Supreme Court dismisses State's appeal on statute of limitations defense validity in inheritance dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the State's request to overturn the First Instance Court's decision regarding an inheritance claim. The State argued the appeal was inadmissible because the lower court failed to explicitly reject the defendants' statute of limitations defense and counterclaim. The court ruled the appeal baseless because the First Instance Court had already addressed and rejected these defenses in its judgment, rendering the State's complaint about procedural omission unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court has already ruled on the admissibility of the counterclaim and statute of limitations defense within its judgment, making the appellant's claim of procedural omission baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1357 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1357/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Παππά Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, συζ. Β1, θυγ. του Β2 και της Β3 κατοίκου ..., 2. Ψ2, συζ. Β4 , θυγ. του Β5 και της Ψ1, κατοίκου ..., 3. Ψ3 χας Β6, θυγ. του ... και της ... και 4. Ψ4 και της ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Σωτηρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-1981 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 480/1991 μη οριστική, 414/1982 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Κατόπιν κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε η από 16-2-2004 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε την από 31.018/2004 απόφασή του και 209/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-4-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 7-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της από 3-4-2006 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου έχει κατατεθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης αντίγραφο της 1004/27-6-2006 γνωμοδότησης του αρμόδιου (Β') Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παράγραφοι 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικατα-στάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1998).
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Η μη αναγραφή όμως στην απόφαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, δεν συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, ούτε εμπίπτει σε κανένα από τους λοιπούς λόγους αναίρεσης που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ, που, σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 2 του ίδιου Κώδικα, δεν έχει αναδρομική δύναμη, οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας, που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 § 2 του ν. ΤΑ'/1856, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 92 εδάφ.
α' Εις. ΝΑΚ, εφόσον ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου διαδοχή διέπεται από τους νόμους της ιθαγένειας του κληρονομουμένου, εκτός αν πρόκειται για ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, οπότε ως προς την παραπάνω διαδοχή εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 8-5-1941 πέθανε στη ... η Ζ, θυγατέρα του Μ1, σύζυγος του Ν του Μ2. Ο γάμος της μετά του άνω συζύγου της τελέστηκε την 2.9.1919 και δεν λύθηκε, παρά τη σύναψη γάμου του ανωτέρω μετά της Β3 λόγω της επιτρεπόμενης στους μωαμεθανούς πολυγαμίας.
Η αποβιώσασα, Τουρκικής κατά τη γέννησή της στην ...υπηκοότητας και ... από την τέλεση του γάμου της διότι ο σύζυγός της ήταν ... υπηκοότητας, στο χρόνο του θανάτου της κατέλιπε μοναδικό πλησιέστερο συγγενή της το σύζυγό της και ουδένα άλλο ανιόντα ή κατιόντα. Ως προς το αναφερόμενο στην τριτανακοπή ακίνητό της, που κείται στην Ελλάδα (οικόπεδο εμβαδού 542,40 μ2, μαζί με τα επ' αυτού παλαιά κτίσματα που βρίσκεται στη ...στη Γωνία των οδών Λεωφόρου ...
η κληρονομία της βάσει του άρθρου 5 παρ 2 του ν. ΤΑ/1856 διέπεται από το ισχύον στο χρόνο του θανάτου της Ελληνικό κληρονομικό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 7 εδ α' και 2 παρ 1 του ν. 2310/1920, του άνω συζύγου της κληρονομήσαντος εξ αδιαθέτου κατά 100% αυτήν. Ο σύζυγός της πριν το θάνατό της αναχώρησε στην ..., όπου τέλεσε και νέο νόμιμο γάμο μετά της Ρ και στο χρόνο του θανάτου του την 29.9.1952 ήταν Τούρκος υπήκοος και κληρονομήθηκε, κατά το ισχύον τότε Τουρκικό κληρονομικό δίκαιο, εξ αδιαθέτου κατ' ίσα μέρη (12/32 ο καθένας) από την άνω τελευταία σύζυγό του Ρ και τα τρία τέκνα του από τον προηγούμενο γάμο μετά της Β3, που είχε λυθεί με διαζύγιο, την ..., το ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι τριτανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, καθώς και οι δικαιοπάροχοί τους είναι κληρονόμοι του κληρονόμου συζύγου της θανούσας Ζ, Ν και επομένως ανατρέπεται το μαχητό τεκμήριο της τριτακακοπτόμενης οριστικής απόφασης (414/1982) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία βεβαιώθηκε, ότι το καθ' ου η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είναι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της πιο πάνω θανούσας.
Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν έννομο συμφέρον στην άσκηση της ένδικης τριτανακοπής ενόψει της προσβολής του κληρονομικού τους δικαιώματος από το πιο πάνω μαχητό τεκμήριο υπέρ του αντιδίκου τους, η κατά του οποίου περί κλήρου αγωγή, καθώς και η διεκδικητική του επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου αγωγή δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή και επομένως πρέπει η εν λόγω τριτανακοπή να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ότι ο γάμος της θανούσας Ζ με το Ν τελέστηκε στις 2-9-1919, ότι ο τελευταίος είχε τελέσει προηγούμενο γάμο με τη Β3, ο οποίος είχε λυθεί με διαζύγιο, ότι πριν από τον επισυμβάντα στη ..., στις 8-5-1941, θάνατο της δεύτερης συζύγου του αναχώρησε στη ...
όπου τέλεσε και νέο νόμιμο γάμο με τη Ρ, ότι ο γάμος της πιο πάνω θανούσας δεν λύθηκε, παρά τη σύναψη του (προηγούμενου) γάμου του με τη Β3λόγω της επιτρεπόμενης στους μωαμεθανούς πολυγαμίας και ότι η εν λόγω θανούσα "κατέλιπε μοναδικό πλησιέστερο συγγενή της το σύζυγό της και ουδένα άλλο ανιόντα ή κατιόντα", ενώ φανερό καθίσταται ότι αναφορικά με την εγκυρότητα του γάμου της Ζ με τον Ν εφάρμοσε διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να κάνει ρητή μνεία, χωρίς το αναιρεσείον να επικαλείται ότι ενώπιον του Εφετείου είχε προβάλει ισχυρισμό για λύση του γάμου αυτού, λόγω του επιγενόμενου άλλου γάμου του Ν με την Ρ.
Οι συναφείς, επομένως, πρώτος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν κατέστησε σαφές ποιες συγκεκριμένα διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ελληνικού, τουρκικού κ.ά), που επιτρέπουν την πολυγαμία, εφάρμοσε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση, ότι ο γάμος του Ν με τη Ζ δεν λύθηκε, παρά τους γάμους που είχε τελέσει με τη Β3 και τη Ρ, το χρόνο τέλεσης μάλιστα των οποίων δεν προσδιορίζει, από τον οποίο θα προέκυπτε η εγκυρότητα ή μη αυτών, σύμφωνα με το Τουρκικό Δίκαιο (εφαρμοζόμενο λόγω του τόπου τέλεσής τους) ή η λύση του γάμου του Ν με τη Ζ και περαιτέρω δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν η θανούσα Ζ είχε κατά το χρόνο του θανάτου της και άλλους συγγενείς δεύτερης τάξης, δηλαδή κατιόντες των γονέων της έως δισέγγονους, οπότε και αυτοί, αν υπήρχαν, θα ήταν κληρονόμοι της, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 7 εδάφιο α' και 2 παρ. 1 του ν. 2310/1920, που εφαρμόζονται, στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου θανάτου της πιο πάνω κληρονομουμένης, έτσι δε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο Β2 ήταν νόμιμος σύζυγος (και ως εκ τούτου νόμιμος, κατά το ελληνικό δίκαιο, κληρονόμος) της Ζ, μολονότι ο ίδιος είχε τελέσει προηγούμενο γάμο με τη Β3 και νέο νόμιμο γάμο με τη Ρ, τον οποίο τέλεσε μετά την αποχώρησή του για τη ...
και πριν από το θάνατο της ΝΖ, με την αιτιολογία ότι επιτρέπεται στους μωαμεθανούς η πολυγαμία, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 130 του Τουρκικού Κώδικα, ισχύοντος από το έτος 1926, σύμφωνα με την οποία "όλα τα πρόσωπα που επιθυμούν να συνάψουν δεύτερο γάμο, πρέπει να αποδείξουν ότι ο προηγούμενος γάμος τους έχει λυθεί".
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση την αμέσως πιο πάνω διάταξη, που άρχισε να ισχύει, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, το έτος 1926, ενώ πιο πάνω γάμος της ... είχε τελεστεί στις 2-9-1919.
Από τη διάταξη του άρθρου 759 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία οι διάδικοι προσάγουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία θα χρησιμοποιήσουν για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, προκύπτει, ότι, στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 740 επ. Κ.Πολ.Δ), ισχύει η ελεύθερη απόδειξη, το δικαστήριο, δηλαδή, με εξαίρεση μόνο τη διεξαγωγή αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 759 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), δεν δεσμεύεται από αποδεικτικούς κανόνες και μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι διάδικοι κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους.
Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, δεδομένου ότι δέχθηκε ότι ο γάμος του Ν και της Ζ δεν λύθηκε, χωρίς αυτό να προκύπτει από επίσημα δημόσια έγγραφα (πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, αντίγραφο από ληξιαρχικά βιβλία) και χωρίς να διατάξει απόδειξη περί της λύσης του εν λόγω γάμου, ενόψει του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 130 του Τουρκικού Αστικού Κώδικα, που εφαρμόζεται, στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του τόπου της τέλεσης του νέου γάμου του Β2 με τη Ρ, η λύση του γάμου του με τη Ζ αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη του νέου γάμου του με τη Ρ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, εφόσον ο αμέσως πιο πάνω ισχυρισμός του καθ' ου η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος περί λύσης του γάμου του Β2 και της Ζ ως προϋπόθεσης για τη σύναψη του νέου γάμου του με τη Ρ, δεν αποτελεί "πράγμα", με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ, αλλά αρνητικό ισχυρισμό της ιστορικής βάσης της ένδικης τριτανακοπής, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, γιατί το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει αποδείξεις για την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης τριτανακοπής, αφού αυτή δικάστηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 773 Κ.Πολ.Δ).
Με τις διατάξεις των άρθρων 1868 και 1869 ΑΚ, που, σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 92 εδάφιο β' του Εισ.Ν.ΑΚ, εφαρμόζονται και στις πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα αποβιώσεις, "αν δεν βρεθεί κληρονόμος μέσα σε προθεσμία ανάλογη προς τις περιστάσεις, το δικαστήριο της κληρονομίας βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος, εκτός από το δημόσιο.
Η βεβαίωση δημιουργεί τεκμήριο ότι το δημόσιο είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος (άρθρο 1868 ΑΚ)". "Tο δικαστήριο πριν από τη βεβαίωση διατάζει να δημοσιευτεί πρόσκληση, για να αναγγελθούν εκείνοι που έχουν κληρονομικό δικαίωμα και καθορίζει συνάμα τα σχετικά με τη δημοσίευση και την προθεσμία της αναγγελίας.
Αν οι δαπάνες της δημόσιας πρόσκλησης είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με την κληρονομία, μπορεί αντί για δημοσίευση να γίνει ειδική πρόσκληση προς τους πιθανούς κληρονόμους. Αν μέσα στην ορισμένη προθεσμία δεν αναγγέλθηκε κληρονόμος ή το δικαίωμα εκείνου που εμπρόθεσμα αναγγέλθηκε κριθεί ανυπόστατο, το δικαστήριο προχωρεί στη βεβαίωση που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο (άρθρο 1869 ΑΚ)".
Η πρόσκληση, που, τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη διάταξη διατάζει το δικαστήριο της κληρονομίας πριν από τη βεβαίωση ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το δημόσιο, με τον τρόπο που γίνεται, έχει σκοπό να αποτρέψει την έκδοση επιπόλαιων αποφάσεων που βεβαιώνουν την κληρονομική ιδιότητα του δημοσίου και αποβλέπει στη δημιουργία οπωσδήποτε σοβαρών τεκμηρίων για την ιδιότητα αυτή.
Επομένως, αν εκδόθηκε απόφαση που βεβαιώνει την κληρονομική ιδιότητα του δημοσίου, ο αληθινός κληρονόμος που δεν αναγγέλθηκε, έχει δικαίωμα τριτανακοπής κατά της σχετικής απόφασης. Η εν λόγω τριτανακοπή, που αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμα και όχι αξίωση, δεν υπόκειται σε παραγραφή, ούτε άλλωστε ορίζεται προθεσμία για την άσκησή της.
Προϋπόθεση πάντως όπως και κάθε άλλου ένδικου βοηθήματος είναι το έννομο συμφέρον, το οποίο υπάρχει, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση βλάπτει ή επιφέρει διακινδύνευση στα συμφέροντα του τριτανακόπτοντα. Τέτοια βλάβη ή διακινδύνευση στα συμφέροντα του τριτανακόπτοντα δεν επέρχεται, εφόσον, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 271, 272, 1094, 1871 και 1879 ΑΚ, η διεκδικητική αγωγή, ως αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας στο κληρονομιαίο ακίνητο, καθώς και η περί κλήρου αγωγή έχουν υποκύψει στη γενική εικοσαετή παραγραφή, όπότε το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο βεβαιώθηκε με την τριτανακοπτόμενη απόφαση ως μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος, με την επί εικοσαετία από την από μέρους του, με την παραπάνω ιδιότητά του, κατάληψη του κληρονομιαίου ακινήτου άσκηση νομής με διάνοια κυρίου σ' αυτό, απέκτησε την κυριότητα του τελευταίου.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον αμέσως πιο πάνω αναιρετικό λόγο ελέγχεται και η εσφαλμένη απόρριψη ισχυρισμού ως απαραδέκτου (Ολ. ΑΠ 43/1996). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτή όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ.
ΑΠ 472/1983). Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της έφεσής του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, πρότεινε την έλλειψη έννομου συμφέροντος των αντιδίκων του για την άσκηση της ένδικης σε βάρος του τριτανακοπής, προβάλλοντας την ένσταση της παραγραφής της διεκδικητικής του επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου αγωγής, καθώς και εκείνης της περί κλήρου αγωγής και της εξαιτίας αυτής - παραγραφής - απόκτησης από μέρους του της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία - κτητική παραγραφή -.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον με τον παραπάνω λόγο της έφεσης, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από της αποβιώσεως της Ζ (8.5.1941) ή έστω από της εισαγωγής του ΑΚ, και καθ' όσον χρόνον η κληρονομιά τελούσε υπό συνεχή κηδεμονία και από του έτους 1982 υπό την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, γεγονότα που, σημειωτέον, τελούσαν εν γνώσει των αντιδίκων και συνιστώντα αμφισβήτηση και προσβολή του, δήθεν, κληρονομικού τους δικαιώματος μέχρι και σήμερα παρήλθε, εν τελεία απραξία, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας (άρθρο 249 ΑΚ εν συνδ.
προς 18 Εισ. Ν.Α.Κ.), χωρίς να λάβει χώρα γεγονός δυνάμενο να αναστείλει ή διακόψει την παραγραφή. Σημειωτέον ότι, οι αιτήσεις των α) Β2 και β) Ψ1 συζ. Β1 κ.λ.π., με τις οποίες, αυτοί, ζητούσαν την αναγνώριση του κληρονομικού τους δικαιώματος, απερρίφθησαν, τελεσίδικα, με τις 1071/1949 και 3639/1964 αποφάσεις του "Δικαστηρίου των εν Θεσσαλονίκη Πρωτοδικών", αντίστοιχα, για τυπικούς λόγους, και επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 263 Α.Κ., η εν λόγω παραγραφή θεωρείται ως μηδέποτε διακοπείσα.
Σύμφωνα, επομένως, με τα ανωτέρω η σχετική αγωγή και το δια ταύτης αξιούμενο κληρονομικό δικαίωμα έχει παραγραφεί και αποσβεστεί μη υφισταμένου, ως εκ τούτου, και εννόμου συμφέροντος των αντιδίκων προς έγερσή της κατά της υπ' αριθμ. 414/1982 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στρεφόμενης τριτανακοπής, και συνεπώς η εκκαλούμενη που έκρινε τα αντίθετα εκδόθηκε κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
β. Άλλως από την κατάληψη του ακινήτου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της κληρονομιάς, από το Ελληνικό Δημόσιο την 10-1-1983, (κατάληψη η οποία έγινε υπό την προβαλλόμενη από το Δημόσιο ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Κ) μέχρι σήμερα παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας, και συνεπώς η περί κλήρου αγωγή αλλά και η διεκδικητική αγωγή των αντιδίκων έχει παραγραφεί, δεδομένου ότι όπως προέκυψε και από τον μάρτυρα των αντιδίκων κατά το διάστημα αυτό, άλλα και το προγενέστερο από το χρόνο θανάτου της Κ σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν οι αντίδικοι σχετική είτε με την διεκδίκηση του ακινήτου είτε με την αναγνώριση των προβαλλόμενων κληρονομικών τους δικαιωμάτων, το οποίο (ακίνητο) σε κάθε περίπτωση περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου και με έκτακτη χρησικτησία κατ' άρθρο 1045 ΑΚ, με την πάνω από 20 χρόνια νομή και κατοχή αυτού (κτητική παραγραφή), λαμβανομένου υπόψη επιπλέον ότι οι αντίδικοι δεν επικαλέστηκαν ούτε και απέδειξαν οποιαδήποτε ενέργεια διακοπτική της παραγραφής.
Υπό τα δεδομένα αυτά παραγραφείσας της αξίωσης των αντιδίκων είτε για την απόδοση του αντικειμένου της κληρονομιάς, (περί κλήρου αγωγή) είτε για την απόδοση του επίδικου ακινήτου (διεκδικητική αγωγή κυριότητας), αλλά επιπλέον και λόγω αποκτήσεως από το Δημόσιο δικαιώματος κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση της τριτανακοπής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, αφού και η ευδοκίμηση της ακόμη δεν επιφέρει στους αντιδίκους όφελος, αφού δεν μπορούν αυτοί πλέον να επιδιώξουν την στο προβαλλόμενο κληρονομικό δικαίωμα αρμόζουσα κατάσταση.
Η εκκαλούμενη, όμως, χωρίς καν να εξετάσει τον παραπάνω νόμιμο ισχυρισμό τους προέβη στην παραδοχή της τριτανακοπής δεχόμενη γενικώς και αορίστως ότι υφίσταται έννομο συμφέρον των αντιδίκων για την άσκηση της με συνέπεια να έχει εκδοθεί κατά παράβαση του Νόμου και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει για το λόγο αυτό να ακυρωθεί και να απορριφθεί η εναντίον μας τριτανακοπή".
Οι αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρόβαλαν προς απόκρουση της ένστασης παραγραφής, την αντένσταση διακοπής της παραγραφής ισχυριζόμενοι, ειδικότερα ότι: "Κατ' άρθ. 8 α.ν. 1539/38 η υποβαλλόμενη προς το Δημόσιο αίτηση που αναφέρεται σ' αυτήν, επιφέρει την διακοπή της παραγραφής σχετικής αξιώσεως, διεκδικητικής αγωγής, ως και χρησικτησίας, καθ' όν τρόπον η διακοπή επέρχεται και κατ' άρθ. 269 Α.Κ.
Για την άσκηση μάλιστα αγωγής δεν τάσσεται υπό του ρηθέντος α.ν. και ορισμένη περαιτέρω ειδική προθεσμία. Όπως πολύ καλά γνωρίζει το αντίδικο, η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από εμάς στις 2-2-1998, επί της οποίας υπήρξε και η απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών - Γεν. Δ/νση Δ.Π. & Εθν. Κληρ/των - Δ/νση 11η Εθνικών Κληρ/των - Τμήμα Α' με αρ.
πρωτοκόλλου, 1021712/825/Α00011 - 4.3.1998. Από τις 2.2.1998 λοιπόν αρχίζει νέα παραγραφή για εμάς η οποία, όπως και το αντίδικο μας υπενθυμίζει, λήγει 20 έτη μετά από αυτή την ημερομηνία. Επειδή από όλα τα ανωτέρω λοιπόν, προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι εφέσεως του αντιδίκου ως νόμω και ουσία αβάσιμοι".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε - ως αβάσιμο - το δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος για έλλειψη έννομου συμφέροντος των αντιδίκων, του εξαιτίας της προβολής από μέρους του της ένστασης παραγραφής της διεκδικητικής και της περί κλήρου αγωγής, καθώς και εκείνης, της κτητικής παραγραφής, κατά παραδοχή της αντένστασης των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της εν λόγω παραγραφής, και ακολούθως, έκρινε, ότι η ένδικη τριτανακοπή έπρεπε να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η τριτανακοπτόμενη απόφαση.
Με τα δεδομένα αυτά, ο πέμπτος, αλλά και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής και, στη συνέχεια, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη τριτανακοπή λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων προς άσκησή της, αφού δεν εκτίθεται στην εν λόγω αντένσταση το ειδικότερο περιεχόμενο της μνημονευόμενης σ' αυτή αίτησης, ούτε ο χρόνος επίδοσής της σ' αυτό - αναιρεσείον - και, τέλος, δεν περιέχεται στην ίδια αυτοτελές αίτημα απόρριψης της ένστασης παραγραφής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον η ένδικη αντένσταση περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για το παραδεκτό της, στο γενικό δε καταληκτικό αίτημα των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχεται και το ειδικότερο αίτημα της απόρριψης της ένστασης παραγραφής της διεκδικητικής του κληρονομιαίου ακινήτου αγωγής και της περί κλήρου αγωγής, καθώς και της ένστασης κτητικής παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 209/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ