμου 2172/1993 ,ως προς την έννοια της ναυτικής διαφοράς, με αποτέλεσμα να εκδικαστεί η έφεσή της από το ναυτικό τμήμα.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού εκτίμησε το δικόγραφο της ένδικης αίτησης, έκρινε, χωρίς να εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ότι η αναφερόμενη στην ιστορική της βάση αίτηση, σχετίζεται άμεσα με ναυτική διαφορά και συνεπώς ανήκει στην προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 και 2 του άρθρου 51 του προαναφερθέντος νόμου, εξαιρετική υλική αρμοδιότητα του ναυτικού του τμήματος.

Με αυτή τη διαδικαστική εξέλιξη, ο ανωτέρω λόγος, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης σε κανόνα όχι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι σχετικές με την καθ' ύλη αρμοδιότητα γενικές και ειδικές διατάξεις, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε, δεν μεταβάλλεται από το ότι το Εφετείο την κρίση του περί της αρμοδιότητας του ναυτικού του τμήματος τη στήριξε σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου της παρ.3 του ίδιου άρθρου του ανωτέρω νόμου (περί της έννοιας της ναυτικής διαφοράς) που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε, αφού τελικά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το μόνο που επέλυσε ήταν το δικονομικό ζήτημα του αρμόδιου για τη συγκεκριμένη υπόθεση καθ' ύλην δικαστηρίου και όχι κάποιο ουσιαστικό ζήτημα.

Εξάλλου, η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία αυτό δέχεται ότι έχει ή δεν έχει αρμοδιότητα κατά τόπο, δεν υπόκειται για το λόγο αυτό σε αναίρεση (ΑΠ669/2007, 661/2004). Επομένως, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 4 παρ.2 του Πτωχευτικού Κώδικα που ρυθμίζει την κατά τόπο αρμοδιότητα του πτωχευτικού δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.

Με βάση τα ανωτέρω, κρίνοντας το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η εκδίκαση της ενώπιον του ασκηθείσας έφεσης της αναιρεσείουσας υπαγόταν στο ναυτικό του τμήμα, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου, τέταρτος (επικουρικός ως προς τους προηγούμενους) λόγος της κρινόμενης αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ.14ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 3 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007, όπως ήδη ισχύει), η οποία ορίζει ότι, σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), σαφώς προκύπτουν τα εξής: Ως παύση πληρωμών που να δικαιολογεί την κήρυξη του εμπόρου σε κατάσταση πτώχευσης, νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης αυτού, που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών.

Δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία, (μη πληρωμή), προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και από τη μη πληρωμή ενός μόνον, εμπορικού χρέους, εφόσον, λόγω της σημασίας ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει στοιχεία της μονιμότητας και της γενικότητας.

Η σπουδαιότητα δε του μοναδικού χρέους του εμπόρου κρίνεται αντικειμενικά, με προέχον το κριτήριο της ποσότητας αυτού. Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Η κατ' αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου, πληρωμή μερικών μόνο χρεών του, δεν εμποδίζει την πτώχευση του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, που είναι η σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του (ΑΠ829/2003,910/2000,1399/2000).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6παρ.3 του ίδιου νόμου, το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση, εάν αποδειχθεί ότι αυτή ασκείται καταχρηστικά. Καταχρηστική είναι η αίτηση ιδίως, εάν ο πιστωτής την χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής ικανοποίησης ή προς επιδίωξη σκοπών άσχετων με την πτώχευση, ως θεσμό συλλογικής εκτέλεσης, καθώς και εάν ο οφειλέτης την υποβάλλει προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011,7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με τη προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη εταιρεία, δηλαδή εμπορική κατά το τυπικό σύστημα (αρθ. 1 παρ. 2 ν. 2190/1920) και συνεπώς έχει πτωχευτική ικανότητα (αρθ. 2 παρ. 1 ΠτΚ).

Εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, έχει ΑΦΜ ...439 και αριθμό ΓΕΜΗ ...1000. Ιδρύθηκε το 2002 (ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ 10080/2-10-2002) και αντικείμενο δραστηριοτήτων έχει την ανάληψη και εκτέλεση ιδιωτικών και δημοσίων έργων και οικοδομικών εργασιών. Στις 24-3-2005 συνήψε με την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως δυνάμει του οποίου ναύλωσε τα κατωτέρω αναφερόμενα πλωτά ναυπηγήματα με τον εξοπλισμό τους προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για την εκτέλεση του έργου "ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΙΟ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΣΚΑΦΩΝ ΣΤΗ ....

ΝΗΣΟΥ .....", του οποίου κύριος ήταν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση .... και ανάδοχος η εκκαλούσα- ναυλώτρια μετά από δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό. Ειδικότερα, η εκκαλούσα ναύλωσε από την εφεσίβλητη α) ένα ρυμουλκό HP 500, νηολογίου Πειραιώς, με το όνομα "....." β) ένα πλωτό γερανό ΛΙΜΑ 2400 Β, με το όνομα ".....", νηολογίου Πειραιώς, χωρητικότητας 140 κυβικών μέτρων, γ) ένα υδραυλικό κλαπέ- φορτηγίδα, νηολογίου Πειραιώς, με το όνομα "...." και δ) ένα φορτωτή ξηράς CATERPILLAR 980.

Η διάρκεια της ναυλώσεως συμφωνήθηκε από 29-3-2005 και για όσο χρονικό διάστημα θα χρειαζόταν μέχρι την εκτέλεση του έργου και ο ναύλος συμφωνήθηκε στο ποσό των 300 ευρώ ημερησίως για δεκάωρη ημερήσια απασχόληση του φορτωτή, 1.500 ευρώ ημερησίως για δεκάωρη ημερήσια απασχόληση του πλωτού γερανού, 400 ευρώ ημερησίως για δεκάωρη ημερήσια απασχόληση της φορτηγίδας και 400 ευρώ ημερησίως για δεκάωρη ημερήσια απασχόληση του ρυμουλκού.

Η εκκαλούσα δεν κατέβαλε τους ναύλους, με αποτέλεσμα η εφεσίβλητη να ασκήσει εναντίον της την από 26-7-2006 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τμήμα ναυτικών διαφορών) με αριθμό 6692/2006 επί της οποίας εκδόθηκε η 3932/2008 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου που υποχρέωσε την εκκαλούσα να καταβάλει στην εφεσίβλητη ποσό 261.519,82 ευρώ νομιμοτόκως από 14-4-2006 μέχρι την εξόφληση, αναγνώρισε ότι η εκκαλούσα υποχρεούται να καταβάλει στην εφεσίβλητη ποσό 96.200 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, και τέλος επιδίκασε σε βάρος της εκκαλούσας και υπέρ της εφεσίβλητης δικαστικά έξοδα ποσού 16.000 ευρώ καθώς και δικαστικά έξοδα ποσού 6.200 ευρώ από τη συνεκδικαθείσα και απορριφθείσα από 15-1-2007 (αριθ.κατ. 482/2007) αγωγή της εκκαλούσας κατά της εφεσίβλητης.

Η έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως απορρίφθηκε με την 267/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που επιδίκασε σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης ποσού 650 ευρώ, κατά της οποίας η εκκαλούσα άσκησε αναίρεση και πρόσθετους λόγους αναίρεσης, τα οποία απορρίφθηκαν με την 413/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που επιδίκασε σε βάρος της αναιρεσείουσας...τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης...

ποσού 2.700 ευρώ και έτσι η ρηθείσα οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατέστη αμετάκλητη. Επομένως και με βάση τα προαναφερόμενα, η απαίτηση της εφεσίβλητης σε βάρος της εκκαλούσας ανερχόταν κατά το χρόνο καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως, στο συνολικό ποσό των 730.896,59 ευρώ (261.519,82 +96.200 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο + 256.410,39+91.216,39 ευρώ για νόμιμους τόκους από 14-4- 2006 και από 3-8-2006 αντιστοίχως για κάθε επιμέρους ποσό του κεφαλαίου +25.500 ευρώ για δικαστική δαπάνη), από το οποίο η εκκαλούσα ουδέν κατέβαλε.

Περαιτέρω, οφείλει και σε τρίτους, όπως στην εταιρεία "... Α.Τ.Ε.", ποσό 12.581,50 ευρώ, νομιμοτόκως και στην εταιρεία "... Α.Τ.Ε.", ποσό 7.263,31, νομιμοτόκως... Ο δε ισχυρισμός της ότι δεν καταβάλει τα ανωτέρω ποσά στις προαναφερόμενες εταιρείες γιατί αναμένει να της αποστείλουν αυτές τα αντίστοιχα τιμολόγια ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί καθόσον τα οφειλόμενα ποσά έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι και στο παρελθόν είχε ασκηθεί κατά της εκκαλούσας αίτηση πτωχεύσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την εταιρεία "... Ο. Ε.", η οποία (αίτηση) έλαβε αριθμό καταθέσεως 974/2016 και προσδιορίσθηκε να δικασθεί στις 7-12-2016 αλλά κατά τη συζήτηση η αιτούσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο.

Η εφεσίβλητη έχει προβεί σε διαδικασία ατομικής αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της εκκαλούσας προκειμένου να ικανοποιήσει την προαναφερόμενη απαίτηση της πλην όμως ατελέσφορα καθόσον τα εις χείρας τρίτου (διάφορες Τράπεζες) κατασχεθέντα από την εφεσίβλητη ποσά δεν υπερβαίνουν αυτό των 1.000 ευρώ, ο δε πλειστηριασμός που επέσπευσε δυνάμει της ....60/2010 περιλήψεως της ....53/2010 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Κ. δεν ολοκληρώθηκε. Το δε ύψος της απαιτήσεως είναι τέτοιο που και μόνο αυτό αρκεί,..., ώστε να σχηματίσει το Δικαστήριο την κρίση ότι η εκκαλούσα βρίσκεται σε μόνιμη και πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας της. Η κρίση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η εκκαλούσα υπέβαλε για τελευταία φορά ισολογισμό στις 31-12-2014 με ζημίες 213.979,59 ευρώ και δεν αναιρείται ούτε από το ότι εμφανίζεται ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερη καθόσον, όπως προαναφέρεται, η επιλεκτική πληρωμή χρεών από τον οφειλέτη δεν εμποδίζει την πτώχευση του ούτε από τις συστατικές επιστολές των Τραπεζών ...

και ......καθώς και διάφορων τεχνικών και άλλων εταιρειών - συνεργατών της εκκαλούσας, που αυτή προσκομίζει και βεβαιώνουν την καλή συνεργασία τους μαζί της, γιατί αυτές δεν αποτελούν απόδειξη συνέχισης των πληρωμών της. Ομοίως, η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από το ότι η εκκαλούσα είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο εργοληπτικών επιχειρήσεων του ΥΠΟΜΕΔΙ ούτε από τις εγγυητικές επιστολές ποσού 1.613 και 6.400 ευρώ του ΤΣΜΕΔΕ με ημερομηνίες 16-11-2016 και 23-11-2016, αντιστοίχως που της χορηγήθηκαν για να λάβει μέρος σε διαγωνισμούς ανάληψης δημοσίων έργων.

Τέλος, δεν αποδεικνύεται ότι η άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αποτελεί μέσο πίεσης και υποκατάσταση της διαδικασίας της ατομικής αναγκαστικής εκτελέσεως ή ότι έγινε για σκοπούς άσχετους με την πτώχευση, δηλαδή με πρόθεση να εξαναγκασθεί η εκκαλούσα να προβεί σε εξόφληση της απαιτήσεως της εφεσίβλητης.

Αντιθέτως, ενόψει ιδίως της προαναφερόμενης διαδικασίας ατομικής αναγκαστικής εκτελέσεως που δεν τελεσφόρησε, αποδεικνύεται ότι η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε με βάση αντικειμενικά διαπιστώσιμες εκδηλώσεις οικονομικής δυσπραγίας, και συνεπώς δεν αφίσταται η υποβολή της των γενικότερων προϋποθέσεων του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει και του ευρύτερου συμφέροντος της κοινωνίας για υγιή πίστη και συναλλαγή και για ανάγκη ικανοποιήσεως των δανειστών του οφειλέτη εμπόρου, απορριπτομένης ως κατ'ουσίαν αβάσιμης της και πρωτοδίκως προταθείσης και απορριφθείσης ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως της αιτήσεως, που η εκκαλούσα επαναφέρει με λόγο εφέσεως...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως απέρριψε την από 4-8-2017 έφεση της αναιρεσείουσας και επεκύρωσε την 3190/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) Δικαστηρίου, με την οποία, κατ'αποδοχή της προαναφερθείσας αίτησης της αναιρεσίβλητης την είχε κηρύξει (την αναιρεσείουσα) σε κατάσταση πτώχευσης. 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 6παρ.3 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Ειδικότερα, η κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτα παραδοχές του, ιδιαίτερα μεγάλη (ύψους 730.896,59 ευρώ) ληξιπρόθεσμη οφειλή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, σε συνδυασμό με τις λοιπές προς τρίτους οφειλές της, η εμφάνιση στον τελευταίο ισολογισμό της 31-12-2014, ζημίας ύψους 213.979,59 ευρώ, σε συνδυασμό με την ατελέσφορη διαδικασία ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης που επεχείρησε η αναιρεσίβλητη δικαιολογούν:

Α) την κρίση της προσβαλλόμενης για κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας της αναιρεσείουσας από 31-12-2016 για την καταβολή των ληξιπρόθεσμων οφειλών της και συνέχιση της εμπορίας της, ανεξάρτητα από, το ότι εμφανίζεται ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερη, την ύπαρξη εγγυητικών επιστολών του ΤΣΜΕΔΕ, όπως και τεχνικών και άλλων εταιριών και τραπεζών και του γεγονότος ότι είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο εργοληπτικών επιχειρήσεων του ΥΠΟΜΕΔΙ ή από την παραίτηση εκ μέρους άλλης πιστώτριας από αντίστοιχη αίτηση και Β) τη παραδοχή του Εφετείου περί άσκησης της ένδικης αίτησης με βάση αντικειμενικά διαπιστώσιμες εκδηλώσεις οικονομικής δυσπραγίας και όχι ως μέσο πίεσης και υποκατάστασης της διαδικασίας της ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε υπό συνθήκες που θα την καθιστούσαν καθοιονδήποτε τρόπο καταχρηστική, ενόψει και του ευρύτερου συμφέροντος της κοινωνίας για υγιή πίστη και συναλλαγή και για ανάγκη ικανοποίησης των δανειστών της αναιρεσείουσας.

Επομένως, οι, πέμπτος υπό στοιχείο α και έκτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ.1 (και ο έκτος και όχι αριθμ. 14, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα), με τους οποίους η τελευταία επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων είναι αβάσιμοι. Επισημαίνεται ότι η παραδοχή του Εφετείου περί ύπαρξης περιουσίας της αναιρεσείουσας (συνισταμένης σε δύο αυτοκίνητα και σε κυριότητα κατά ποσοστό 65% επί υπογείου ακινήτου) συναρτάται με τη παραδοχή του περί επάρκειας αυτής (περιουσίας) για τη κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής περιουσίας, σε σχέση με την οποία δεν υφίσταται αναιρετικός λόγος και δεν μπορεί να συνδεθεί με την παραδοχή της περί μη καταχρηστικότητας της ένδικης αίτησης πτώχευσης, όπως εσφαλμένα θεωρεί με τα αναφερόμενα στον έκτο, με αριθμό 3 λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα.

Τέλος, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, σε σχέση με την παραδοχή του, για μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της αναιρεσείουσας, έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα, σαφήνεια και επάρκεια το πραγματικό του εφαρμοστέου κατά τα προεκτεθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του και ο περί του αντιθέτου πέμπτος, υπό στοιχείο β, λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176,183ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2018 αίτηση της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 154/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικού Τμήματος).

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ