Legislator Case Law & Legislation
1356/2020 AI generated

Supreme Court acquits defendant of fraud and forgery after applying the principle of favoring the accused under new law.

Case Number 1356/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece acquitted the defendant of charges of forgery and fraud against the state. The prosecution alleged the defendant forged a high school diploma to secure a police job and earn over €286,000 in public funds. The court applied the principle of favoring the accused, ruling that the new law in force at the time of judgment provided a more lenient outcome than the law at the time of the offense.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 1 of the Penal Code (as amended by Law 4619/2019); The principle of favoring the accused requires applying the law that provides the more lenient treatment to the defendant in cases where multiple laws were in force between the commission of the offense and the final judgment.

Keywords

AI generated
Principle of Favoring the Accused Retroactive Application of Law Forgery of Diplomas Fraud Against the State Supreme Court Acquittal Statutory Interpretation Criminal Procedure Law

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 1 of the Penal Code (as amended by Law 4619/2019)
Art. 473 para. 1, 3 of the Code of Criminal Procedure
Art. 474 para. 1 and 2 of the Code of Criminal Procedure
Art. 589 para. 3 of the Code of Criminal Procedure
Art. 509 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1356 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1356/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου-Εισηγήτρια και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Α... του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπαλτά, για αναίρεση της υπ'αριθ. 394/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Ιωάννη Καλαμάρα.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.1/11/2/2019 αίτηση αναιρέσεως και στους από 3.9.2019 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 274/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η υπό κρίση, υπ' αρ.1/11-2-2019, αίτηση για αναίρεση της 394/2018 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του Δημοσίου και της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του Δημοσίου και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 4 ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 3, 474 παρ. 1 και 2 προϊσχύσαντος ΚΠΔ , κατ' άρθρο 589 παρ.3 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη, λόγω της πρόδηλης συνάφειας, με τους παραδεκτώς ασκηθέντες από 3.9.2019 πρόσθετους λόγους (509 ΚΠΔ).

II. i) Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19) Ποινικού Κώδικα " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.

Επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος μεταβάλλει τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης και την υποβαθμίζει σε πλημμέλημα με συνέπεια να επέρχεται μεταβολή ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο και ως προς το χρόνο της παραγραφής, αφού το πλημμέλημα υπόκειται σε βραχύτερη παραγραφή από αυτή του κακουργήματος. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμέλημα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.

ii) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ.ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, ως προς τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, δηλ. ανεξαρτήτως της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης και υπό τον όρο μόνο ότι η αναίρεση είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος υποχρεούται, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο περί παραγραφής νόμο που ίσχυσε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, να αναιρέσει την απόφαση αυτή και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 368 εδ. α'περ. β' του ΚΠΔ (ΑΠ 527/2014).

III. ί) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3 (πλαστογραφία πιστοποιητικών) του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ " Με φυλάκιση τιμωρείται όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πτυχίο ή κάθε πιστοποιητικό γνώσεων ή δεξιοτήτων, ή νοθεύει γνήσιο ή κάνει χρήση αυτών, με σκοπό να καταλάβει θέση εργασίας ή να διεκδικήσει βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα." Με την ειδική αυτή διάταξη του νέου ΠΚ, η πλαστογραφία των αναφερόμενων εγγράφων της συγκεκριμένης κατηγορίας ή η χρήση τους, εφόσον γίνεται με το συγκεκριμένο σκοπό της κατάληψης θέσης εργασίας ή τη διεκδίκηση βαθμολογικής ή μισθολογικής προαγωγής, αποτελεί πλημμέλημα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και το ύψος οφέλους ή ζημίας που επήλθε από την τέλεσή του, που δεν ανάγονται από το νόμο σε συστατικά στοιχεία του εγκλήματος αυτού, και ως εκ τούτου το αδίκημα συντελείται και όταν δεν υπάρχει ζημία, όπως συμβαίνει όταν οι καταβληθείσες αποδοχές ισοσταθμίζονται πλήρως με την παρασχεθείσα εργασία.

IV. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος του Δημοσίου, κατά τα άρθρα 216 παρ.3 εδ.α του προϊσχύσαντος ΠΚ και 1 παρ.Ια του καταργηθέντος ν. 1608/1950, και δη για πλαστογραφία από αυτόν με χρήση του αποδεικτικού απόλυσης του 4ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων, το οποίο πλαστό αποδεικτικό προσκόμισε στα αρμόδια όργανα του Δημοσίου με σκοπό την πρόσληψή του στην ελληνική αστυνομία, όπου πράγματι προσλήφθηκε ως συνοριακός φύλακας, αποκομίζοντας περιουσιακό όφελος σε βάρος του Δημοσίου, ανερχόμενο στο ποσό των 286.980 ευρώ που αντιστοιχεί στις ληφθείσες τακτικές μικτές αποδοχές, επιδόματα και αποζημιώσεις.

Η πράξη αυτή που, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε με σκοπό την πρόσληψη του κατηγορούμενου στην ελληνική αστυνομία, φέρει τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 217 παρ.3 του νέου ΠΚ, οι διατάξεις του οποίου είναι ευμενέστερες αυτών, με βάση τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, αφού μεταβάλλουν το κακούργημα, για το οποίο καταδικάσθηκε αυτός, σε πλημμέλημα, υποκείμενο, κατόπιν της νομοθετικής αυτής μεταβολής, σε βραχύτερη παραγραφή έναντι αυτής για τα κακουργήματα που ορίζεται, κατά τα άρθρο 111 παρ.2 ΠΚ, σε 15 έτη και με τον υπολογισμό του χρόνου της αναστολής σε 20 έτη.

Το αξιόποινο δε της πλημμεληματικής αυτής πράξης του άρθρου 217 παρ.3 του νέου ΠΚ, που κατά την προσβαλλόμενη τελέσθηκε από το μήνα Μάιο μέχρι και τις αρχές Ιουλίου έτους 2001, έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής αφού από το χρόνο τέλεσής της, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών.

Κατόπιν τούτων, και εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, περιέχουσα παραδεκτούς λόγους αναίρεσης (510 παρ.1 Δ', Ε' ΚΠΔ) πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 ΠΚ και 511 εδ. δ' ΚΠΔ, της ισχύσασας μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ευμενέστερης και ως προς το χρόνο παραγραφής διάταξης του άρθρου 217 παρ.3 του νέου ΠΚ:

α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και β) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής, κατά τα άρθρα 368 εδ. α' περ. β' ΚΠΔ, για την ανωτέρω πράξη V. Με την προαναφερθείσα ειδική αυτή διάταξη (217 παρ.3 ΠΚ), περί πλαστογραφίας ή χρήσης των αναφερόμενων πλαστών πιστοποιητικών με σκοπό την κατάληψη θέσης εργασίας ή τη μισθολογική ή βαθμολογική προαγωγή, επιλύονται τα προβλήματα που είχαν ανακύψει αναφορικά με την αποκαλούμενη "απάτη περί την πρόσληψη", στην υπόσταση δε του εν λόγω εγκλήματος,(217 παρ.3 ΠΚ) που έχει ιδίαν εγκληματική απαξία , περιλαμβάνονται τα στοιχεία της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς της σχετικής με αυτήν την "απάτη περί την πρόσληψη".

Ειδικότερα, στη διάταξη αυτή που καλύπτει πλήρως την όλη απαξία της πράξης, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή της, εμπεριέχεται και εντάσσεται εννοιολογικά σε αυτήν η γενόμενη με τη χρήση των αναφερόμενων πλαστών πιστοποιητικών πράξη της εξαπάτησης για την πρόσληψη στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, αναγκαία και λογική συνέπεια της οποίας (πρόσληψης) είναι η καταβολή αποδοχών, που κατά κανόνα ισοσταθμίζονται με την παρασχεθείσα εργασία από το δράστη, ο οποίος αποβλέπει στις αποδοχές αυτές ως αντιστάθμισμα ακριβώς για την παρασχεθείσα εκ μέρους του εργασία και όχι ως παράνομο όφελος.

Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα συρροής και μάλιστα αληθινής της διάταξης του άρθρου 217 παρ.3 ΠΚ με αυτήν της απάτης. Εξάλλου, όταν γίνεται δεκτό ότι συντρέχει, ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου, ο σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, όπως απαιτείται στην απάτη, λογικά δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του 217 παρ. 3 ΠΚ, κατά την οποία αποκλειστικός σκοπός του δράστη είναι η πρόσληψη ή η μισθολογική ή βαθμολογική προαγωγή, και δεν στοιχειοθετείται το συγκεκριμένο αδίκημα, όταν ο σκοπός του δράστη είναι άλλος πλην αυτού, οπότε εφαρμοστέες είναι άλλες διατάξεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα αυτοτελώς και για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, δεχόμενο ότι αυτός, με τη χρήση και μόνο του αναφερόμενου πλαστού απολυτηρίου Λυκείου, εξαπάτησε τα όργανα του Δημοσίου "ώστε να πετύχει την πρόσληψη του στις 20-7-2001 στην Ελληνική Αστυνομία ως συνοριακός φύλακας και στη συνέχεια στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων και να πετύχει παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο τουλάχιστον στο ποσό των 286.980,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στις τακτικές μικτές αποδοχές, επιδόματα και αποζημιώσεις, που έλαβε από τις 20-7-2001 οπότε προσλήφθηκε μέχρι τις 30-9-2015, οπότε απολύθηκε, σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου... ".

Η συμπεριφορά αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, εντάσσεται στη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3ΠΚ, με την οποία καλύπτεται η όλη απαξία της συνολικής συμπεριφοράς σχετικά με την παράνομη Μη πρόσληψη, η οποία μάλιστα επιτεύχθηκε με τη χρήση και μόνο του πλαστού απολυτηρίου, και η οποία είναι εφαρμοστέα ως ευμενέστερη έναντι αυτής της κακουργηματικής απατής, μη συρρέουσα αληθώς με αυτήν και επομένως δεν είναι επιτρεπή η αυτοτελής τιμώρηση της πράξης της απάτης.

Συνεπώς, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή της ευμενέστερης διάταξης του άρθρου 217 παρ.3 ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τη διάταξή της περί ενοχής για κακουργηματική απάτη και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 394/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για την παρακάτω πράξη, που συνιστά το πλημμέλημα της πλαστογραφίας πιστοποιητικών (217 παρ.3 ΠΚ), και δη του ότι "Α. Στη Θεσσαλονίκη σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενο χρονικό σημείο, τοποθετούμενο πάντως στην περίοδο από το μήνα Μάιο μέχρι και τις αρχές Ιουλίου έτους 2001, αφού κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, έκανε χρήση αυτού του πλαστού εγγράφου, και με τον τρόπο αυτό προσπόρισε στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 150.000,00 ευρώ.

Συγκεκριμένα κατάρτισε με άγνωστο τρόπο το υπ' αριθ. πρωτ. 745/17-8-2000 "Αποδεικτικό Απολύσεως", το οποίο είναι εξ υπαρχής πλαστό, ήτοι ως προς τον αριθμό πρωτοκόλλου, τον αριθμό μητρώου και τα αναγραφόμενα στοιχεία σε αυτό, και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού παραδίδοντας το στην αρμόδια υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας για τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό πρόσληψης συνοριακών φυλάκων που διενεργήθηκε κατόπιν της υπ' αριθ. 6000/2/360-η730-5-2001 προκήρυξης.

Πλαστογραφώντας το προαναφερόμενο "Αποδεικτικό Απολύσεως" του 4ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων και εν συνεχεία κάνοντας χρήση αυτού για τη συμμετοχή του στον προαναφερόμενο διαγωνισμό προσελήφθη στην Ελληνική Αστυνομία ως συνοριακός φύλακας και στη συνέχεια εντάχθηκε στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων και αποκόμισε περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, ανερχόμενο τουλάχιστον στο ποσό των 286.980,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στις τακτικές μικτές αποδοχές, επιδόματα και αποζημιώσεις που έλαβε από τις 20-7-2001 οπότε προσλήφθηκε μέχρι τις 30-9-2015, οπότε απολύθηκε, ενώ στη θέση του θα μπορούσε να προσληφθεί κάποιος τρίτος που θα διέθετε τα νόμιμα τυπικά προσόντα."

Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κακουργηματικής απάτης και δη του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενο χρονικό σημείο τοποθετούμενο πάντως στην περίοδο από το μήνα Μάιο μέχρι και τις αρχές Ιουλίου έτους 2001, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, το συνολικό δε σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προκληθείσα στο παθόν ζημία υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 150.000,00 ευρώ.

Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο παρέστησε ψευδώς στα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου και δη στις αρμόδιες για την πρόσληψη του υπηρεσίες, ότι έχει απολυτήριο Λυκείου από το 4ο Γενικό Λύκειο Τρικάλων, το οποίο όμως ήταν πλαστό, όπως περιγράφεται στην υπό στοιχ. Δ' κατηγορία, ώστε να πετύχει την πρόσληψη του στις 20-7-2001 στην Ελληνική Αστυνομία ως συνοριακός φύλακας και στη συνέχεια στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων και να πετύχει παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο τουλάχιστον στο ποσό των 286.980,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στις τακτικές μικτές αποδοχές, επιδόματα και αποζημιώσεις, που έλαβε από τις 20-7-2001 οπότε προσλήφθηκε μέχρι τις 30-9-2015, οπότε απολύθηκε, σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου αλλά και σε βάρος αγνώστου τρίτου ατόμου, το οποίο θα είχε προσληφθεί στη θέση του.

Στην πραγματικότητα το προαναφερόμενο πτυχίο δεν ανήκει σε αυτόν και συνεπώς δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα για την πρόσληψη του, αντιθέτως πλαστογράφησε το προαναφερόμενο απολυτήριο, ώστε να επιτύχει την πρόσληψη του, πείθοντας τους αρμοδίους υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου ότι κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα και τίτλους για τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό και στη συνέχεια την πρόσληψη του.

Δηλαδή με όλες τις άνω ψευδείς παραστάσεις του, αλλά και με την αθέμιτη απόκρυψη του γεγονότος ότι είχε πλαστογραφήσει τον προσκομιζόμενο τίτλο σπουδών και ότι δεν κατείχε απολυτήριο του 4ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων με τους αναφερόμενους βαθμούς σε αυτό και τη χρήση του πλαστού αυτού τίτλου, σκόπευσε και επέτυχε να καρπωθεί τουλάχιστον το ποσό των 286.980,00 ευρώ, παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι, εάν γνώριζαν την πλαστότητα του εν λόγω αποδεικτικού απόλυσης δεν θα επέτρεπαν τη συμμετοχή του στον ανωτέρω διαγωνισμό ούτε θα προέβαιναν στην πρόσληψη του και στη θέση του θα προσλαμβανόταν κάποιος τρίτος, ο οποίος θα είχε τις τυπικές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και την πρόσληψη του."

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ