Legislator Case Law & Legislation
1357/2007 AI generated

1357/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1357/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 8/11/2001 (αντ)αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16499/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8 Μαρτίου 2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1357/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σχετ. Εισηγ. Έκθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης σ.σ. 24, 25, 29). Από τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ συνάγεται, ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν, κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε έλλογη χρήση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας, που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.

Keywords

AI generated
mental health status inadequate psychiatric report psychological sequelae psychiatric evidence mental incapacity false medical certificate
AI generated
774/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
787/2024
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
1709/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-1999 αγωγή των αρχικών διαδίκων: α) Χ1 και β) ΧΧ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 355/1999 προδικαστική, 225/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-2-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
365/2014
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
67/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1357 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1357/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) .... και 2) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τριανταφυλλίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο και 2) ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιοβανόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 8/11/2001 (αντ)αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16499/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8 Μαρτίου 2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 26 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του (μοναδικού) λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο σύστασης της ένδικης σχέσης (1976, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του, με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996), "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο...........δεν είχε τη χρήση του λογικού, επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια". Η μετά ταύτα ισχύουσα αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 131 εδ.

α' ΑΚ έχει ως εξής: "Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε το πρόσωπο............βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του". Στην ανωτέρω λεκτική μεταβολή ο νομοθέτης προέβη (όπως και στην αντίστοιχη νέα διάταξη του άρθρου 1666 ΑΚ για τη δικαστική συμπαράσταση) με το σκοπό χρήσης της ορθής ορολογίας "ψυχική ή διανοητική διαταραχή", αντί της "πνευματικής ασθένειας" και "περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του" αντί της "δεν είχε τη χρήση του λογικού", έτσι ώστε να είναι κατανοητό το κείμενο του νόμου από τους ειδικούς, συγχρόνως, όμως, να εκφράζουν οι νέοι όροι όλες τις καταστάσεις, που στο προϊσχύσαν δίκαιο αποδίδονταν με τους ανωτέρω όρους (βλ.

σχετ. Εισηγ. Έκθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης σ.σ. 24, 25, 29). Από τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ συνάγεται, ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν, κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε έλλογη χρήση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας, που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.

Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά τη στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία, που προσβάλλεται εκάστοτε (ΑΠ 12/2005). Περαιτέρω, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 του ιδίου Κώδικα "στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, αν η δήλωση απευθυνόταν σε άλλον που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει τη ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφόσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού".

Η σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 ΑΚ στο δικαστήριο παρεχόμενη ευχέρεια και όχι επιβολή φύσεως υποχρεώσεως για επιδίκαση επικουρικής φύσεως αποζημιώσεως στο πρόσωπο που ανυπαίτια συναλλάχθηκε με τον ανίκανο προς τούτο, κατά τη διάταξη αυτή, δικαιολογητικό λόγο έχει τη δυσχέρεια διαγνώσεως της καταστάσεως εκείνου με τον οποίο συναλλάχθηκε.

Η, ως άνω, αποζημίωση στον καλόπιστο αντισυμβαλλόμενο αποτελεί αρνητικό διαφέρον, ήτοι στοχεύει στην ανόρθωση της ζημίας που υπέστη ο συναλλαχθείς, επειδή πίστεψε ότι καταρτίστηκε έγκυρη δικαιοπραξία, αλλά διαψεύσθηκε η εμπιστοσύνη του, όχι στη ζημία που δημιούργησε η ακυρότητα, είναι δυνητική για το δικαστήριο και φέρει το χαρακτήρα εύλογης αποζημιώσεως.

Το δικαστήριο σταθμίζει για την επιδίκασή της την περιουσιακή κατάσταση των μερών, το βαθμό της διανοητικής διαταραχής αυτού που έκανε τη δήλωση, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και πόσο εμφανής ήταν η διαταραχή, την έκταση της ζημίας, τις συνέπειες και το γεγονός ότι δεν μπορεί να καλυφθεί αλλιώς, δηλαδή από άλλο πρόσωπο ή από σύμβαση ασφαλίσεως.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που, μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης απέρριψε αγωγή των αναιρεσειόντων από τα άρθρα 131 και 132 ΑΚ, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθ. ...... προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Περικλή Βαραδίνη, ο Ζ1 ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει στους ενάγοντες κατ΄ ισομοιρία:

α) ποσοστό 39% 1891/100 από το .... κληροτεμάχιο του αγροκτήματος ..... και β) ποσοστό 50% από 621 και 622 κληροτεμάχια του ιδίου αγροκτήματος, που ανήκαν στην κυριότητά του, αντί του τιμήματος των 220.000 δρχ., που (θα) κατέβαλαν οι ενάγοντες. Με το ίδιο αυτό έγγραφο παρασχέθηκε η εξουσία στους ενάγοντες από τον προαναφερόμενο να προβούν, χωρίς διατυπώσεις, με αυτοσύμβαση στην κατάρτιση της πωλήσεως και μεταβιβάσεως, που αφορούσε η προσυμφωνία.

Οι ενάγοντες έκαναν χρήση αυτής της εξουσίας και συνήψαν το υπ' αριθ. .... οριστικό συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στη συνέχεια, ο Ζ1 άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ. 811/1981 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των, ως άνω, συμβολαίων, για το λόγο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεώς τους εστερείτο της χρήσεως του λογικού του ένεκα πνευματικής νόσου.

Επί της αγωγής του αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1925/1990 απόφαση του, ως άνω, Δικαστηρίου, η οποία αναγνώρισε ως άκυρη τη σύμβαση πωλήσεως, που καταρτίσθηκε με τα, ως άνω, συμβόλαια, για τον παραπάνω λόγο. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι (νυν) ενάγοντες, επί της οποίας εκδόθηκαν η υπ' αριθ. 2415/1991 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 2731/1992 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση.

Η τελευταία απόφαση κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 758/1995 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Στις 29.5.1997 απεβίωσε ο Ζ1, χωρίς να αφήσει συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους. Όμως, με την υπ' αριθ. .... δημόσια διαθήκη του, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Μανωλάκη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλιπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στους εναγόμενους, κοινά και κατ' ισομοιρία.

Την ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος αποτελούσαν τα, ως άνω, ακίνητα που αγόρασαν οι ενάγοντες με τα παραπάνω συμβόλαια, που αναγνωρίσθηκαν ως άκυρα. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, με την υπ' αριθ. ... δήλωσή τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Καπλάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκαν ακόμη και τα παρακάτω: Ο Ζ1, που γεννήθηκε το έτος 1936, σε ηλικία περίπου 28 ετών, δηλαδή κατά το έτος 1964, έπαθε κρανιοεγκεφαλικό τραυματισμό σε αυτοκινητικό ατύχημα που επέφερε την εκδήλωση της ψυχωσικής νόσου του (παρανοϊκης ψυχώσεως), με συνέπεια από τότε να "αλλάξει γι' αυτόν ο κόσμος" (βλ.

την υπ' αριθ. .... έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ...., νευρολόγου - ψυχιάτρου, αναπληρωτή καθηγητή ψυχιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που διορίσθηκε με την υπ' αριθ. 2415/1991 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης), και να εμφανίζει περιορισμένη νοητική ικανότητα, που τον "καθιστούσε ιδιαίτερα υποβόλιμο και εξαρτημένο άτομο από το περιβάλλον του", όπως γνωμοδοτεί ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας, ο οποίος τελικά καταλήγει στο συμπέρασμα, βάσει αντικειμενικών επιστημονικών κριτηρίων, ότι αυτός "στις 24.3.1976, λόγω της νόσου του, αλλά και της νοητικής του καταστάσεως, εστερείτο της χρήσης του λογικού και κατ' επέκταση του ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησής του".

Στην προκειμένη περίπτωση, κρίσιμο ζήτημα είναι εάν είναι βάσιμος ή όχι ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων, ότι κατά την σύνταξη και υπογραφή του προσυμφώνου συμβολαίου, στις 24.3.1976, αυτοί ήσαν καλής πίστεως, δηλαδή αγνοούσαν ανυπαίτια την κατάσταση της υγείας του Ζ1. Από το ως άνω, αποδεικτικό υλικό το δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός αυτός των εναγόντων, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε., ότι αυτοί γνώριζαν για την κατάσταση της υγείας τού προαναφερομένου.

Ειδικότερα, μόνη η κατάθεση του μάρτυρά τους, ...., ο οποίος κατέθεσε ότι ο Ζ1 "δεν είχε κανένα πρόβλημα...............και ήταν νορμάλ σε όλα του..............αποφάσισε μόνος του να πωλήσει τα ακίνητά του............", δεν κρίνεται πειστική, αφού έρχεται σε αντίθεση τόσο με την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, ....., ο οποίος κατέθεσε, ότι οι ενάγοντες γνώριζαν την κατάσταση της υγείας του Ζ1 ".............αφού ο Ζ1 ήταν σχεδόν τρελός...........αυτός φαινόταν.............φώναζε και παραμιλούσε..............ήταν σε άθλια κατάσταση............", όσο και με το περιεχόμενο της, ως άνω, ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά και της από 29.5.1976 εκθέσεως του ...., νευρολόγου - ψυχιάτρου, για την οποία γίνεται λόγος στη συνέχεια της παρούσας.

Η άποψη αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα παρακάτω: Ο Ζ1, στις 29.4.1976, μετά από ένα επεισόδιο οδηγήθηκε στον Εισαγγελέα Θεσσαλονίκης, ο οποίος άσκησε σε βάρος του ποινική δίωξη για α) εξύβριση άλλων με ιδιάζουσα θρασύτητα, β) απειλή άλλου τον οποίο έπληξε με τις γροθιές του, γ) παράνομη οπλοφορία και δ) παράνομη οπλοχρησία.

Ο Ανακριτής του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης διέταξε πραγματογνωμοσύνη για την ψυχοδιανοητική κατάστασή του και ο ....., νευρολόγος - ψυχίατρος, με την από .... έγγραφη έκθεσή του, γνωμοδότησε, ότι αυτός πάσχει "εκ ψυχικής νόσου (παρανοϊκή συνδρομή επί μικρονοϊκού εδάφους), χρονολογουμένης από μακρού (από ετών)", ότι αυτός κατά το χρόνο τελέσεως των παραπάνω πράξεων "ετέλει υπό την επήρεια παρανοϊκών ιδεών και βιωμάτων του, εξ ων εστερείτο της ικανότητος να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών του".

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 3789/16.8.1976 απόφασή του, κήρυξε αθώο τον τότε κατηγορούμενο, με βάση το άρθρο 34 ΠΚ και διέταξε τον εγκλεισμό του σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα (Δημόσιο Ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης), κατά το άρθρο 69 ΠΚ, ως επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Δηλαδή, ένα μήνα μετά την υπογραφή του, ως άνω, προσυμφώνου πωλήσεως, ο Ζ1 οδηγείται ως κατηγορούμενος ενώπιον του Ανακριτή Θεσσαλονίκης, ο οποίος, από την προσωπική επαφή που είχε με αυτόν (κατηγορούμενο), αφού διαπίστωσε, ότι δεν είναι καλά στην υγεία του, διέταξε τα παραπάνω, οπότε και επιβεβαιώθηκε η σχηματισθείσα άποψή του.

Συνεπώς, από το, ως άνω, περιστατικό ενισχύεται η άποψη, ότι, και αν ακόμη οι ενάγοντες δεν γνώριζαν την κατάσταση της υγείας του προαναφερομένου, μπορούσαν ευχερώς να την διαπιστώσουν κατά την προσωπική επαφή, που είχαν με αυτόν τόσο κατά τις διαπραγματεύσεις, όσο και κατά την κατάρτιση του, ως άνω συμβολαίου.

Εκτός τούτου, σύμφωνα με το, ως άνω, προσύμφωνο, ως τίμημα της αγοραπωλησίας ορίστηκε το ποσό των 220.000 δρχ., από το οποίο οι 120.000 δρχ. φέρεται, ότι καταβλήθηκαν από τους αγοραστές στον πωλητή κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 100.000 δρχ. θα το κατέβαλαν οι αγοραστές (ενάγοντες) ως εξής:

α) 20.000 δρχ. στις 25.4.1976, β) 20.000 δρχ. στις 25.5.1976, γ) 20.000 δρχ. στις 25.6.1976 και δ) 40.000 δρχ. στις 25.8.1976. Για τις δόσεις δε αυτές φέρεται, ότι εξέδωσε ο πωλητής πέντε (5) συναλλαγματικές, σε διαταγή του, τις οποίες αποδέχθηκαν οι ενάγοντες. Επίσης, στο εν λόγω προσύμφωνο τέθηκε όρος, ότι η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση θα γίνει αφού εξοφληθεί το υπόλοιπο τίμημα, τα δε αποδεικτικά της εξοφλήσεως θα προσαρτηθούν στο οριστικό συμβόλαια, όπως και έγινε κατά τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου στις 13.9.1976 (βλ.

τα παραπάνω συμβόλαια). Δηλαδή, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Ζ1 είχε την παραπάνω δικαστική περιπέτεια, για την οποία μάλιστα από 16.8.1976 (προτού λήξουν οι δύο τελευταίες συναλλαγματικές) διατάχθηκε ο εγκλεισμός του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες φέρονται να καταβάλουν σ' αυτόν τις παραπάνω δόσεις, γεγονός που ενισχύει την, ως άνω, άποψη του Δικαστηρίου, ότι οι ενάγοντες γνώριζαν την κατάσταση της υγείας του.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονισθεί, επίσης, ότι οι ενάγοντες ούτε στην αγωγή τους, αλλά ούτε και στις προτάσεις αναφέρουν κάτι σχετικό με το τίμημα της αγοραπωλησίας, δηλαδή ποίο ήταν το τίμημα που κατέβαλαν και σε ποίον κατέβαλαν τις δόσεις που περιγράφονται στο προσύμφωνο, ενόψει και της, ως άνω, δικαστικής περιπέτειας του Ζ1.

Τέλος, όπως τονίζεται στην ως άνω υπ' αριθ. 2731/1992 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, "οι επίδικες δικαιοπραξίες έγιναν υπό την επίδραση παραστάσεων, αισθημάτων, ορμών και επιρροής τρίτων". Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι, κατά τη σύνταξη και υπογραφή του προσυμφώνου συμβολαίου, στις 24.3.1976, αυτοί ήσαν καλής πίστεως, δηλαδή αγνοούσαν ανυπαίτια την κατάσταση της υγείας του Ζ1, αφού, όπως αποδείχθηκε, αυτοί γνώριζαν τα πάντα για την κατάσταση της υγείας του, ότι δηλαδή αυτός, κατά τον, ως άνω, χρόνο, δεν είχε συνείδηση των πράξεών του λόγω πνευματικής ασθένειας".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σχετικά με την ανικανότητα του Ζ1 για σύνταξη των υπ' αριθ. ...... και .... συμβολαίων (οριστικού του πρώτου και προσυμφώνου του δεύτερου), στα οποία αυτός ήταν πωλητής και οι αναιρεσείοντες αγοραστές των ακινήτων, που περιγράφονται σ' αυτά, την οποία οι τελευταίοι εγνώριζαν ή άλλως ευχερώς μπορούσαν να διαπιστώσουν, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.3.2006 αίτηση των .... κ.λ.π. για αναίρεση της 141/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ