Legislator Case Law & Legislation
1357/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding late evidence and vague procedural errors.

Case Number 1357/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the appellants against the Second Instance Court's decision. The appellants argued for the admission of new evidence and alleged procedural flaws, but the court found their arguments inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 529, 559, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the late introduction of new evidence or a vague allegation of procedural error is inadmissible unless the specific ground was formally raised and substantiated before the court of first instance.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal late introduction of evidence procedural error Code of Civil Procedure legal costs second instance review formal objection requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 529 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 10 letter b of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1357 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1357/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Γ. του Σ., 2) Μ. χήρας Α. Μ., το γένος Σ. Γ., 3) Ζ. συζ. Κ. Τ., το γένος Σ. Γ. και 4) Σ. Κ. του Γ., ως αρχικού ενάγοντος αλλά και μοναδικού κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας Ε. χήρας Γ. Κ., το γένος Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Σινανιώτη, ο οποίος διόρισε και δεύτερο πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον Γεώργιο Κοπακάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. - Κ. χήρας Κ. Τ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της αρχικώς εναγόμενης Ε. χήρας Ν. Κ., το γένος Ν. Δ., 2) Μ. συζ. Δ. Χ., το γένος Π. Κ., κατοίκου ... και 3) Π. Σ. Β., κατοίκου .... Οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Α. Ζερβομπεάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με α) την από 17/12/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 12/4/1998 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του αρχικού διαδίκου Π. Β. και την από 3/6/1998 πρόσθετη παρέμβαση των αρχικών διαδίκων Ε. χας Ν. Κ. και της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάστηκαν, επί των οποίων εκδόθηκε η 75/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 52/2004 μη οριστική του απόφαση του Εφετείο Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), και β) τις από 31/5/1993 και από 5/7/1995 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και της αρχικής διάδικου Ε.

Κ., την από 22/12/1995 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του 3ου ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 15/9/1996 πρόσθετη παρέμβαση της αρχικής διαδίκου Ε. χας Ν. Κ., το γένος Ν. Δ. και της 2ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάστηκαν, επί των οποίων εκδόθηκε η 20/2005 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Κατά των ανωτέρω οριστικών αποφάσεων ασκήθηκαν εφέσεις και εκδόθηκε η 187/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/12/2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 5/5/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τους πιο πάνω πρώτο και δεύτερο λόγους της, κατά το δεύτερο μέρος τους, και να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίσθηκε πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε (είτε αυτοτελής είτε με την αίτηση αναίρεσης και τις πράξεις ορισμού δικασίμου), οπότε η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ.3 εδ.β' ΚΠολΔ, όπως το εδ.β' προστέθηκε με το άρθρο 62 ν.4139/2013, καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 98 ν.4139/2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, οι πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Λ.-Κ. Τ. και Μ. Χ., αντίστοιχα, οι οποίες τελούν σε σχέση απλής ομοδικίας με τον παριστάμενο τρίτο αναιρεσίβλητο Π. Β. (πωλήτριες και αγοραστής του επίδικου ακινήτου αντίστοιχα), κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από την οικεία σειρά του πινακίου, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (22.1.2014), δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις 8223Γ/20.11.2013 και 8222Γ/20.11.2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβή αντίγραφα: α) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 18/5/2011, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 9/5/2012, κατά την οποία αυτή ματαιώθηκε, β) της από 10/5/2012 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 20/3/2013, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο (22.1.2014) και γ) της 138/1.4.2013 βεβαίωσης αναβολής της γραμματέα του Αρείου Πάγου για την πιο πάνω δικάσιμο (22.1.2014) επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις εν λόγω αναιρεσίβλητες.

Επομένως, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτές και να προχωρήσει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τον νομίμως παριστάμενο τρίτο αναιρεσίβλητο Π. Β..

Κατά το αρθρ. 92 του ΕισΝΑΚ, ο οποίος εισήχθη στα Δωδεκάνησα με το αρθρ. 2§1 εδ. α' του ν. 510/1947 "περί της εν Δωδεκάνησα) εφαρμοστέας δικαστικής νομοθεσίας", από της 30.12.1947, ημερομηνίας δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (αρθρ. 14 αυτού), οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο.

Κατά δε το Σουλτανικόν Φιρμάνιον του 1856 Χάτι-Χουμαγιούν, και τα Διατάγματα του Ιταλού Κυβερνήτη των Νήσων του Αιγαίου 200/1931, 54/1941 και 170/1942, επί κληρονομικών σχέσεων των Δωδεκανησίων Χριστιανών Ορθοδόξων, ίσχυε μέχρι της 30.12.1947 το βυζαντινορωμαϊκόν δίκαιον (ΑΠ 860/1979 ΝοΒ 28.255). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησης τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά).

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάμιξη σ' αυτή και απόκτηση της. Το ζήτημα δε αν πράξη ή συμπεριφορά του καλουμένου στην κληρονομιά αποτελεί ή όχι ανάμιξη και συνεπώς εμφαίνει σιωπηρή δήλωση περί υπεισέλευσης σ' αυτή, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την εκτίμηση των περιστάσεων, η δε ως προς αυτό κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν. 10, πανδ. (29.2), Βασ. 10 (35.14) η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρη της κληρονομιάς ισχύει για ολόκληρη την κληρονομιά, της οποίας γίνεται αυτός συγκοινωνός με τους λοιπούς κληρονόμους (ΑΠ 810/2010). Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 3 Κωδ. 7.34, ν. 42 πανδ. 41.2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3 του ίδιου πιο πάνω δικαίου, οι οποίες, κατά τα άρθρα 50 και 43 του Εισ.Ν.ΑΚ, εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων, που δημιουργήθηκε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και συνεχίζεται και μετά από αυτή, καθώς και τις αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, προκύπτει ότι μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί του ιδίου πράγματος ο κοινωνός (εξ αδιαιρέτου συγκύριος), αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους, ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομα του ολόκληρο ή πλέον της μερίδας του (ΑΠ 810/2010, ΑΠ 1332/2009, ΑΠ 1137/2009).

Το στοιχείο όμως αυτό της γνωστοποίησης δεν είναι απαραίτητο, όταν ο καθ' ου προτείνεται η αποσβεστική ή κτητική παραγραφή συγκύριος δεν είχε στην πραγματικότητα γίνει ποτέ συννομέας του πράγματος. Όπως δε προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του Β.Ρ.Δ., ο συγκληρονόμος που απέκτησε την συγκυριότητα του ακινήτου από το θάνατο του κληρονομουμένου, δεν απόκτησε και τη σύννομη του αυτοδικαίως, όπως συμβαίνει υπό την ισχύ του ΑΚ., αλλά θα την αποκτούσε από τότε που πραγματικά εκδήλωνε γι' αυτό τη βούλησή του και άρχιζε να την ασκεί.

Επομένως, ο συγκληρονόμος που μόνο αυτός επιλήφθηκε και ασκεί τη νομή, δεν θεωρείται ότι νέμεται και το μερίδιο εκείνου που δεν νέμεται, αλλά θεωρείται ότι εξακολουθεί να το νέμεται για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 1194/2006, ΑΠ 621/2004). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.

Δεδομένου δε ότι ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υφίσταται όταν, σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, οι παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα δικαίου, παρέπεται ότι όταν προβάλλεται λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ότι προσάπτονται πράγματι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, όταν από τις εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασης, λόγω της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητας τους, δεν καθίσταται μεν βέβαια η παραβίαση, αλλά δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν έγινε ή όχι παραβίαση ορισμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων αντιδικίας αποτελεί ένα ακίνητο πρώην αγρός και ήδη οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "..." ...

της νήσου Πάτμου Δωδεκανήσου, εμβαδού 2.735,60 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 52 μ. με κοινοτική οδό, νότια επί πλευράς μήκους 2 μ. με κοινοτική οδό προς ..., ανατολικά επί πλευράς μήκους 95 μ. με ιδιοκτησία Θ. Σ. Γ. και δυτικά επί πλευράς μήκους 107,50 μ. με κοινοτική οδό και πέραν αυτής με παραλία.

Το ακίνητο αυτό στους παλαιότατους χρόνους ανήκε στην Ε. συζ. Ν. Κ. το γένος Κ., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομιά του αυτάδελφού της Ι. Κ. και σε αυτόν από κληρονομιά του πατέρα του Ν. Κ. δυνάμει της από 19-8-1873 διαθήκης αυτού, στον δε τελευταίο είχε περιέλθει με αγορά από την Ιερά Μονή Πάτμου. Η Ε. Κ. ήταν η μητέρα, μεταξύ των άλλων, και των αδελφών Γ.

και Ε. Κ., που φέρονται, ο μεν πρώτος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, ο δε δεύτερος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων. Δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι η παραπάνω αναφερόμενη αρχική κοινή, απώτατη δικαιοπάροχος, Ε. Κ. δώρισε άτυπα το ακίνητο αυτό στον γιο της Ε. Κ., μεγάλο μέρος της ακίνητης και κινητής περιουσίας του οποίου περιήλθε μετά το θάνατό του, το έτος 1936, με την από 25-1-1930 ιδιόγραφη-μυστική διαθήκη, η οποία δημοσιεύτηκε στις 20-2-1937, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στους γιους του αδελφού του Γ.

Κ., τους αδελφούς Π. και Ν. Κ., που είναι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων. Και τούτο διότι δεν συμπεριλαμβάνεται στα ακίνητα που με βάση τη διαθήκη αυτή κληρονόμησαν οι παραπάνω. Δεν υπάρχει επίσης κανένα στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι τούτο περιήλθε δυνάμει άτυπης διανομής της μητρικής περιουσίας στον, φερόμενο από τους ενάγοντες ως απώτατο δικαιοπάροχο όλων των διαδίκων, επίσης γιο της Γ.

Κ., που πέθανε το έτος 1931 χωρίς διαθήκη και, κατά την επίκληση των εναγόντων, φέρεται να έχει κληρονομηθεί εξ αδιαιρέτου και ισομερώς από τα πέντε τέκνα του Π., Ν., Α., Μ. και Ε. από τους οποίους, οι δύο πρώτοι είναι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, η τρίτη δικαιοπάροχος των πρώτου δεύτερης και τρίτης των εναγόντων και η πέμπτη δικαιοπάροχος του τέταρτου ενάγοντος.

Πρέπει να σημειωθεί ότι από την επικαλούμενη με αριθμό ... πιστοποίηση της Δημογεροντίας Πάτμου, δεν συνάγεται ότι υπήρξε άτυπη διανομή μεταξύ των κληρονόμων της Ε. Κ., καθ' όσον σ' αυτή αναφέρεται ότι το επίδικο ανήκει στους κληρονόμους της, στους οποίους περιλαμβάνονται οι αδελφοί Γ. και Ε. Κ.ς, χωρίς ν' αποκλείονται τα υπόλοιπα τέκνα αυτής.

Επίσης, καμιά από τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν συνεισφέρει στοιχεία που να οδηγούν με ασφάλεια στην πεποίθηση ότι προηγήθηκε άτυπη διανομή της περιουσίας της Ε. Κ., καθώς η γνώση της μάρτυρος Χ. Μ. που, όπως αναφέρει προέρχεται από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, δεν ενισχύεται από κανένα άλλο στοιχείο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η Ε.

Κ., ήταν κάτοχος και άλλης, πλην του επιδίκου, ακίνητης περιουσίας, την οποία έλαβαν τα άλλα τέκνα, ώστε να γίνει λόγος για κτήση από άτυπη διανομή ολοκλήρου του επιδίκου από το ένα τέκνο. Εξάλλου, από την κατάθεση της ίδιας μάρτυρος συνάγεται ότι και η ίδια δεν ήταν βέβαιη για την άτυπη διανομή της περιουσίας της Ε.

Κ., αφού σε μία αποστροφή της κατάθεσης της αναφέρει επί λέξει: "...Ποτέ το κτήμα αυτό δεν ανήκε εξ ολοκλήρου στο Μ. Κ.". Ωστόσο, οι αδελφοί Π. και Ν. Κ. έχοντας την πεποίθηση, ότι το επίδικο ανήκε στην κληρονομιά του θείου τους Ε. Κ., από το έτος 1937 νέμονταν και κατείχαν αποκλειστικά για λογαριασμό τους τούτο. Είναι αληθές ότι το ακίνητο δεν προσφερόταν για καλλιέργεια αφού, κατά το μεγαλύτερο μέρος του είχε πάντα λιμνάζοντα νερά.

Εξάλλου, παρά την, κατά τις επικρατούσες τα χρόνια εκείνα συναλλακτικές αντιλήψεις, επικαλούμενη από τους ενάγοντες μειονεξία του ακινήτου, τούτο ήταν εξ αρχής περιφραγμένο και επιπλέον απετέλεσε αντικείμενο έριδος μεταξύ των φερομένων ως μόνων εξ αδιαιρέτου και ισομερώς συνιδιοκτητών του, Ν. και Π.

Κ. και του Δήμου της Πάτμου. Αρχικά τούτο ήταν περιφραγμένο με ξερολιθιά, την οποία οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Π. και Ν. Κ. κατά καιρούς ανανέωναν. Συγκεκριμένα το έτος 1966 κατασκεύασαν νέα περίφραξη από συρματόπλεγμα, τοποθέτησαν καινούργια πόρτα και πλατφόρμα προσπέλασης από το επίδικο προς τον δρόμο, ενώ επιβαρύνονταν ισομερώς κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας με τις δαπάνες επίβλεψης και συντήρησης του.

Ακόμη μόνοι αυτοί απευθύνονταν προς τις Αρχές για την οποιαδήποτε σχετική με την επί του επιδίκου αμφισβήτηση των δικαιωμάτων τους και μόνον εκείνοι εξ αρχής εκμίσθωναν τούτο σε τρίτους. Η κρίση αυτή ενισχύεται από την ύπαρξη των από 4-9-1973 και 29-10-1975 ιδιωτικών συμφωνητικών, με τα οποία ο Π. Κ., ενεργώντας αφενός για τον εαυτό του και αφετέρου κατ' εντολή και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης Ε.

Κ., χήρας του θανόντος το έτος 1971 αδελφού του Ν. Κ., εκμίσθωνε την ευρισκόμενη στην Πάτμο αγροτική περιουσία, που κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκε σε εκείνον και στον αδελφό του, στους Π. Σ. Π. και Ε. Α. Π. αντιστοίχως, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο. Ουδείς λόγος περί εικονικότητας των συγκεκριμένων μισθωτηρίων ιδιωτικών εγγράφων μπορεί να γίνει, αφού:

α) από τις με επίκληση προσκομιζόμενες ταχυδρομικές αποδείξεις αποστολής χρημάτων προκύπτει ότι, ο μισθωτής Ε. Π. έστελνε στην από τους συνεκμισθωτές του Ε. Κ. το μίσθωμα και β) η σύνταξη των μισθωτηρίων αυτών έγινε σε χρόνο, που ακόμη δεν είχαν διαφανεί οι προθέσεις των εναγόντων για τη διεκδίκηση του μεριδίου τους από την περιουσία του θανόντος Γ.

Κ. στην οποία, κατ' επίκληση τους, περιλαμβάνεται το επίδικο. Εξάλλου, ο Δήμος Πάτμου με το από 19.12.1966 έγγραφό του απευθύνεται προς τον Π. Κ. για τη διευθέτηση του ζητήματος που αφορά το επίδικο. Οι αδελφοί, επομένως, Π. και Ν. Κ. είχαν στην αδιαμφισβήτητη νομή και κατοχή τους το επίδικο ισομερώς και εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας από το έτος 1937 επί τριάντα και πλέον έτη έως το θάνατο τους, που επισυνέβη το έτος 1971 για τον Ν.

και το έτος 1976 για τον Π.. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι κατά το διάστημα εκείνο ασκήθηκαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια συγκυρίων στο επίδικο από μέρους των τριών θυγατέρων του Γ. Κ. και αδελφών των Π. και Ν., από τις οποίες η Α. σύζυγος Σ. Γ. και η Ε. σύζυγος Γ. Κ. είναι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων. Ακολούθως και οι ενάγοντες, για τους οποίους πρέπει να επισημανθεί ότι στην πρώτη με αριθ.

κατ. 445/1993 αναγνωριστική αγωγή τους, δεν επικαλούνται καμιά πράξη νομής στο επίδικο, επιχειρώντας το πρώτον να προσδιορίσουν αυτές με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεών τους, δεν απέδειξαν ότι επελήφθησαν ποτέ της κατοχής του επιδίκου με διάνοια κυρίων κατά το επικαλούμενο ποσοστό της κληρονομιάς τους.

Τα όσα δε καταθέτουν περί τούτου οι μάρτυρες τους, δεν ενισχύονται από κανένα άλλο στοιχείο, σε αντίθεση με την πλευρά των εναγομένων, η θέση των οποίων ενισχύεται από τα στοιχεία που παρέχουν τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, οι ιδιόχειρες σημειώσεις των δαπανών και τα ιδιωτικά συμφωνητικά εκμίσθωσης.

Επιπλέον, η μέσω μαρτυρικών καταθέσεων διαφαινόμενη θέση των εναγομένων, σχετικά με το ότι η εκ των θυγατέρων Ε. Κ. ενεργούσε ως αντιπρόσωπος όλων των αδελφών Κ. στο επίδικο, ανατρέπεται από την από 13-9-1966 επιστολή της Μ. Κ., στην οποία είχε ανατεθεί από τους αδελφούς Π. και Ν. η επιστασία του σπιτιού της Σκάλας Πάτμου και τους οποίους εκείνη αναγνωρίζει ως μόνους κυρίους του σπιτιού, τη φύλαξη του οποίου και τη φροντίδα έχει αναλάβει.

Ειδικότερα στην επιστολή εκείνη, με την οποία η Μ. Κ. απευθύνεται προς τον Π. Κ., καθίσταται σαφές ότι εκείνη θεωρεί αποκλειστικούς κυρίους του επιδίκου τους αδελφούς Π. και Ν.. Αν όμως ήταν αληθές το γεγονός ότι η Ε. Κ., για την οποία δεν αμφισβητείται ότι μετέβαινε συνεχώς και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στη Πάτμο, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος όλων των τέκνων του Γ.

Κ., επιμελούμενη την πατρική περιουσία για λογαριασμό τους, τότε θα ήταν σύνηθες για τη Μ. Κ. προς διευθέτηση των αναφερομένων στην επιστολή ζητημάτων ν' απευθυνθεί, σ' εκείνην και όχι στον Π. Κ.. Πέραν τούτου δε και εκ της αλληλογραφίας του Ν. Κ. συνάγεται ότι, παρά την συχνή κατ' έτος παρουσία των θυγατέρων Κ.

και των οικογενειών τους στην Πάτμο σε σχέση με τους Ν. και Π., των οποίων η παρουσία δεν ήταν συχνή, για τα ζητήματα που αφορούσαν το συγκεκριμένο περιουσιακό (στοιχείο οι δημοτικές αρχές απευθύνονταν σ' αυτούς. Τέλος δεν απεδείχθη ότι η μητέρα τους Μ. Κ. ενήργησε πράξεις διαχείρισης που αφορούσαν το συγκεκριμένο ακίνητο.

Η επικαλούμενη από τους ενάγοντες διενεργηθείσα μέτρηση του επιδίκου από τον πρώτο των εναγόντων, γιο της Α.ς Γ., το γένος Γ. Κ. το έτος 1970 και γενικά σε προγενέστερο του θανάτου του Π. Κ. χρόνο, δεν αποδεικνύει την επ' αυτού νομή τους αφού, έγινε κατόπιν εντολής του θείου του Π. Κ., δοθέντος ότι ο Ι. Γ. είναι πολιτικός μηχανικός και σ' αυτόν συνήθιζε, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, (θείος και από αδελφή ανηψιός), να αναθέτει τις εργασίες που χρειαζόταν να γίνουν από μηχανικό.

Επομένως, οι δικαιοπάροχοι της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων κατά το χρόνο του θανάτου τους είχαν καταστεί ισομερώς και εξ αδιαιρέτου αποκλειστικοί κύριοι του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο. Έως τότε οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, αδελφές Α. Γ. και Ε. Κ. δεν αμφισβητούσαν τα δικαιώματα των αδελφών τους Π.

και Ν. επί των ευρισκόμενων στην Πάτμο, προερχομένων από την πατρική ακίνητη περιουσία ακινήτων τους, στα οποία θεωρούν ότι συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο. Μετά το θάνατο των αδελφών Π. και Ν. Κ. την κυριότητα του επιδίκου απέκτησαν με κληρονομική διαδοχή οι δύο πρώτες εναγόμενες στην πρώτη με αρ. κατ. 445/1993 αγωγή, Ε.

χα Ν. Κ. και Μ. θυγατέρα Π. Κ., σύζυγο Δ. Χ., οι οποίες αποδέχθηκαν νόμιμα τη σ' αυτές επαχθείσα κληρονομιά των παραπάνω, με συμβολαιογραφική πράξη που μετέγραψαν, και, ενόψει της προϋφιοταμένης στα πρόσωπα των παραπάνω κληρονομουμένων κυριότητας του επιδίκου, όπως αναφέρθηκε, μετήχθη σ' αυτές η κυριότητα του επιδίκου από πραγματικούς κυρίους με παράγωγο τρόπο.

Ειδικότερα στην πρώτη εξ αυτών το επίδικο περιήλθε κατά κυριότητα σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, μετά το θάνατο του συζύγου της Ν. Κ., στις 7-12-1971, με την ... δημόσια διαθήκη αυτού, που δημοσιεύτηκε με το 2075/16.12.1971 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία εν συνεχεία εκείνη αποδέχτηκε με την ... δήλωση αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Ευρυσθένους Παρασκευόπουλου της που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πάτμου (τόμος 16 αρ. 2198). Στην δεύτερη τούτων περιήλθε το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του επιδίκου κυριότητας στις 19-7-1976 μετά το θάνατο του πατέρα της Π. Κ., τον οποίο αυτή κληρονόμησε ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος (μετά την αποποίηση από την σύζυγο του Ε.

χα Παν. Κ. για την οποία συντάχθηκε η ... έκθεση αποποίησης), αποδεχόμενη την κληρονομιά με την ... δήλωση αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοτέλους Ηλία Χριστόπουλου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πάτμου (τόμος 20 αρ. 2599). Τόσο η πρώτη των εναγομένων από το έτος 1971 που πέθανε ο σύζυγος της, όσο και η δεύτερη τούτων, μετά το θάνατο του πατέρα της το 1976, συνέχισαν την επί του επιδίκου φυσική τους εξουσία συνεχώς, αδιαλείπτως μέχρι και έτος 1979, χωρίς ποτέ οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων να αμφισβητήσουν μέχρι τότε την επί του επιδίκου κυριότητα τους.

Η έναντι των κληρονόμων του Π. και Ν. Κ. αμφισβήτηση της αποκλειστικής κυριότητας του επιδίκου, έγινε για πρώτη φορά το έτος 1979 από τις αδελφές τους Μ. Π. και την εν ζωή ευρισκομένη κατά την άσκηση των κρινόμενων αγωγών πέμπτη ενάγουσα Ε. Κ. το γένος αμφοτέρων Γ. Κ., με την από 1.6.1979 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση που κοινοποίησαν σ' αυτές στις 14.7.1979, με την οποία καλούσαν τις εναγόμενες να συναινέσουν στη με εξώδικη διανομή λύση της μεταξύ τους υφισταμένης κοινωνίας στα ακίνητα που προέρχονται από την κληρονομιά του πατέρα τους, Γ.

Κ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το επίδικο. Το γεγονός όμως αυτό, δεν διέκοψε την άσκηση της επί του επιδίκου νομής των δύο πρώτων εναγομένων, οι οποίες εξακολούθησαν να ασκούν διακατοχικές πράξεις με διάνοια αποκλειστικών κυρίων στο επίδικο, εκμισθώνοντας αυτό μαζί με άλλα ακίνητα τους στον Ε. Π., από τον οποίο εισέπρατταν μίσθωμα και, γενικά, επιβλέποντας επισκεπτόμενες οι ίδιες, ή τρίτοι κατ' εντολή τους αυτό, προκειμένου να διαπιστώνουν την εκάστοτε πραγματική κατάσταση του, μέχρι το 1992 που με το 575/3.7.1992 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.ς Πυρλή-Πιμπλή, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν τούτο στον Π.

Β. τρίτο εναγόμενο της πρώτης αγωγής και μόνο εναγόμενο στις περί προσβολής νομής ένδικες αγωγές. Στον τελευταίο από της μεταγραφής του συμβολαίου παραδόθηκε άμεσα η νομή και η κατοχή του ακινήτου από τις πωλήτριες. Έτσι η διαμόρφωση χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων τον Αύγουστο του έτους 1994 και η κατασκευή κτίσματος σε διαφορετικό τμήμα αυτού στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 1997, συνιστούν από μέρους του νόμιμη άσκηση νομής στο επίδικο, η οποία του παραδόθηκε μαζί με την εξ αιτίας πωλήσεως μεταβίβαση της κυριότητας του από τις πωλήτριες δικαιοπαρόχους του, συνεναγόμενες στην αρχική αγωγή και προσθέτως παρεμβαίνουσες στις ένδικες, εναντίον του στρεφόμενες με αρ.

κατ. 803/1995 και 1509/1997 αγωγές νομής. Οι ενάγοντες στις δύο αυτές αγωγές νομής επικαλέστηκαν τις ίδιες πράξεις νομής, που οι εναγόμενες δικαιοπάροχοι του αντιδίκου τους και ο ίδιος παρέθεσαν στις προτάσεις τους αμυνόμενοι στην πρώτη (με αρ. κατ. 445/1995) των ενδίκων αγωγών. Στην αγωγή εκείνη οι ενάγοντες, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν αναφέρουν ουδεμία πράξη νομής μέχρι το έτος 1993 και ούτε προσδιορίζουν συγκεκριμένα αυτές με τις προτάσεις τους, αλλά μόνο με την προσθήκη αντίκρουση τούτων και αφού στο μεταξύ έλαβαν γνώση των πράξεων νομής που παρέθεσαν οι εναγόμενοι, βασιζόμενοι (οι ενάγοντες), κατά όσα οι ίδιοι εξέθεσαν στο δικόγραφο της και επαναλαμβάνουν και στις άλλες δύο ένδικες αγωγές, στο νομικό καθεστώς της ex lege από τον ΑΚ αυτοδίκαιης μεταβίβασης της νομής επιδίκου στους κληρονόμους του Γ.

Κ. κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου διαδοχής του καθενός, στους οποίους περιλαμβάνονται οι δικαιοπάροχοι όλων των διαδίκων. Η επίκληση όμως αυτή, ακόμη και για τα ανήκοντα στην κληρονομιαία περιουσία του Γ. Κ. ακίνητα, στα οποία κατ' αυτούς περιλαμβάνεται και το επίδικο, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού, σύμφωνα με το ισχύον κατά τον θάνατο του Γ.

Κ. το έτος 1931 νομικό καθεστώς στα Δωδεκάνησα, και ειδικότερα, του εφαρμοζομένου στις κληρονομικές σχέσεις Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου (ΒΡΔ), δεν ισχύει η αυτοδίκαιη μεταβίβαση της νομής των κληρονομιαίων ακινήτων στους κληρονόμους, αλλά αυτή περιέρχεται σε εκείνον που εξεδήλωσε την βούληση του γι' αυτήν και;

επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το επίδικο ανήκει στην περιουσία του Γ. Κ., οι ως άνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων, αδελφές Α. Γ. και Ε. Κ. το γένος Γ. Κ., δεν κατέστησαν αυτοδικαίως συννομείς του επιδίκου. Ως εκ τούτου οι πράξεις νομής που άσκησαν οι αδελφοί Π. και Ν. Κ., απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγομένου αγοραστή Π.

Β. και άμεσοι δικαιοπάροχοι των πωλητριών στο επίδικο, ακόμη και με την εκδοχή ότι τούτο περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία του Γ. Κ., προσπόρισε την κυριότητα του επιδίκου σ' αυτούς με χρησικτησία, χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί η προς τούτο γνωστοποίηση στις τρεις αδελφές τους, οι οποίες σημειωτέον σε καμία από τις αγωγές τους δεν επικαλούνται ότι αναμείχθηκαν στην κληρονομιά, ούτε και ότι άλλος κανείς πλην των Π.

και Ν. Κ. άσκησε εξ ονόματος τους νομή στο επίδικο. Περαιτέρω, κατά τα όσα ήδη έχουν αναφερθεί, ούτε οι ίδιοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ούτε άλλος κανείς για λογαριασμό τους άσκησαν τις επικαλούμενες στις ένδικες αγωγές νομής, διακατοχικές πράξεις, για τις οποίες σημειωτέον δεν παρατίθενται στα δικόγραφά τους χρονολογίες, αλλά οι πράξεις αυτές ταυτιζόμενες με εκείνες, που ο αντίδικος τους εξ αρχής στις προτάσεις του αναλυτικά παρέθεσε, ως διακατοχικές ενέργειες στο επίδικο των απωτέρων δικαιοπαρόχων του Π.

και Ν. Κ. μέχρι το θάνατο του εξ αυτών Π. το έτος 1976, αφορούσαν μόνο τη με διάνοια κυρίου κατοχή του επιδίκου από τους τελευταίους. Η προς τους δικαιοπαρόχους του Π. Β. κοινοποίηση το έτος 1979 της εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης για εξώδικη διανομή μεταξύ των άλλων και του επιδίκου, όσο και η μέτρηση του επιδίκου και η αποτύπωσή του σε τοπογραφικά διαγράμματα από μέρους και κατ εντολή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων τα έτη 1978, 1979 και 1980, δεν αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση εξουσιάσεως του ακινήτου, ενώ δηλωτική εξουσιάσεως πράξη δεν αποτελεί η εκ περιστάσεως στάθμευση των αυτοκινήτων τους στο επίδικο όταν επισκέπτονταν την περιοχή, αφού, όπως από τα παραπάνω επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ο χώρος αυτός του ακινήτου για κάποιο χρονικό διάστημα πριν την πώλησή του και μετά απ αυτήν, χρησιμοποιείτο, με την ανοχή των εναγομένων, ως ελεύθερος χώρος στάθμευσης και άλλων, πλην εκείνων των εναγόντων, αυτοκινήτων.

Επομένως οι ενάγοντες ουδέποτε και ιδίως τον τελευταίο πριν την κατάληψη του από τον εναγόμενο χρόνο, κατέστησαν έστω και επιληψίμως νομείς του επιδίκου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμες τις συνεκδικασθείσες τρεις αγωγές των αναιρεσειόντων και, συγκεκριμένα, την με αριθ.εκθ.κατ. 445/1993 αναγνωριστική κυριότητας, την με αριθ.εκθ.κατ. 803/1995 περί προστασίας της νομής λόγω διατάραξης και την με αριθ.εκθ.κατ. 1509/1997 περί προστασίας της νομής λόγω προσβολής και, στη συνέχεια, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΒΡΔ και του ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης συγκυριότητας των δικαιοπαρόχων του τρίτου αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και της μη κτήσης συγκυριότητας και σύννομης των αναιρεσειόντων σε αυτό.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο (πρώην αγρός και ήδη οικόπεδο) που βρίσκεται στη νήσο Πάτμο, εμβαδού 2.735,60 τμ., ανήκε από παλαιότατους χρόνους στην Ε. συζ. Ν. Κ., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομιά του αυταδέλφου της Ι. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει με διαθήκη του πατέρα του, το έτος 1873.

Ότι αυτή ήταν μητέρα, μεταξύ άλλων, των αδελφών Γ. και Ε. Κ., που φέρονται ο μεν πρώτος ως απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, ο δε δεύτερος ως απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων. Ότι δεν υπήρξε άτυπη δωρεά του επίδικου ακινήτου εκ μέρους της Ε. Κ. προς το γιο της Ε., μεγάλο μέρος της περιουσίας του οποίου περιήλθε, μετά το θάνατό του το έτος 1936, με ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε το έτος 1937, στους γιους του αδελφού του Γ.

Κ., τους αδελφούς Π. και Ν. Κ.. Ότι δεν υπήρξε επίσης άτυπη διανομή της μητρικής περιουσίας με το γιο της Γ. Κ., που πέθανε το 1931 χωρίς διαθήκη και φέρεται, κατά την επίκληση των αναιρεσειόντων, να έχει κληρονομηθεί ισομερώς από τα τέκνα του Π., Ν., Α., Μ. και Ε.. Ότι στη συνέχεια, οι αδελφοί Π. και Ν. Κ. (απώτεροι δικαιοπάροχοι του τρίτου αναιρεσιβλήτου), έχοντας την πεποίθηση ότι το επίδικο ανήκε στην κληρονομιά του θείου τους Ε.

Κ. από το έτος 1937 νέμονταν και κατείχαν αποκλειστικά για λογαριασμό τους τούτο, ισομερώς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου (ανανέωση περίφραξης, επιβάρυνση με δαπάνες επίβλεψης και συντήρησης, εκμίσθωση σε τρίτους κ.α.) μέχρι το θάνατό τους το έτος 1971 για το Ν.

και το έτος 1976 για τον Π.. Ότι μετά το θάνατο αυτών, την κυριότητα του επιδίκου απέκτησαν με κληρονομική διαδοχή κατά τα έτη 1976 και 1977, αντίστοιχα, οι δύο πρώτες εναγόμενες Ε. χήρα Ν. Κ. (μετά το θάνατο της οποίας κληρονομήθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη Μ.-Κ. Τ.) και Μ. Χ. το γένος Π. Κ. (δεύτερη αναιρεσίβλητη), οι οποίες κατά τα έτη 1976 και 1977, αντίστοιχα, αποδέχθηκαν νόμιμα την επαχθείσα κληρονομιά με συμβολαιογραφικές πράξεις που μετέγραψαν.

Ότι αυτές συνέχισαν έκτοτε τη φυσική εξουσία τους στο επίδικο ακίνητο, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1979, χωρίς ποτέ οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων να αμφισβητήσουν μέχρι τότε την κυριότητα τους. Ότι και μετά την κατά το έτος 1979 λαβούσα χώρα αμφισβήτηση της κυριότητας των Ε. Κ. και Μ.ς Χατζηδημητρίου εκ μέρους των θυγατέρων του Γ.

Κ., Μ. Π. και Ε. Κ., αυτές εξακολούθησαν να ασκούν διακατοχικές πράξεις με διάνοια αποκλειστικών κυρίων στο επίδικο, εκμισθώνοντας το μαγαζί με άλλα ακίνητα τους στον Ε. Π., από τον οποίο εισέπρατταν μίσθωμα. Ότι, εν τέλει, με το 575/1992 νόμιμα μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο οι Ε. Κ. και Μ. Χ. μεταβίβασαν την κυριότητα του επιδίκου στον τρίτο αναιρεσίβλητο Π.

Β., στον οποίο παραδόθηκε άμεσα η νομή και κατοχή αυτού, η δε εκ μέρους του διαμόρφωση χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων τον Αύγουστο του 1994 και η κατασκευή κτίσματος σε διαφορετικό τμήμα αυτού στις αρχές Δεκεμβρίου 1997 συνιστούν νόμιμη άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο. Ότι, αντιθέτως, κατά το διάστημα των ετών 1937 μέχρι τα έτη 1971 και 1976 (που αποβίωσαν οι αδελφοί Π.

και Ν. Κ.), οι τρεις θυγατέρες του Γ. Κ., Α. Γ., Ε. Κ. (δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων-εναγόντων) και Μ. Π. δεν άσκησαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια συγκυρίων στο πιο πάνω ακίνητο ούτε απέκτησαν αυτοδικαίως τη σύννομη αυτού μετά το θάνατο του πατέρα τους Γ. Κ., αφού σύμφωνα με το διέπον κατά το χρόνο θανάτου αυτού (1931) τις κληρονομικές σχέσεις ΒΡΔ δεν ίσχυε η αυτοδίκαιη μεταβίβαση της νομής των κληρονομιαίων ακινήτων στους κληρονόμους, αλλά αυτή περιερχόταν σε εκείνον που εξεδήλωσε τη σχετική βούληση.

Ότι, ως εκ τούτου, και με την εκδοχή ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία του Γ. Κ., οι γιοι του Π. και Ν. Κ., που επιλήφθηκαν της άσκησης της νομής του πιο πάνω ακινήτου κατά το έτος 1937 και απόκτησαν την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ήταν αναγκαίο να γνωστοποιήσουν προς τις τρεις άνω αδελφές τους τη βούλησή τους να νέμονται αυτό αποκλειστικά για λογαριασμό τους.

Ότι, τέλος, ούτε οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων ούτε άλλος κανείς για λογαριασμό τους άσκησαν τις επικαλούμενες στις ένδικες αγωγές περί νομής διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο, οι δε αναιρεσείοντες ουδέποτε κατέστησαν, ιδίως τον τελευταίο πριν από την κατάληψή του από τον τρίτο αναιρεσίβλητο χρόνο, έστω και επιλήψιμοι νομείς αυτού.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι προβαλλόμενες με τους ίδιους πιο πάνω λόγους αναίρεσης περαιτέρω αιτιάσεις, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του ΒΡΔ αναφορικά με την κτήση κυριότητας με κληρονομική διαδοχή, διότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση:

α) εάν οι θυγατέρες του Γ. Κ. Α. Γ. και Ε. Κ. κατά το χρόνο του θανάτου του (1931) ήταν sui, δηλαδή ανήλικες και άγαμες και τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία, οπότε το εξ αδιαθέτου δικαίωμα επί της κληρονομιάς του πατέρα τους αποκτήθηκε αυτοδικαίως, χωρίς τη γνώση ή τη βούλησή τους ή αν ήταν υπεξούσιοι κατιόντες αυτού, οπότε απαιτείτο υπεισέλευση (ρητή ή σιωπηρή), με ανάμειξη τους στην πατρική περιουσία και β) εάν στην κληρονομιαία περιουσία του Γ.

Κ. υπήρχαν κατά το χρόνο του θανάτου του και άλλα περιουσιακά στοιχεία, και σε καταφατική περίπτωση, αν σε αυτά ή σε κάποιο από αυτά οι ως άνω θυγατέρες του άσκησαν πράξεις δηλωτικές της υπεισέλευσής τους στην κληρονομιά τους, δεδομένου ότι η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρη της κληρονομιάς ισχύει (ως υπεισέλευση) για ολόκληρη την κληρονομιά, είναι απορριπτέες, ως αλυσιτελείς, αφού το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων για την αναγνώριση της κυριότητάς τους σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο στηρίχθηκε στην παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία, ως και στο ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων ουδέποτε απέκτησαν, κατά τις ως άνω διατάξεις του ΒΡΔ, τη συννομή επί του επιδίκου, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το αν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων υπήρξαν συγκύριοι αυτού με παράγωγο τρόπο, και ειδικότερα, με κληρονομική διαδοχή κατά το ΒΡΔ (με τις διατάξεις του οποίου ως προς το θέμα αυτό το Εφετείο δεν ασχολήθηκε), των δε αγωγών περί διατάραξης και αποβολής από τη νομή διαφορετικών τμημάτων του πιο πάνω ακινήτου στη μη απόδειξη της ιστορικής βάσης των αγωγών αυτών περί αυτοδίκαιης κτήσης της σύννομης των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο, ως στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος το έτος 1931 πατέρα τους Γ.

Κ., συγκληρονόμοι του οποίου φέρονται και τα πέντε τέκνα του, καθώς και στην μη απόδειξη της άσκησης πράξεων νομής από τους ίδιους του πιο πάνω δικαιοπαρόχους ούτε από άλλους για λογαριασμό τους ούτε και από τους ίδιους τους αναιρεσίβλητους.

Οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια (από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, οι οποίες συνίστανται στο ότι, ενώ δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο "δεν προσφερόταν για καλλιέργεια αφού το μεγαλύτερο μέρος είχε πάντα λιμνάζοντα νερά", στη συνέχεια δέχεται ότι ήταν "αγρός" και ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Π.

και Ν. Κ. και οι εκ των εναγομένων Ε. Κ. και Μ. Χ. το εκμίσθωναν σε τρίτους- γεωργούς για καλλιέργεια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με αυτήν έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο ήταν "πρώην αγρός", ότι κατά το 1937, που οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων το έλαβαν στη νομή τους "δεν προσφερόταν για καλλιέργεια αφού το μεγαλύτερο μέρος είχε πάντα λιμνάζοντα νερά", και ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων το εκμίσθωναν κατά τα έτη 1973 και 1975 μαζί με την υπόλοιπη αγροτική περιουσία τους που διατηρούσαν στην Πάτμο σε τρίτους.

Καμία δε αντίφαση δεν προκύπτει από τις εν λόγω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο "δεν προσφερόταν για καλλιέργεια, αφού το μεγαλύτερο μέρος είχε πάντα λιμνάζοντα νερά", δεν σημαίνει ότι αποκλείεται και η εκμίσθωσή του, ενόψει του ότι δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η παραχώρηση της χρήσης του επιδίκου, λόγω μίσθωσης, γινόταν για καλλιέργεια του, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με το αναιρετήριο..

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Συνεπώς, αν από την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή αβάσιμος από το δικαστήριο της ουσίας, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται στο αναιρετήριο, ο σχετικός από τη διάταξη αυτή λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, α) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διότι δεν έλαβε υπόψη του τις πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων τους Α.ς Γ. και Ε. Κ., οι οποίες αναφέρονταν στην από 20-1-1995 προσθήκη αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεών τους και τις οποίες επικαλέστηκαν προς αντίκρουση των ενστάσεων παραγραφής και ιδίας κυριότητας που πρότειναν οι αναιρεσίβλητοι με τις από 9-1-1995 και 10-1-1995 προτάσεις τους και β) με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους, ότι τα προαναφερθέντα μισθωτήρια και οι αποδείξεις πληρωμής μισθωμάτων αφορούσαν τη μίσθωση άλλων ακινήτων και όχι του επίδικου ακινήτου.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί είναι αρνητικοί και κατά συνέπεια δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο δεύτερος από τους ισχυρισμούς λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος με την παραδοχή ότι τα μισθωτήρια και οι αποδείξεις πληρωμής αφορούν το επίδικο ακίνητο και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή υπαγωγή, η από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι αυτή (απόφαση) έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν (λόγο) έγγραφα, τα οποία για πρώτη φορά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι στην μετ' απόδειξη συζήτηση στον πρώτο βαθμό και ενώπιον του Εφετείου, χωρίς την επίκληση από αυτούς (αναιρεσίβλητους) κάποιου λόγου ανωτέρας βίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται, κατ' άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ, να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του προσκομίζοντας αυτά διαδίκου, χωρίς μάλιστα επίκληση λόγου ανωτέρας βίας και αιτιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της λήψης αυτών υπόψη.

Για να είναι παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. β' ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν διέταξε αποδείξεις για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται, δηλαδή το σφάλμα της απόφασης ως προς τη διατύπωση του θέματος απόδειξης, να προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι αυτό έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα προαναφερθέντα τρία μισθωτήρια έγγραφα, με τα οποία φέρεται να παραχωρείται η χρήση του επίδικου ακινήτου σε τρίτους, δεν είναι εικονικά, χωρίς να διαταχθεί προηγουμένως με τις αναφερόμενες προδικαστικές αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απόδειξη επί του σχετικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και με τον οποίο αμφισβητήθηκε το τεκμήριο της αληθείας του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός για την παράλειψη αυτή των προδικαστικών αποφάσεων προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο. Πέραν τούτου ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, σε κάθε περίπτωση, ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 21-3-2006 έφεσης των αναιρεσειόντων, ο ως άνω ισχυρισμός για την παραπάνω παράλειψη των προδικαστικών αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν προτάθηκε από αυτούς στο Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7/12/2009 αίτηση των Ι. Γ. κλπ για αναίρεση της 187/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ