Legislator Case Law & Legislation
1356/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's award of 500,000 euros for moral damages due to severe injury.

Case Number 1356/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Power Corporation against a lower court judgment awarding 500,000 euros in moral damages to a paralyzed woman. The appellant argued the amount exceeded the limits of judicial discretion and violated the principle of proportionality. The court rejected this claim, finding the award reasonable given the victim's total disability, age, and the severity of the injury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's determination of moral damages within the bounds of judicial discretion does not constitute a violation of the principle of proportionality if supported by the severity of the injury and the circumstances of the case.

Keywords

AI generated
moral damages judicial discretion principle of proportionality severe injury total disability appeal dismissal civil liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1356 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1356/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευσταθία Βατάλη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Μ., ευρισκόμενης υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως, η οποία εκπροσωπείται από τον σύζυγό της και οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη της Θ. Π. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/10/2007 αγωγή και από 29/11/2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 31/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2016 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/5/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 14/2016 απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου), η οποία εκδόθηκε επί των από 11-11-2014 και από 14-11-2014 εφέσεων της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, καθώς και επί των από 25-6-2015 πρόσθετων λόγων έφεσης της πρώτης κατά της 46/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι από 10-10-2007 και 31-3-2011 αγωγές της αναιρεσίβλητης, ενώ απορρίφθηκε η 29-11-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας.

Κατά το άρθρο 922 ΑΚ, "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς, είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.

Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται προστηθείς. Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος (ΑΠ 1533/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.

β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας και για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του-, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 633/2014, ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 180/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε και κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 435/2015). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 152/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τις πρωινές ώρες της 8-4-2006 εκδηλώθηκε βλάβη στις εγκαταστάσεις του Αυτόνομου Σταθμού Παραγωγής (Α.Σ.Π.) ηλεκτρικού ρεύματος της Δ.Ε.Η, στο …, με αποτέλεσμα τη γενική διακοπή ρεύματος στο νησί.

Προκειμένου να καλύψουν δημοσιογραφικά το θέμα της βλάβης και της γενικής διακοπής ρεύματος, έσπευσαν στον Α. Σ. Π, αρχικώς, οι δημοσιογράφοι του τοπικού τηλεοπτικού σταθμού "….", Ι. Τ. και Ε. Α.. Στον σταθμό είχαν ήδη φτάσει, πριν την άφιξη των δημοσιογράφων, οχήματα και άνδρες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας …, που στο στάδιο εκείνο δεν είχαν ξεκινήσει, ακόμη, να επιχειρούν.

Οι άνω δημοσιογράφοι, Τ. και Α., εισήλθαν στον αύλειο χώρο του εργοστασίου από την κύρια είσοδο αυτού, η οποία διακρινόταν από τα περιμετρικά όρια του χώρου, λόγω της ύπαρξης ενός οικίσκου που χρησίμευε ως "φυλάκιο" του φύλακα και της έναρξης ευκρινούς διαδρόμου που οδηγούσε σε διάφορα κτίρια παρατεταγμένα προς την κατεύθυνση της θάλασσας.

Το γεγονός ότι κατά το τελευταίο διάστημα, λόγω κατασκευαστικών έργων στο σημείο, είχε αφαιρεθεί μεγάλο μέρος της περιτοίχισης του αύλειου χώρου, δεν εμπόδιζε τους ανωτέρω δημοσιογράφους, κατοίκους …, να γνωρίζουν την είσοδο του εργοστασίου και, σε κάθε περίπτωση, να αναγνωρίζουν το σημείο ως είσοδο.

Επίσης, γνώριζαν ότι στον εκτεινόμενο έμπροσθεν αυτής, και προς την οδό …, χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, από τον οποίο οι επισκέπτες εισέρχονταν στο εργοστάσιο μέσω σιδερένιας καγκελόπορτας υπήρχαν δύο ευκρινείς πινακίδες με τις ενδείξεις "Απαγορεύεται η είσοδος" και "Απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών", γραμμένες τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα.

Ευνόητο είναι ότι το εργοστάσιο αυτό, της ΔΕΗ δεν είναι χώρος συναλλαγής με το κοινό, για πληρωμή λογαριασμών, κατάθεση αιτήσεων κλπ., αλλά εργοστασιακός χώρος με αυξημένη επικινδυνότητα, λόγω του είδους και της πολυπλοκότητας των εργασιών που διενεργούνται εκεί. Για τον λόγο αυτό, η διοίκηση του εργοστασίου είχε αναθέσει στην δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ιδιωτική εταιρεία με την επωνυμία "..." την επιτήρηση και φύλαξη του χώρου και της εισόδου.

Ο τρίτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, Γ. Π., είχε προσληφθεί από την εν λόγω ιδιωτική εταιρεία ως φύλακας, κατά τα ανωτέρω, και εκτελούσε, κατά τις ώρες 07.00 και έπειτα, την προγραμματισμένη βάρδιά του. Κατά την είσοδο στον αύλειο χώρο των δύο πρώτων δημοσιογράφων, Τ. και Α., αυτοί εμποδίστηκαν από τον εκτελούντα καθήκοντα φύλακα, τρίτο εναγόμενο, ο οποίος τους δήλωσε ότι απαγορεύεται η είσοδος, δεδομένου ότι στο εργοστάσιο επιτρεπόταν η είσοδος σε υπαλλήλους που έφεραν ειδική κάρτα αναγνώρισης και σε όσους επισκέπτες είχαν προγραμματισμένη συνάντηση και για την άφιξή τους είχε ειδοποιηθεί σχετικώς ο φύλακας της εισόδου, ο οποίος και κατέγραφε τα ονόματά τους.

Ωστόσο, παρά την απαγόρευση του φύλακα και μετά από φιλονικία μαζί του οι δύο ως άνω δημοσιογράφοι τον παρέκαμψαν και προχώρησαν, αυθαίρετα, προς το σημείο, εντός του αύλειου χώρου του σταθμού, όπου βρίσκονταν οι πυροσβέστες και τα οχήματα, προκειμένου να ξεκινήσουν το ρεπορτάζ. Λίγο αργότερα, και περί ώρα 07.30 με 07.45, στο σημείο κατέφθασε, με το ιδιωτικό της αυτοκίνητο, και η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δημοσιογράφος του τοπικού τηλεοπτικού σταθμού "…", φέροντας μαζί της τον απαραίτητο εξοπλισμό για λήψη φωτογραφιών και βιντεοσκόπηση, δηλαδή μια φωτογραφική μηχανή και μία κάμερα, τοποθετημένες σε θήκες με ιμάντες.

Ειδικότερα, η ενάγουσα έφερε τη θήκη της φωτογραφικής μηχανής κρεμασμένη στο λαιμό της, ενώ η θήκη κάμερας, βάρους περίπου 1.850 γραμμαρίων, ήταν κρεμασμένη με κατεύθυνση "χιαστί", από το δεξί μέρος του αυχένα προς το αριστερό κάτω μέρος του κορμού της. Αμέσως μετά την άφιξή της, η ενάγουσα άρχισε να κατευθύνεται προς το σημείο όπου βρίσκονταν ήδη οι συνάδελφοί της.

Ο τρίτος εναγόμενος, που βρισκόταν στον προαύλειο χώρο του φυλακίου, όπου και η είσοδος, προσπάθησε να εμποδίσει και αυτήν να εισέλθει στον χώρο, πλην όμως η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με την απαγόρευση, δεδομένου και ότι σε ευθεία 25 - 30 μέτρων από την είσοδο βρίσκονταν ήδη οι προαναφερόμενοι συνάδελφοί της και συνομιλούσαν με τους πυροσβέστες.

Αμέσως μετά και ενώ η ενάγουσα επιχειρούσε να εισέλθει, αγνοώντας τον τρίτο εναγόμενο, αυτός την έπιασε από το εμπρόσθιο μέρος του σώματός της, μαζί με τους ιμάντες των μηχανών, τραβώντας και απωθώντας αυτήν, διαδοχικά, λόγω δε της προβληθείσας από αυτήν αντίστασης, η κίνηση αυτή έγινε σχεδόν περιστροφικά και έντονα, ενώ παράλληλα συνέχισε να την τραβά με δύναμη από τους ιμάντες, τραντάζοντάς την.

Όταν μάλιστα η ενάγουσα κατόρθωσε να αποδεσμεύσει από πάνω της τον ιμάντα της θήκης της βιντεοκάμερας, ο τρίτος εναγόμενος, προκειμένου να μην της επιτρέψει τη βιντεοσκόπηση, έπιασε με το χέρι του τον ιμάντα της θήκης, περιτύλιξε αυτόν στο χέρι του και τοποθέτησε την παλάμη του πάνω στην τσάντα, ώστε να εμποδίσει την ενάγουσα να εκτελέσει τις απαραίτητες κινήσεις για βγάλει την κάμερα, στερώντας της παράλληλα την δυνατότητα να απομακρυνθεί.

Η ενάγουσα κατάφερε να ελευθερωθεί από την ως άνω δέσμευση του τρίτου εναγομένου, πλην όμως αυτός συνέχιζε να κρατά με το χέρι του τη θήκη της κάμερας και να την τραβά προς το μέρος του αντιστοίχως και η ενάγουσα διεκδικούσε τη θήκη της κάμεράς της. Όλα τα παραπάνω έγιναν αντιληπτά από τους άλλους δύο δημοσιογράφους, από τους οποίους ο μεν πρώτος, Ι.

Τ., άρχισε να κινείται προς το μέρος τους, μιλώντας παράλληλα στο κινητό του τηλέφωνο, η δε δεύτερη, Ε. Α., έθεσε σε λειτουργία τη δική της φορητή κάμερα και άρχισε να βιντεοσκοπεί την ενάγουσα και τον τρίτο εναγόμενο, κινούμενη ταυτοχρόνως και αυτή προς το μέρος τους. Ο Ι. Τ. έφθασε στο σημείο όπου βρίσκονταν η ενάγουσα και ο τρίτος εναγόμενος, τους προσπέρασε και με γυρισμένη την πλάτη του σε αυτούς, συνέχισε να επικοινωνεί μέσω του κινητού τηλεφώνου του, με τον ραδιοφωνικό σταθμό "…", από τον οποίο μεταδιδόταν η ομιλία του, καθώς και ο διαπληκτισμός της ενάγουσας με τον τρίτο εναγόμενο.

Κατόπιν ο Ι. Τ. γύρισε προς το μέρος τους και ενώ συνέχιζε να μιλάει στο κινητό του τηλέφωνο, παρεμβλήθηκε ανάμεσά τους, με την πλάτη του γυρισμένη στον τρίτο εναγόμενο, ενώ με το ελεύθερο χέρι και την πλάτη του έσπρωχνε τον τελευταίο. Μετά την επέμβαση αυτή η ενάγουσα, πλήρως αποδεσμευμένη, κατάφερε να επανακτήσει τη θήκη με την κάμερά της, την οποία έβγαλε και άρχισε να βιντεοσκοπεί.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι ο τρίτος εναγόμενος δεν είχε λάβει εντολή από τη ΔΕΗ (πρώτη εναγομένη) ή από την ιδιωτική εταιρεία φύλαξης που είχε αναλάβει την παροχή των σχετικών υπηρεσιών (δεύτερη εναγομένη), να χειροδικεί ή να συμπλέκεται με τους χωρίς δικαίωμα εισερχομένους στον χώρο του άνω Α.Σ.Π.

ρεύματος. Αντιθέτως, σε περίπτωση που κάποιος εισερχόταν χωρίς δικαίωμα, αρχικώς ελεγχόταν από τον φύλακα για την ταυτότητά του και εφόσον δεν συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις, έπρεπε ο φύλακας να του απευθύνει σύσταση να απομακρυνθεί από τον χώρο, ενώ παράλληλα μπορούσε να προτάξει το σώμα του στον εισερχόμενο, ανοίγοντας και τα χέρια του σε έκταση, ώστε να περιορισθεί ο χώρος βάδισης του εισερχομένου.

Αν δε ο επισκέπτης και πάλι δεν συμμορφωνόταν, ο φύλακας έπρεπε να καλέσει την αστυνομία, σε καμιά όμως περίπτωση δεν είχε εντολή να έλθει σε οποιαδήποτε επαφή με τον εισερχόμενο. Στη συνέχεια, η ενάγουσα και οι Ι. Τ. και Ε. Α. προχώρησαν προς τα αυτοκίνητά τους, η δε πρώτη εμφανώς καταπονημένη, παραπονέθηκε στον Ι.

Τ. ότι αισθάνεται πόνο στον αυχένα και ότι ένιωσε "σαν κάτι να σπάει στο λαιμό της", αρνήθηκε όμως να μεταφερθεί από το ζεύγος των συναδέλφων της στο Νοσοκομείο …. Αμέσως μετά την έξοδό της από το εργοστάσιο της ΔΕΗ, περί ώρα 08.10, η ενάγουσα ενημέρωσε τηλεφωνικώς για το περιστατικό τον σύζυγό της, Θ. Π., και στη συνέχεια, περί ώρα 08.20 - 08.30, την αδελφή της, Ζ.

Χ., παραπονούμενη και σε αυτούς ότι αισθανόταν πόνο στο κεφάλι, στην πλάτη και στον αυχένα και ότι είχε ζάλη. Κατόπιν, μετέβη, οδηγώντας η ίδια το αυτοκίνητό της, στο Νοσοκομείο Χίου, όπου επισκέφθηκε το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών. Αρχικώς εξετάσθηκε από τον ειδικευόμενο ιατρό της χειρουργικής κλινικής Δ.

Σ., ο οποίος από τη φυσική, κλινική και νευρολογική αδρή εξέταση δεν διαπίστωσε εμφανή σημεία κάκωσης (εκδορές, εκχυμώσεις, οιδήματα) ή παθολογικά ευρήματα, συνέστησε δε ακτινολογικό έλεγχο και επανεξέταση. Η ενάγουσα, λόγω της διακοπής του ρεύματος και της για τον λόγο αυτό αδυναμίας εκτέλεσης του ακτινολογικού ελέγχου, μετέβη στο σπίτι της.

Περί ώρα 09.40 η ενάγουσα επανήλθε στο Νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο. Ακολούθως, εξετάσθηκε από τον επιμελητή της χειρουργικής κλινικής του εν λόγω Νοσοκομείου, Α. Ρ., ειδικευμένο χειρουργό, ο οποίος, αφού εκτίμησε τις ακτινογραφίες και την κλινική της εικόνα και αφού την υπέβαλε σε αδρή νευρολογική εξέταση, της συνέστησε την τοποθέτηση κολάρου για δέκα (10) ημέρες και επανεξέταση σε περίπτωση εμμονής των συμπτωμάτων ή τυχόν επιδείνωσης, καθόσον δεν διαπίστωσε την παρουσία κάποιου παθολογικού ευρήματος.

Η ενάγουσα επέστρεψε στην οικία της, όπου, περί ώρα 11:20 παρουσίασε επιδείνωση με αιφνίδια αιμωδία γλώσσας, αδυναμία ομιλίας και όρασης, εμετό με κίτρινα υγρά, απώλεια συνείδησης και επαφής με το περιβάλλον. Κατόπιν τούτου διακομίσθηκε από τους συγγενείς της στο ΤΕΠ του Νοσοκομείου. Κατά την είσοδό της στο τμήμα αυτό, με τη βοήθεια τραυματιοφορέα, σε συγχυτική κατάσταση, η παθούσα μιλούσε με βραδεία ομιλία, με χρονική απόσταση μεταξύ των λέξεων και όχι καθαρά και δεν μπορούσε να σταθεί, το δε κεφάλι της έγερνε δεξιά και είχε τρέμουλο με εναλλασσόμενη ένταση.

Ενώ εξεταζόταν από τον ειδικευόμενο της χειρουργικής κλινικής Σ. Β., προσήλθε στον ίδιο χώρο των επειγόντων περιστατικών ο I. Μ., ο οποίος ως εφημερεύων (σε ενεργή εφημερία) της παθολογικής κλινικής τη συγκεκριμένη ημέρα, αλλά και ως ιατρός που κλήθηκε από τον σύζυγο της ενάγουσας να την εξετάσει, ανέλαβε πλέον την περαιτέρω κλινική της εξέταση.

Η ασθενής αντιλαμβανόταν τις ερωτήσεις, μπορούσε να απαντήσει μονολεκτικά σ' αυτές, υπέδειξε το σημείο που πονούσε και εμφάνιζε τρέμουλο, όταν της ζητούσαν να σηκώσει το χέρι της, μιλούσε με δυσκολία και με χρονική απόσταση μεταξύ των λέξεων που κατάφερνε να αρθρώσει. Κατά την κρίση του I. Μ. η νευρολογική εξέταση απέβη αρνητική και η κλινική της εικόνα αποδόθηκε σε υστερία ή νευρωσική κατάσταση, η οποία θα υποχωρούσε τις επόμενες ημέρες, συνέστησε δε στον ειδικευόμενο της χειρουργικής κλινικής Σ.

Β. την εισαγωγή της στο χειρουργικό τμήμα της κλινικής, την εξέτασή της από νευρολόγο και τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας. Ο εφημερεύων γενικός χειρουργός Α. Ρ. ενημερώθηκε περί ώρα 12.00 για την εισαγωγή της ασθενούς στη χειρουργική κλινική, ενώ το εισιτήριό της είχε ήδη υπογραφεί από τον ειδικευόμενο ιατρό Σ.

Β., κατόπιν υπόδειξης του I. Μ., με αναφερόμενη πιθανή διάγνωση κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Ο Α. Ρ. διαφώνησε αρχικώς για την εισαγωγή της ασθενούς στη χειρουργική κλινική, διότι δεν είχαν διαπιστωθεί ευρήματα της ειδικότητάς του από τον κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο της πρώτης και δεύτερης επίσκεψης στο Νοσοκομείο, σύμφωνα με το ιστορικό που ο ίδιος είχε λάβει.

Τελικά, όμως συμφώνησε, προκειμένου να αποφευχθούν αντιδικίες που θα ταλαιπωρούσαν την ασθενή και θα καθυστερούσαν την αντιμετώπιση της κατάστασής της. Σημειωτέον ότι ο ιατρός νευρολόγος του Νοσοκομείου δεν ήταν τη συγκεκριμένη ημέρα σε εφημερία. Στις 12.17 ο σύζυγος της ενάγουσας επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ακτινολόγο του Νοσοκομείου, Π.

Χαλκιά, προκειμένου να διενεργηθεί η αξονική τομογραφία που είχε συστήσει ο ιατρός I. Μ.. Ο διευθυντής του αναισθησιολογικού τμήματος I. Κ., επηρεασμένος από την αρχική διαφοροδιάγνωση του ψυχολογικού σοκ (υστερία), της χορήγησε ηρεμιστικό (ντορμίκουμ) με ένεση. Στο μεταξύ έφθασε στον χειρουργικό τομέα ο διευθυντής του απεικονιστικού τμήματος του εν λόγω Νοσοκομείου, ακτινολόγος Σ.

Χ., ειδοποιηθείς τηλεφωνικά από το σύζυγο της ενάγουσας, προκειμένου να διενεργήσει επείγουσα αξονική τομογραφία εγκεφάλου. Ο Α.. Ρ.ς πληροφόρησε τον Σ. Χ. ότι δεν είχε ζητήσει ο ίδιος τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, δεδομένου ότι η κλινική διάγνωση και η συμπτωματολογία της ασθενούς παραπέμπει σε υστερία και ως εκ τούτου δεν ήταν απαραίτητη, κατά την άποψή του, η άμεση διενέργεια αξονικής τομογραφίας.

Αποφασίσθηκε δε ομόφωνα να επανεξετασθεί η ασθενής από τους ιατρούς Ρ., Κ., Χ. και Β., προκειμένου να αποφασισθεί η διενέργεια της αξονικής τομογραφίας. Περί ώρα 14.00 και αφού η ασθενής παρουσίασε επεισόδιο εμετού, δεν παρουσιάσθηκε βελτίωση, ενώ μετά την αφύπνιση από την ηρεμιστική ένεση και την εικαζόμενη αποδρομή της υστερικής κατάστασης, άρχισε να μην εστιάζει το βλέμμα της και να ενεργεί σπασμωδικές κινήσεις με το αριστερό χέρι και αριστερό πόδι, οπότε και οι θεράποντες ιατροί αποφάσισαν να ζητήσουν τη συνδρομή του νευρολόγου του Νοσοκομείου I.

Γιαννούλου, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, δεν εφημέρευε την ημέρα εκείνη. Οι προσπάθειες ανεύρεσης αυτού έγιναν τόσο από τον ειδικευόμενο ιατρό Σ. Β., όσο και από τον χειρούργο Α. Ρ.. Ο νευρολόγος I. Γ. μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον ακτινολόγο Σ. Χ., πληροφορήθηκε την ύπαρξη του επείγοντος περιστατικού και προσήλθε στο Νοσοκομείο και εξέτασε την ασθενή περί ώρα 19.00.

Κατόπιν της έκδηλης πλέον επιδείνωσης της κλινικής εικόνας της ασθενούς με την παρουσία σαφών νευρολογικών συμπτωμάτων (παράλυση στη δεξιά πλευρά, όχι απόλυτη κινητικότητα στην αριστερή πλευρά, το βλέμμα δεν εστίαζε, είχε πτώση του επιπέδου συνείδησης, υπνηλία, έβγαζε σάλια, δεν μπορούσε να μιλήσει, προσλάμβανε ωστόσο εξωτερικά ερεθίσματα), ο ως άνω νευρολόγος διέγνωσε αγγειακό επεισόδιο, πιθανότατα ισχαιμικού τύπου.

Ο απεικονιστικός έλεγχος που διενεργήθηκε ακολούθως (αξονική τομογραφία εγκεφάλου) δεν απέδειξε αιμορραγική βλάβη. Κατόπιν τούτου ο νευρολόγος συνέστησε τη χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής και άμεση διακομιδή της ασθενούς σε ειδικό κέντρο της …. Η διακομιδή της ασθενούς καθυστέρησε λόγω μη διάθεσης του κατάλληλου πτητικού μέσου από την πολεμική αεροπορία, δεδομένου ότι την ώρα εκείνη το μοναδικό διαθέσιμο μέσο ήταν απασχολημένο σε άλλο έκτακτο περιστατικό.

Τελικά αυτή πραγματοποιήθηκε την επομένη ημέρα (9-4-2006) και περί ώρα 02.45. Η ενάγουσα μεταφέρθηκε περί ώρα 06.15 στο εξωτερικό νευρολογικό ιατρείο του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου … "…". Από την αντικειμενική εξέταση της ασθενούς κατά την άφιξή της διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα : α) Η ασθενής είχε αυτόματη καλή αναπνοή χωρίς υποστήριξη, β) καλή καρδιακή λειτουργία, γ) διαταραχή επιπέδου συνείδησης (βυθιότητα) με αδυναμία να εκτελέσει προφορικά παραγγέλματα, δ) ισομεγέθεις κόρες με βραδεία αντίδραση στο φως, ε) αδυναμία ομιλίας και φώνησης γενικά, στ) τετραπάρεση, σημείο απεγκεφαλισμού άνω άκρων στα επώδυνα, Hoffman (+), πελματιαία έκταση αμφοτερόπλευρα, κλόνος κάτω άκρων, αδυναμία στήριξης κεφαλής, αυξημένες αντανακλάσεις.

Ακολούθησε εκτεταμένος νευροαπεικονιστικός έλεγχος με : α) Αξονική τομογραφία εγκεφάλου, αξονική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, η οποία ήταν αρνητική για κάταγμα ή εξάρθρημα σπονδύλου, triplex αγγείων τραχήλου και β) μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, μαγνητική αγγειογραφία εγκεφάλου, ψηφιακή αγγειογραφία αγγείων τραχήλου και εγκεφάλου.

Ο έλεγχος ανέδειξε οξεία ισχαιμική βλάβη στο αριστερό ημιμόριο της γέφυρας, διαχωρισμό δεξιάς σπονδυλικής αρτηρίας και απόφραξη της βασικής αρτηρίας, προφανώς από θρόμβο από τον διαχωρισμό της σπονδυλικής αρτηρίας. Αμέσως η ενάγουσα εισήχθη στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας Νευρολογικών ασθενών του Νοσοκομείου "...".

Από την αντικειμενική νευρολογική εξέταση κατά την εισαγωγή της στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: α) Διαταραχή επιπέδου συνείδησης, χωρίς να δίνει απαντήσεις και να εκτελεί παραγγέλματα, β) απεγκεφαλισμός στα επώδυνα ερεθίσματα, γ) τετραπληγία με ζωηρές αντανακλάσεις αμφοτερόπλευρα, πελματιαίο αντανακλαστικό σε έκταση αμφοτερόπλευρα, κλόνος κάτω άκρων, δ) ισομεγέθεις κόρες με βραδεία αντίδραση στο φως, οφθαλμοκεφαλικό αντανακλαστικό με βραδεία έκλυση, αδυναμία στήριξης κεφαλής, άρρυθμες, μη συζυγείς πλανώμενες κινήσεις οφθαλμών, ε) καλή αυτόματη αναπνοή και αδυναμία κατάποσης με αποτέλεσμα έντονη σιελόρροια.

Με την ολοκλήρωση του εργαστηριακού ελέγχου άρχισε η θεραπευτική αντιμετώπιση της ενάγουσας με αποιδηματική και αντιπηκτική αγωγή (αρχικώς ηπαρίνη και τη συνέχεια κουμαρινικά) και καθημερινή φυσικοθεραπεία, συνδεδεμένη με μηχάνημα συνεχούς παρακολούθησης και καταγραφής αρτηριακής πίεσης, σφύξεων, κορεσμού και ηλεκτροκαρδιογραφήματος.

Εν συνεχεία στις 6-5-2006 έγινε διασωλήνωση της ασθενούς και τοποθέτησή της σε μηχάνημα τεχνητής υποστήριξης αναπνοής λόγω της κατάργησης του αντανακλαστικού κατάποσης και των πολλαπλών εκκρίσεων με αποτέλεσμα υποτροπιάζουσες λοιμώξεις. Στις 10-5-2006 διεκόπη η τεχνητή αναπνευστική υποστήριξη, ενώ παρέμεινε διασωληνωμένη με τετραπληγία, αλαλία, βελτιωμένο επίπεδο συνείδησης, με αντίληψη του προφορικού λόγου και συναισθηματική ακράτεια (συνεχές κλάμα).

Στις 5-6-2006 υπεβλήθη εκ νέου σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, στην οποία απεικονίσθηκε πέραν της ισχαιμικής βλάβης στη γέφυρα, νηματοειδής ροή στο ανώτερο τμήμα της βασικής αρτηρίας, εύρημα που αποφασίσθηκε να διερευνηθεί περαιτέρω με νέα ψηφιακή αγγειογραφία αγγείων τραχήλου και εγκεφάλου. Η ασθενής παρέμεινε στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας έως τις 5-7-2006, υποβαλλόμενη όλο αυτό το διάστημα σε αντιπηκτική αγωγή με κουμαρινικά, ενώ κατά τη νοσηλεία της σε αυτήν παρουσίαζε λοιμώξεις του αναπνευστικού και ουροποιητικού που αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς με την ανάλογη αντιβιοτική αγωγή.

Στις 5-7-2006 μεταφέρθηκε σε θάλαμο της Νευρολογικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου για συνέχιση της νοσηλείας, ενώ στις 17-7-2006 υποβλήθηκε σε νέα ψηφιακή αγγειογραφία αγγείων τραχήλου και εγκεφάλου, στην οποία δεν παρατηρείται (σε σύγκριση με την αντίστοιχη της 9-4-2006) σαφές έλλειμμα στο πρόσθιο πλάγιο τοίχωμα, στην έκφυση της δεξιάς σπονδυλικής αρτηρίας, που υπήρχε στην προηγούμενη αγγειογραφία, ενώ δεν διαπιστώνεται πλέον απόφραξη της βασικής αρτηρίας, παρατηρείται όμως σχετική στένωση στο άνω τριτημόριο αυτής.

Η πιο πάνω λεπτομερώς περιγραφόμενη σωματική βλάβη της ενάγουσας προκλήθηκε από τον βίαιο χειρισμό στον αυχένα με το απότομο και δυνατό τράβηγμα από τον τρίτο εναγόμενο της θήκης της βιντεοκάμερας, τον ιμάντα της οποίας είχε περάσει στο λαιμό της και κάτω από τον ένα ώμο της. Το τράβηγμα αυτό, με τον απότομο και δυνατό τρόπο που έγινε, άσκησε δύναμη στον αυχένα της ενάγουσας.

Γι' αυτό και αισθάνθηκε αμέσως, όπως ανέφερε η ίδια η ασθενής στους οικείους της, έντονο "τράβηγμα" στο πλάγιο αριστερά του αυχένα με επέκταση προς το αντίστοιχο ημιμόριο στην πλάτη και το οπίσθιο ινιακό τμήμα του κρανίου με συνοδεία αισθήματος ζάλης και κεφαλαλγίας. Αυτό ήταν και το ενόχλημα που την οδήγησε για πρώτη φορά στο Νοσοκομείο Χίου, χωρίς κανένα αντικειμενικό παθολογικοί εύρημα.

Ο πιο πάνω βίαιος χειρισμός του αυχένα προκάλεσε το διαχωρισμό της δεξιάς σπονδυλικής

αρτηρίας, λίγο μετά την έκφυσή της από την υποκλείδιο αρτηρία, συνεπεία του οποίου (διαχωρισμού) σχηματίσθηκε θρόμβος αίματος που μετακινήθηκε στη βασική αρτηρία, με αποτέλεσμα την απόφραξη αυτής. Ο διαχωρισμός των αυχενοεγκεφαλικών αρτηριών (cervico cerebral arterial dissections, CAD), δηλαδή η διάσχιση του τοιχώματος της μείζονος αρτηρίας με αποτέλεσμα την είσοδο αίματος μεταξύ των στοιβάδων του αγγείου, τη στένωση του αυλού του αγγείου ή τη δημιουργία ανευρυσματικής διάτασης της αρτηρίας, αποτελεί αιτία για το 20% των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων σε ασθενείς κάτω των 45 ετών, όπως η ενάγουσα, κατά τον χρόνο πρόκλησης της βλάβης, ενώ με βάση τα ιατρικά δεδομένα η συχνότερη αιτία του διαχωρισμού είναι ο τραυματισμός.

Η ενάγουσα παρέμεινε νοσηλευόμενη στο Νοσοκομείο Αθηνών "..." έως τις 12-12-2006. Καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας της ήταν μονίμως κατακεκλιμένη χωρίς καμία κίνηση στα άνω και κάτω άκρα, τρεφόταν μέσω γαστροστομίας, δηλαδή μέσω σωλήνα που εισέρχεται κατευθείαν από το κοιλιακό τοίχωμα στον στόμαχο και ανέπνεε μέσω τραχειοστομίας, δηλαδή μέσω μίας οπής στην πρόσθια τραχηλική χώρα, από όπου ο αέρας εισέρχεται κατευθείαν στην τραχεία.

Η ούρηση γινόταν μέσω ουροκαθετήρα, ενώ δεν είχε έλεγχο των σφιγκτήρων της. Εξαιτίας μάλιστα της παρατεταμένης κατάκλισης παρουσίασε έκτοπες οστεοποιήσεις γύρω από τις αρθρώσεις του ισχίου, κυρίως αριστερά, δηλαδή παθολογικό οστικό ιστό που αναπτύσσεται έκτοπα γύρω από την άρθρωση και ουσιαστικά τη φυλακίζει, μειώνοντας την κινητικότητά της.

Οι μόνες κινήσεις που μπορούσε να εκτελέσει ήταν το άνοιγμα και το κλείσιμο κυρίως του δεξιού βλεφάρου, καθώς και τις κινήσεις του βολβού του οφθαλμού. Η ασθενής είχε συνείδηση και μπορούσε να διαβάσει γράμματα όταν τοποθετούνταν στο δεξιό τμήμα του οπτικού πεδίου της και επικοινωνούσε με το περιβάλλον δίνοντας καταφατικές και αποφατικές απαντήσεις, κουνώντας το βλέφαρο, με την κίνηση προς τα πάνω να σημαίνει "όχι" και την κίνηση προς τα κάτω να σημαίνει "ναι".

Επίσης, εάν ο συνομιλητής της έφερε στο οπτικό της πεδίο απεικονίσεις των γραμμάτων του αλφαβήτου, ήταν δυνατό, μέσα από μία χρονοβόρα και επίπονη διαδικασία τόσο για την ασθενή όσο και για τον συνομιλητή της, να σχηματισθούν από την παθούσα λέξεις ή φράσεις, διαλέγοντας κάθε φορά το γράμμα που ήθελε να χρησιμοποιήσει με την κίνηση του βλεφάρου προς τα κάτω, που σήμαινε το "ναι".

Επίσης παρουσίαζε συναισθηματική αστάθεια που εκφραζόταν με εύκολο κλαυθμό. Η όλη κλινική εικόνα της ασθενούς κατά τη νοσηλεία της στο Νοσοκομείο "...", συνιστά το σύνδρομο που στην αγγλική βιβλιογραφία αναφέρεται ως "locked-in", δηλαδή "κλειδωμένος μέσα". Ο ασθενής διατηρεί τη συνείδησή του, εξαιτίας όμως της τετραπληγίας και της αναρθρίας του, βρίσκεται "κλειδωμένος" σε ένα παράλυτο σώμα.

Οι ασθενείς με παρόμοια κλινική εικόνα χρειάζονται έναν μεγάλο αριθμό ιατρικών υποστηρικτικών μέτρων για την αποφυγή πνευμονικών επιπλοκών, λοιμώξεων του ουροποιητικού, καθώς και εμβολών (θρόμβων) λόγω της ακινησίας. Επίσης χρειάζονται καθημερινή φυσιοθεραπεία και λογοθεραπεία. Επειδή όλες οι παραπάνω υπηρεσίες παρέχονται σε οργανωμένα κέντρα αποκατάστασης, η ενάγουσα μετά την έξοδό της από το Νοσοκομείο "...", συνέχισε τη θεραπεία της στην Πανεπιστημιακή Κλινική φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης του Νοσοκομείου ...

στη .... Η ενάγουσα εισήχθη στην προαναφερόμενη κλινική στις 12-12-2006 και παρέμεινε εκεί μέχρι και τις 22-11-2007. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της εκεί η κατάσταση της υγείας παρέμεινε σταθερή. Η κλινική της εικόνα (τετραπληγία, αλαλία, κ.λπ.), όπως περιγράφηκε παραπάνω, παρέμεινε η ίδια, ενώ εξακολούθησε να φέρει τραχειοστομία και γαστροστομία, να επικοινωνεί υποτυπωδώς με το περιβάλλον μέσω της κίνησης των οφθαλμών, όπως περιγράφηκε παραπάνω, ενώ εξακολουθούσε να έχει πλήρη συνείδηση, παραπέμποντας η όλη κατάσταση της ασθενούς σε "ατελές σύνδρομο του εγκλωβισμού" (partial locked-in syndrome).

Στις αρχές της νοσηλείας της παρουσίασε 2 - 3 αγχωτικά επεισόδια, τα οποία εκδηλώθηκαν με αίσθημα ασφυξίας, ενώ με την πάροδο των ημερών η ασθενής παρουσίαζε όλο και πιο εμφανή τα σημεία της κατάθλιψης, που αντιμετωπίσθηκε με αντικαταθλιπτική αγωγή. Επίσης, αρχές Μαρτίου 2007 παρουσίασε έντονη σπαστικότητα (αγκυλοποίηση) σε όλο της το σώμα, που αντιμετωπίσθηκε με την αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή, ενώ αρχές Ιουλίου 2007 παρουσίασε ασυμπτωματική ουρολοίμωξη, που αντιμετωπίσθηκε με το κατάλληλο αντιβιοτικό.

Η αυξημένη έκκριση φλεγμάτων αντιμετωπίσθηκε αρχικώς με ειδικές μάσκες, καθώς και ένα μηχάνημα που βοηθάει τον ασθενή να αποβάλλει τα φλέγματα μέσω του βήχα, τη χρήση των οποίων σταμάτησε όταν επανήλθε πλήρως το αντανακλαστικό του βήχα. Λόγω δε της έκτοπης οστεοποίησης και της οστεοπόρωσης η ασθενής υποβλήθηκε σε κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.

Καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας της στην εν λόγω κλινική λάμβανε θεραπεία σε καθημερινή βάση με τη βοήθεια εργασιοθεραπευτή και φυσικοθεραπευτή, υποβαλλόταν καθημερινώς σε παθητική κινησιοθεραπεία προς αποφυγή περαιτέρω συστολών των διαρθρώσεων των χεριών και των δακτύλων της, ενώ ελάμβανε θεραπεία στο αριστερό χέρι της με ηλεκτρική διέγερση των νεύρων και των μυών σε συνδυασμό με την εκγύμνασή του

με ενεργή κίνηση από εργασιοθεραπευτή. Χάρη στα πιο πάνω φυσιοθεραπευτικά μέτρα η ασθενής επανέκτησε περιορισμένη ενεργό κίνηση του μέσου και του δείκτη του αριστερού χεριού της, ενώ εμφάνισε πρόοδο στο αριστερό πέλμα και στο λαιμό της, όσον αφορά την κάμψη. Επίσης, προμηθεύτηκε διάφορες τεχνικές βοηθητικές συσκευές, όπως ορθωτικά μηχανήματα για τα χέρια με σκοπό τη βελτίωση της κυκλοφορίας του αίματος, χειροκίνητο αναπηρικό καρότσι, ηλεκτροκίνητο αναπηρικό καρότσι, προσκέφαλο, ειδικό στρώμα, κινητή καρέκλα για ντους, ανυψωτικούς ιμάντες κλπ., τα οποία ρυθμίσθηκαν ειδικώς για τις ανάγκες της ενάγουσας.

Μετά το πέρας της θεραπείας αποκατάστασής της στην πιο πάνω κλινική, η ενάγουσα εξακολουθεί να χρειάζεται τη βοήθεια 1-2 ατόμων για όλες τις καθημερινές της δραστηριότητες, όπως η τουαλέτα, το πλύσιμο, το ντύσιμο και οι μεταφορές. Όλες οι μεταφορές της από και προς την κλίνη, το αναπηρικό καρότσι, την καρέκλα για το ντους κλπ., πραγματοποιούνται με τη βοήθεια δύο (2) ατόμων και μίας ανυψωτικής συσκευής, κάθεται στο ειδικά ρυθμισμένο αναπηρικό της καρότσι αρκετές φορές την ημέρα, έως και 2-3 ώρες κάθε φορά, πλένεται στην ειδικά ρυθμισμένη καρέκλα για ντους, ενώ μπορεί να επικοινωνεί μέσω προγράμματος επικοινωνίας βασισμένο σε υπολογιστή πιέζοντας έναν διακόπτη με τον αριστερό της δείκτη, που είναι ειδικά τοποθετημένος σε ένα ορθωτικό μηχάνημα στο αριστερό της χέρι.

Μετά την έξοδό της από την πιο πάνω αναφερόμενη κλινική της …, η ενάγουσα νοσηλεύθηκε εκ νέου στη Νευρολογική Κλινική του Νοσοκομείου … "..." μέχρι τις 6-12-2007, οπότε εξήλθε με συστάσεις για συνέχιση της αγωγής και ιατρική παρακολούθηση. Στις 6-12-2007 η ενάγουσα διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο …, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι τις 7-12-2007, οπότε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στην οικία της, στην πόλη της ….

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην οικία της, μετά την επιστροφή της από την κλινική αποκατάστασης στη …, η κατάσταση της υγείας της παρέμεινε αμετάβλητη, παρουσιάζοντας την ίδια κλινική εικόνα, όπως προεκτέθηκε, ευρισκόμενη υπό διαρκή ιατρική παρακολούθηση, ενώ περιοδικώς νοσηλεύθηκε στη Νευρολογική Κλινική του Νοσοκομείου …. "...", δηλαδή διαστήματα από 22-7-2008 έως 25-7-2008 και από 14-10-2008 έως 24-10-2008.

Κατά την ίδια περίοδο παραμονής στην οικία της υποχώρησε και η κινητικότητα των δακτύλων του αριστερού χεριού της, αποτέλεσμα (η κινητικότητα των δακτύλων) που είχε επιτευχθεί μέσω της εργοθεραπείας και της φυσικοθεραπείας κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στην κλινική της ….. Εξαιτίας της στασιμότητας της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας ήταν απαραίτητη η εκ νέου νοσηλεία της σε εξειδικευμένο κέντρο αποκατάστασης, προκειμένου να ανακτήσει ένα μέρος της κινητικότητάς της, ώστε και με τη βοήθεια της τεχνολογίας να επιτύχει μία όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη διαβίωση.

Για το σκοπό αυτό νοσηλεύθηκε στη Νευρολογική Κλινική ... κατά το χρονικό διάστημα από 26-8-2009 έως 15-12-2009. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στην κλινική αυτή έγιναν εντατικές προσπάθειες λογοθεραπείας, θεραπείας κατάποσης, φυσιοθεραπείας και εργοθεραπείας, με στόχους την επίτευξη επικοινωνίας μέσω βοηθητικών μέσων, την κινητοποίηση στο κρεβάτι, στους δύο αγκώνες και στις ισχιακές αρθρώσεις, καθώς και την κινητοποίηση στο αναπηρικό αμαξίδιο, ενώ στόχος της θεραπείας κατάποσης, μέσω ασκήσεων ενδυνάμωσης της γλώσσας και κλεισίματος και ανοίγματος του στόματος, ήταν η αφαίρεση του σωλήνα, παρά όμως τις εντατικές προσπάθειες, σημειώθηκε ελάχιστη βελτίωση στις ασκήσεις του προσώπου, χωρίς να διαμορφωθεί μία θετική δυναμική άρθρωσης λέξεων ή επικοινωνίας με άλλο τρόπο, πλην των οφθαλμικών κινήσεων, όπως προπεριγράφηκαν, που εξακολουθούσε να παραμένει ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας της ασθενούς με το περιβάλλον.

Επίσης εμφανίσθηκε μια αρχόμενη χρήση του δείκτη του αριστερού χεριού, εξέλιξη που επιτρέπει τη χρήση ενός αισθητήρα για μία πιο συστηματική επικοινωνία. Η φυσιοθεραπεία απέδωσε κάποια αποτελέσματα στους καμπτήρες των δακτύλων του αριστερού χεριού, στους εκτείνοντες των δακτύλων, στο δεξί άνω άκρο περιφερικά, καθώς και στον έλεγχο της κεφαλής, καθώς η ενάγουσα μπορούσε πλέον να στηρίζει καλύτερα και για περισσότερο χρόνο το κεφάλι της στο πολυλειτουργικό αναπηρικό αμαξίδιο, χωρίς να γέρνει προς τα εμπρός.

Σημειωτέον, βεβαίως, ότι κατά τη διάρκεια νοσηλείας της στην εν λόγω κλινική υποβλήθηκε σε περιορισμένη φυσιοθεραπεία, εξαιτίας των ετερότοπων οστεοποιήσεων σε αμφότερα τα ισχία, τους αγκώνες και τους ώμους. Η θεραπεία κατάποσης δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και η αφαίρεση του σωλήνα δεν κατέστη δυνατή.

Από την πιο πάνω κλινική εξήλθε η ενάγουσα στις 15-12-2009 με συστάσεις για συνεχή ιατρική παρακολούθηση, συστηματική φυσιοθεραπεία, εργοθεραπεία και λογοθεραπεία. Έκτοτε και μέχρι σήμερα η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας παραμένει αμετάβλητη, χωρίς καμιά ουσιαστική βελτίωση της κλινικής εικόνας της.

Ειδικότερα, η ασθενής εξακολουθεί να εμφανίζει τετραπληγία, αδυναμία εκφοράς λόγου, η επικοινωνία με το περιβάλλον εξακολουθεί να γίνεται μόνον με τις οφθαλμικές κινήσεις, που προαναφέρθηκαν, ενώ παράλληλα διατηρεί φυσιολογική αντίληψη και συνείδηση, διατηρουμένου του συνδρόμου του εγκλεισμού, που προαναφέρθηκε.

Εξάλλου, η ασθενής εξακολουθεί να φέρει τραχειοστομία και γαστροστομία, προκειμένου να μπορεί να αναπνέει και να τρέφεται, η συνεχής κατάκλισή της δημιουργεί επιπρόσθετα προβλήματα εξαιτίας αφενός μεν των οστεοποιήσεων του ασβεστίου και στα δύο ισχία, αφετέρου δε του κινδύνου δημιουργίας εμβολών (θρόμβων), λόγω της ακινησίας, ενώ παράλληλα υπάρχουν κίνδυνοι πνευμονικών επιπλοκών και λοιμώξεων ιδίως εξαιτίας της ανοικτής τραχειοστομίας και γαστροστομίας.

Δεδομένου άλλωστε ότι η παρούσα κλινική εικόνα παρουσιάζει πολύ μικρή βελτίωση από το 2006, οι πιθανότητες αναστροφής της κλινικής κατάστασης της ασθενούς εμφανίζονται εξαιρετικά μειωμένες. Μάλιστα, η παθούσα κρίθηκε δια βίου ανάπηρη, κατά ποσοστό 100%, από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή. Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ενάγουσα (Α.

Χ.) τραυματίστηκε στην περιοχή του αυχένα, λόγω της βίαιης έλξης που υπέστη από τον τρίτο εναγόμενο (Γ. Π.), ο οποίος στην προσπάθειά του να την εμποδίσει να εισέλθει στον χώρο του Α. Σ. Π της ΔΕΗ Χίου, αφού την έπιασε από τους ιμάντες της θήκης της βιντεοκάμερας που είχε αναρτήσει στο λαιμό της, την τράνταξε και την έστρεψε βίαια, στην προσπάθειά του να την υποχρεώσει σε συμμόρφωση, ως προς την απαγόρευση εισόδου στο εργοστάσιο της ΔΕΗ και την απαγόρευση βιντεοσκόπησης.

Οι κινήσεις του ήταν βίαιες και έντονες, με περιστροφές και τραντάγματα της παθούσας, κατά τρόπο πρόσφορο να της προκαλέσει βαριά κάκωση, όντας υπέρτερος σε μυϊκή ισχύ και ευρισκόμενος σε κατάσταση θυμού, λόγω της επιμονής της παθούσας και της προηγηθείσας φιλονικίας του με τους Ι. Τ. και Ε. Α., που επίσης αγνόησαν τη ρητή απαγόρευσή του να εισέλθουν στον ως άνω χώρο.

Ο τρίτος εναγόμενος είχε αντίληψη και συνείδηση ότι η ένταση και η βιαιότητα της έλξης με την οποία χειρίστηκε την παθούσα, σε συνδυασμό με το ότι εφάρμοζε επανειλημμένα, έντονα και με διάρκεια τη μυϊκή του ισχύ, κυρίως στο σημείο του αυχένα της, λόγω της έλξης από τον ιμάντα, θα μπορούσαν να της προκαλέσουν βαριά σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της στο μέρος αυτό του σώματος, χωρίς να είναι απαραίτητη η δυνατότητά του να προσδιορίσει ακριβώς το είδος της.

Ωστόσο, δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, που θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, ευρισκόμενος ενόψει των αυτών πραγματικών καταστάσεων, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η εμμονή του στην έλξη του ιμάντα της παθούσας και η δι' αυτής περιστροφή της και το τράνταγμα που κατάφερε, ενόψει της παθητικής αντίστασης αυτής, δεν δικαιολογούνται από το καθήκον του ως φύλακα, καθώς είχε λάβει εντολή να αρκείται σε λεκτικές υποδείξεις ή να ενεργεί τοποθετώντας απλώς το σώμα του μπροστά από τους χωρίς δικαίωμα εισερχομένους, χωρίς να έρχεται σε σωματική επαφή με αυτούς, πολύ δε περισσότερο, να ασκεί σωματική βία σε βάρος τους.

Επίσης δεν δικαιολογείται ούτε από τη στάθμιση της μυϊκής υπεροχής του έναντι της παθούσας, η οποία δεν είχε τη δύναμη να αποτρέψει τόσο την αιφνίδια έλξη του ιμάντα, όσο και το στη συνέχεια βίαιο τράνταγμα και περιφορά της από αυτόν. Η ένταση της βιαιότητας με την οποία ενεργούσε ο παραπάνω εναγόμενος αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η αποδέσμευση της παθούσας επιτεύχθηκε τελικώς με την παρέμβαση του Ι.

Τ., ο οποίος κατόρθωσε να τους χωρίσει, παρεμβαλλόμενος μεταξύ τους και απωθώντας έντονα τον κατηγορούμενο με την πλάτη και το χέρι. Παράλληλα, ο τρίτος εναγόμενος ήταν σε θέση να προβλέψει ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε, δηλαδή η αιφνίδια, έντονη και παρατεταμένη έλξη από τον ιμάντα που ήταν αναρτημένος στον αυχένα της παθούσας, μπορούσε να της προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, καθώς δεν τραβούσε απλώς τον ιμάντα, αλλά τράνταζε και μετακινούσε δεξιά και αριστερά ολόκληρο το σώμα της παθούσας, εφαρμόζοντας τη μυϊκή του ισχύ στον αυχένα της.

Μπορούσε, επομένως, να προβλέψει ότι τέτοια ενέργεια θα τραυμάτιζε οπωσδήποτε βαριά την παθούσα στην περιοχή του αυχένα, αφού είναι γνωστά στον μέσο συνετό και ευσυνείδητο άνθρωπο, με βάση και την κοινή πείρα, η ευαισθησία του μέρους αυτού του σώματος και οι βαριές σωματικές βλάβες που προκαλούνται, όταν πλήττεται με τέτοια ένταση.

Επίσης, μπορούσε και να αποφύγει την ενέργειά του αυτή, καθώς ακόμη και στην περίπτωση που, υπερβαίνοντας το καθήκον του, επέλεγε να χρησιμοποιήσει βία κατά της παθούσας, είχε τη δυνατότητα να το πράξει, εφαρμόζοντας τη μυϊκή του δύναμη σε άλλο σημείο του σώματός της, λιγότερο ευαίσθητο και καίριο, πράγμα που δεν έκανε, έχοντας πρόθεση να της προκαλέσει σωματική βλάβη και από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, σε σχέση με την εύλογα πιθανολογούμενη δυνατότητα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, από τον κατά τα ανωτέρω βίαιο χειρισμό του αυχένα της προκλήθηκε η παραπάνω λεπτομερώς εκτιθέμενη βαριά σωματική βλάβη. Τα ως άνω επιβεβαιώνονται και από τα όσα η ίδια η παθούσα, αμέσως μετά το συμβάν, και όσο ακόμη διατηρούσε την ομιλία της, διηγήθηκε στους οικείους της, δηλαδή στον σύζυγό της Θ.

Π. και στην αδελφή της Ζ. Χ., με τους οποίους επικοινώνησε κατά την αποχώρησή της από τον Αυτόνομο Σταθμό της ΔΕΗ και πριν την πρώτη επίσκεψή της στο Νοσοκομείο Χίου, και στους οποίους ανέφερε ότι όταν ο φύλακας (τρίτος εναγόμενος), την τραβούσε από τον ιμάντα της κάμερας, ένιωσε "ένα κρακ, σαν κάτι να έσπασε μέσα της", ενώ αισθανόταν πόνο στο κεφάλι, την πλάτη και τον αυχένα και είχε ζάλη.

Τα ίδια ακριβώς διηγήθηκε και στον Α. Γ., σύζυγο της αδελφής της, με τον οποίο συνομίλησε όταν του ζήτησε να τη μεταφέρει στο Νοσοκομείο Χίου για δεύτερη φορά. Περί αυτών κατέθεσαν ενόρκως τα τρία προαναφερόμενα πρόσωπα τόσο ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου, όσο και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου Μεταβατική Έδρα Χίου), κατά την εκδίκαση της συναφούς ποινικής υπόθεσης, μεταφέροντας τη χαρακτηριστική φράση της ίδιας της παθούσας ότι όταν την τραβούσε ο φύλακας ένιωσε "ένα κρακ, σαν κάτι να έσπασε μέσα της".

Η φράση αυτή, που προέρχεται από την ίδια την παθούσα, μεταφερόμενη δια στόματος των προαναφερομένων προσώπων, αποδίδει την αληθινή διάσταση των γεγονότων και έρχεται σε συμφωνία με το είδος της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε, όπως περιγράφηκε λεπτομερώς παραπάνω, δηλαδή με το διαχωρισμό, συνεπεία τραυματισμού, της σπονδυλικής αρτηρίας.

Ήδη δε ο τρίτος εναγόμενος, για τα ως άνω βιοτικά περιστατικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 45/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορίου/Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου), κρίθηκε αμετακλήτως ένοχος της πράξης της βαριάς μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, κατόπιν αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του προηγούμενου έντιμου βίου.

Εξάλλου, από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να συναχθεί κρίση περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενέργειας του τρίτου εναγομένου και της επελθούσας ζημίας της ενάγουσας, κατά τον σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης, που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως, δεδομένου ότι διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου ή της αιτιώδους συνάφειας υπάρχει όταν μετά από το ικανό να ιδρύσει την ευθύνη γεγονός για την επαγωγή ορισμένης ζημίας επέρχεται κάποιο άλλο, εντελώς άσχετο και απροσδόκητο γεγονός, το οποίο και προκαλεί τη ζημία, την οποία δεν πρόφθασε να παραγάγει το πρώτο...

Τέτοιο όμως γεγονός δεν μπορεί να θεωρηθεί η μη έγκαιρη ορθή διάγνωση της βλάβης της υγείας της παθούσας από τους γιατρούς του Νοσοκομείου Χίου, για την οποία αναγνωρίσθηκε με ισχύ δεδικασμένου η αστική ευθύνη του Νοσοκομείου Χίου, με την υπ' αριθ. 2831/2013 απόφαση του Γ' Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, δεδομένου ότι με βάση όλα τα προεκτιθέμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το γεγονός που επήγαγε τη ζημία της ενάγουσας είναι ο τραυματισμός της από τον τρίτο εναγόμενο, χωρίς το οποίο καμιά ζημία δεν θα είχε επέλθει στην ενάγουσα ούτε θα είχε λάβει χώρα και η επιδειχθείσα από τους γιατρούς του Νοσοκομείου Χίου αμέλεια, η οποία προϋποθέτει ή παρίσταται ως συνέπεια του προηγηθέντος τραυματισμού.

Επομένως, η βαριά σωματική βλάβη της ενάγουσας τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς τον τραυματισμό που της προκάλεσε ο τρίτος εναγόμενος, ο σύνδεσμος δε αυτός δεν διεκόπη εξαιτίας της αμέλειας των γιατρών του Νοσοκομείου Χίου. Τότε μόνον θα επερχόταν διακοπή, αν το παράπτωμα των γιατρών ήταν εκτάκτως ή ασυνήθιστα βαρύ, εκτός της συνήθους πορείας των πραγμάτων, περίπτωση όμως που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω.

Βεβαίως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ενδέχεται η καθυστέρηση ορθής θεραπευτικής αντιμετώπισης της σωματικής βλάβης της ενάγουσας να μείωσε τις πιθανότητες μετριασμού των συνεπειών της βλάβης, χωρίς να είναι δυνατόν, με βάση τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, να προσδιορισθούν με ακρίβεια η ένταση και η έκταση των βλαβών της παθούσας, εάν είχε διακομισθεί εγκαίρως στο Νοσοκομείο "...".

Και τούτο διότι όλοι οι γιατροί που εξέτασαν την παθούσα γνωματεύουν, ευλόγως, ότι η όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη εφαρμογή της ενδεδειγμένης θεραπείας (αντιπηκτική αγωγή και θρομβόλυση) ενδεχομένως να μείωνε τις συνέπειες του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου-που υπέστη, συνεπεία του διαχωρισμού, η ενάγουσα (π.χ.

να μην είχε εξελιχθεί η κατάστασή της σε τετραπληγία και αναρθρία), δεν είναι δυνατόν όμως να προσδιορισθεί επακριβώς σε ποιο βαθμό θα είχαν μειωθεί οι συνέπειες αυτές. Η ενδεχόμενη συμβολή της προπεριγραφόμενης ιατρικής αμέλειας στη διαμόρφωση της τελικώς επενεχθείσας ζημίας, μπορεί μόνον να ενταχθεί στην εκ του άρθρου 926 περ.

α' ΑΚ περίπτωση ευθύνης περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή στην ευθύνη από "κοινή πράξη", που λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους σύμπραξης ή συμμετοχής, με οποιαδήποτε μορφή, στην αδικοπραξία και ειδικότερα είτε στην τέλεση της πράξης είτε στην επαγωγή της ζημίας. Μια από αυτές είναι η επιγενόμενη συμμετοχή, όταν δηλαδή υπάρχει ενέργεια προσώπου, η οποία δεν επενεργεί αιτιωδώς στην πρόκληση της ζημίας, όπως εν προκειμένω, αλλά έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση ή την επαύξηση της ζημίας που έχει ήδη προκληθεί....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στην προσπάθεια της να εισέλθει στον ιδιωτικό χώρο του εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ, παρά την ύπαρξη των πινακίδων που σήμαιναν τον ιδιωτικό χαρακτήρα του χώρου και την απαγόρευση εισόδου, δεν ζήτησε τη συνδρομή των ανδρών της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Χίου, που ήδη βρίσκονταν στο χώρο, όπως είχε τη δυνατότητα να το πράξει, δεδομένου ότι στην οπίσθια πλευρά της επαγγελματικής ταυτότητάς της υπάρχει αναγεγραμμένη εντολή του Αρχηγού της ΕΜΣ, σύμφωνα με την οποία οι Αρχές έχουν το δικαίωμα να διευκολύνουν τους δημοσιογράφους στο λειτούργημά τους, εκτιμώντας, κατά περίπτωση, τις περιστάσεις, αντιστοίχως δε οι δημοσιογράφοι, ενόψει του καθήκοντος ενημέρωσης, έχουν την ευχέρεια να απευθύνονται, κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους, στις Αρχές, προκειμένου να τους διευκολύνουν.

Αντιθέτως, η ενάγουσα επικεντρώθηκε στη λεκτική αντιπαράθεση με τον τρίτο εναγόμενο, προκειμένου να κάμψει την ως άνω απαγόρευση. Η παραπάνω συμπεριφορά της συνιστά προσβολή του εννόμου αγαθού που προστατεύεται από τη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 4 ΠΚ και αφορά στην εύρυθμη λειτουργία της ΔΕΗ. Εξάλλου, στα καθήκοντα του τρίτου εναγομένου συμπεριλαμβανόταν η προστασία του ως άνω εννόμου αγαθού, δεδομένου ότι είχε προσληφθεί ως φύλακας, με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις.

Συνεπώς, ο παραπάνω εναγόμενος εξέφρασε τη βούληση αποτροπής εισόδου στον ανωτέρω χώρο κάθε τρίτου που διατάρασσε το ως άνω έννομο αγαθό, έχοντας σχετική προς τούτο υποχρέωση. Για τον λόγο αυτό προσπάθησε να αποτρέψει την είσοδο της παθούσας στον εν λόγω ιδιωτικό χώρο, που ήταν επιπλέον επικίνδυνος για την παραμονή τρίτων, πολλώ δε μάλλον υπό τις επικρατούσες τη στιγμή εκείνη περιστάσεις εκδήλωσης της βλάβης και κινδύνου πυρκαγιάς.

Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο ο τρίτος εναγόμενος απέκρουσε την παρούσα και άδικη, κατά τα παραπάνω, επίθεση της ενάγουσας δεν ήταν ο επιβαλλόμενος, δεδομένου ότι υπερέβαινε σαφώς το αναγκαίο για την απόκρουση μέτρο. Ειδικότερα, ο βαθμός επικινδυνότητας της επίθεσης της παθούσας, σε σχέση με το φύλο και την κατά πολύ λιγότερο ανεπτυγμένη σωματική της διάπλαση έναντι του τρίτου εναγόμενου, κατά τη στιγμή που αυτός την απωθούσε και την τραβούσε, καθιστούν την ενέργεια αυτή του τρίτου εναγομένου υπερβολική, μη αναγκαία και δυσανάλογη σε σχέση με τις περιστάσεις.

Σύμφωνα με τις οδηγίες που του είχαν δοθεί ως φύλακα της ΔΕΗ, αυτός, ευρισκόμενος ενώπιον τρίτου που επιχειρούσε να εισέλθει στον χώρο χωρίς δικαίωμα, όφειλε να απέχει από οποιαδήποτε σωματική βία και αντί αυτής να ειδοποιήσει τους προϊσταμένους του και την αστυνομία, προκειμένου αυτοί να επιληφθούν με τον ενδεδειγμένο τρόπο.

Με τις πράξεις όμως που προαναφέρθηκαν ο τρίτος εναγόμενος παρέβλεψε τις εντολές που του είχαν δοθεί, υπερβαίνοντας το αναγκαίο για την απόκρουση της επίθεσης της ενάγουσας μέτρο. Κατόπιν των ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης, που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως, ότι δηλαδή η ζημία που προξενήθηκε στην ενάγουσα από την αμυντική πράξη του τρίτου εναγομένου δεν παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, αφού δεν έγινε παρανόμως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, εφόσον δεν αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της άμυνας, δηλαδή ότι η αμυντική πράξη δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο μέτρο.

Ακόμη, με βάση τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός της εναγομένης, που επίσης επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως περί συντρέχοντος πταίσματος της παθούσας στην πρόκληση της ζημίας, δεδομένου ότι η συμπεριφορά της, όπως περιγράφηκε παραπάνω, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προκληθείσα ζημία, αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του 300 ΑΚ, εφόσον δεν συνέβαλε ούτε στην επαγωγή ούτε στην έκταση της ζημίας.

Η παράνομη είσοδος της ενάγουσας στις κτιριακές εγκαταστάσεις της ΔΕΗ δεν δικαιολογεί, αλλά και δεν συνεπάγεται την πρόκληση σωματικής βλάβης σε βάρος της. Άλλωστε, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η παθούσα συνέβαλε στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας, επειδή υποβάσταζε για αρκετή ώρα πάνω από τον ώμο την βιντεοκάμερα, υπερεκτείνοντας με τον τρόπο αυτό τον αυχένα της και προκαλώντας έτσι τον διαχωρισμό της σπονδυλικής αρτηρίας.

Και τούτο διότι, πριν τη χρήση της βιντεοκάμερας από την ενάγουσα, είχε προηγηθεί η πιο πάνω περιγραφείσα ενέργεια του τρίτου εναγομένου, που προκάλεσε την ένδικη σωματική βλάβη, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα χρησιμοποίησε τη βάρους 1.850 γραμμαρίων βιντεοκάμερα για ελάχιστα λεπτά, συνεπώς, ήταν αδύνατο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να υπερέκτεινε τον αυχένα της και εξαιτίας αυτού να προκλήθηκε ο διαχωρισμός της σπονδυλικής αρτηρίας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 1-10-2005 είχε καταρτισθεί μεταξύ της πρώτης εναγομένης (ΔΕΗ ΑΕ), ως εργοδότριας και της δεύτερης εναγομένης (...), ως εργολάβου, σύμβαση έργου που περιβλήθηκε τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Αντικείμενο της σύμβασης αυτής ήταν η φύλαξη των εγκαταστάσεων διαφόρων, ανά την Ελλάδα, αυτόνομων σταθμών παραγωγής της ΔΕΗ ΑΕ, που υπάγονταν στη Διεύθυνση Περιφερείας Νήσων (Δ.

Π. Ν), μεταξύ των οποίων και αυτός της Χίου. Ειδικότερα συμφωνήθηκε η 24ωρη (κατανεμημένη σε τρεις βάρδιες) φύλαξη των Α.Σ.Π. Κω, Λέσβου, Χίου, Σάμου, Πάρου, της Δ. Π. Ν, της αποθήκης διανομής Ασπροπύργου και του Τοπικού Σταθμού Παραγωγής Σκύρου, δηλαδή των εγκαταστάσεων αυτών, των περιουσιακών τους στοιχείων, του προσωπικού της ΔΕΗ ΑΕ, ο έλεγχος των εισερχομένων στις εγκαταστάσεις της εργοδότριας επιχείρησης, ο εντοπισμός υπόπτων ατόμων, περιφερομένων εξωτερικά και εσωτερικά της επιχείρησης κλπ.

Συμφωνήθηκε η εργολάβος εταιρεία να διαθέτει έναν φύλακα ανά βάρδια, όλες τις ημέρες του χρόνου, με την υποχρέωση να διατηρεί εκπαιδευμένους άλλους δύο φύλακες, για να μπορούν να αντικαταστήσουν ανά πάσα στιγμή κάποιον από τους υπάρχοντες, σε περίπτωση ασθένειας, αδείας κ.λπ. Ακόμη, η εργοδότρια επιχείρηση δύναται να τροποποιεί, κατά τις ανάγκες της, τον αριθμό των φυλακτικών σημείων, χωρίς περιορισμό και η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται να αποδέχεται την τροποποίηση, με το ίδιο συμφωνημένο τίμημα (άρθρο 2 παρ. 5 σύμβασης).

Σύμφωνα με τον όρο που περιέχεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της σύμβασης η εργολάβος εταιρεία πριν την έναρξη των εργασιών, υποχρεούται να καταθέσει στην εργοδότρια επιχείρηση κατάσταση με το προσωπικό που πρόκειται να απασχολήσει, διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί και για κάθε μεταβολή του προσωπικού της κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης.

Σύμφωνα δε με τον όρο που περιέχεται στο άρθρο 6 παρ. 3 της σύμβασης, η εργοδότρια επιχείρηση διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει, αζημίως γι' αυτήν, από την εργολάβο εταιρεία να μην χρησιμοποιεί για την εκτέλεση του έργου οποιοδήποτε υπάλληλό της, που θα θεωρηθεί ακατάλληλος κατά την αιτιολογημένη κρίση της, η δε εργολάβος εταιρεία υποχρεούται να συμμορφωθεί αμέσως, ενώ επί μη συμμόρφωσης η επιχείρηση δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση.

Για την εφαρμογή των πιο πάνω συμφωνημένων όρων, η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται να υποβάλει στην εργοδότρια αντίγραφο της κατάστασης του προσωπικού, θεωρημένο αρμοδίως από την επιθεώρηση εργασίας (άρθρο 13 αριθ. 2 παρ. 1 της σύμβασης). Σύμφωνα με τον περιεχόμενο στο άρθρο 7 όρο της σύμβασης η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η επίβλεψη της καλής εκτέλεσης του έργου ασκείται, στην περίπτωση του Α.Σ.Π, από τον εκάστοτε διευθυντή αυτού.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 της σύμβασης ο εργολάβος δεν δικαιούται να υποκαταστήσει τον εαυτό του με οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο κατά την εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της ΔΕΗ ΑΕ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος, κάτοχος της υπ' αριθ. πρωτ. 1020/19502/1-α'/08-07-2004 άδειας εργασίας προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, ήταν κατά τον επίμαχο χρόνο της ένδικης αδικοπραγίας, 8-4-2006, υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης, συνδεόμενος με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, υποκείμενος στις δεσμευτικές οδηγίες και εντολές αυτής ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας του προς το συμφέρον της (δεύτερης εναγομένης).

Από όλα τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι, αν και η σχέση που συνέδεε την πρώτη εναγομένη, επιχείρηση ηλεκτρισμού, με τη δεύτερη εναγομένη, επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, ήταν σύμβαση έργου, ωστόσο τελούσαν μεταξύ τους σε σχέση πρόστησης, γιατί η δεύτερη εναγομένη ενεργούσε, κατά την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, κάτω από τις οδηγίες και εντολές της πρώτης εναγομένης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη εναγομένη, στη σύμβαση έργου που, κατά τα προαναφερόμενα, είχε συνάψει με τη δεύτερη εναγομένη, είχε προσδιορίσει με ειδικό και συγκεκριμένο τρόπο το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αυτή (δεύτερη εναγομένη) θα κινούνταν για να εκτελέσει το έργο φύλαξης των εγκαταστάσεων των Α.

Σ. Π που υπάγονταν στη Δ. Π. Ν. Η εργολάβος εταιρεία δεν είχε δυνατότητα να κινηθεί διαφορετικά. Όφειλε να συμμορφωθεί με τους κανόνες αυτούς (βλ. κυρίως τους όρους των άρθρων 2 και 6), διαφορετικά η εργοδότρια επιχείρηση είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση (βλ. τους όρους των άρθρων 3 και 6 παρ. 3). Οι κανόνες αυτοί, στο πλαίσιο των οποίων όφειλε να εκτελέσει η δεύτερη εναγομένη το έργο που ανέλαβε, συνοψίζονται βασικά ως εξής :

α) Στο ότι έπρεπε να φυλάσσει τις εγκαταστάσεις, το προσωπικό κλπ. της εργοδότριας επί 24ωρο, κατανέμοντας τον χρόνο φύλαξης σε τρεις βάρδιες (οκτώ ώρες εργασίας για κάθε φύλακα) χωρίς να έχει τη δυνατότητα να κατανέμει διαφορετικά τις βάρδιες (π.χ. χρησιμοποιώντας περισσότερους φύλακες για μικρότερο χρόνο εργασίας), υποχρεούμενη μάλιστα να φροντίζει να διαθέτει εκπαιδευμένους αναπληρωτές φύλακες, β) Στο ότι τα φυλακτικά σημεία καθορίζονταν από την εργοδότρια επιχείρηση, και μπορούσαν να τροποποιηθούν χωρίς περιορισμό, γ) Στο ότι υποχρεούνταν να ενημερώσει προηγουμένως την εργοδότρια για το προσωπικό που απασχολούσε, υποχρεούμενη να μη χρησιμοποιήσει συγκεκριμένο υπάλληλο, που θα θεωρούνταν ακατάλληλος από την εργοδότρια.

Ενισχυτικό δε της αμέσως πιο πάνω κρίσης, ότι η δεύτερη εναγομένη ενεργούσε, κατά την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, κάτω από τις οδηγίες και εντολές της πρώτης εναγομένης, είναι και το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη παρείχε συγκεκριμένες οδηγίες στους εκάστοτε αντισυμβαλλόμενούς της σχετικά με τα καθήκοντα του προσωπικού ασφαλείας, δηλαδή το περιεχόμενο των ενεργειών τους, τα ειδικότερα καθήκοντά τους, τον τρόπο δράσης τους κλπ. (βλ.

το με αριθ. πρωτ. ...7/10-10-2004 έγγραφο της ΔΕΗ ΑΕ με θέμα "Καθήκοντα προσωπικού ασφαλείας"). Οι πλέον βασικές εντολές, στις οποίες όφειλε να συμμορφώνεται το προσωπικό ασφαλείας ήταν: α) Ο έλεγχος (με την απαιτούμενη διακριτικότητα και ευγένεια) των στοιχείων ταυτότητας και των τυχόν δεμάτων, σάκων, τσαντών κλπ.

των εισερχομένων στα κτήρια ή τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, β) η απαγόρευση λήψης φωτογραφιών των εγκαταστάσεων από τους επισκέπτες χωρίς ειδική προς τούτο άδεια, γ) η διενέργεια συνεχών ελέγχων - περιπολιών στην εσωτερική και εξωτερική περίμετρο των κτηρίων και εγκαταστάσεων, δ) ο διακριτικός έλεγχος των σταθμευμένων έξω από τις εγκαταστάσεις οχημάτων, ε) ο περιοδικός έλεγχος των συστημάτων πυρασφάλειας, της περίφραξης, του φωτισμού κλπ.

Συνεπώς, είναι σαφές, από όλα τα παραπάνω, ότι η πρώτη εναγομένη είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη τής εκτέλεσης του έργου που θα εκτελούσε η δεύτερη εναγομένη (φύλαξη εγκαταστάσεων Α. Σ. Π), αφού η τελευταία ναι μεν ήταν μία ανεξάρτητη επιχείρηση που απασχολούσε δικό της προσωπικό, πλην όμως για την υλοποίηση του προαναφερόμενου έργου έπρεπε υποχρεωτικά να κινηθεί εντός του ανωτέρω αναφερόμενου πλαισίου.

Γι' αυτό και ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης, που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως, ότι δεν υφίσταται σχέση πρόστησης μεταξύ αυτής και της δεύτερης εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως και το ότι δεν υφίσταται σχέση πρόστησης μεταξύ της ίδιας και του τρίτου εναγομένου, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος ήταν υπάλληλος, συνδεόμενος με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, της δεύτερης εναγομένης.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι αστική ευθύνη έναντι της ενάγουσας για την αποκατάσταση κάθε ζημίας προερχόμενης από την ένδικη αδικοπραξία έχουν, εις ολόκληρον (άρθρ. 481, 482, 926 ΑΚ), εκτός από τον τρίτο εναγόμενο, ως το πρόσωπο που υπαιτίως και παρανόμως προκάλεσε τη ζημία στην ενάγουσα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως φύλακα, τόσο η δεύτερη εναγομένη ως προστήσασα τον τρίτο εναγόμενο, όσο και η πρώτη εναγομένη, ως προστήσασα τη δεύτερη εναγομένη, ευθυνόμενες οι δύο εναγόμενες εταιρείες αντικειμενικώς, κατ' άρθρο 922 ΑΚ....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δαπάνησε για την αγορά και τοποθέτηση ειδικού ανυψωτικού μηχανήματος, κατάλληλου για άτομα με ειδικές ανάγκες, το συνολικό ποσό των 10.028 ευρώ...Για τη συντήρηση του εν λόγω μηχανήματος απαιτείται κάθε χρόνο το ποσό των 210 ευρώ..., επομένως από το χρόνο της αγοράς του ανυψωτήρα και μέχρι την άσκηση της ένδικης, υπό στοιχ.

β' αγωγής, καταβλήθηκε από την ενάγουσα για τρεις (3) ετήσιες συντηρήσεις το συνολικό ποσό των (210 X 3) 630 ευρώ. Ακόμη αποδείχθηκε ότι απαιτείται ιδιαίτερη φροντίδα και συνεχής χρήση κατάλληλων κρεμών και υλικών υγειονομικού καθαρισμού για την προστασία της υγιεινής του δέρματος της ενάγουσας, που δοκιμάζεται ιδιαιτέρως υπό τις συνθήκες συνεχούς κατάκλισής της.

Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2007 έως 31-3-2011 κατέβαλε για την αγορά κρεμών και υγρών καθαρισμού το συνολικό ποσό των 3.040 ευρώ, δηλαδή κατ' ελάχιστο υπολογισμό το ποσό των 76 ευρώ ανά μήνα. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού επικαλείται και προσκομίζει δύο αποδείξεις λιανικής πώλησης συνολικού ποσού 76,40 ευρώ (βλ.

την υπ' αριθ. …3/31-1-2011 απόδειξη λιανικής πώλησης της "..." και την υπ' αριθ. …..8/31-1-2011 απόδειξη είσπραξης της Ε. Μ.), πλην όμως ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει αποδείξεις για το υπόλοιπο ποσό που υποστηρίζει ότι δαπανήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό.

Συνεπώς, παρόλο που διαπιστώνεται η ανάγκη χρήσης των κρεμών και υγρών καθαρισμού, δεν μπορεί να προσδιορισθεί το ακριβές ποσό που κατέβαλε η παθούσα για τον σκοπό αυτό και ως εκ τούτου πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ποσό των 76,40 ευρώ, που αποδείχθηκε ότι πράγματι κατέβαλε, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Ομοίως ως ουσιαστικά αβάσιμο πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα της αγωγή ποσού ύψους 12.000 ευρώ, που υποστηρίζει η ενάγουσα ότι κατέβαλε για τη λήψη βελτιωμένης διατροφής, εφόσον δεν προέκυψε η ανάγκη της ενάγουσας για λήψη βελτιωμένης διατροφής, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται καμιά ιατρική γνωμάτευση, που να συστήνει συγκεκριμένο διαιτολόγιο...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την επιστροφή της ενάγουσας στην οικία της στη Χίο, μετά τη νοσηλεία της στην προαναφερόμενη κλινική της ….

και στο Νοσοκομείο "...", μέχρι και σήμερα αυτή έχει ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης και φροντίδας από άλλο άτομο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, εξαιτίας της βαρύτητας του τραυματισμού της (τετραπληγία, αναρθρία, τραχειοστομία κλπ.), δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αυτοεξυπηρετηθεί. Είναι επομένως σαφές, με βάση και όσα προεκτέθηκαν σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της, ότι η ενάγουσα έχει ανάγκη όλο αυτό το διάστημα από συνεχή φροντίδα και παρακολούθηση, σε 24ωρη βάση καθημερινώς.....

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-12-2007 έως 31-3-2011, αφαιρουμένου χρονικού διαστήματος 3,5 μηνών που η παθούσα βρισκόταν στη …, και κατά το υπόλοιπο διάστημα του 24ώρου, τον νοσηλευτή υποκατέστησε ο σύζυγος της παθούσας, Θ. Π., ο οποίος με εντατικοποίηση των προσπαθειών του βρισκόταν κοντά της, παρέχοντάς της κάθε δυνατή φροντίδα και περιποίηση.

Ειδικότερα, ο σύζυγος της ενάγουσας, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, παρείχε σ' αυτήν, επί δέκα έξι (16) ώρες τουλάχιστον καθημερινώς, καθώς και τα σαββατοκύριακα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, υπηρεσίες σχετιζόμενες με την καθημερινή περιποίησή της (υγιεινή, διατροφή, διεκπεραίωση υποθέσεων κ.λπ.), με υπερένταση των προσπαθειών του και καθ' υπέρβαση των ορίων της συνήθους ηθικής υποχρέωσής του.

Η ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει από τους υπόχρεους προς αποζημίωση εναγομένους τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει, σε τρίτο, τον οποίο θα προσλάμβανε για τον σκοπό αυτό, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κατέβαλε κανένα τέτοιο ποσό στο σύζυγό της. Κατόπιν αυτών, η εν λόγω δαπάνη πρέπει να προσδιορισθεί για την απασχόληση του συζύγου της ενάγουσας κατά τις καθημερινές στο ποσό των 1.009 ευρώ ανά μήνα για κάθε οκτάωρη βάρδια, δηλαδή στο ποσό των (1.009 X 2 βάρδιες) 2.018 ευρώ ανά μήνα.

Συνεπώς, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα δικαιούται να λάβει από τους εναγόμενους για το ως άνω χρονικό διάστημα των 36,5 μηνών, για την εν λόγω αιτία, το συνολικό ποσό των (2.018 X 36,5) 73.657 ευρώ. Επιπλέον, η δαπάνη για την απασχόληση κατά τα Σαββατοκύριακα πρέπει να προσδιορισθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στο ποσό των 100 ευρώ για κάθε ημέρα απασχόλησης.

Επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα δικαιούται να λάβει από τους εναγομένους για συνολικώς 288 ημέρες απασχόλησης κατά τα Σαββατοκύριακα που περιλαμβάνονται στο ως άνω χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των (288 X 100) 28.800 ευρώ. Περαιτέρω, όσον αφορά το κονδύλιο ύψους 4.227 ευρώ κάθε μήνα, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την επίδοση της αγωγής (Απρίλιος 2011), για την κάλυψη της δαπάνης που απαιτείται για την απασχόληση νοσηλευτών κατά τις καθημερινές και τα σαββατοκύριακα, αποδείχθηκε πράγματι ότι η παθούσα έχει ανάγκη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, συνεχούς παρακολούθησης, σε 24ώρη βάση, από άλλο πρόσωπο, συνεπώς πρέπει να αποκατασταθεί η μέλλουσα θετική της ζημία, η επέλευση της οποίας θεωρείται βέβαιη, και συνίσταται στην ανάγκη για την πραγματοποίηση της δαπάνης απασχόλησης νοσηλευτών σε 24ωρη βάση.

Προς αποκατάσταση της δαπάνης αυτής πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα δικαιούται να λαμβάνει κάθε μήνα το συνολικό ποσό των 3.827 ευρώ για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την επίδοση της υπό στοιχ. β' αγωγής. Δηλαδή το ποσό των 1.009 ευρώ ανά μήνα για κάθε οκτάωρη βάρδια (1.009 X 3 βάρδιες=3.027 ευρώ) και το ποσό των 100 ευρώ για κάθε ημέρα απασχόλησης κατά τα σαββατοκύριακα (100 X 8 ημέρες απασχόλησης ανά μήνα = 800 ευρώ)....Εν συνεχεία, όσον αφορά το κονδύλιο ύψους 583 ευρώ κάθε μήνα για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την επίδοση της αγωγής..., προς κάλυψη της δαπάνης που απαιτείται για την αμοιβή φυσικοθεραπευτή, αποδείχθηκε πράγματι ότι η παθούσα έχει ανάγκη εντατικών φυσικοθεραπειών.

Συνεπώς πρέπει να αποκατασταθεί η μέλλουσα θετική της ζημία, η επέλευση της οποίας θεωρείται βέβαιη, και η οποία συνίσταται στην ανάγκη για την πραγματοποίηση της δαπάνης αμοιβής φυσικοθεραπευτή. Προς αποκατάσταση της δαπάνης αυτής πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα δικαιούται να λαμβάνει κάθε μήνα το ποσό των 583 ευρώ για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την επίδοση υπό στοιχ. β' αγωγής... αποδείχθηκε ότι η παθούσα έχει ανάγκη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, εντατικών λογοθεραπειών.

Συνεπώς, πρέπει να αποκατασταθεί η μέλλουσα θετική της ζημία, η επέλευση της οποίας θεωρείται βέβαιη, και η οποία συνίσταται στην ανάγκη για την πραγματοποίηση της δαπάνης αμοιβής λογοθεραπευτή. Προς αποκατάσταση της δαπάνης αυτής πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα δικαιούται να λαμβάνει κάθε μήνα το ποσό των 300 ευρώ για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την επίδοση της άνω αγωγής....Αποδείχθηκε ωστόσο ότι η παθούσα έχει ανάγκη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, εντατικών εργοθεραπειών, συνεπώς πρέπει να αποκατασταθεί η μέλλουσα θετική της ζημία, η επέλευση της οποίας θεωρείται βέβαιη, που συνίσταται στην ανάγκη για την πραγματοποίηση της δαπάνης αμοιβής εργοθεραπευτή.

Προς αποκατάσταση της δαπάνης αυτής πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα δικαιούται να λαμβάνει κάθε μήνα το ποσό των 300 ευρώ για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την επίδοση της ως άνω αγωγής και όλα τα παραπάνω σε μηνιαίες χρηματικές παροχές και όχι σε εφάπαξ καταβαλλόμενο κεφάλαιο για τη μελλοντική θετική ζημία, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη, καθόσον η παθούσα-ενάγουσα δεν επικαλέστηκε σπουδαίο λόγο, ο οποίος να δικαιολογεί το αίτημά της για εφάπαξ καταβολή του αιτούμενου συνολικώς ποσού....".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων, καθώς και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 284, 300, 914, 922 ΑΚ. και 22 Π.Κ. Ιδίως, με βάση τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, στοιχειοθετείται σχέση προστήσεως μεταξύ της 1ης εναγομένης και 2ης εναγομένης, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επίμαχης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος, από την 2η εναγομένη, 3ου εναγομένου και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος σε βάρος της ενάγουσας.

Ωσαύτως, με βάση τα γενόμενα δεκτά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας, αλλά ούτε και η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων άμυνας εκ μέρους του 3ου εναγομένου. Τις διατάξεις αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 (ο δεύτερος) ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με τις συγκεκριμένες παραδοχές του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι "...αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, απορρέον από τη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή και εν γένει την εμπειρική γνώση της πραγματικότητας, ότι σε περίπτωση βίαιου, απότομου και επανειλημμένου τραβήγματος προσώπου από ιμάντες κάμερας, φωτογραφικής μηχανής ή άλλους τέτοιους, που κρέμονται από τον λαιμό-αυχένα του αποδέκτη της συμπεριφοράς αυτής, δεν προκαλείται, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αναπηρία στο θύμα σε ποσοστό 100%• πολλώ δε μάλλον μια τέτοια συμπεριφορά δεν είναι γενικά ικανή να προκαλέσει στον ζημιωθέντα το σύνδρομο "locked-in", δηλαδή να του προκαλέσει τετραπληγία και αναρθρία, καθιστώντας τον "κλειδωμένο μέσα" στο παράλυτο σώμα του.

Κατά τα συνήθως συμβαίνοντα και υπό το πρίσμα των αντιλήψεων του μέσου ευσυνείδητου ανθρώπου, τέτοιες (αποδοκιμαστέες) πράξεις προκαλούν απλές κακώσεις στην αληθώς ευπαθή περιοχή του αυχένα, οι οποίες αντιμετωπίζονται με την τοποθέτηση αυχενικού περιλαίμιου στον πάσχοντα.." και ότι "η περιγραφομένη στην απόφαση συμπεριφορά του φύλακα του εργοστασίου δεν είναι ικανή, κατά το προεκτεθέν δίδαγμα της κοινής πείρας προκαλέσει το επελθόν αποτέλεσμα (ή, υπό άλλη διατύπωση, δεν αποτελεί δυνατό αιτιώδη όρο της επελθούσης ζημίας:

αναπηρία 100% και σύνδρομο locked-in), το οποίο δεν μπορεί παρά να προήλθε εξ άλλης αιτίας - και συγκεκριμένα από τη μη ορθή διάγνωση της βλάβης της υγείας της αναιρεσίβλητης από τους γιατρούς του νοσοκομείου της Χίου..". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτό, αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η καθιερώνουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντάς την ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή.

Αποτελεί δε η αρχή της αναλογικότητας την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται οι σχετικές κρίσεις, ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1843/2017, ΑΠ 1587/2017).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ήτοι την αποκατάσταση ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης, τα εξής: "...Εκτός από την αποκατάσταση της υλικής ζημίας της ενάγουσας πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτήν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που της προξένησε ο σοβαρότατος τραυματισμός της.

Λαμβάνοντας δε υπόψη τη σοβαρή βλάβη της υγείας της παθούσας, μητέρας δύο ανήλικων τέκνων, η οποία (βλάβη) της έχει προκαλέσει απόλυτη αναπηρία σε ποσοστό 100%, το γεγονός ότι αυτή υποβλήθηκε σε παρατεταμένη νοσηλεία στα προαναφερόμενα νοσηλευτικά ιδρύματα της Ελλάδας και του εξωτερικού και περιστασιακώς νοσηλεύεται στο νοσοκομείο του τόπου κατοικίας της τον επίπονο και ιδιαίτερα βασανιστικό τρόπο επικοινωνίας της, όπως αυτός αναλυτικά περιγράφηκε παραπάνω, το σύνδρομο "locked in" που βιώνει καθημερινώς, δηλαδή ο εγκλωβισμός της, σε πλήρη συνείδηση, σε ένα παράλυτο σώμα, τον διαρκή περαιτέρω κίνδυνο που διατρέχει ανά πάσα στιγμή η ζωή της, τη συνεχή ακινησία, το μη αναστρέψιμο της κατάστασης της υγείας της, την ανυπαρξία ποιότητας ζωής, την προσωπικότητα και την ψυχική της υγεία, το νεαρό της ηλικίας της (41 ετών κατά τον χρόνο του τραυματισμού), τη ματαίωση κάθε προοπτικής για το μέλλον της, την έλλειψη υπαιτιότητας από πλευράς της στον τραυματισμό της, τον βαθμό υπαιτιότητας του τρίτου εναγομένου και γενικότερα την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, η χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας, λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 500.000 ευρώ, το οποίο και το παρόν Δικαστήριο κρίνει ως εύλογο και δίκαιο...".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης, λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, επιδίκασε σε αυτήν, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του σοβαρότατου τραυματισμού της, το προαναφερόμενο ποσό.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ