1357/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1357/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και ότι υπάρχει βούληση αποδοχής του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποία ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευσή του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1357 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1357/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Α. του Ι., κατοίκου ... του Δήμου Μεγάλου Αλεξάνδρου Ν. Πέλλας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 115/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Αυγούστου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 974/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου.
Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (στο σκεπτικό) του διατακτικού, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, μόνον όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, διαφορετικά, αν στο διατακτικό αναφέρονται τυπικές φράσεις και δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, η αιτιολογία με την επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού είναι ελλιπής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 394 παρ.1 του Π.Κ., "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί στη μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος.
Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και ότι υπάρχει βούληση αποδοχής του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποία ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευσή του.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι για να είναι κατά τα προεκτεθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια σ’ αυτήν οι συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του δράστη το πράγμα, όπως και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του ότι εκείνος τελούσε σε γνώση της προελεύσεως του πράγματος από αξιόποινη πράξη.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και ότι αυτοτέλεια της χρήσεως υπάρχει όταν αυτή έγινε, είτε από τρίτο, είτε από τον πλαστογράφο, στην τελευταία όμως περίπτωση, μόνον όταν για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία του μένει ατιμώρητη ήτοι αν αυτός δεν μπορεί να τιμωρηθεί πλέον ως πλαστογράφος (Ολ ΑΠ 1284/1992, 594/1980).
Νόθευση γνησίου εγγράφου συνιστά η αλλοίωση της εννοίας κατηρτισμένου ήδη εγγράφου, του οποίου μεταβάλλεται το περιεχόμενο σε ορισμένα σημεία με την προσθήκη ή την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων ή αριθμών ή άλλων σημείων αυτού εν αγνοία του εκδότη του, έτσι ώστε το εν λόγω έγγραφο να εμφανίζει έννοια διαφορετική από εκείνη που ήθελε να αποτυπώσει σ’ αυτό ο εκδότης του.
Κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει, όταν εξ υπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ως προερχόμενο από πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο από το οποίο πράγματι εκδόθηκε. Κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον δράστη της πλαστογραφίας ή από έτερο πρόσωπο στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το εν λόγω έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και έτσι δώσει σ’ αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος.
Υπό την έννοια αυτή, χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά αντικειμενικώς και η υποβολή αυτού σε υπηρεσία νομικού προσώπου προς παραπλάνηση του υπαλλήλου αυτού, ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητάς του. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος στην περίπτωση της χρήσεως πλαστού εγγράφου από τρίτον περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση ή αποδοχή των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή, μεταξύ των οποίων και τη γνώση του περί της πλαστότητας ή του νοθευμένου του εγγράφου και επιπλέον τον σκοπό του δράστη που αποβλέπει στην παραπλάνηση άλλου με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες (υπερχειλής δόλος).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά την υπ’ αριθμ. 24/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ’ είδος στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 115/2015 απόφασή του αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε με αυτήν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι απεδείχθησαν επί λέξει, τα ακόλουθα: "Από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, καθώς και από την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην ...
του νομού Πέλλας, α) στις 5-2-2009, έλαβε στην κατοχή του από άγνωστο πρόσωπο την υπ’ αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας EFG Eurobank, η οποία σύρονταν στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό του Α. Π., η οποία είχε κλαπεί στην Αθήνα και είχε δηλωθεί η απώλεια της από τον τελευταίο στην Τράπεζα EFG Eurobank προ του ανωτέρω χρόνου τελέσεως, την οποία (επιταγή) δέχθηκε στην κατοχή του, αν και γνώριζε ότι είναι προϊόν κλοπής και β) μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση στο Ζ.
Π. την ανωτέρω επιταγή, η οποία ήταν πλαστή ως προς την υπογραφή του εκδότη Α. Π., τον τόπο έκδοσης "...", την ημερομηνία "30.4.2009", το ποσό "8.000 Ευρώ" και την υπογραφή του εις διαταγήν λήπτη - πρώτου οπισθογράφου Χ. Τ., προκειμένου ο Ζ. Π. να τη μεταβιβάσει περαιτέρω με οπισθογράφηση στην Τράπεζα Κύπρου ως αξία λόγω ενεχύρου και να πετύχει τη χρηματοδότηση του, προέβη δε στις ανωτέρω ενέργειες με σκοπό να παραπλανήσει την παραπάνω τράπεζα ότι επρόκειτο για μία γνήσια επιταγή, νομοτύπως εκδοθείσα από τον Α.
Π., η οποία μπορούσε να εισπραχθεί με την εμφάνισή της. Περαιτέρω όμως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση των παραπάνω πράξεων συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα, και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 στοιχ. ε’ ΠΚ.". Ακολούθως, με το αιτιολογικό αυτό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, αναγνωρίζοντάς του την ελαφρυντική περίσταση της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
ε’ του Π.Κ., για το ότι: "Στην ... νομού Πέλλας, στις 5-2-2009, Α) με πρόθεση δέχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα άγνωστο κατά την προκαταρκτική εξέταση πρόσωπο του παρέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας EFG Eurobank, η οποία σύρονταν στον υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμό του Α. Π., η οποία είχε κλαπεί στην Αθήνα και είχε δηλωθεί η απώλεια της από τον Α. Π. στην Τράπεζα EFG Eurobank προ του ανωτέρω χρόνου τελέσεως, την οποία (επιταγή) δέχθηκε στην κατοχή του, αν και γνώριζε ότι είναι προϊόν κλοπής και Β) έκανε χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση στο Ζ.
Π., την αναφερόμενη στο άνω υπό στοιχείο A επιταγή, η οποία ήταν πλαστή ως προς την υπογραφή του εκδότη Α. Π., τον τόπο έκδοσης "...", την ημερομηνία "30.4.2009", το ποσό "8000 Ευρώ" και την υπογραφή του εις διαταγήν λήπτη - πρώτου οπισθογράφου, Χ. Τ., προκειμένου ο Ζ. Π. να τη μεταβιβάσει περαιτέρω με οπισθογράφηση, στην Τράπεζα Κύπρου ως αξία λόγω ενεχύρου και να πετύχει τη χρηματοδότηση του, προέβη δε στις ανωτέρω ενέργειες με σκοπό να παραπλανήσει την παραπάνω τράπεζα ότι επρόκειτο για μία γνήσια επιταγή, νομοτύπως εκδοθείσα από τον Α.
Π., η οποία μπορούσε να εισπραχθεί με την εμφάνισή της". Η ως άνω όμως αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο (ΚΠοινΔικ), αφού αποτελεί απλή και κατά λέξη επανάληψη του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία.
Το διατακτικό δε της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να συμπληρώσει τις ελλείψεις του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος και της χρήσης πλαστού εγγράφου, για τα οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η τραπεζική επιταγή που δέχθηκε στην κατοχή του ο αναιρεσείων ήταν προϊόν αξιόποινης πράξης κλοπής, δεν παραθέτει καθόλου πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του, ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση του ότι η τραπεζική επιταγή προερχόταν από την αξιόποινη πράξη κλοπής (δηλαδή την παράνομη προέλευσή της) και του ότι αυτή ήταν πλαστή κατά την υπογραφή του εκδότη Α.
Π., τον τόπο έκδοσης "...", την ημερομηνία "30.4.2009", το ποσό "8000 Ευρώ" και την υπογραφή του εις διαταγή λήπτη και πρώτου οπισθογράφου της Χ. Τ.. Είναι, επομένως, βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναιρέσως ως καλυπτομένου από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 115/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ