Legislator Case Law & Legislation
1356/2023 AI generated

Supreme Court rejects merger of appeal and merits, ordering new substantive hearing under Article 580 of Civil Procedure Code.

Case Number 1356/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to merge the appeal and the merits of the case into a single hearing. The court held that under Article 580 of the Civil Procedure Code, a new substantive hearing must occur after the appeal decision is rendered. Consequently, the appeal was allowed, the lower court decision was annulled, and the case was remanded for a new substantive trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246, 573, 580, 581, 524, 527, 520 of the Civil Procedure Code: When a case is tried on appeal, the appeal and the merits cannot be merged into a single hearing; a new substantive hearing must follow the appeal decision, allowing new arguments and evidence within the scope of the appeal ruling.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Procedure Merger of Proceedings Substantive Hearing Remand for Trial New Arguments Evidence Submission

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 letter g of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 570 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 524 paragraph 1 letter b of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 520 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1356 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1356/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ο. Π. Α. Π. «Α., και τον διακριτικό τίτλο "ΟΠΑΠ ΑΕ" που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Λάμπρο Κιτσαρά και 2) Δημήτριο Αγγελάκη.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Α., κατοίκου Αγίου Στεφάνου Αττικής. Παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Κωνσταντίνο Καλαβρό, 2) Ιωάννη Τόλη και 3) Χρήστο Φίλιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 16-12-2010 και 20-12-2010 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος Κ. Χ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2014 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1049/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές με την από 7-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος Κ. Χ., και 3154/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 3-8-2017 αίτησή της και τους από 5-2-2018 πρόσθετους αυτής λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 108/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 3154/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1170/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 6-4-2021 και 29-6-2021 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (31-10-2022) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 6-4-2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) Α.Ε." κατά του Κ. Χ. και β) η από 29/6/2021 αίτηση αναίρεσης του Κ. Χ. κατά της ως άνω ανώνυμης εταιρείας. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 1170/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Α. Επί της από 6/4/2021 αιτήσεως αναιρέσεως της ΟΠΑΠ Α.Ε:

Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με το άρθρο 1 του Β.Δ. της 20/29-12-1958 "Περί συστάσεως Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου", εκδοθέντος κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.Δ. 3865/1958, ακολούθως δε, με το Π.Δ. 228/1999, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 21 του Ν. 4141/2013 αλλά εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία.

Το ως άνω Π.Δ. στα άρθρα 1, 2 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 και 11 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: "Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." και σε συντομογραφία και διακριτικό τίτλο "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε."... Η εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπομένη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν..." (άρθρο 1), ότι "1.

Σκοπός της εταιρείας είναι: α) Η οργάνωση, η λειτουργία και η διεξαγωγή από την εταιρεία ή σε συνεργασία με τρίτους των παιχνιδιών ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΤΖΟΚΕΡ, ΜΠΙΝΓΚΟ, ΚΙΝΟ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΛΑΧΕΙΟ, ΑΡΙΘΜΟΛΑΧΕΙΩΝ, ΛΑΧΕΙΩΝ - ΠΑΙΓΝΙΩΝ, καθώς, και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού, που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Δ.Σ.

σε ολόκληρη τη χώρα και εκτός αυτής για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η έκδοση δελτίου "ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗΣ Ή ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ" στα πάσης φύσεως ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια, όπως και γεγονότων η φύση των οποίων προσφέρεται για διεξαγωγή στοιχήματος... β) Η διαχείριση των ανωτέρω παιχνιδιών, αλλά και όσων πρόκειται να διεξαχθούν στο μέλλον, ασκείται κατ` αποκλειστικότητα από την εταιρεία Ο.Π.Α.Π.

Α.Ε. για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου... 2. Για την επίτευξη των σκοπών της ασκούνται από την ΟΠΑΠ Α.Ε. και οι ακόλουθες δραστηριότητες. α)...β)...γ)...δ) Η σύσταση σε όλη τη χώρα πρακτορείων που πρακτορεύονται εν γένει παιχνίδια της εταιρείας κατ` αποκλειστικότητα και η χορήγηση αδειών λειτουργίας πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για ένα ή περισσότερα από τα παιχνίδια της, με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που κάθε φορά θέτει, το Δ.Σ.

της εταιρείας" (άρθρο 2 παρ. 1 και 2), και ότι "1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται σήμερα στο ποσό των τριάντα ενός δισεκατομμυρίων εννεακοσίων εκατομμuρίων (31.900.000.000) δραχμών, διαιρούμενο σε τριακόσια δέκα εννέα εκατομμύρια (319.000.000) ονομαστικές και αδιαίρετες μετοχές, ονομαστικής αξίας εκατό (100) δραχμών η κάθε μία, οι οποίες ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου... 11.

Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ποσοστό έως 49% του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας" (άρθρο 5 παρ 1 και 11, όπως αντικαταστάθηκε με την ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού υπ' αρ. 34335/2000 ( ΦΕΚ Β' 1622/ 2000). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η συνιστώμενη με το ως άνω Π.Δ. 228/1999 ανώνυμη εταιρεία ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 414/2021).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεσή τους. 2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της.

Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό". Με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, με νομοθετική προς τούτο εξουσιοδότηση, απευθυνόμενη κατ' αρχήν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος και ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων.

Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική επομένως διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, άσχετα αν είναι ευρεία ή στενή, δηλαδή αν περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Η ευρύτητα έτσι της εξουσιοδότησης δεν επηρεάζει το κύρος της, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο. Νομοθετική εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, προκειμένου όμως να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με "τεχνικό" ή "λεπτομερειακό" χαρακτήρα, νοούνται δε ως ειδικότερα θέματα εκείνα τα οποία αποτελούν κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης (ΟλΣτΕ 1776/2007).

Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης, είναι νομικά ανίσχυρες (ΑΠ 52/2015). Απαιτείται επομένως στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ' ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.

Μάλιστα οι ουσιαστικές αυτές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου, όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων, σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 1210/2010, ΟλΣτΕ 1892/2010, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 648/2011). Τέτοια νομοθετική εξουσιοδότηση σε όργανο της διοίκησης παρασχέθηκε, σε σχέση με τον ΟΠΑΠ, με το άρθρο 7 παρ. 24 εδ.

γ' του Ν. 2557/1997, το οποίο ορίζει ότι "με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π., τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".

Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε αρχικά η εφαρμοζόμενη στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου σύναψης της επίδικης σύμβασης πρακτορείας, υπ' αρ. 25148/27-10-1999 (ΦΕΚ Β'2004/1999) απόφαση της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ" και, στη συνέχεια, η υπ' αρ. 2518/29-1-2003 (ΦΕΚ Β'124/2003) απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων της "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", η οποία ακυρώθηκε με την υπ' αρ. 1776/2007 απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθόσον κρίθηκε μη νόμιμη ως αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι "η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 περίπτ.

γ' του ν. 2557/1997 δυνατότητα ρυθμίσεως της εν γένει επαγγελματικής καταστάσεως των πρακτόρων των παιχνιδιών της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", των όρων δηλαδή ασκήσεως ενός ελευθερίου επαγγέλματος, με κανονισμούς που εγκρίνονται με κοινή απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, χωρίς οι όροι αυτοί να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, δεν αποτελεί ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα".

Ακολούθως, σε συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή, με την παρ. 1 του άρθρου 47 Ν. 3905/2010, προστέθηκαν νέες παράγραφοι 11 και 12 στο άρθρο 27 του Ν. 2843/2000 και καθορίστηκε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, με βάση την οποία θα χορηγούνται πλέον στο μέλλον οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ και θα συνάπτονται οι συμβάσεις πρακτορείας, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 47 ορίστηκε ότι "η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 24 στοιχείο γ` του ν. 2557/1997...

και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση αυτής καταργούνται. Οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ Α.Ε. και των πρακτόρων που υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ Α.Ε., που εκδόθηκαν επί τη βάσει των ίδιων αποφάσεων έως το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές".

Στη συνέχεια, με το άρθρο 24 παρ. 60 και 63 Ν. 4141/2013, η κρίσιμη υπ' αρ. 25148/27-10-1999 απόφαση καταργήθηκε και ρητά. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, η υπ' αρ. 2518/29-1-2003 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός λειτουργίας των πρακτορείων της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ, όπως και η προγενέστερη υπ' αρ. 25148/27-10-1999 υπουργική απόφαση, παρότι δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, δεν έχει κανονιστική ισχύ, γιατί εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση δοθείσα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 εδ.

γ' του Ν. 2557/1997, το οποίο όμως είναι αντίθετο στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, γιατί εξουσιοδοτεί τους αρμόδιους υπουργούς για την έκδοση απόφασης, που θα ρυθμίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π., τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων, χωρίς οι προϋποθέσεις αυτές να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, η δε απόφαση δεν ρυθμίζει ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα.

Ωστόσο, για τις συμβάσεις πρακτορείας, που συνάφθηκαν με βάση την απόφαση αυτή, όπως ρητά το ορίζει και η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 του Ν. 3905/2010, που την κατήργησε, η απόφαση εξακολουθεί να ισχύει, αποτελώντας το συμβατικό πλαίσιο σύναψης και λειτουργίας των σχετικών συμβάσεων πρακτορείας μεταξύ του ΟΠΑΠ και των πρακτόρων αυτού.

Επομένως, εφόσον η προαναφερόμενη Υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 εδ. γ' του Ν. 2557/1997, που είχε εκδοθεί κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, οι διατάξεις του Κανονισμού της ΟΠΑΠ ΑΕ έχουν συμβατική ισχύ (πρβλ. ΑΠ 1127/2018, ΑΠ 666/2002). Η σύμβαση δε πρακτορείας, η ρύθμιση της οποίας στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρ. 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το Π.Δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού Π.Δ. 427/1995, έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 159/2018).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.

Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017).

Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ) (ΑΠ 560/2022).

Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 845/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού αρχικά, συμμορφούμενο με την υπ' αριθ. 108/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που είχε αναιρέσει την προηγούμενη υπ' αρ. 3154/2017 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και είχε παραπέμψει σε αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, απέρριψε τον δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσιβλήτου Κ.

Χ., με τον οποίο αυτός προέβαλε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ' αρ. 3107/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί μεταξύ των διαδίκων, ακολούθως δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Με το ΒΔ 20/29.12.1958,...

συστάθηκε και λειτουργεί το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ)", που ήδη, με το ΠΔ 228/21.9.1999 έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ο. Π. Α. Π. «Α. και με τον διακριτικό τίτλο "ΟΠΑΠ ΑΕ", (ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη) με έδρα την Αθήνα.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του καταστατικού της, η "ΟΠΑΠ ΑΕ" λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920, όπως ισχύει, είναι δε εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών από τον Απρίλιο του 2001. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν. 2843/2000,....όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ.1 και 2-4 του Ν.3336/2005,...

το Ελληνικό Δημόσιο είχε διαθέσει στο ευρύ επενδυτικό κοινό ποσοστό 66% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΟΠΑΠ ΑΕ", παρέμενε δε βασικός μέτοχός της σε ποσοστό 34%. Στην συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο μεταβίβασε στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Ελληνικού Δημοσίου ΑΕ (ΤΑ1ΠΕΔ), δυνάμει της υπ' αριθμ. 1…./27.10.2011 απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων..., αρχικά το 29% των μετοχών της "ΟΠΑΠ ΑΕ" και στην συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ .2…./26.9.2012...

απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων μεταβίβασε επιπλέον 4% των μετοχών της ΟΠΑΠ ΑΕ. Στις 27/9/2012, το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Ελληνικού Δημοσίου ΑΕ ανακοίνωσε την έναρξη δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού για την πώληση του 33% του μετοχικού κεφαλαίου, που κατέχει στην "ΟΠΑΠ ΑΕ", η σχετική μεταβίβαση του οποίου σε ιδιώτη επενδυτή έχει ολοκληρωθεί από τον Οκτώβριο του 2013.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1α του καταστατικού της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης), η τελευταία έχει ως σκοπό της την οργάνωση, λειτουργία και διεξαγωγή των παιχνιδιών ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ,ΤΖΟΚΕΡ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΜΠΙΝΓΚΟ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΛΑΧΕΙΟ, αριθμολαχείων, λαχείων - παιγνίων, και των στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης στα πάσης φύσεως ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια, όπως και γεγονότων, η φύση των οποίων προσφέρεται για διεξαγωγή στοιχημάτων, καθώς επίσης και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού κλπ., που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, σε όλη τη χώρα και εκτός αυτής, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου.

Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού, η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία δικαιούται να λειτουργεί ανά την χώρα πρακτορεία, στα οποία θα πρακτορεύονται τα εν γένει παιχνίδια της κατ' αποκλειστικότητα, με την χορήγηση άδειας λειτουργίας πρακτορείων της, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα (άρθρο 2 παρ.2 εδ.δ' του πδ 228/1999).

Στα πλαίσια της δυνατότητας της αυτής και με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, η εναγομένη, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, χορηγεί άδεια για τη λειτουργία εξουσιοδοτημένου πρακτορείου της (άρθρο 1 ΥΑ 25148/11.11.1999 YΠΠO), υφίσταται δε μεταξύ της εναγομένης και του κάθε μεμονωμένου πράκτορα, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και δη σύμβαση πρακτορείας, κατά την οποία λειτουργούν στο πρακτορείο του τελευταίου, όλα τα προαναφερόμενα παιχνίδια, σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό λειτουργίας πρακτορείων και τις νόμιμες εγκυκλίους του Οργανισμού.

Περαιτέρω, δυνάμει της από 27/9/2001 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, εγκρίθηκε κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου), η χορήγηση σε αυτόν άδειας λειτουργίας πρακτορείου ΟΠΑΠ, στο Περιστέρι Αττικής επί της οδού Αρετής αριθμ.36, ήτοι άδεια πρακτόρευσης των παιχνιδιών της "ΟΠΑΠ ΑΕ", σύμφωνα με το υπ' αριθμ.20/25.3.2001 πρακτικό της Επιτροπής Πρακτορείων Γενικών και Ειδικών Θεμάτων της ΟΠΑΠ ΑΕ.

Τα ανωτέρω γνωστοποιήθηκαν στον ενάγοντα με το υπ' αριθμ. πρωτ. Α/2509/3.10.2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Πρακτορείων. Με το έγγραφο αυτό γνωστοποιήθηκαν στον ενάγοντα και οι απαιτούμενες περαιτέρω ενέργειές του, όπως η προσκόμιση δικαιολογητικών, καθώς και η ενημέρωση στα γραφεία της ΟΠΑΠ ΑΕ κλπ.

Συνεπώς, με την κατά τα ανωτέρω χορήγηση από την εναγομένη στον ενάγοντα της άδειας λειτουργίας πρακτορείου ΟΠΑΠ, την αποδοχή αυτής από τον ενάγοντα, με την διενέργεια όλων των απαιτούμενων ενεργειών καθώς και με την Online σύνδεση του πρακτορείου του ενάγοντος, με τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα της ΟΠΑΠ ΑΕ και στην συνέχεια με την έναρξη λειτουργίας του εν λόγω πρακτορείου, συνήφθη μεταξύ της εναγομένης (ΟΠΑΠ ΑΕ) και του ενάγοντος άτυπη, ήτοι χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, σύμβαση πρακτορείας αορίστου χρόνου, ο δε ενάγων αποδέχθηκε τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν όλοι οι πράκτορες πρακτορείων ΟΠΑΠ ΑΕ.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ισχύοντος, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι κατά το έτος 2001, Κανονισμού Πρακτορείων (ΥΑ 25148/1999), ο πράκτορας είναι υποχρεωμένος, μεταξύ άλλων: 1) ... "να καταθέτει χωρίς καμία καθυστέρηση τις εισπράξεις των παιχνιδιών στην τράπεζα με την οποία συνεργάζεται ο οργανισμός και σύμφωνα με τον τρόπο και τον χρόνο που θα του υποδειχθεί από τον ΟΠΑΠ.

Επίσης, να είναι συνεπής προς όλες τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τον οργανισμό" (άρθρο 3 παρ. 3 του Κανονισμού), 2) ... "να ακολουθεί πιστά τις διαδικασίες διεξαγωγής των παιχνιδιών σύμφωνα με τις εκάστοτε εγκυκλίους και ανακοινώσεις του ΟΠΑΠ που έχουν εκδοθεί ή θα εκδοθούν" (άρθρο 3 παρ.10 του Κανονισμού), 3) "α.

Να επιδεικνύει άκρα επιμέλεια, προκειμένου να λαμβάνει γνώση όλων των εγκυκλίων που εκδίδει ο ΟΠΑΠ και αναφέρονται στη λειτουργία του πρακτορείου του και να ακολουθεί τις οδηγίες που αναφέρονται στον εξοπλισμό και την προβολή του καταστήματος του. Η διαφημιστική προβολή του ΟΠΑΠ να καλύπτει περίπου το 70% της προβολής των εν γένει δραστηριοτήτων του καταστήματος, β.

Να εφαρμόζει σωστά και να ενημερώνει υπεύθυνα τους διαγωνιζόμενους στα θέματα που αναφέρονται στον τρόπο διεξαγωγής των παιχνιδιών, στις εγκυκλίους, οδηγίες και ανακοινώσεις του ΟΠΑΠ. Να τηρεί πλήρες - οργανωμένο αρχείο" (άρθρο 3 παρ.13 του Κανονισμού), 4) ... "Να συνεργάζεται με τους επιθεωρητές του ΟΠΑΠ ή εξουσιοδοτημένα με τον ΟΠΑΠ όργανα κατά την διάρκεια ελέγχου στο πρακτορείο του και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες τους" (άρθρο 3 παρ.15 του Κανονισμού), 5) ... "α.

Να μην δέχεται την πρακτόρευση στο κατάστημά του άλλων επιχειρήσεων χωρίς την έγκριση του ΟΠΑΠ, εκτός των Κρατικής Εποπτείας Λαχείων και παιχνιδιών, β. Να μην συμμετέχει ή συνεργάζεται σε εταιρείες που προωθούν, παρεμφερή ή ανταγωνιστικά για τα παιχνίδια του οργανισμού στοιχήματα, εκτός των εταιρειών που ασχολούνται σε Κρατικά παιχνίδια, γ.

Να μην συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στη διοργάνωση και διεξαγωγή παράνομων στοιχημάτων" (άρθρο 3 παρ.21 του Κανονισμού), 6) ... "Να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στην επιτυχία των στόχων και σκοπών του οργανισμού" (άρθρο 3 παρ.27 του Κανονισμού), 7) ... "Να επιδεικνύει έντονο και συνεχές ενδιαφέρον για την αύξηση της κίνησης των παιχνιδιών, πραγματοποιώντας προς τον σκοπό αυτό τις όποιες προωθητικές ενέργειες υποδεικνύονται από τον οργανισμό και όποιες κρίνει ο ίδιος ότι είναι ικανές να επιφέρουν το καλύτερο αποτέλεσμα, αρκεί να μην προσβάλλουν το κύρος και την αξιοπιστία του Οργανισμού.

Σε τέτοια περίπτωση δικαιούται να παρέμβει άμεσα ο οργανισμός και να τις διακόπτει" (άρθρο 3 παρ.29 του Κανονισμού). Από την έναρξη λειτουργίας του πρακτορείου, ο ενάγων τήρησε όλους του όρους και προϋποθέσεις λειτουργίας του, καθώς και όλες τις υποχρεώσεις του ως πράκτορα, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του "Κανονισμού Λειτουργίας των Πρακτορείων ΟΠΑΠ", χωρίς ποτέ να δημιουργήσει κανένα πρόβλημα, αποδίδοντας εμπροθέσμως προς την εναγομένη τα εισπραχθέντα, από τους πελάτες του πρακτορείου του, για λογαριασμό της και παρακρατώντας κανονικά την νόμιμη προμήθεια του (12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ, 12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού ΠΡΟΤΟ, 12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού ΛΟΤΟ, 12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού ΠΡΟΠΟ, 12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού ΕΞΤΡΑ ΠΕΝΤΕ, 8% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ, 8% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού ΚΙΝΟ και 8% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού ΣΟΎΠΕΡ ΤΡΙΑ).

Επειδή ο ενάγων αγαπούσε τη δουλειά του, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα λόγω κυρίως της διαρκούς ενασχόλησής του με το πρακτορείο, της εξειδίκευσης που απέκτησε στα παιχνίδια του ΟΠΑΠ, που απαιτούσαν κάποιες ιδιαίτερες γνώσεις και δεν ήταν απλώς θέμα τύχης (πχ. το παιχνίδι ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ, το οποίο προϋποθέτει την ορθή πρόβλεψη αποτελεσμάτων διαφόρων σπορ και κυρίως αγώνων ποδοσφαίρου, στο ελληνικό αλλά και στα παγκόσμια πρωταθλήματα), των καλών υπηρεσιών που προσέφερε στους πελάτες του (σχετικών συμβουλών και υποδείξεων για τον ασφαλέστερο και επικερδέστερο τρόπο στοιχήματος), αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους πράκτορες της εναγομένης, από άποψη συνολικού κύκλου εργασιών σε όλα τα παιχνίδια της, αλλά κυρίως στο "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ", στο οποίο ήταν κατά κάποιον τρόπο εξειδικευμένος.

Περαιτέρω, στις 7/6/2006 και περί ώρα 20.00' μμ. και ενώ το πρακτορείο του ενάγοντος βρισκόταν σε λειτουργία, εισήλθαν αιφνιδιαστικά σε αυτό αστυνομικοί της Διεύθυνσης Λεσχών και Παιγνίων της Ασφάλειας Αττικής, προκειμένου να ελέγξουν καταγγελία για διενέργεια παράνομου στοιχήματος, δηλαδή για την τέλεση της αξιόποινης πράξης που προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ.2 του Ν.2433/1996.

Επακολούθησε και κατάσχεση των χρημάτων και των επιταγών, καθώς και αφαίρεση του κομπιούτερ και αρκετών εγγράφων, που υπήρχαν στο πρακτορείο. Στην συνέχεια, στις 21/6/2006, ο ενάγων και οι παρευρισκόμενοι εντός του πρακτορείου του κατά την 7/6/2006, Τ.. Ν. και Ι.. Σ., οδηγήθηκαν στο Β' Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για να δικασθούν ως αυτουργοί της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ.2 Ν.2433/1996 (παράνομο στοίχημα).

Από την έρευνα που διενεργήθηκε στο πρακτορείο του ενάγοντος και σύμφωνα με τις καταθέσεις των αστυνομικών οργάνων, που δόθηκαν στην ποινική δίκη, που επακολούθησε, δημιουργήθηκαν ενδείξεις ότι διεξαγόταν στοίχημα αγώνων του Φινλανδικού και του παγκοσμίου πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, οι οποίοι ήταν εκτός του νόμιμου δελτίου του ΟΠΑΠ, βρέθηκαν δε στο πρακτορείο σημειώσεις με δυο ομάδες, ενώ η εναγομένη, που διατηρούσε και διατηρεί την αποκλειστικότητα διεξαγωγής του στοιχήματος, δεν προσέφερε στο στοίχημα, για μονό ή διπλό στοιχηματισμό, εκτυπώσεις της εταιρείας B., η οποία δεν επιτρέπεται με κανένα τρόπο, όπως μέσω τηλεφώνου ή διαδικτύου, σύμφωνα με την παράγραφο 6 των άρθρων 6 και 1 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Παιχνιδιών Στοιχημάτων Περιορισμένης Απόδοσης), να διενεργεί στοίχημα.

Επίσης, βρέθηκε ο υπολογιστής του ενάγοντος να είναι ανοιχτός στην ιστοσελίδα της εταιρείας B. και πάνω σε έγγραφο FAX, γραμμένο το τηλέφωνό της. Η εναγομένη (ΟΠΑΠ ΑΕ), μόλις πληροφορήθηκε από την Ασφάλεια Αττικής την εις βάρος του ενάγοντος άσκηση ποινικής δίωξης για συμμετοχή σε παράνομο στοίχημα, διέκοψε στις 8/6/2006 την online σύνδεσή του πρακτορείου του, ήτοι ανέστειλε την λειτουργία του δυνάμει της υπ' αριθμ.33/27.7.2006 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο ενάγων να λειτουργήσει την επιχείρησή του.

Η απόφαση αυτή της ΟΠΑΠ ΑΕ γνωστοποιήθηκε εγγράφως στον ενάγοντα με το υπ' αριθμ. Α/11478/25.8.2006 έγγραφο του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Προώθησης και Ανάπτυξης Δικτύου της εναγομένης. Η εναγομένη προέβη στην λήψη της εν λόγω απόφασης, ήτοι στην επιβολή της ποινής της παραγράφου 1γ του άρθρου 7 του Κανονισμού της, χωρίς προηγούμενη κλήση του ενάγοντα, για την παροχή αναγκαίων εξηγήσεων, η οποία απαιτείτο ρητά, σύμφωνα με την παράγραφο 2δ' του άρθρου 7 του Κανονισμού αυτής, παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την συγκεκριμένη νομική διάταξη αλλά και το θεμελιώδες κατοχυρωμένο στο άρθρο 20 παρ.2 του Συντάγματος, δικαίωμα για προηγούμενη ακρόασή του, για μέτρο λαμβανόμενο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του.

Η ως άνω δε υποχρέωση της εναγομένης δεν αίρεται από την άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του ενάγοντος, καθόσον η άσκηση της ποινικής δίωξης γίνεται βάσει ενδείξεων και όχι αποδείξεων, είναι δε ανεξάρτητη από την πειθαρχική διαδικασία. Στο ανωτέρω δε υπ' αριθμ. πρωτ. Α/11478/25.8.2006 έγγραφο της εναγομένης γίνεται απλή επίκληση της συνδρομής των όρων του άρθρου 7 παρ.1γ και 2ε του Κανονισμού, χωρίς αναφορά του αντίστοιχου νομοθετήματος, με ρητή μνεία ότι η εν λόγω αναστολή θα ισχύει μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου.

Εκ του περιεχομένου δε του συγκεκριμένου έγγραφου σαφώς συνάγεται ότι η διακοπή της on-line σύνδεσης του πρακτορείου του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης στις 8/6/2006, δεν συνιστά καταγγελία της ένδικης σύμβασης πρακτορείας εκ μέρους της τελευταίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ίδια, ρητώς δε αναγράφεται στο προαναφερόμενο έγγραφο ότι η αναστολή της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου του ενάγοντος θα ίσχυε μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ήτοι υφίσταται αίρεση διαλυτική για την λειτουργία του πρακτορείου, (ενν.

τούτο δε) δεικνύει ότι πρόκειται για ένα "ασφαλιστικό μέτρο" εκ μέρους της εναγομένης που εντάσσεται στην διαδικασία του άρθρου 7 του Κανονισμού της ...κατά τα προαναφερόμενα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η καταγγελία μιας σύμβασης διάρκειας δεν μπορεί να τελεί υπό αίρεση και άλλες προϋποθέσεις στο δικαιϊκό μας σύστημα, καθόσον πρόκειται για μια διαδικαστική πράξη που επιφέρει την οριστική λύση της σύμβασης και την μετατροπή αυτής σε σχέση εκκαθάρισης.

Περαιτέρω, ο ενάγων με την από 6/12/2006 αίτησή του προς την εναγομένη, ζήτησε να του επιστραφεί από την τελευταία το συνολικό χρηματικό ποσό των 380.000 ευρώ (330.000 ευρώ τοις μετρητοίς και 50.000 ευρώ με ισόποση επιταγή της τράπεζας N. B.), το οποίο είχε καταβληθεί από αυτόν προς την ενάγουσα ως εγγύηση για την εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία του πρακτορείου του, με το σκεπτικό ότι η εγγύηση τούτου είχε καταστεί άνευ αντικειμένου για όσο χρονικό διάστημα το πρακτορείο του παρέμενε κλειστό.

Κατόπιν τούτου η εναγομένη, κατ' άρθρο 9 παρ.7 του Κανονισμού της, σύμφωνα με το οποίο "Στον πράκτορα ο οποίος παραιτείται ή του αφαιρείται η άδεια, επιστρέφεται ατόκως μετά την τακτοποίηση των λογαριασμών που έχει ο ΟΠΑΠ το ποσό εκείνο του κεφαλαίου της εγγύησης που έχει καταθέσει και παραμένει άθικτο στο κοινό κεφάλαιο.

Η επιστροφή του ποσού αυτού γίνεται αμέσως μετά την λογιστική εκκαθάριση και πάντα μετά την παρέλευση εξαμήνου", προέβη στην επιστροφή του παραπάνω χρηματικού ποσού. Ο ενάγων είναι πατέρας τεσσάρων τέκνων και το πρακτορείο του ήταν το μέσο βιοπορισμού του. Εκ του γεγονότος δε αυτού, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ανωτέρω από 6/12/2006 αίτησής του, συνάγεται ότι η επιστροφή της άνω εγγύησης δεν αποτελεί αποδοχή εκ μέρους του ενάγοντος λύσεως της ένδικης σύμβασης πρακτορείας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη.

Αντιθέτως, μετά την αμετάκλητη αθώωσή του, ο ενάγων ζήτησε την επαναλειτουργία του πρακτορείου του, γεγονός που ενισχύει την σχετική κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 39291/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη ...στις 7.12.2007, ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών για την πράξη του άρθρου 2 παρ.2 του Ν.2433/1996 (παράνομο στοίχημα), αφού το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν προέκυψε ότι κατά την συγκεκριμένη ημέρα διεξαγόταν στο πρακτορείο παράνομο στοίχημα.

Σημειωτέον ότι η αιτιολογία της ανωτέρω αποφάσεως δεν μειώνει τις συνέπειες ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά σε σχέση με τις επόμενες αυτής υποχρεώσεις της εναγομένης, που ήταν, όπως απαιτεί ο ανωτέρω Κανονισμός της κατ'άρθρα 7 παρ.1γ εδαφ. β' και 8 παρ.2β', να προβεί αμέσως στην άρση αναστολής λειτουργίας του πρακτορείου του ενάγοντος, ο οποίος μετά την αμετάκλητη αθώωσή του, υπέβαλε στην εναγομένη την από 14/12/2007 και με αριθμό πρωτοκόλλου A16290/2007 αίτησή του, την οποία επανυπέβαλε στις 26/1/2010, με την οποία ζητούσε την επαναχορήγηση της άδειας του πρακτορείου του, αφού εξέλιπε πλέον ο λόγος της αναστολής λειτουργίας του, την οποία (αίτηση) επανυπέβαλε στις 26/1/2010 με το ίδιο ακριβώς αίτημα.

Στις παραπάνω αιτήσεις ουδέποτε απάντησε η εναγομένη, αλλά ούτε προέβη στην άρση της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης του ενάγοντος. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάκληση άδειας ή η καταγγελία σύμβασης αναλόγως αφορά σε μόνιμη εντεύθεν κατάσταση και γινόταν σύμφωνα με τον κανονισμό των πρακτόρων (ΦΕΚ Β' 2004/1999) μέχρι το έτος 2010, οπότε αυτός καταργήθηκε δια νόμου, ή σύμφωνα με τις οικείες προβλέψεις της σύμβασης πρακτόρων.

Εξάλλου,...το άρθρο 47 Ν.3905/2010, προέβη στην ίδια ως άνω εννοιολογική διάκριση αφού προέβλεψε ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού μετά από εισήγηση του Διοικητικού συμβουλίου της ΟΠΑΠ ΑΕ καθορίζονται τα ειδικότερα κριτήρια, βάσει των οποίων χορηγούνται άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ ΑΕ, ιδίως δε κριτήρια δημογραφικά και γεωγραφικά, όροι προσωρινής και οριστικής αφαίρεσης των εν λόγω αδειών, κριτήρια και προϋποθέσεις...".

Στην προκειμένη περίπτωση ουδέποτε αφαιρέθηκε οριστικά ή ανακλήθηκε η άδεια πράκτορα που κατείχε ο ενάγων, ούτε καταγγέλθηκε η σύμβασή του είτε με βάση τον Κανονισμό πρακτόρων ή την σύμβαση πρακτορείας, κατά τον επίδικο χρόνο. Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύει το γεγονός ότι η εναγομένη κατήγγειλε μεταγενέστερα και εγγράφως την επίδικη σύμβαση πρακτορείας στις 28/2/2017, κοινοποιώντας στον ενάγοντα την από 23/2/2017 εξώδικη γνωστοποίηση - καταγγελία- πρόσκληση αυτής, η οποία παραδεκτώς κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι εκ παραδρομής απέστειλε στον ενάγοντα την ανωτέρω καταγγελία, πλην όμως η εν λόγω καταγγελία ουδόλως αναφέρει την σύμβαση του 2009, την οποία η ίδια επικαλείται, αλλά αναφέρεται σε αορίστου χρόνου σύμβαση χωρίς περαιτέρω στοιχεία. Επιπλέον, η εναγομένη έχει πλήρως οργανωμένες υπηρεσίες και αρχείο, οπότε δεν δύναται να ισχυρισθεί ότι εκ παραδρομής περιέλαβε τον ενάγοντα στους ενεργούς πράκτορες αυτής.

Αντιθέτως, από το ανωτέρω έγγραφο καταγγελίας σαφώς προκύπτει ότι η ίδια η εναγομένη είχε καταχωρήσει τον ενάγοντα ανάμεσα στους 4.500 ενεργούς πράκτορές της, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εναγομένη δεν είχε καταγγείλει και ούτε η ίδια θεωρούσε ότι είχε καταγγείλει την ένδικη σύμβαση πρακτορείας. Η εκ μέρους της εκκαλουμένης, θεώρηση της προσωρινής αναστολής ως καταγγελίας και μάλιστα απρόθεσμης και νόμιμης, είναι εσφαλμένη αφού η προσωρινή αναστολή προβλέπεται ρητά από τον Κανονισμό των πρακτόρων για τις περιπτώσεις που αυτή επιβάλλεται και δεν μπορεί βάσιμα να γίνει δεκτό ότι οδηγεί σε άτυπη καταγγελία της συμβάσεως, αφού η υποχρέωση της εναγόμενης για άρση της αναστολής εξακολουθεί να υπάρχει.

Αλλά ούτε και ως ανάκληση εντολής μπορεί να ερμηνευθεί για τους ίδιους λόγους. Εσφαλμένως, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε ότι υπάρχει καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως χαρακτηρίζει την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, εφαρμόζοντας ευθέως τις διατάξεις του πδ 219/1991, ενώ γνήσια εμπορική αντιπροσωπεία εν προκειμένω δεν υπάρχει, αλλά ούτε και ανάκληση εντολής και με βάση τις παραδοχές αυτές εκτίμησε εσφαλμένα τα υπό του ενάγοντος ασκηθέντα δικαιώματα είτε με βάση το άρθρο 724ΑΚ, είτε με βάση τις διατάξεις του πδ 219/1991.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ενόψει της υποχρέωσης της εναγομένης να προβεί στην άρση της αναστολής λειτουργίας του πρακτορείου του ενάγοντος μετά την αμετάκλητη αθώωσή του, η παράλειψη αυτής να προβεί στην επαναχορήγηση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου του ενάγοντος συνιστά ευθεία παράβαση νόμου, που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο Κανονισμός Λειτουργίας αυτής, ήτοι υπουργική απόφαση δημοσιευθείσα στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης, που αναπτύσσει κανονιστική ισχύ.

Εξάλλου, στην περίπτωση που η εναγόμενη επιθυμούσε να λυθεί η επίδικη σύμβαση πρακτορείας λόγω του κλονισμού της εμπιστοσύνης της ως προς τον ενάγοντα, όπως η ίδια ισχυρίζεται, θα μπορούσε να προβεί σε έγγραφη καταγγελία της εν λόγω σύμβασης. Ως εκ τούτου στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης αναφορικά με τον ενάγοντα κατά τα προαναφερόμενα, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη ελέγχονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Περαιτέρω, κατά την πλειοψηφούσα κρίση του Δικαστηρίου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται τα ακόλουθα: ...Από την προπεριγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, η οποία εκδηλώθηκε από τον Δεκέμβριο του έτους 2007, ότε κατέστη αμετάκλητη η προμνημονευθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου, αφού από τότε κατά νόμο επέρχονται τα αποτελέσματά της και όχι από την τελεσιδικία της, όπως, ναι μεν αναγράφεται στο άρθρο 7 παρ. 1γ, πλην όμως αυτό έρχεται σε μερική αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2β του ίδιου Κανονισμού που αναφέρει την υποχρεωτική άρση της αναστολής και την επαναχορήγηση της αδείας αμέσως μετά την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος ή αθωωτικής απόφασης, που κατά την ημετέρα δικονομία νοείται η αμετάκλητη απόφαση, ο ενάγων, από την μη άμεση άρση από 7.12.2007 της αναστολής λειτουργίας του πρακτορείου, ενέργεια στην οποία δεν προέβησαν τα όργανα της εναγόμενης αν και γνώριζαν τις σαφείς διατάξεις του Κανονισμού και την αθώωση αμετακλήτως του ενάγοντος, και την εξ αυτής παρεμπόδιση της συμμετοχής των πελατών του τελευταίου στα παιχνίδια του ΟΠΑΠ, υπέστη περιουσιακή ζημία.

Η ζημία του αυτή συνίσταται στα διαφυγόντα κέρδη από την εν λόγω δραστηριότητα και συγκεκριμένα στη μη εκ μέρους του είσπραξη της προμήθειας, που θα εισέπραττε από τις πωλήσεις, οι οποίες μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων θα είχαν πραγματοποιηθεί μέσω του πρακτορείου του, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη και αδικαιολόγητη μη άρση της αναστολής λειτουργίας του για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2007 έως και τον Δεκέμβριο του 2011, και η εν λόγω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την απώλεια των κερδών ήτοι τα διαφυγόντα κέρδη του ως άνω χρονικού διαστήματος...".Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές και με πρόσθετες ουσιαστικές παραδοχές, που αφορούν στον, σύμφωνα με την πλειοψηφήσασα στο δικαστήριο γνώμη, υπολογισμό της ζημίας από τα διαφυγόντα κέρδη του, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Κ.

Χ., εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε και συνεκδίκασε τις από 16/12/2010, 20/12/2010 και 7/2/2012 αγωγές του κατά της ΟΠΑΠ Α.Ε., τις έκανε εν μέρει δεκτές και υποχρέωσε την ΟΠΑΠ Α.Ε. να του καταβάλει νομιμοτόκως τα ποσά των 130.536,59 - 1.066.746,91 και 1.836.339,54 ευρώ αντιστοίχως. ( Το μειοψηφούν μέλος του δικαστηρίου είχε την γνώμη ότι για την ίδια ανωτέρω αιτία και για το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα πρέπει να επιδικασθούν στο ενάγοντα μεγαλύτερα ποσά ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη του).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ., 43 παρ. 2 του Συντάγματος, 7 παρ. 24 εδ. γ' Ν. 2557/1997 και 47 παρ. 2 Ν. 3905/2010, οι οποίες εν προκειμένω δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον τα επικαλούμενα από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα θεμελιωτικά της αγωγής και αποδειχθέντα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, γεγονότα και δη η παράλειψη της αναιρεσείουσας να επαναχορηγήσει στον αναιρεσίβλητο την άδεια λειτουργίας του πρακτορείου του, μετά την αμετάκλητη αθώωση αυτού, και να άρει έτσι την αναστολή λειτουργίας του εν λόγω καταστήματος, όπως τούτο προβλεπόταν από τον ισχύοντα τότε Κανονισμό της ΟΠΑΠ ΑΕ, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, αφού η επίμαχη ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν συνιστά παράνομη πράξη, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται η τέλεση από αυτή αδικοπραξίας και, συνακόλουθα, να μη θεμελιώνεται ευθύνη της προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου για τη ζημία που εκείνος υπέστη.

Και τούτο διότι, εφόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο ανωτέρω Κανονισμός της ΟΠΑΠ ΑΕ, εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 εδ. γ' Ν. 2557/1997, που ήταν αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, γι' αυτό και καταργήθηκε, στη συνέχεια, με το άρθρο 47 παρ. 2 Ν. 3905/2010, ο Κανονισμός αυτός δεν είχε κανονιστική ισχύ και, συνεπώς, μόνη η μη επαναχορήγηση της άδειας, υπό την έννοια της άρνησης άρσης της αναστολής αυτής, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, είτε κατά παραβίαση ευθέως του Κανονισμού είτε κατά παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης αυτής, απορρέουσας από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πρακτορείας, περιεχόμενο της οποίας είναι και ο Κανονισμός αυτός, δεν αποτελεί παράνομη πράξη, χωρίς τη συνδρομή και άλλων πρόσθετων στοιχείων, τα οποία θα συνιστούσαν, καθ' εαυτά (χωρίς δηλαδή την ύπαρξη της, ως άνω, παράβασης συμβατικής υποχρεώσεως) αδικοπραξία και τα οποία, ωστόσο, δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι μόνη η, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής, πιο πάνω συμπεριφορά (παράλειψη) της αναιρεσείουσας, δεν αποτελεί, χωρίς τη συμβατική σχέση, παράνομη πράξη, υπό την έννοια ότι αντίκειται σε επιτακτικό κανόνα δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, ικανή να στηρίξει, αν τεθεί εκτός συμβατικού πλαισίου, πέραν των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου από τη σύμβαση, και αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ και να θεμελιώσει νόμιμη αξίωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση εκ της αιτίας αυτής.

Επομένως ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση, από από 6/4/2021, αίτηση αναίρεσης της ΟΠΑΠ ΑΕ να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.

Πολ). Β) Επί της από 29/6/2021 αιτήσεως αναιρέσεως του Κ. Χ..

Κατ' άρθρο 579 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από αυτήν ακυρώνεται, μόνο αν στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Η αίτηση αναίρεσης που ασκείται από άλλο διάδικο κατά της ίδιας ολικώς αναιρεθείσας απόφασης του εφετείου δεν έχει πλέον αντικείμενο και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1026/2010, ΑΠ 1471/2002) και σε περίπτωση που έχει ασκηθεί πριν την έκδοση της απόφασης απορρίπτεται ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1857/2017).

Είναι άνευ σημασίας για ποιο λόγο αναίρεσης αναιρέθηκε ολικώς η προσβληθείσα απόφαση και ποιος ήταν ο αναιρεσείων. Στο σύνολό της δε θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εξαιτίας της οποίας το Εφετείο απέρριψε την κυρία βάση υπολογισμού των διαφυγόντων κερδών του και στις τρεις επίδικες αγωγές του, πού θεμελιωνόταν στις προμήθειες πού εισέπραξε από την ΟΠΑΠ ΑΕ κατά το έτος 2006 και έτσι έκανε κατ' ουσίαν δεκτή την επικουρική βάση υπολογισμού αυτών, επιδικάζοντας του ως αποζημίωση μικρότερα πόσα.

Όμως, μετά την παραδοχή της αναίρεσης της ΟΠΑΠ ΑΕ και την ολική εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές η τρεις αγωγές του αναιρεσείοντος στη βάση της αδικοπραξίας, η εξέταση των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την απόφαση μόνο ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης του αναιρεσείοντος, παρέλκει ως άνευ αντικειμένου πλέον, γιατί οι πληττόμενες με την κρινόμενη αναίρεση διατάξεις της απόφασης έχουν ήδη αναιρεθεί και η υπόθεση θα κριθεί εκ νέου.

Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.

Πολ. Δ.) Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 εδ. γ'και δ', όπως ισχύει, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία της, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

γ` ΚΠολΔ υποχρέωσης του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υπόθεσης κατ` ουσία μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται στο ίδιο τμήμα, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση, συζήτηση της υπόθεσης κατ` ουσία, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 87/2019).

Επομένως, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση, κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης της ΟΠΑΠ ΑΕ, αναιρείται η υπ` αριθ. 1170/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση, δια της υπ' αριθ. 108/2019 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, της προηγούμενης υπ` αριθ. 3154/2017 απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 29/6/2021 αίτηση του Κ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1170/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

- Δέχεται την από 6/4/2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) Α.Ε." -

Αναιρεί την ανωτέρω υπ' αριθ. 1170/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

- Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υπόθεσης, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους. - Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και -

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ