Legislator Case Law & Legislation
1357/2008 AI generated

Supreme Court allows insurance company appeal against lower court's partial rejection of interest and cost claims.

Case Number 1357/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the insurance company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The lower court had accepted the main claim but rejected the insurance company's request for interest and legal costs paid to the primary plaintiffs. The court found the lower court erred by leaving these specific requests undecided, violating procedural rules. Consequently, the judgment was annulled in part regarding the second defendant and partially regarding the first, with the case remitted for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2, 6, 10, 11 of Law 489/1976; Article 559(9) of the Code of Civil Procedure: When a lower court accepts a main claim but fails to rule on ancillary requests for interest and costs, it commits a procedural error requiring the judgment to be annulled in the relevant parts.

Keywords

AI generated
mandatory motor insurance third party liability procedural error legal costs interest on damages appeal procedure remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 2, 6, 10, 11 of Law 489/1976
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1357 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Β.Ζ.

Αριθμός 1357/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης, με την επωνυμία "INTERLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α." νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσειόντων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπόκοτα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 16942/20.5.2004 κύρια αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση και την από 16/6/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33533/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3157/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/3/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 14/5/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου λόγου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1. του ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ. 1).

Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 παρ. 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 παρ. 1).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 8 της με αριθμ. Κ4/585/5-4-1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην" (ΦΕΚ 795/1978 ΑΕ και ΕΠΕ) αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται καθ' όν χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζόμενης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον ΚΟΚ, αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος.

Όμως, προϋπόθεση για την λειτουργία αυτής σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (330 ΑΚ). Επομένως, ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει απ' αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν το τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του, βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος όταν προξένησε το ατύχημα.

Για την απόδειξη του ως άνω στοιχείου, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση απαλλαγής του ασφαλιστή, δεν υπάρχουν στο ελληνικό δίκαιο ειδικές διατάξεις που να ρυθμίζουν το θέμα αυτό. Αλλά ούτε και στα άρθρα 25 και 26 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, ούτε στο Ν. 2496/1997 υπάρχουν ειδικές ή γενικές ρυθμίσεις από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί ερμηνευτικά απάντηση στο εν λόγω ζήτημα.

Επομένως, η απάντηση πρέπει να δοθεί με αξιοποίηση των γενικών αρχών, όπως είναι η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής που εκδηλώνεται με την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη ή την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής (βλ. ΑΚ 330, 335, 336, 337 και 382). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ευθύνη του οφειλέτη στις περιπτώσεις της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής διέπεται από την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας.

Κατά συνέπεια, εναπόκειται στον εναγόμενο να προτείνει συγκεκριμένα περιστατικά και να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στην προκείμενη περίπτωση, συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 26/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την από 16-6-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία αυτή ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι και ασφαλισμένοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον ό,τι αυτή θα υποχρεωθεί να πληρώσει στους κυρίως ενάγοντες ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα), νομιμοτόκως από της εκ μέρους της καταβολής, εξαιτίας της θανατώσεως του Α κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε στις 4-1-2004 από υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε προστηθεί από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στην οδήγηση του ασφαλισμένου σ' αυτή (αναιρεσείουσα) ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ανήκε κατά συγκυριότητα σε αμφοτέρους τους αναιρεσιβλήτους και οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ο πρώτος από αυτούς, διότι με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποκλείσθηκαν της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό που τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος: ".... Καθόσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή προέκυψε ότι για τον πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο Ψ1 από την γενομένη λίγο μετά το τροχαίο ατύχημα αιμοληψία και εξέταση της ληφθείσης ποσότητας με την καθοριζομένη στην ΚΥΑ 13382/705. 11/4δ/25/26.4.1977 αεροχρωματογραφική μέθοδο η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 0,59 gr κατά λίτρο αίματος ή 0,59 %ο ".

Τούτο αποδεικνύει ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος γεγονός το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του με αριθμό 191121824 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που φέρει στην πρώτη σελίδα αυτού την υπογραφή του ασφαλιστή, ο Ψ1 και ο πατέρας αυτού Ψ2, συνιδιοκτήτες κατά τα προαναφερόμενα, είχαν ασφαλίσει το ζημιογόνο με αριθμό κυκλ. ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφ. εταιρία "ΙΝΤΕRLIFΕ Α.Α.Ε.Γ.Α." για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για το χρονικό διάστημα από 14.7.2003 -14.1.2004, δηλ. κατά τον χρόνο που συνέβη το ατύχημα. Στην πρώτη και την δεύτερη σελίδα του ασφαλιστηρίου αυτού συμβολαίου αναγράφεται ότι "αυτή διέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 400/70, το Ν. 489/1976, όπως ισχύει, την Υ.Α.

Κ4/585/78 (ΦΕΚ 795), όπως ισχύει, η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της § 7 του αρθρ. 6 του Ν. 489/79 και του Ν. 2496/97, όπου δεν τροποποιείται από τους άνω ειδικούς Νόμους και τις Γενικές και Ειδικές διατάξεις του". Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 αυτής (σύμβασης) με τον τίτλο "Γενικές Εξαιρέσεις", δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν "§ 7 εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με την εν λόγω σύμβαση ασφαλίσεως συμφωνήθηκε και με παραπομπή στην ως άνω απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και ο ανωτέρω όρος του άρθρου 25 § 8 της απόφασης αυτής.

Συνεπώς, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας κατά του 1ου εναγομένου Ψ1, συνιδιοκτήτη και οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου και, επομένως, έχει αυτή κατ' αυτού δικαίωμα αναγωγής. Και ναι μεν το ασφαλιστήριο ως άνω συμβόλαιο δεν φέρει την υπογραφή του άνω ασφαλισμένου της, πλην όμως προκύπτει πλήρης αποδοχή της σύμβασης απ' αυτόν, εφόσον παρέλαβε αυτός το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το ειδικό σήμα από την παρεμπιπτόντως -ενάγουσα ασφαλίστριά του, καθώς αυτό αποδεικνύεται από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας.

Έτσι ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός αυτού ότι δεν έλαβε γνώση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, διότι δεν την υπόγραψε, ελέγχεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου, ο ισχυρισμός του 1ου εναγομένου, που τον προβάλλει και ως λόγο έφεσης, ότι κατά την ώρα του ατυχήματος δεν τελούσε σε κατάσταση μέθης, αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον η παραγρ. 8 του άρθρου 25 της ΑΥΕ Κ4/585/5.4.1978, που αποτελεί και συμβατικό όρο, δεν απαιτεί για την εξαίρεση της ευθύνης του ασφαλιστή να τελεί ο οδηγός σε κατάσταση μέθης, αλλά απλώς να ευρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος.

Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο, όπως επικαλείται, να τηρηθεί η προβλεπομένη κατά νόμο διαδικασία ακριβούς ποσοτικού προσδιορισμού της αλκοόλης στο αίμα, αφού αυτή είναι απαραίτητη μόνο για την στοιχειοθέτηση της αξιοποίνου παραβάσεως του άρθρου 42 του ΚΟΚ, ενώ από την άνω έκθεση εξέτασής της μετά το ατύχημα ληφθείσης κανονικώς ποσότητας αίματος προκύπτει το ποσοστό συγκεντρώσεως οινοπνεύματος στο αίμα του, που αναφέρθηκε.

Ακόμη περαιτέρω και καθόσον αφορά τον 2ο των παρεμπιπτόντως εναγομένων Ψ2, συνιδιοκτήτη του άνω ζημιογόνου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε προστήσει τον 1ο εναγόμενο Ψ1 - γιό του, στην οδήγηση αυτού, καθόσον αυτή (ασφ. εταιρία) ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει, που να πείθει το Δικαστήριο περί της ουσιαστικής βασιμότητας του σχετικού της ισχυρισμού.

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω πρέπει η υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς μεν τον πρώτο εναγόμενο Ψ1 να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να απορριφθεί ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Ψ2 ως ουσιαστικά, αβάσιμη. Ως εκ τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεχθέν την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς τον πρώτο των εναγομένων Ψ1, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης αυτού που τα αντίθετα υποστηρίζει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ως και η έφεση του, καθόσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή, στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έσφαλε, όμως, κατά τα προαναφερόμενα η εκκαλουμένη, ως προς την ορθή ερμηνεία του νόμου, ως προς τον 2ο εναγόμενο.....". Έτσι, το Εφετείο, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ψ2, ακολούθως, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του ως άνω αναιρεσίβλητου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την αιτιολογία ότι αυτός, όντας συγκύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, επίσης ασφαλισμένος, με την ίδια ασφαλιστική σύμβαση, στην αναιρεσείουσα και πατέρας του πρώτου, δεν αποδείχτηκε ότι είχε προστήσει αυτόν στην οδήγηση του εν λόγω αυτοκινήτου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, αφού με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αφενός μεν δέχτηκε ότι, προκειμένου να λειτουργήσουν οι συνέπειες της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους υπέρ του ασφαλιστή, απαιτείται σχέση προστήσεως μεταξύ του ασφαλισμένου και του τελούντος υπό την επήρεια οινοπνεύματος οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αφετέρου δε με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε ότι δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση απαλλαγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας έναντι του ασφαλισμένου δευτέρου αναιρεσίβλητου, χωρίς να διευκρινίζει αν αυτός, όντας συγκύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένος και πατέρας του πρώτου που το οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα ως προς την παράβαση του ως άνω ασφαλιστικού βάρους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

ΙΙ. Η αναγωγή του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωσή του. Η αγωγή εξ αναγωγής είναι κατ' άρθρο 69 παρ. 1 παρ. ε' ΚΠολΔ, επιτρεπτή και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο. Με την αναγωγή ο ασφαλιστής απαιτεί την καταψήφιση του εναγομένου εξ αναγωγής υποχρέου να του καταβάλει όσα αυτός θα καταβάλει στον ενάγοντα τρίτο. Ειδικότερα, με την αγωγή του ο ασφαλιστής επιτρέπεται ν' αξιώσει να του καταβάλει ο ασφαλισμένος κάθε ποσό κεφαλαίου, τόκων και εξόδων, τα οποία από την πλευρά του ο ασφαλιστής θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Επί των άνω ποσών δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει και τόκους που δεν απαγορεύονται από την ΑΚ 296 και πρέπει να υπολογίζονται από την καταβολή στον τρίτο και όχι από την επίδοση της αγωγής στον ασφαλισμένο. Εξάλλου, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης. Τέτοιο είναι και το αίτημα για επιδίκαση τόκων και δικαστικής δαπάνης.

Εν προκειμένω, με την από 16-6-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ζήτησε να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον κάθε ποσό (κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα) που τυχόν θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες με το νόμιμο τόκο από της από αυτήν καταβολής και μέχρι την εξόφληση.

Με τις πρωτόδικες προτάσεις της η αναιρεσείουσα έτρεψε σε έντοκο αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής της όσον αφορά τα 3/4 του αιτουμένου κεφαλαίου. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά τις εφέσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης των κυρίως εναγόντων (πλην της Α1 και Α2), της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε ως προς αυτούς την απόφαση που εκδόθηκε επί της κυρίας και παρεμπίπτουσας αγωγής.

Ακολούθως, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και, αφού δέχτηκε κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή κατά της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τους υποχρέωσε να καταβάλουν εις ολόκληρον και νομιμότοκα από την επίδοση της κύριας αγωγής στον πρώτο ενάγοντα (Α3) 72.590 ευρώ, στη δεύτερη (Α4) 70.000 ευρώ, στην τρίτη (Α5) 37.000 ευρώ, στον τέταρτο (Α6) 37.000 ευρώ και στην έβδομη (Α2) 12.000 ευρώ, επιπλέον δε τους καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας ποσού 14.850 ευρώ.

Περαιτέρω, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ύστερα από παραδοχή της παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και παρεμπιπτόντως εναγομένου Ψ1, όπως το αίτημα αυτής παραδεκτά περιορίστηκε πρωτοδίκως ως προς το κεφάλαιο κατά τα 3/4 σε αναγνωστικό: α) υποχρέωσε τον ανωτέρω να καταβάλει στην αναιρεσείουσα και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία τα ποσά που αυτή θα καταβάλει στους ως άνω κυρίως ενάγοντες και, συγκεκριμένα, στον πρώτο ενάγοντα (πατέρα) 30.000 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα (μητέρα) 30.000 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα (αδελφή) 25.000 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα (αδελφό) 25.000 ευρώ και στην έβδομη ενάγουσα (γιαγιά) 12.000 ευρώ, νομιμότοκα από την καταβολή των ποσών αυτών και β) αναγνώρισε ότι ο παραπάνω εναγόμενος - αναιρεσίβλητος υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία τα ποσά που αυτή θα καταβάλει επιπλέον στους προαναφερθέντες κυρίως ενάγοντες, ήτοι 41.763 ευρώ στον πρώτο, 40.000 ευρώ στη δεύτερη, 12.000 ευρώ στην τρίτη και 12.000 ευρώ στον τέταρτο.

Περαιτέρω, το Εφετείο καταδίκασε τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ποσού 11.000 ευρώ. Έτσι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει (για κεφάλαιο) στους κυρίως ενάγοντες τα ποσά που προαναφέρθηκαν, νομιμότοκα από την επίδοση της κυρίας αγωγής και, επιπλέον, 14.850 ευρώ για δικαστική δαπάνη, ακολούθως, δικάζοντας επί της από 16.6.2004 παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και κάνοντας αυτή δεκτή, τον υποχρέωσε και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στην αναιρεσείουσα μόνο το κεφάλαιο που αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες της από 20.5.2004 αγωγής, χωρίς τους τόκους (από την επίδοση της κύριας αγωγής) και χωρίς τη δικαστική δαπάνη ποσού 14.850 ευρώ που αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες.

Επίσης, ενώ με την καταψηφιστική διάταξη υποχρεώθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος να καταβάλει τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά νομιμότοκα από τότε που η αναιρεσείουσα θα τα καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, στην αναγνωριστική διάταξη δεν γίνεται λόγος για τόκους από την καταβολή, παρότι υπήρχε σχετικό αίτημα στην από 16-6-2004 παρεμπίτουσα αγωγή.

Έτσι, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστα τα ως άνω αιτήματα και, επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Γι' αυτό και είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως. Ύστερα από αυτά, κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως και εντεύθεν παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε επί της από 16-6-2004 παρεμπίπτουσας αγωγής και των συναφών εφέσεων, στο σύνολό της κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2και εν μέρει, κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1 και, συγκεκριμένα, μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορά το αίτημα της αναιρεσείουσας σχετικά με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη που κατέβαλε αυτή στους κυρίως ενάγοντες, και του περί τόκων παρεπομένου αιτήματος, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3157/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της από 16-6-2004 παρεπίπτουσας αγωγής της αναιρεσείουσας και των συναφών εφέσεων, στο σύνολό της, κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2 και εν μέρει, κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ