Legislator Case Law & Legislation
1357/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where lower court properly considered all evidence despite appellant's claims of omission.

Case Number 1357/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Larissa's decision. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents and witness testimony, but the Supreme Court found the lower court had explicitly addressed all submitted evidence in its reasoning. Consequently, the appeal was rejected as baseless because the lower court fulfilled its duty to examine all relevant proof.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 341, 346, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision demonstrates that all submitted evidence was duly taken into account for the formation of the verdict.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration lower court duty omission of proof civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraphs 2 and 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 341 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 2/2008
Supreme Court 1573/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1357 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1357/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 475/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/1/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 8/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 475/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα, υπ’ αριθμ. .../19-01-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Θ. Γ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (19-10-2015), καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια του αναιρεσειόντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής.

Η αναιρεσίβλητη όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως η συζήτηση της υποθέσεως να προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ Κ.Πολ.Δ.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 475/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) με την από 14-5-2007 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, την οποία απηύθυνε κατά του αναιρεσείοντος (εναγομένου), αφού επικαλέστηκε την μεταξύ αυτής και του εναγομένου διάσταση από την έγγαμη συμβίωσή τους, για χρόνο που διήρκεσε πέραν της τριετίας, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτή συνέβαλε κατά την διάρκεια του γάμου τους στην αύξηση της περιουσίας του, η αξία της οποίας ανήρχετο κατά την συμπλήρωση της τριετίας και κατά την συζήτηση της αγωγής σε 657.495 ευρώ, κατά το τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό (1/3) και να υποχρεωθεί κατόπιν αυτού να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 219.165 ευρώ που αναλογεί στο ως άνω ποσοστό.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας με την υπ’ αριθ. 331/2008 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του εναγομένου, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επεδίκασε στην ενάγουσα για την παραπάνω αιτία το ποσό των 47.600 ευρώ, αναγνωρίζοντας ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της, ανέρχεται σε 203.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής, η μεν ενάγουσα άσκησε την από 27-7-2009 έφεσή της, ο δε εναγόμενος την από 4-4-2009 τοιαύτη, το Εφετείο δε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε αυτές τυπικά δεκτές, ενώ την έφεση του εναγομένου και κατ’ ουσίαν βάσιμη, λόγω της ερημοδικίας του στον πρώτο βαθμό ενόψει της νομικής και ουσιαστικής άρνησης της ένδικης αγωγής με την έφεσή του, εν τέλει δε ερευνώντας και την έφεση της ενάγουσας, έκρινε κι αυτήν βάσιμη κατ’ ουσίαν, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμέμη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας την συμβολή της ενάγουσας στο τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3 στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου της, την οποία εκτίμησε σε 77.172 ευρώ, υποχρεώνοντας κατόπιν τούτου τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 25.724 ευρώ, που αναλογεί στην αύξηση αυτή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν.1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ.1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.1329/1983,"Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανομένη υπόψη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει κατά την αγωγή από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής.

Τούτο συνεπάγεται ότι ο ενάγων έχει τη δυνατότητα, αν έχει παρέλθει σημαντικός χρόνος από της αμετάκλητης λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση, και συνακόλουθη (τιμαριθμική) μεταβολή της πραγματικής αξίας του χρήματος, να αξιώσει την απόδοση του (μεγαλύτερου) ποσού που κατά το χρόνο της συζητήσεως ισοδυναμεί με την αξία της συμβολής του κατά τον κρίσιμο χρόνο γεννέσεως της αξιώσεώς του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί αντίστοιχα να προβάλει ότι η πραγματική αξία του χρήματος έχει μειωθεί και να ζητήσει αντίστοιχη προσαρμογή του οφειλομένου ποσού.

Η παράλειψη όμως του ενάγοντος να αξιώσει τέτοια αναπροσαρμογή δεν δημιουργεί ελάττωμα του δικογράφου της αγωγής και δεν καθιστά την τελευταία αόριστη συνεπεία τούτου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις.

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Στη σχετική αγωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου.

Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο, κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ.

υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι, είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων δικαιούται το ποσοστό τούτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βεβαίως της επικλήσεως και αποδείξεως τοιαύτης αυξήσεως της περιουσίας του ετέρου συζύγου.

Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ.

τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π. 438/2007, 1673/2011, 336/2010).

Εξάλλου, ορίζεται μεν στην παραπάνω διάταξη ότι το δικαίωμα συμμετοχής στα αποκτήματα γεννάται αναλογικά και από της συμπληρώσεως τριετίας σε διάσταση των συζύγων, δεν ορίζεται όμως και το συγκεκριμένο χρονικό σημείο μετά τη συμπλήρωση τριετίας, κατά το οποίο πρέπει να κρίνεται το αν επήλθε ή όχι αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.

Η αύξηση άρα αυτή δεν αποκλείεται να συνεχίζεται και μετά τη συμπλήρωση της τριετίας έως και του απώτατου χρονικού σημείου που ορίζεται από το νόμο, δηλαδή της λύσεως του γάμου. Επομένως, επί αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα στηριζόμενης στην συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως, το ζήτημα, αν επήλθε ή όχι από της τελέσεως του γάμου αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου και πόση, εκτιμάται στο χρόνο ασκήσεως της αγωγής.

Στον ίδιο χρόνο πρέπει να γίνεται και η αναγωγή σε χρήμα των όποιων κρίνονται ότι αποκτήθηκαν περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου για τον προσδιορισμό της ενοχικής και κατ’ αρχήν χρηματικής αξιώσεως συμμετοχής του ενάγοντος στα αποκτήματα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 1400 ΑΚ στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία, κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

Ο λόγος είναι προφανής, αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διατάξεως, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία. Τέλος, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής για αποκτήματα, η αναφορά σ’ αυτήν του δικαιούχου συζύγου, ότι επελέγη με σύμβαση για τη ρύθμιση των συνεπειών του γάμου στην περιουσιακή τους κατάσταση, σύστημα κοινοκτημοσύνης κατ’ ίσα μέρη σε περιουσιακά τους στοιχεία χωρίς δικαίωμα διάθεσης από τον καθένα τους, του ιδανικού τους μεριδίου, κατά τον οριζόμενο στον νόμο τρόπο (άρθρο 1403 παρ. 1 ΑΚ), αλλά αυτό συνιστά ένσταση που πρέπει να προβάλλει και να αποδείξει ο υπόχρεος εναγόμενος σύζυγος, τόσον ως προς την επιλογή όσον και ως προς την έκταση του περιεχομένου της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στον νόμο αγωγή (Ολ.Α.Π. 18/1998).

Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ. 15/2000).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που όμως δεν εκτίθενται σ’ αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ’ αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 536/2011, 705/2011, 604/2009, 669/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 14-05-2007 αγωγή της την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος συζύγου της, ιστορεί, ότι με τον εναγόμενο στις 29-07-1999 τέλεσε νόμιμο πολιτικό γάμο στο Ελληνικό Προξενείο στην Κολωνία της Γερμανίας, και συμβίωσαν μέχρι τέλη Ιουλίου του έτους 2003, οπότε υπήρξε οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους.

Ότι ο εναγόμενος σύζυγός της κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου τους είχε περιουσία, όπως αυτή προσδιορίζεται και εκτιμάται στην αγωγή, ενώ από το χρόνο που γενάται η αξίωσή της, δηλαδή με τη συμπλήρωση τριετίας σε διάσταση είναι κύριος των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων και αυτοκινήτων, έτσι ώστε από τα εισοδήματά του η συνολική περιουσία του αυξήθηκε στο ποσό των 657.485 ευρώ, αφαιρουμένης της αξίας της αρχικής περιουσίας αυτού, σε τιμές αναγόμενες κατά την άσκηση της αγωγής.

Ακολούθως η ενάγουσα, επικαλούμενη τον τεκμαρτό υπολογισμό, ισχυρίζεται ότι ότι στο κατά το άνω ποσό έχει συμβάλει κατά το 1/3 με την απασχόλησή της καθ’ όλη τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς των με τις οικιακές εργασίες που γίνονταν αποκλειστικώς απ’ αυτήν και την χρηματική συμβολή από τους μισθούς της και άλλα εισοδήματά της και συνεπώς το μέρος που πρέπει να της αποδοθεί από την αύξηση αυτή ανέρχεται στο ποσό των 219.165 ευρώ.

Ζήτησε δε κατόπιν αυτών να αναγνωρισθεί ότι συνέβαλε κατά το ως άνω ποσοστό (1/3) στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, την οποία αυτός απέκτησε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως το άνω ποσό των 219.165 ευρώ. Υπό το ως άνω συνοπτικώς παρατιθέμενο περιεχόμενό της η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της, όπως αυτά αναφέρονται στην προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, εφόσον με την τελευταία επιδιώκεται η τεκμαρτή συμβολή της κατά την διάρκεια του γάμου της με τον εναγόμενο, να αναφέρεται ότι η συμμετοχή της ενάγουσας υπερέβαινε την υποχρέωσή της για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογενείας αναλόγως των δυνάμεών της, όπως αυτή (η συνεισφορά) προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 1389 Α.Κ.

και τις συνθήκες ζωής των διαδίκων, ούτε να προσδιορίζονται οι οικογενειακές ανάγκες, οι δυνάμεις της και συνακολούθως η υποχρέωσή της για συνεισφορά σ’ αυτές και να συγκρίνονται με την επίσης προσδιοριστέα συνολική συμβολή της, ώστε να προκύπτει διαφορά υπέρ της τελευταίας (συνολικής συμβολής). Ούτε, όμως, κατά τα ανωτέρω, η μη αναφορά στην αγωγή ότι οι διάδικοι δεν επέλεξαν το περιουσιακό σύστημα της κοινοκτημοσύνης καθιστά την αγωγή αόριστη, αφού κατά τα προεκτεθέντα, ο εναγόμενος μπορεί να προβάλλει κατά της αγωγής την ένσταση ότι οι δύο σύζυγοι έχουν επιλέξει το σύστημα της κοινοκτημοσύνης (άρθρο 1403 ΑΚ), η επιλογή του οποίου και η έκταση αυτής αποκλείει την εφαρμογή των άρθρων 1397 και 1400 έως 1402 του ΑΚ.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, αποδίδει στην ένδικη αγωγή, νομική και ποσοτική αοριστία, διότι δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, και προσάπτει αντιστοίχως στην προσβαλλομένη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., όπως εκτιμάται, αναιρετικές πλημμέλειες, της κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1400, 1403 και 1389 Α.Κ.

μη απορρίψεως της αγωγής ως αόριστης, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ... ". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν αντιστοιχούν προς όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (πρβλ.

Ολ. ΑΠ 1/1999). Έτσι, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 13/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Στις 29-7-1999 οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στο προξενείο στην Κολωνία της Γερμανίας, όπου είχαν εγκατασταθεί από το έτος 1988 (δηλαδή πριν την τέλεση του γάμου τους), λόγω της τοποθέτησης του εναγομένου ως αξιωματικού της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας σε Νατοϊκή στρατιωτική μονάδα.

Εκεί έμειναν μέχρι το έτος 2001, οπότε επέστρεψαν στην Ελλάδα. Η κοινή συμβίωσή τους διασπάστηκε περί τα τέλη Ιουλίου του 2003, ενώ από τον γάμο τους αυτό δεν απέκτησαν τέκνα. Ο γάμος αυτός λύθηκε με την υπ’ αριθ. 297/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία κατά την κατάθεση της αγωγής δεν είχε καταστεί αμετάκλητη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο μισθός του εναγομένου το χρονικό διάστημα που το ζεύγος διέμενε στη Γερμανία ανερχόταν στο ποσό των 6.200 ευρώ, ενώ η ενάγουσα δεν είχε εισοδήματα, καθότι για εκείνο το χρονικό διάστημα έλαβε από την υπηρεσία της, όπου εργαζόταν ως αναπληρώτρια καθηγήτρια φυσικής αγωγής σε σχολείο της μέσης εκπαίδευσης, διετή άδεια άνευ αποδοχών.

Με την επιστροφή των διαδίκων στην Ελλάδα στις αρχές του έτους 2001, ο εναγόμενος αποστρατεύθηκε, λαμβάνοντας ως σύναξη το ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως. Το ίδιο χρονικό διάστημα, μετά την αποχώρησή του από το στράτευμα, κατόπιν εξετάσεων έλαβε τη θέση του διευθυντή πληροφορικής στο νέο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στον Τύρναβο Λάρισας, με μηνιαίες αποδοχές ύψους 3.960 ευρώ.

Από τη θέση του αυτή παραιτήθηκε το 2003. Το φθινόπωρο του 2002 ο εναγόμενος έλαβε διευθυντική θέση στο παράρτημα της εταιρίας "...", της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος, θέτοντας όμως την ενάγουσα ως μέτοχο με ποσοστό συμμετοχής 17% στο εταιρικό κεφάλαιο, το οποίο ανερχόταν κατά τη σύσταση της εταιρίας τον Απρίλιο του 2002 στο ποσό των 100.000 ευρώ.

Συνεπώς, η αξία της εν λόγω συμμετοχής δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στην περιουσία του εναγομένου, αφού δεν προκύπτει ότι μέτοχος της εταιρείας ήταν ο εναγόμενος, και ότι αυξήθηκε η περιουσία του κατά το ανωτέρω ποσό. Ο εναγόμενος από τον Οκτώβριο του έτους 2002 και εντεύθεν φέρεται από τις καταστάσεις μισθοδοσίας που προσκομίζει η ενάγουσα να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 5.869 ευρώ, ποσό το οποίο κατά την κοινή πείρα και λογική συνέχισε να λαμβάνει και μέχρι την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων τον Ιούλιο του 2003.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η ενάγουσα εργαζόταν ως υπάλληλος στην γραμματεία των ΤΕΙ Λάρισας, λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.000 ευρώ. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων το έτος 1999 είχε στην αποκλειστική κυριότητά της ένα διαμέρισμα 79,09 τ.μ. του 5ου ορόφου οικοδομής επί της οδού ...

από την εκμίσθωση του οποίου λάμβανε το ποσό των 300 ευρώ, ήτοι ετησίως το ποσό των 3.600 ευρώ. Επίσης και ο εναγόμενος κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων είχε στην αποκλειστική του κυριότητα ένα διαμέρισμα στη Λάρισα του α’ ορόφου της οικοδομής επί της οδού ..., εμβαδού 134 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει σ’ αυτόν δυνάμει των υπ’ αριθ. .../1988 και .../1988 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Λάρισας Βασιλικής Κατσαρού-Τσικαρδώνη, που νόμιμα μεταγράφηκαν.

Η αξία του άνω ακινήτου κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων ανήρχετο σε 60.000 ευρώ. Το έτος 2001 για να κατοικηθεί από τους διαδίκους, όταν αυτοί επέστρεψαν από την Γερμανία και εγκαταστάθηκαν στην Λάρισα, προέβησαν σε ανακαίνισή του, και ειδικότερα επισκεύασαν το πάτωμα, κατασκεύασαν τζάκι, κουζίνα και μπάνιο, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας και επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας του εναγομένου.

Έτσι το ως άνω ακίνητο υπήρχε ως στοιχείο της περιουσίας του εναγομένου κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης, δηλαδή κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετίας από τη συζυγική διάσταση, βελτιωμένο όμως, λόγω της προαναφερόμενης ανακαίνισης, η αξία του οποίου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο που είναι ο κρίσιμος χρόνος αναγωγής σε χρήμα των περιουσιακών στοιχείων ανήρχετο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής μετά την ως άνω ανακαίνιση κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε 80.000 περίπου ευρώ......

Επίσης, αποδείχθηκε, ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο εναγόμενος απέκτησε με το υπ’ αριθ. .../15-4-2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Λάρισας Βασιλικής Κατσαρού-Τσικαρδώνη, ένα οικόπεδο 1.100 τ.μ. με την επ’ αυτού διώροφη οικία συνολικού εμβαδού 132 τ.μ., κείμενο στον οικισμό άνω ... του Δήμου ...

αντί του ποσού των 49.890 ευρώ. Για την αγορά του ακινήτου αυτού ο εναγόμενος κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των 890 ευρώ και για το υπόλοιπο των 49.000 ευρώ έλαβε δάνειο από την Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο όπως προκύπτει από το κείμενο της με αριθμό 83/δανειο 002068/20-5-2002 σχετικής σύμβασης, συνήφθη με επιτόκιο 3,7% και εξόφληση 25 έτη, και ως εκ τούτου μηνιαία δόση 252,46 ευρώ.

Συνεπώς το δάνειο αυτό αποτελεί παθητικό της περιουσίας του εναγομένου και αφαιρείται από αυτήν, αφού η εξόφλησή του θα λάβει χώρα μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Το ποσό όμως των δόσεων που καταβλήθηκαν από Ιούνιο του 2002 έως και Ιούλιο του 2003 (χρόνος διάστασης) και που ανέρχεται σε 3.282 ευρώ περίπου (252,46 ευρώ Χ 13 μήνες), ως και το ποσό των 890 ευρώ, που κατεβλήθη προκαταβολικά, και συνολικά το ποσό των 4.172 ευρώ, αποτελεί ενεργητικό της περιουσίας του εναγομένου κατά το χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και πρέπει να υπολογισθεί στην αξία των αποκτημάτων αυτού, κατά το χρόνο της τριετούς διάστασης της έγγαμης συμβίωσης, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν εργασίες σ’ αυτό μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, αλλά και μετά τρία έτη απ’ αυτήν, που να το βελτιώνουν και να αυξάνουν την περιουσία του εναγομένου.

Οι εργασίες άρχισαν να γίνονται στο ως άνω ακίνητο το 2008 που ο εναγόμενος πήρε έγκριση για τη δημιουργία παραδοσιακού ξενοδοχείου και επιδότηση γι’ αυτό, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 7163/86241/ΠΟ5/5?00153/Ε/21-10-08/3299/04 απόφαση του Γενικού Γραμματέα περιφέρειας Θεσσαλίας, και επιβεβαίωσε και ο μάρτυράς του.

Επίσης, αποδείχθηκε, ότι με το υπ’ αριθ. .../8-7-2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Λάρισας Βασιλικής Κατσαρού-Τσικαρδώνη, ο εναγόμενος απέκτησε κατά ψιλή κυριότητα το διαμέρισμα του β’ ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται στη Λάρισα επί της οδού ..., εμβαδού 116 τ.μ., αντί του ποσού των 20.984,19 ευρώ, που αποτελούσε την αντικειμενική αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της αγοράς του.

Το εν λόγω διαμέρισμα, το οποίο κατασκευάστηκε το έτος 1981, σύμφωνα με την άδεια οικοδομής που αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο αγοράς, έχει κατά την κρίση του Δικαστηρίου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σημερινή αξία που δεν ξεπερνά το ποσό των 30.000 ευρώ, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας του εναγομένου, λαμβανομένου υπόψη ότι και κατά το χρόνο της αγοράς, αλλά και κατά το χρόνο της αγωγής, είναι ημιτελές και βρίσκεται στο στάδιο του σκελετού, όπως βεβαιώνεται στις 2-1-2011 από τον πολιτικό μηχανικό Λάρισας Κ.

Σ. και προκύπτει και από την επισυναπτόμενη στην ως άνω βεβαίωση φωτογραφία του ως άνω ακινήτου, που δεν αμφισβητείται. Το ακίνητο αυτό ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το απέκτησε με το εφάπαξ που έλαβε κατά την αποστράτευσή του και που ανήρχετο, όπως προκύπτει από την από 8-10-2001 βεβαίωση του Ταμείου Αλληλοβοηθείας Στρατιωτικών Αεροπορίας, σε 11.862.169 δραχμές, ήτοι 34.811,94 ευρώ, το οποίο του κατεβλήθη στις 8-10-2001, και το οποίο δεν θεωρείται εισόδημα, και συνεπώς η ενάγουσα δεν έχει καμία συμβολή στην αγορά αυτού.

Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αγόρασε το ως άνω ακίνητο από το εφάπαξ που του είχε καταβληθεί το έτος 2001, διότι αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ο εναγόμενος να διαθέτει το ανωτέρω ποσό το 2003 για την αγορά του ημιτελούς ως άνω διαμερίσματος, ενώ το 2002 που αγόρασε το προαναφερόμενο οικόπεδο με το παλαιό σπίτι στο Βόλο, προέβη σε δανεισμό για την αγορά αυτού, ενώ αν διέθετε το ανωτέρω ποσό από την ως άνω αιτία θα κατέβαλε ένα μέρος του τιμήματος από το εφάπαξ και θα προέβαινε σε μερικό και μικρότερο δανεισμό για την αγορά αυτού.

Τέλος, κατά την διάρκεια του γάμου τους ο εναγόμενος απέκτησε, ενόσω διέμεναν στην Γερμανία το έτος 2000 δύο αυτοκίνητα, ήτοι ένα TOYOTA RAV 4 και ένα FIAT PUNTO, αξίας σήμερα κατά την κρίση του Δικαστηρίου 20.000 και 3.000 ευρώ αντίστοιχα. Η αρχική αξία αυτών δεν αποδείχθηκε, η οποία σίγουρα ήταν πολύ μεγαλύτερη και η οποία κατά την ενάγουσα ήταν 34.000 ευρώ για το πρώτο και 13.000 ευρώ για το δεύτερο, γεγονός για το οποίο δεν αντιλέγει ο εναγόμενος.

Για την αγορά αυτών συνέβαλε κατά το μεγαλύτερο ποσοστό ο εναγόμενος με τις καταθέσεις που είχε πριν το γάμο τους στην τράπεζα, αλλά και από την πώληση του παλαιότερου αυτοκινήτου του, που ανήρχοντο σε 24.475,40 ευρώ, όμως συνέβαλε και η ενάγουσα με το ποσό των 13.680 γερμανικών μάρκων, που της απέστειλε ο αδελφός της, όπως επιβεβαίωσε και ο τελευταίος.

Όμως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η αξία των αυτοκινήτων μειώνεται κατ’ έτος και μάλιστα μετά το πρώτο χρόνο αγοράς τουλάχιστον κατά 25%. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια σχετικά με την αξία των αυτοκινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο (20.000 ευρώ το πρώτο και 3.000 ευρώ το δεύτερο), δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης του εναγομένου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Για τους ως άνω λόγους πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και οι λόγοι της έφεσης της ενάγουσας με τους οποίους αυτή παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με το ύψος της εκτίμησης των ως άνω προαναφερομένων δύο αυτοκινήτων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο......Κατόπιν τούτων, η αξία της τελικής περιουσίας του εναγομένου, κατά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τέλη Ιουλίου 2003, αλλά και κατά τη συζήτηση της αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 182.890 (80.000+30.000+49.890+20.000+3.000) ευρώ.

Πρέπει όμως να αφαιρεθεί από την τελική περιουσία η αρχική περιουσία του, εκείνη δηλαδή που είχε κατά την τέλεση του γάμου και που ανέρχεται σε 60.000 ευρώ, ως επίσης και το ποσό των 47.718 ευρώ (49.890-4172) προερχόμενο εκ δανείου ως παθητικό της περιουσίας του. Η διαφορά που προκύπτει ανέρχεται σε 77.172 ευρώ [182890 - (60.000+45718)], συνιστά την αξία των αποκτημάτων κατά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των συζύγων.

Επειδή ο εναγόμενος σύζυγος δεν απέδειξε, ως ώφειλε τον ισχυρισμό του, ότι η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του ήταν μηδενική, είτε διότι αυτή δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας του οφείλεται μόνο σ’ αυτόν, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά τη διάρκεια του γάμου τους στην Γερμανία, όπου αυτή δεν εργαζόταν και είχε λάβει άδεια άνευ αποδοχών για να τον ακολουθήσει, συνέβαλε με την φροντίδα του συζυγικού οίκου, εκπληρώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την υποχρέωσή της για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειάς της, ενώ, όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε η ενάγουσα με τους μισθούς της από την εργασία της ως γραμματέας στα ΤΕΙ που ανήρχοντο σε 1.000 ευρώ το μήνα, με την φροντίδα του οίκου τους, αλλά και με τη συμμετοχή της στην εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος ο εναγόμενος, έθεσε όμως την ενάγουσα ως μέτοχο σε ποσοστό συμμετοχής 17% στο εταιρικό κεφάλαιο, το οποίο ανεχόταν κατά τη σύσταση της εταιρείας τον Απρίλιο του 2002 στο ποσό των 100.000 ευρώ, διότι δεν μπορούσε να μετέχει εμφανώς ο ίδιος.

Επομένως, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πλήρως αποδεικνύεται η συμβολή της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, και πρέπει, κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου του εδαφίου β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1400 ΑΚ, να καθοριστεί στο 1/3 αυτής, δηλαδή στο ποσό των 25.724 (77172Χ1/3) ευρώ....

Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη , να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα συνέβαλε κατά το 1/3 στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της αποδώσει μέρος αυτής που προέρχεται από τη δική της συμβολή, δηλαδή το ποσό των 25.724 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση>>.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 του Α.Κ. ως προς την αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων και της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση αυτή, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, αναφορικά με την συμβολή της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 1400 παρ. 1, εδ. β’ ΑΚ, αφού με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι η ένσταση του αναιρεσίβλητου περί μηδενικής ή μικρότερης της τεκμαρτής συμβολής της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του είναι αβάσιμη και απορριπτέα, δεδομένου ότι η τελευταία, όπως αποδείχθηκε, συνέβαλε κατά τη διάρκεια του γάμου τους στην αύξηση αυτή, με την φροντίδα αποκλειστικά του συζυγικού οίκου, εκπληρώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την υποχρέωσή της για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, κατά τη διάρκεια του γάμου τους όταν βρισκόταν στην Γερμανία, όπου αυτή δεν εργαζόταν και είχε λάβει άδεια άνευ αποδοχών για να τον ακολουθήσει εκεί, με τους μισθούς από την εργασία της όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα ως γραμματέας στα ΤΕΙ Λάρισας, που ανήρχετο σε 1.000 ευρώ μηνιαίως, με την φροντίδα αποκλειστικά του συζυγικού οίκου, με το μίσθωμα των 300 ευρώ που ελάμβανε από ιδιόκτητο διαμέρισμά της στη Θεσσαλονίκη, με το ποσό που δώρησε σ’ αυτήν ο αδελφός της και με την συμμετοχή της στην εταιρεία "...", της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος ο εναγόμενος, διότι δεν μπορούσε να μετέχει εμφανώς ο ίδιος σ’ αυτήν, σε τρόπον ώστε η συμβολή της αυτή στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος να ανέρχεται στο τεκμαρτό ποσοστό του 1/3 και να μην είναι μηδενική ή μικρότερη του ποσοστού αυτού, αφού ο τελευταίος (αναιρεσείων) δεν απέδειξε τίποτα περί του αντιθέτου.

Εξάλλου, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, η αναιρεσιβαλομένη δέχεται, ότι η αξία της τελικής περιουσίας του εναγομένου, κατά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων τέλη Ιουλίου 2003, αλλά και κατά τη συζήτηση της αγωγής, ανήρχετο στο ποσό των 182.890 (80.000+30.000+49.890+20.000+3.000) ευρώ, αναφερόμενη στα παραπάνω ακίνητα και αυτοκίνητα και ότι, από το ποσό όμως αυτό πρέπει να αφαιρεθεί από την τελική περιουσία η αρχική περιουσία του, εκείνη δηλαδή που είχε κατά την τέλεση του γάμου και που ανέρχεται σε 60.000 ευρώ, ως επίσης και το ποσό των 47.718 ευρώ (49.890-4172) προερχόμενο εκ δανείου ως παθητικό της περιουσίας του, ώστε η διαφορά που προκύπτει, δηλαδή 77.172 ευρώ [182890 - (60.000+45718)], να συνιστά την αξία των αποκτημάτων που υφίστανται κατά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των συζύγων και δεν διαφοροποιείται με αυτή της άσκησης της αγωγής, αποδεχόμενο εκ των πραγμάτων ότι δεν αποδείχθηκε από τον αναιρεσείοντα διαφορετική αξία κατά την άσκηση της τελευταίας, η οποία άλλωστε ελάχιστο χρόνο απέχει από την συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των διαδίκων συζύγων.

Επομένως, οι τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β’ του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ’ αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο εναγόμενος αγόρασε το κατά ψιλή κυριότητα διαμέρισμα του β’ ορόφου της οικοδομής επί της οδού ..., εμβαδού 116 τ.μ., αντί του ποσού των 20.984,19 ευρώ, που αποτελούσε την αντικειμενική αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της αγοράς του όχι από το εφάπαξ που του είχε καταβληθεί το έτος 2001, διότι αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ο εναγόμενος να διαθέτει το ανωτέρω ποσό το 2003 για την αγορά του ημιτελούς ως άνω διαμερίσματος, ενώ το 2002 που αγόρασε το προαναφερόμενο οικόπεδο με το παλαιό σπίτι στο Βόλο, προέβη σε δανεισμό για την αγορά αυτού, ενώ αν διέθετε το ανωτέρω ποσό από την ως άνω αιτία θα κατέβαλε ένα μέρος του τιμήματος από το εφάπαξ και θα προέβαινε σε μερικό και μικρότερο δανεισμό για την αγορά αυτού και επομένως και το ως άνω διαμέρισμα, η αξία του οποίου ανήρχετο κατά τη συζήτηση της αγωγής σε 30.000 ευρώ, συγκαταλέγεται στην αύξηση της περιουσίας που απέκτησε μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους και διατηρούσε και μετά την συμπλήρωση τριετίας απ’ αυτήν, ώστε η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του να περιλαμβάνει και την αξία του ακινήτου αυτού, παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ, με την χρησιμοποίηση του άνω διδάγματος της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε το ως άνω δίδαγμα της κοινής πείρας, όχι για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, αλλά για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν αυτόν, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την επικουρικώς προβληθείσα ένστασή του περί συμψηφισμού ανταπαίτησής του ποσού 63.690,73 ευρώ, προς την επιδιωκόμενη απαίτηση από την αναιρεσίβλητη για αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου τους, μόνο για την περίπτωση που η έφεσή του απορριφθεί για άλλο λόγο, δεχόμενο ότι η έφεσή του δεν απορρίφθηκε, αλλ’ αντιθέτως έγινε δεκτή λόγω της ερημοδικίας του πρωτοδίκως, παραβιάζοντας έτσι παράλληλα και την διάταξη του άρθρου 444 παρ. 2 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, ο τρόπος που προτάθηκε ο ισχυρισμός στο Εφετείο και ιδίως τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την περί συμψηφισμού ένσταση του εναγομένου, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό και το νόμιμο αυτής, καθώς και αν η επικαλούμενη ανταπαίτησή του αποδεικνύετο αμέσως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα ως προς την χαμηλότερη αξία των δύο αυτοκινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο και του τρόπου που απέκτησε αυτά χωρίς την συμβολή της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένο διατακτικό, δεδομένου ότι αυτοί ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με τον άνω ισχυρισμό αιτιάσεις αποτελούν άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και επιχειρήματα του αναιρεσειόντος προς απόδειξη της αξίας των άνω αυτοκινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο και του τρόπου κτήσεως αυτών χωρίς την συμβολή της αναιρεσίβλητης, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους "ισχυρισμούς" αυτούς, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, προς απόδειξη των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη, "ισχυρισμών" του αναιραισείοντος, τα αναφερόμενα 1-14 έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, καθώς και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρός του Β.

Γ., που εξετάσθηκε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη " η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, καθώς και η κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου που εξετάσθηκε στο παρόν δικαστήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ’ αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, για την συναγωγή του ανωτέρω πορίσματός του.

Επομένως, ο αντίθετος από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ), λογος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 29-01-2015 αίτηση του Ι. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 475/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-01-2015 αίτηση του Ι. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 475/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ