Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding facts not considered by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Crete's judgment of 2004. The appellant argued the lower court erred by accepting facts regarding property ownership in 1989 that contradicted a later 1996 annulment of a contract. The court rejected this claim as inadmissible because the appellant failed to specify which specific facts were ignored or wrongly accepted by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) of the Code of Civil Procedure; Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the lower court having taken or failed to take into account specific facts is inadmissible unless the appellant explicitly identifies those facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1357 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1357/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ........., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πάσχο.
Της αναιρεσίβλητης: ........., διορισμένης επιτρόπου του υπό δικαστική απαγόρευση ευρισκόμενου υιού της ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μπουρδάκη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι, όπως δήλωσε, μόλις χθες ανέλαβε την υπόθεση και δεν έχει ακόμα πληρεξούσιο από την αναιρεσείουσα. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και η πληρεξούσια της αντιδίκου η οποία δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, μετά δε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα δεν παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1998 αγωγή και με την από 8-5-2000 παρεμπίπτουσα αγωγή-προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 414/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 17-3-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-11-2004 αίτησης για αναίρεση της 414/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη μεν της παρ. 1 του άρθρου 143 Κ.Πολ.Δ., ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης, κατά τη διάταξη δε της παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, η επίδοση της κλήσης για συζήτηση αγωγής ή ένδικου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος.
Κατά την αληθινή έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η οποία αποβλέπει στην πλήρωση κενού που δημιουργείται μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης με τη διευκόλυνση και απλοποίηση των επιδόσεων ιδίως σε περίπτωση πολυπρόσωπων δικών, ο διάδικος έχει τη δυνατότητα να επιδώσει την κλήση για την πρώτη συζήτηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης κατ΄ εξαίρεση προς τον υπογράψαντα αυτό ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την ......... έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων ......... προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, νόμιμα εκπροσωπουμένου στη δίκη από τη διορισμένη με δικαστική απόφαση, επίτροπο, μητέρα του, ......, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 5-4-2006) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, στον .........
ως πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που έχει υπογράψει την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή της στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδαφ. γ΄ Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας.
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι από το έτος 1989, οπότε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος νόμιμα εκπροσωπείται από τη διορισμένη με δικαστική απόφαση, επίτροπο, μητέρα του, ........
και ήδη, από το χρόνο ισχύος του ν. 2447/1996 και εφεξής, κατά τη διάταξη του άρθρου 1666 παρ. 1 ΑΚ, δικαστική συμπαραστάστριά του, -δεν χωρούσε χρησικτησία στα ακίνητα του τελευταίου λόγω της δικαστικής απαγόρευσής του και, επομένως, από τις 10-1-1984 και 14-12-1981, δηλαδή, τους χρόνους μεταβίβασης στην αναιρεσείουσα και τον άμεσο δικαιοπάροχό της ............
του επίδικου ακινήτου και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής (8-1-1999), δεν συμπληρώθηκε δεκαετής νομή στο πρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και, ακολούθως, κατά πραδοχή της αντένστασης του αναιρεσιβλήτου από το άρθρο 1055 ΑΚ, να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί κτήσης ίδιας κυριότητας της στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική χρησικτησία, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη του αμέσως πιο πάνω άρθρου (1055) του ΑΚ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί, μολονότι εκτίθενται στο αναιρετήριο οι απόψεις της αναιρεσείουσας σε σχέση με την έννοια της διάταξης του άρθρου 1055 ΑΚ και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν παρατίθενται σ' αυτό όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του τελευταίου, δηλαδή, όλα τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, με βάση τα οποία κατέληξε αυτό στην κρίση για τη συνδρομή της αμέσως πιο πάνω διάταξης, ώστε έτσι να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. 2.
Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, απαιτείται όπως η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
ΑΠ 33/2005, 19/1998, 17/1995). Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησής του να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ.
ΑΠ 62/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρότεινε επικουρικά, προς απόκρουση της σε βάρος της διεκδικητικής αγωγής, ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου της είναι καταχρηστική, αφού η έγερση της εν λόγω αγωγής έλαβε χώρα μετά από 15 έτη από την μεταβίβαση σ' αυτή του επίδικου ακινήτου και ότι δαπάνησε η ίδια για την αξιοποίηση του ακινήτου αυτού, δηλαδή, για την περιφραξή του και την τοποθέτηση σ' αυτό συστήματος ύδρευσης, το ποσό των δρχ. 563.233 η δικαστική, όμως, συμπαραστάστριά του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, μολονότι γνώριζε τα γεγονότα αυτά, δεν προέβη εγκαίρως σε καμιά διαμαρτυρία προς αυτή.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος ως νομικά αβάσιμη. Την εν λόγω ένσταση επανέφερε η ενιστάμενη εναγομένη προς νέα κρίση στο Εφετείο με λόγο της εφέσεώς της. Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι και αν ακόμη υποτεθούν ως αληθινά τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση της ένστασης πραγματικά περιστατικά, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού μόνη η αδράνεια της νόμιμης συμπαραστάτριας του εφεσιβλήτου – αναιρεσιβλήτου επί δεκαπενταετία, χωρίς να συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του ένδικου δικαιώματος θα επιφέρει ιδιαιτέρως επαχθείς και αφόρητες για την ενιστάμενη – εκκαλούσα – αναιρεσείουσα επιπτώσεις, τέτοια δε η επίπτωση δεν αποτελεί η κατασκευή της περίφραξης του ακινήτου και η τοποθέτηση συστήματος ύδρευσης, η οποία, ενόψει και του κόστους κατασκευής τους, δεν είναι ικανή να θεμελιώσει την καταχρηστική άσκηση της αγωγής.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τον αριθμό 8 περίπτ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο δέχθηκε πράγματα, τα οποία δεν αποδείχθηκαν αληθινά και δεν δέχθηκε πράγματα, τα οποία αποδείχθηκαν αληθινά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δέχθηκε ότι το έτος 1989, που ο νόμιμα εκπροσωπούμενος αναιρεσίβλητος τέθηκε υπό δικαστική απαγόρευση, είχε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 1.090 τετρ.
μέτρων και με την προϋπόθεση αυτή εφάρμοσε το άρθρο 1055 Α.Κ., ενώ το αληθές είναι ότι το έτος 1989 το επίδικο ακίνητο δεν του ανήκε, αφού το με αριθμό ........ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ........ ακυρώθηκε το έτος 1996 με την 340/1996 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Επομένως, μέχρι το έτος 1996 το επίδικο ακίνητο ανήκε σ΄ αυτήν αναιρεσείουσα- κατά πλήρη κυριότητα, η οποία, το είχε αποκτήσει με νόμιμο τίτλο από 10-1-1984, νόμιμα μεταγεγραμμένο και από τότε μέχρι την έκδοση της 340/1996 απόφασης του Εφετείου Κρήτης με την οποία ακυρώθηκε το συμβόλαιο του δικαιοπαρόχου της, αλλά και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής, την κυριότητα την είχε αυτή και, συνακόλουθα, η εξαίρεση χρησικτησίας από το επίδικο ακίνητο έπρεπε να αρχίζει από την έκδοση της 340/1996 απόφασης και εντεύθεν, αφού από τότε και μετά επανέκτησε ο αναιρεσίβλητος την κυριότητα του ακινήτου του και όχι από του έτους 1989 και εντεύθεν που τέθηκε υπό δικαστική απαγόρευση.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται σ΄ αυτόν «τα πράγματα», που λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση, γιατί, υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 8 περιπτ. α΄ και β΄ ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-11-2003 αίτηση για αναίρεση της 414/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ