Legislator Case Law & Legislation
1357/2017 AI generated

1357/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1357/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1357/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 1394/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-1-2015 αίτησή τους.

Keywords

AI generated
expropriation agreement exclusive right in co-ownership access to property abandonment of expropriation architect clause allocation clause
AI generated
281/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ….οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ….του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-8-2022 αίτησή του.
857/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
969/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1092/2002 μη οριστική, 2566/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6227/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1075/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
849/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:138/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί oι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2012 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1357 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1357/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Δ. Λ. του Ι. και 2) Ε. Λ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Μαργαρίτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-12-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Β. χας Χ. Κ. ή Κ., το γένος Γ. Τ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του κατά την 19-4-2012 αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου συζύγου της Χ. Κ. ή Κ. του Ν., 2) Ν. Κ. του Χ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του κατά την 19-4-2012 αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου πατέρα του Χ. Κ. ή Κ. του Ν., κατοίκων ..., 3) Σ. χας Χ. Μ., 4) Π. Μ. του Χ., ως εκ διαθήκης κληρονόμου του κατά την 14-2-2013 αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου πατέρα του Χ. Μ. του Π. και 5) Π. Μ. του Χ., ως εκ διαθήκης κληρονόμου του Χ. Μ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο Νικόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7239/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1416/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη 2ος και 3η των αναιρεσιβλήτων και οι ήδη αποβιώσαντες Χ. Κ. ή Κ. του Ν. και Χ. Μ. του Π. με την από 14-12-2010 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 857/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1394/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-1-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 8-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1002, ... ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 προκύπτει, ότι επί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας) δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.

Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του "ορόφου" και "διαμερίσματος ορόφου". Από το πνεύμα, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία, και ιδίως από το σκοπό τους, που, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ’ ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρο 11 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955 και 1973) συνάγεται, ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναπόσπαστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.

Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια δωμάτια κάτω από την στέγη (άρθρα 1002 εδ. Β’ ΑΚ και 1 παρ. 2 του ν. 3741/1929), μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως δεν είναι δυνατόν να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ).

Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "surerficies solo cedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. Α’ του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου, που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι’ αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.

Περαιτέρω, τα άρθρα 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του ν.δ/τος 8/1973 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού", όπως αντικαταστάθηκαν από τις παραγράφους 22 και 23 του άρθρου 1 του ν.δ/τος 205/1974, πρόβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων (PILLOTIS) για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για την στάθμευση αυτοκινήτων.

Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που ονομάσθηκε πιλοτή και αναφέρεται σε μεταγενέστερα νομοθετήματα ως "PILLOTIS" (άρθρο 1 παρ. 5 περ. γ’ του ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το ν. 1221/1981, 7 παρ. 1 περ. Α’ και 9 παρ. 10 ΓΟΚ/1985), είναι εξ ορισμού ανοικτός και συνεπώς ισχύουν γι’ αυτόν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Δηλαδή η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν, σε τμήματα της πιλοτής, που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διαιρεμένες) ιδιοκτησίες θα είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας (άρθρο 174 ΑΚ) και συνακόλουθα τα τμήματα αυτά είναι κοινόχρηστα και κοινόκτητα.

Αν, όμως προβλέπεται στην άνω συμφωνία, ότι στα πιο πάνω τμήματα της πιλοτής θα κατασκευαστούν κλειστοί χώροι, δημιουργούνται έγκυρα διαιρεμένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους, που θα κατασκευαστούν, παρά το γεγονός, ότι η κατασκευή τους επάγεται τυχόν υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης και είναι πάντως αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΟΚ/1973, που ορίζουν, ότι ο χώρος της πιλοτής αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός, αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας (Ολ.ΑΠ 583/1983).

Η δε προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων, για την οροφοκτησία, δεν είναι αντίθετη, αλλά επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τις ειδικές ρυθμίσεις των ν. 960/ 1979 και 1221/1981 για τις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο ως Δικαστήριο παραπομπής, μετά την έκδοση της 857/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε για έλλειψη αιτιολογίας η 1416/2000 προγενέστερη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο οικοπεδούχος, πρώτος εναγόμενος Β.

Κ., το έτος 1981, αφού περιέφραξε το προαναφερθέν τμήμα του ισογείου χώρου, εμβαδού 127,50 τ.μ., στη συνέχεια κατασκεύασε στο χώρο αυτό τρία αυτοτελή διαμερίσματα και μία αποθήκη. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι και στα υπ’ αριθμ. ...1992 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Κ. - Χ., με τα οποία η εργολάβος εταιρία πώλησε τα δύο τελευταία διαμερίσματα, που έλαβε, ως εργολαβικό αντάλλαγμα και τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, υπήρχε ρητή δήλωση των αγοραστών ότι έλαβαν γνώση των προαναφερθέντος περιεχομένου του προσυμφώνου και ότι το αποδέχονταν ανεπιφύλακτα.

Μεταγενέστερα δε και ειδικότερα το έτος 1996 ο πρώτος ενάγων, με το υπ’ αριθμ. .../13-9-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Π. - Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο ..., με ... στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, απέκτησε, κατά πλήρη κυριότητα, το με αριθμ. εσωτερικής αρίθμησης δύο (2), διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, δυνάμει σύναψης σύμβασης πώλησης, που συνήψε με την Ελλάδα, σύζυγο Ά.

Λ., η οποία, το είχε αγοράσει, δυνάμει του προαναφερθέντος, υπ’ αριθμ. .../1979 συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Α. Σ.. Στο συμβόλαιο δε αυτό η τελευταία (πωλήτρια) δήλωνε ρητώς ότι έλαβε γνώση του εργολαβικού και του προαναφερθέντος αποκλειστικού δικαιώματος του πρώτου εναγομένου, όπως παραπάνω περιγράφηκε, αλλά και ότι υποχρεούται να ανεχτεί οικοδομικές εργασίες, επί του εν λόγω ακαλύπτου χώρου, εφόσον επιτραπούν.

Το ίδιο διαμέρισμα, ο πρώτος ενάγων, με το υπ’ αριθμ. .../17-6-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο ..., με ..., στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, στην δεύτερη ενάγουσα κόρη του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, με το υπ’ αριθμ. .../15-12-1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ.

Α. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο ... και ..., ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον δεύτερο εναγόμενο, γιό του, την ψιλή κυριότητα του προαναφερθέντος τμήματος του ισογείου, εμβαδού 127,50 τ.μ., παρακρατώντας ο ίδιος το δικαίωμα επικαρπίας και, σε περίπτωση προαποβιώσεώς του, υπέρ της συζύγου του Β.

και συγχρόνως συνεστήθη, ως προς τον χώρο αυτό, οριζόντια ιδιοκτησία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι, πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, με την υπ’ αριθμ. .../5-12-2-2002 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της. συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Α. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο ... και ... στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία επί του προαναφερθέντος ισογείου χώρου των 127,50 τ.μ., δημιουργώντας τέσσερις αυτοτελείς ιδιοκτησίες και ειδικότερα τρία διαμερίσματα και μία αποθήκη.

Oι ίδιοι, με το υπ’ αριθμ. .../20-12-2002 συμβόλαιο της ίδιας, ως άνω, συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... με ..., στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα και κατ’ ισομοιρία, τα υπό στοιχεία 2 και 3 διαμερίσματα του ισογείου, στους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων, Χ.

Μ. και Σ. Χ. Μ., αντίστοιχα. Ol τελευταίοι, μετά την αγορά των διαμερισμάτων αυτών, προέβησαν επί του ακάλυπτου χώρου του ευρισκόμενου δίπλα σ’ αυτά, στην κατασκευή κιγκλιδώματος μήκους 10,20 μ. και ύψους 0,90 μ., τοιχίου, ύψους 0,80 μ. και μήκους 1,90 μ., δημιουργώντας χώρο στον οποίο, μόνο αυτοί έχουν προσπέλαση. Σχετικά δε με την κατασκευή των προαναφερθέντων τριών διαμερισμάτων και της αποθήκης, από τον πρώτο εναγόμενο οικοπεδούχο Χ.

Κ. κατά το έτος 1981 στον ισόγειο ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, πρέπει να λεχθεί ότι ναι μεν δεν επιτρεπόταν από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του ΓΟΚ, σημειωμένου εδώ ότι, με την υπ’ αριθμ .../oι/30-11-19-89 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, εγκρίθηκε η εξαίρεση από την κατεδάφισή τους, εφόσον, όμως, έγινε μετά από συμφωνία όλων των τότε συγκυρίων της οικοδομής, η οποία συμπεριελήφθη σε συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην οικεία θέση, έγινε μετά από έγκυρη συμφωνία, η οποία δέσμευε αυτούς, όπως δέσμευε και τους ειδικούς διαδόχους αυτών.

Κατά συνέπειαν, οι ενάγοντες, ως ειδικοί διάδοχοι της προαναφερθείσης δικαιοπαρόχου τους, η οποία, όπως, επίσης, προαναφέρθηκε, με το υπ’ αριθμ. .../1979 συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα, συμμετείχε στην συμφωνία, για την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης του προαναφερθέντος τμήματος του ακαλύπτου χώρου, εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, δεσμεύονται από την συμφωνία αυτή.

Με βάση δε τα παραπάνω αποδειχθέντα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρωτοδίκως παραδεκτώς προβληθείς, εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, οικοπεδούχου, ισχυρισμός περί δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης του συγκεκριμένου ακάλυπτου χώρου, από τον ίδιο, ως συμπεριλαμβανόμενος στις προτάσεις, που κατέθεσαν στο ακροατήριο οι εναγόμενοι, κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, με σαφή έκθεση των προεκτεθέντων γεγονότων, που τον θεμελιώνουν, και ο οποίος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, προτάθηκε προφορικά, με παραπομπή σ’ αυτές (προτάσεις).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως απαραδέκτως προβαλλόμενο το σχετικό ισχυρισμό, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά το βάσιμο, περί τούτου, σχετικού λόγου, της πρώτης, των συνεκδικαζομένων, έφεσης. Περαιτέρω και εφόσον δε αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οικοπεδούχος είχε δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του συγκεκριμένου ακάλυπτου χώρου και του προαναφερθέντος τμήματος, γύρω από αυτόν, νομίμως μεταβίβασε στον δεύτερο εναγόμενο γιό του Ν.

Κ. και στους τρίτο, Χ. Μ. και , Σ. Μ., εναγομένους, τις προαναφερθείσες διαιρετές ιδιοκτησίες, που κατασκεύασε σ’ αυτόν, με τον προαναφερθέν, γύρω από αυτό τμήμα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε αντίθετα, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με σχετικό λόγο κάθε μιας, των συνεκδικαζομένων, έφεσης.

Μετά ταύτα, παρελκομένης της εξέτασης, των λοιπών λόγων, κάθε μιας, των συνεκδικαζομένων, έφεσης, πρέπει αυτές να γίνουν δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο, να απορριφθεί η αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη...". Με την κρίση αυτή το Εφετείο δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια ή την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια της βούλησης των συμβληθέντων α) για την κατάρτιση του υπ’ αριθμ. .../15-2-1977 προαναφερθέντος προσυμφώνου, ως προς τους 15 και 16 όρους αυτού, β) του υπ’ αριθμ. .../31-5-1978 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν.

Σ. και γ) της υπ’ αριθμ. ...17-7-1980 Πράξης-Κανονισμού της εν λόγω οικοδομής και για τον λόγο αυτό δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ. Επομένως ο πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι, α) Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../15-2-1977 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και συμβάσεως εργολαβίας του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Σ. περιερχόταν στον οικοπεδούχο Χ. Κ. ή Κ., στην θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων μεταξύ των άλλων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) του δευτέρου και τρίτου ορόφου και τμήμα του ισογείου ακάλυπτου χώρου, εμβαδού 127,50 τ.μ., που αντιστοιχούσε στο τμήμα της οικοδομής, που είχε πρόσοψη στη θάλασσα μετά του αναλογούντος σ’ αυτό ποσοστού, εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής ανερχόμενο σε 60/1000 εξ αδιαιρέτου και με τον υπ’ αριθμ. 15 όρο του ίδιου προσυμφώνου οριζόταν ότι ο τελευταίος θα είχε στο διηνεκές και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του τμήματος του ακάλυπτου χώρου, το οποίο περιέλαβε το προαναφερθέν τμήμα του ισογείου ακάλυπτου χώρου, εμβαδού 127,50 τ.μ.

και ότι το προσύμφωνο αυτό δεν υποβλήθηκε σε μεταγραφή, β) για την οικοδομή αυτή δεν συστάθηκε ενιαία, συστατική της οροφοκτησίας πράξη, αλλά με την υπ’ αριθμ. ...17-7-1978 πράξη του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με ... του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης καταρτίστηκε ο κανονισμός της (οικοδομής), ο οποίος ρύθμιζε μόνο τις μεταξύ των συνιδιοκτητών σχέσεις, χωρίς, επίσης να αναφέρει οτιδήποτε για σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και γ) η εργολάβος εταιρία με τα υπ’ αριθμ. .../1978, .../1978, .../1978, .../1978, .../1979, .../1979, .../1979 και .../1980 συμβόλαια του τέως Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν.

Σ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε σε τρίτους, λόγω πώλησης, τα 12 από τα 14 διαμερίσματα, που είχε λάβει ως εργολαβικό αντάλλαγμα στα οποία γινόταν ρητή αναφορά ότι η πολυώροφη οικοδομή, στην οποία βρίσκονταν τα εν λόγω διαμερίσματα διέπονταν από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117ΑΚ και του Ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους" και ότι στα ανωτέρω συμβόλαια γινόταν αναφορά ότι οι αγοραστές έλαβαν γνώση του προαναφερθέντος όρου του προσυμφώνου, κατά τον οποίο ο εναγόμενος οικοπεδούχος θα είχε στο διηνεκές το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης στο τμήμα του ισόγειου ακάλυπτου χώρου, εμβαδού 127,50 τ.μ., καθώς και στο προαναφερθέν περιβάλλον τμήμα, καταρτίσθηκε συμφωνία, η οποία δέσμευε και τους ειδικούς διαδόχους των συμμετεχόντων στην συμφωνία αυτή και επομένως και τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και του Ν. 3741/1929, καθόσον όλως κατ’ εξαίρεση των άρθρων 1001 εδ.

α’ , 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 στην προκειμένη περίπτωση έχει καταρτισθεί κατά τους νόμιμους τύπους διαιρεμένη ιδιοκτησία επί του επίδικου ανοικτού ακάλυπτου χώρου εκτάσεως 127,50 τ.μ., με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών, που έχει μεταγραφεί νομίμως, η οποία δέσμευε και τους ειδικούς διαδόχους των συμμετεχόντων στην συμφωνία αυτή και επομένως και τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διηρημένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στα μελλοντικά διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ).

Συγκεκριμένα με τον με στοιχείο 2 όρο του υπ’ αριθμ. .../15-2-1977 ένδικου προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών αδιαιρέτως οικοπέδου μετά δικαιώματος ανοικοδομήσεως και συμβάσεως εργολαβίας αξίας δραχμών 150.000 δυνάμει του οποίου περιήλθε στον οικοπεδούχο Χ. Κ. ή Κ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά τον θάνατό του, οι πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων όπως αναφέρθηκε ως εργολαβικό αντάλλαγμα και τμήμα του ισογείου, εκτάσεως 127,50 τ.μ.

αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Ώς αντάλλαγμα των κατά τα άνω μεταβιβασθεισομένων ποσοστών αδιαιρέτως επί του οικοπέδου, μετά του δικαιώματος ανοικοδομήσεως, συμφωνείται η παρά της εργολάβου, δι’ ιδίων αυτής η παρά της εργολάβου, δι’ ιδίων αυτής υλικών και δαπανών, εκτέλεσης προς όφελος και δια λογαριασμό του οικοπεδούχου των ακολούθων οικοδομικών εργασιών, α) τμήματος του ισογείου ορόφου καταλαμβάνοντας το τμήμα της οικοδομής το έχον πρόσοψιν προς την θάλασσαν εμβαδού 127 και πεντήκοντα εκατοστών μετά του αναλογούντος εις αυτό ποσοστού αδιαιρέτως επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών, χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής εξήκοντα χιλιοστών (60/1000)...", ο οποίος όρος αναφερόταν στα προαναφερθέντα επακολουθήσαντα συμβολαιογραφικά πωλητήρια συμβόλαια, οι οροφοκτήτες της ένδικης οικοδομής, καθόρισαν με ακρίβεια, πληρότητα και σαφήνεια τα αντικείμενα της αποκλειστικής κυριότητας, τα ποσοστά αναγκαστικής συγκυριότητας και τη λειτουργία των κοινών μερών επί του επίδικου τμήματος του ισογείου, εκτάσεως 127,50 τ.μ., καταρτίζοντας έτσι συμφωνία περί σύστασης διηρημένης ιδιοκτησίας επί των μελλοντικών διαμερισμάτων επ’ αυτού, υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής των, στην υλοποίηση της οποίας προέβησαν με την κατάρτιση της υπ’ αριθμ. .../5-12-2002 πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ.

Α. - Π., που μεταγράφηκε νομίμως. Επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με το πρώτο τμήμα του δευτέρου λόγου αναίρεσης, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) των προαναφερθέντων στην μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν, όπως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά τούτο το τμήμα.

Επιπρόσθετα, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι περιλαμβάνονται σ’ αυτή σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το δικαίωμα των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων στα επίδικα τμήματα της εν λόγω οικοδομής δηλαδή στο δικαίωμα του ακάλυπτου ισογείου χώρου, εκτάσεως 127,50 τ.μ.

και του περιβάλλοντος περιμετρικά σ’ αυτόν τμήματος σε έκταση πέντε (5) μέτρων, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθέντων ουσιαστικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Η αιτίαση δε, που προβάλλεται με το δεύτερο τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατική αιτιολογία διότι σε άλλο τμήμα αυτής αναφέρεται ότι οι προαναφερόμενοι δύο (2) πρώτοι εναγόμενοι, ο Χ.

Κ. ή Κ. και ο Ν. Κ. ή Κ., στον οποίο, ο πρώτος εξ’ αυτών είχε μεταβιβάσει (στον δεύτερο) μόνο την ψιλή κυριότητα του προαναφερθέντος τμήματος του ισογείου, εμβαδού 127,50 τ.μ. μεταβίβασαν στους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων Χ. Μ. και Σ. σύζυγο Χ. Μ. κατά πλήρη κυριότητα και κατ’ ισομοιρία τα υπό στοιχεία 2 και 3 διαμερίσματα του ισογείου σε άλλο δε τμήμα αυτής γίνεται αναφορά σε δικαίωμα του εναγόμενου οικοπεδούχου αποκλειστικής χρήσης του συγκεκριμένου ακάλυπτου χώρου και του προαναφερθέντος τμήματος γύρω από αυτόν, πρέπει ν’ απορριφθεί, καθόσον αντικείμενο της ένδικης αγωγής ήταν μεταξύ των άλλων αιτημάτων και το αίτημα αναγνωρίσεως του κοινοχρήστου χαρακτήρα του επίδικου τμήματος ισογείου, επί του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι εξ’ υπαρχής, δηλαδή από την κατάρτιση του ως άνω προσυμφώνου (15-2-1977) είχαν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης αυτού αλλά και του ως άνω περιβάλλοντος περιμετρικά σ’ αυτόν, εκτάσεως πέντε (5) μέτρων, χώρου είχαν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, μετά την παραδοχή της παραδεκτής υποβληθείσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ενστάσεως περί αποκλειστικής χρήσης των ως άνω επίδικων τμημάτων του ισογείου και του περιβάλλοντος αυτού χώρου.

Επομένως ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο τμήμα, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-1-2015 αίτηση για αναίρεση της 1394/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ