Supreme Court dismisses appeal regarding enforcement of property delivery, rejecting claim of judicial admission of guarantor status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the enforcement of property delivery. The appellant argued that the lower court failed to consider his client's statements as a judicial admission of acting as a guarantor for movable goods. The court rejected this, ruling that the statements were merely defensive arguments aimed at refuting liability rather than clear admissions of the specific legal status required for judicial admission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 943(3) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; Judicial admission requires a clear and specific declaration accepting a disadvantageous fact, and statements made to refute liability or describe defensive positions do not constitute such an admission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1356 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1356/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Εισηγήτρια και Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ρ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Θεοδόση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 943παρ.1-3ΚΠολΔ,που ορίζει ότι: "αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση (παρ. 1). Τα κινητά πράγματα που βρίσκονται στο ακίνητο και δεν είναι αντικείμενο της εκτέλεσης ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει με απόδειξη σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση.
Αν αυτός απουσιάζει ή αρνείται να τα παραλάβει, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει είτε σε πρόσωπο που ανήκει στην οικογένεια εκείνου κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση είτε σε πρόσωπο που έχει εξουσία να τα παραλάβει (παρ. 2). Αν δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της παρ. 2 ή αν αρνούνται να παραλάβουν τα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει σε μεσεγγυούχο τον οποίο διορίζει ο ίδιος και, ύστερα από άδεια του ειρηνοδίκη της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ πλειστηριάζει τα κινητά πράγματα...(παρ.3)", σαφώς προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από τη παράγραφο 3 διορισμός μεσεγγυούχου των ευρισκομένων σε ακίνητο, του οποίου επισπεύδεται η εκτέλεση για παράδοση ή απόδοση, κινητών πραγμάτων, που δεν αποτελούν αντικείμενο της εκτελεστικής διαδικασίας, πραγματοποιείται από τον διενεργούντα την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή ,ο οποίος τον επιλέγει και τον διορίζει.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν σι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ11/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση(ΑΠ24/2015).Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Κατά την έννοια αυτή αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης(Ολ.ΑΠ9/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Με την υπ' αριθ. 42/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βαρθολομιού, που εκδόθηκε επί αγωγής απόδοσης μισθίου, διατάχθηκε η μισθώτρια Κ. Τ., πρώην σύζυγος του αδερφού του ενάγοντος, (ήδη αναιρεσείοντος) να αποδώσει στον εκμισθωτή- εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) τη χρήση του μισθίου και συγκεκριμένα ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 55 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." του δ.δ. ...
του Δήμου .... Η απόφαση αυτή εκτελέστηκε αναγκαστικά από τη δικαστική επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αμαλιάδας Μ. Γ., στις 18-10-2010, παρουσία της μισθώτριας και απόντος του εκμισθωτή, συνταχθείσας της υπ' αριθ. ....47/18-10-2010 "έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης". Επειδή, όμως, εντός του αγροτεμαχίου του εναγομένου είχαν κατασκευαστεί 73 μεγάλα θερμοκήπια με σκελετό από χονδρές βέργες και καλυμμένα με νάιλον, που δεν αποτελούσαν αντικείμενο της εκτέλεσης και των οποίων η άμεση αφαίρεση ήταν αδύνατη, η δικαστική επιμελήτρια κάλεσε την αποβληθείσα μισθώτρια και κάθε τρίτο που είλκυε δικαιώματα απ' αυτήν ή κατείχε επ' ονόματι της, να τα αφαιρέσει εντός προθεσμίας 10 ημερών, άλλως θα εφαρμοζόταν η διάταξη του άρθρου 943 § 3 ΚΠολΔ, χωρίς συγχρόνως να προβεί στο διορισμό μεσεγγυούχου, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στην αγωγή, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας έκθεσης, που συνέταξε η παραπάνω δικαστική επιμελήτρια για όσα έλαβαν χώρα απ' αυτήν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, στην οποία δε γίνεται μνεία περί διορισμού μεσεγγυούχου και παράδοσης του εξοπλισμού των θερμοκηπίων σε συγκεκριμένο πρόσωπο και ιδίως στον απόντα κατά την εκτελεστική αυτή διαδικασία εναγόμενο.
Επιπλέον, ουδέποτε ο εναγόμενος ομολόγησε στα πλαίσια της δίκης αυτής ρητώς (προφορικώς ή γραπτώς) ότι διορίστηκε μεσεγγυούχος, ώστε να υπάρχει πλήρης εναντίον του απόδειξη περί τούτου, κατ' άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και συντρέχει περίπτωση συναγόμενης ομολογίας του, κατ' εφαρμογή του άρθρου 261ΚΠολΔ,λόγω της προβολής απ'αυτόν αμυντικών ισχυρισμών που προϋποθέτουν την κατάφαση του διορισμού του ως μεσεγγυούχου, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί αποσκοπούν στην αντίκρουση της αγωγικής βάσης για την ευθύνη του ως μεσεγγυούχου και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν ομολογία της ιδιότητάς του ως μεσεγγυούχου, την οποία (ιδιότητα του μεσεγγυούχου), άλλωστε, ρητώς αρνείται ο εναγόμενος με την υπό κρίση έφεσή του...Ούτε βεβαίως το γεγονός ότι ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βαρθολομιού την από 10-9- 2012 αίτηση για παροχή αδείας προς εκποίηση των εγκαταλειφθέντων στο αγρόκτημά του βεργών των θερμοκηπίων μπορεί να του προσδώσει άνευ άλλου τινός την ιδιότητα του μεσεγγυούχου, αφού ουδέποτε διορίστηκε ως τέτοιος, την αίτηση δε αυτή, που μπορεί να ασκήσει ο της εκτέλεσης δικαστικός επιμελητής, ο μεσεγγυούχος και καθένας που δικαιολογεί έννομο συμφέρον ..., άσκησε με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη του αγροκτήματος, στο οποίο είχαν εγκαταλειφθεί τα προς εκποίηση κινητά, ως βλαπτόμενου από την εγκατάλειψη αυτή και επομένως έχοντος προς τούτο έννομο συμφέρον.
Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι η απόκτηση από τον εναγόμενο της ιδιότητας του μεσεγγυούχου στα πλαίσια της διενεργηθείσας άμεσης εκτέλεσης του άρθρου 943 § 3 ΚΠολΔ δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στην, κατά το χρόνο της εκτέλεσης, κατοχή από τον εναγόμενο του ακινήτου του και των εντός αυτού ευρισκόμενων θερμοκηπίων ..., καθόσον η διάταξη του άρθρου 943 § 3 ΚΠολΔ απαιτεί ρητώς πράξη του οργάνου της εκτέλεσης (δικαστικού επιμελητή) για το διορισμό μεσεγγυούχου, η οποία υποχρεωτικά αναφέρεται στη συντασσόμενη απ' αυτόν έκθεση, έπεται ότι ο εναγόμενος ουδέποτε απέκτησε την ιδιότητα του μεσεγγυούχου ώστε να υπέχει την ευθύνη του θεματοφύλακα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 822, 823 και 831 ΑΚ, έναντι του κυρίου των εναπομεινάντων στο αγρόκτημά του θερμοκηπίων, που είναι ο ενάγων... ".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως έκανε δεκτή την από 25-9-2015 έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την 36/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας) Δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την κατ'αυτού από 19-8-2013 ασκηθείσα αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή, και με το οποίο είχε υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 2.706 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση λόγω της ευθύνης του ως μεσεγγυούχου των θερμοκηπίων.
Έτσι που έκρινε και με αυτό που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή ,εφόσον δεν αποδείχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ο διορισμός του αναιρεσίβλητου ως μεσεγγυούχου των ευρισκομένων στο ακίνητο του κινητών αντικειμένων, από την διενεργούσα την εκτέλεση δικαστική επιμελήτρια, ο τελευταίος ουδέποτε απέκτησε αυτή την ιδιότητα και συνακόλουθα και την ευθύνη του θεματοφύλακα αυτών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου, (εφόσον εντάσσεται στους κανόνες της αναγκαστικής εκτέλεσης που ρυθμίζουν έννομη συνέπεια από την απόκτηση της ιδιότητας του μεσεγγυούχου), διάταξη
του άρθρου 943 παρ.3ΚΠολΔ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, υπό στοιχείο Α λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο, ότι δηλαδή ο προβλεπόμενος από την προαναφερθείσα διάταξη διορισμός δεν απαιτεί πράξη του οργάνου της εκτέλεσης, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου, δεν αντιφάσκει με αυτή, περί μη ομολογίας του αναιρεσιβλήτου του επικαλούμενου με την αγωγή του αναιρεσείοντος διορισμού του από την δικαστική επιμελήτρια ως μεσεγγυούχου, όπως είχε δεχτεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο ειδικότερη αιτίαση, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολ.Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1068/2017,1718/2014,1711/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο υπό στοιχείο Β, λόγο της κρινόμενης αίτηση ς, μέμφεται το Εφετείο, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.11γΚΠολΔ,ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσίβλητου για την απόκτηση της ιδιότητας του μεσεγγυούχου, την οποία ο ίδιος (αναιρεσείων) είχε επικαλεσθεί, συνισταμένη στην αναφορά στις προτάσεις του, ενώπιον μεν του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι "...η επιμέλεια μετά την αποβολή της μισθώτριας ως θεματοφύλακα της φύλαξης ουσιαστικά των 2752 βεργών εξικνείτο στην ύπαρξη αυτών μέχρι του προβλεπόμενου χρόνου από τον ΚΠολΔ πρόσκλησης του αντιδίκου να παραλάβει αυτές ήταν η ενδεδειγμένη", ενώπιον δε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι "πέραν των όποιων υποχρεώσεών μου ως θεματοφύλακα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι εγώ δεν ήμουν αυτός, ο οποίος επέλεξα τον ρόλο μου ως θεματοφύλακα των κινητών παλιών και ουσιαστικά άχρηστων πραγμάτων του αντίδικο υ, αφού αυτή η εντολή δόθηκε στα πλαίσια της ολοκλήρωσης της διαδικασίας από το νόμο και την επισπεύδουσα την αποβολή και εγκατάσταση δικαστική επιμελήτρια Μ.
Γ. και ουδείς με ενημέρωσε στην πράξη για τα καθήκοντά μου και τις υποχρεώσεις μου θεωρώντας αυτό αυτονόητο". Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον, λαμβανομένης υπόψη και της ρητής άρνησης της ιδιότητας του μεσεγγυούχου που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της έφεσής του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή του, από το ανωτέρω περιεχόμενο των προτάσεών του αναιρεσίβλητου, δεν μπορεί να συναχθεί σαφής και συγκεκριμένη ομολογία αυτού περί του νομότυπου διορισμού του ως μεσεγγυούχου, διότι με αυτό εξέφραζε υπερασπιστικούς ισχυρισμούς και αποσκοπούσε στην αντίκρουση της αποδιδόμενης με την αγωγή ευθύνης του ως δήθεν θεματοφύλακα των επίδικων αντικειμένων.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουνίου 2018 αίτηση του Δ. Γ. για αναίρεση της 178/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ