1356/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1356/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 14-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 2944/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1356 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1356/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Τ. του Μ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. - Δ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2944/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-8-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 14-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 2944/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 εδ. α’ του άρθρου 529 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατ’ άρθρο 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έχει εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημία από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), αφού δεν αντιβαίνει στις διατάξεις της διαδικασίας αυτής, "στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων".
Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ’ αυτή ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια". Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγά νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα νέα αυτά αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σ’ αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ και 19 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από αυτές λόγος αναιρέσεως, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας αυτός.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος αν η παράβαση αφορά κανόνα δικονομικού δικαίου, στον οποίο υπάγονται οι κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι και οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 529 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για το παραδεκτό ή μη προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση της σχετικής δικονομικής διάταξης του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που δεν προσκομίστηκαν παραδεκτώς. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 562 παρ. 2 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ. να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να λάβει υπόψη, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του, τα προσκομισθέντα το πρώτον ενώπιόν του από την αναιρεσίβλητη αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (βεβαιώσεις - γνωματεύσεις των:
Θ. Κ. και Ε. Μ., ένορκες βεβαιώσεις των: Δ. Β. και Ε. Μ.), τα οποία συντάχθηκαν επίτηδες για να χρησιμεύσουν στην συγκεκριμένη πολιτική δίκη στο εφετείο, προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί της υπαιτιότητος του πρώτου αναιρεσιβλήτου εις την πρόκληση του ατυχήματος, και τα οποία δεν προσκομίστηκαν στο Πρωτοδικείο, είτε από πρόθεση στρεψοδικίας, είτε από βαρειά αμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης παθούσας και συνεπώς ήταν ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και δεν μπορούσαν να αξιολογηθούν ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και τα οποία οι αναιρεσείοντες τα απέκρουσαν ως μη νόμιμα (ανεπίτρεπτα) και ουχί αξιόπιστα ζητώντας να απορριφθούν και να μη ληφθούν υπ’ όψιν ως συνταχθέντα επίτηδες για να χρησιμεύσουν στην παρούσα πολιτική δίκη, και ως προσκομισθέντα για πρώτη φορά από βαρειά αμέλεια και από στρεψοδικία στο Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω έγγραφα, που ανεπιτρέπτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ προσκομίστηκαν πρώτη φορά σ’ αυτό, χωρίς να ερευνήσει, όπως όφειλε, πριν προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών, τους ως άνω ισχυρισμούς τους και παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της προσαγωγής των εν λόγω εγγράφων.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης κατά το σκέλος του αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό ή μη της προσκομίσεως για πρώτη φορά ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση της σχετικής δικονομικής διάταξης του ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε, ότι τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα παραδεκτώς προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη ενώπιόν του ως νέα αποδεικτικά μέσα, αφού ερεύνησε, πριν προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών, τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την περιλαμβανόμενη στη σχετική βεβαίωση του Εφετείου περί των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σχετική αναφορά "απορριπτομένου ως μη νόμιμου του ισχυρισμού των εφεσιβλήτων για μη λήψη υπόψη τόσο των ένορκων βεβαιώσεων, όσο και των λοιπών εγγράφων που προσκομίζει η εκκαλούσα με επίκληση για πρώτη φορά στο Εφετείο, αφού τούτο επιτρέπει σαφώς η διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ".
Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το άλλο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι εναγόμενοι -αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν νόμιμα και ειδικότερα το απολογητικό υπόμνημα του πρώτου αναιρεσείοντος και την κατάθεση του αυτόπτου μάρτυρος Θ.
Τ., που προσκομίσθηκαν με επίκληση απ’ αυτούς. Κατά το σκέλος του αυτό, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι το αποδεικτικό του πόρισμα σχημάτισε "από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του (οι εναγόμενοι δεν πρότειναν μάρτυρες προς εξέταση), από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και φωτογραφίες των τραυμάτων της ενάγουσας και του τόπου του ατυχήματος, τις τεχνικές εκθέσεις των συμβούλων της ενάγουσας Ε.
Μ. και Ε. Κ. και τις ...19.02.2015 και ...19.02.2015 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Μ. και Δ. Β. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των εφεσιβλήτων (βλ. τις .../16-2-2015 και .../13-2-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Η. Ζ.)...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 28/1997, Ολ.ΑΠ 30/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός, είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και με την παραδοχή αυτή δέχτηκε τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της, διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την κρίση του περί έλλειψης υπαιτιότητας (αμέλειας) της αναιρεσίβλητης - παθούσας στην πρόκληση του ατυχήματος, με αποτέλεσμα να μη είναι δυνατός ο έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε (ΑΚ 914, 300) και της ορθότητας του πορίσματος στο οποίο κατέληξε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα εξής: "Στις 05.11.2012 και ώρα 09:30 περίπου η ενάγουσα βάδιζε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της διπλής κατεύθυνσης κυκλοφορίας ..., κατά τη φορά της οδού από ..., στο ύψος της διασταύρωσης (ισόπεδου οδικού κόμβου) αυτής με τη συμβαλλόμενη με αυτήν από δεξιά κατά τη φορά προς ....
Αυτή, επιθυμώντας να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της ... από δεξιά προς τα αριστερά κατά τη φορά της προς ..., επιχείρησε τούτο από την εκεί διάβαση πεζών, που σημαίνεται με σχετική διαγράμμιση στο οδόστρωμα και φωτεινούς σηματοδότες για πεζούς και οχήματα, καθ’ ην στιγμή ο φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς έδειχνε πράσινο φως (άτομο που βαδίζει).
Εκείνη τη στιγμή ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλ. ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο (βυτιοφόρο υγρών καυσίμων αποτελούμενο από ελκυστήρα (τράκτορα) και επικαθήμενο βυτίο) της κυριότητάς του, που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη των κατά νόμο ασφαλιζόμενων προσώπων από την κυκλοφορία του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και κινούμενος στην οδό ..., επιχείρησε με δεξιά αλλαγή κατεύθυνσης να εισέλθει στο προς ...
ρεύμα της ..., καθ’ ην στιγμή οι κατά την πορεία του φωτεινοί σηματοδότες έδειχναν πράσινο σταθερό κυκλικό φως για την ευθεία και την προς ... αριστερή κατεύθυνση, αλλά δύο παλλόμενα φωτεινά κίτρινα βέλη για την προς τα δεξιά του αλλαγή κατεύθυνσης. Ενόψει του ότι το φορτηγό αυτοκίνητο ήταν μεγάλου μήκους, άνω των 13 μέτρων, ο οδηγός του εκμεταλλεύτηκε όλο το πλάτος της προς ...
κατεύθυνσης της ..., ανοίγματος 7,20 m. και αποτελούμενο από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, αλλά κατά την επαναφορά και ευθυγράμμισή του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας παρέσυρε την πεζή ενάγουσα με το τμήμα του οχήματος μεταξύ τράκτορα και επικαθήμενου, την έσυρε περί τα 9.00-10.00 m. στο οδόστρωμα και στη συνέχεια οι δεξιοί τροχοί του επικαθήμενου τμήματος πέρασαν πάνω από το σώμα της στο ύψος των κάτω άκρων της, προκαλώντας της βαρύτατη σωματική βλάβη.
Αποκλειστικώς υπαίτιος για την παράσυρση και τραυματισμό της ενάγουσας, με βάση τα παραπάνω, είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, γιατί από αμέλεια, που συνίσταται στην έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορούσε να εισέλθει στην προς ...
κατεύθυνση της ... χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, την ύπαρξη της οποίας στο οδόστρωμα δεν αντιλήφθηκε, αν και ήταν υποχρεωμένος προς τούτο και την παρέσυρε, γιατί αυτή διέσχιζε το οδόστρωμα από διάβαση πεζών με πράσινο για τους πεζούς φως του φωτεινού σηματοδότη, ενώ αντίθετα αυτός είχε κατά την πορεία του δύο κίτρινα παλλόμενα φωτεινά βέλη για αλλαγή κατεύθυνσης προς τα δεξιά, που τον υποχρέωναν να παραχωρήσει την προτεραιότητα στη διέλευση των πεζών από τη διάβαση.
Ο λόγος που αυτός δεν αντιλήφθηκε την ενάγουσα είναι το γεγονός ότι αυτός βρισκόταν πολύ ψηλά σε σχέση με το επίπεδο της οδού και στο αριστερό μέρος του κουβουκλίου του φορτηγού αυτοκινήτου (στη θέση του οδηγού) και το οπτικό του πεδίο δεν έφθανε μέχρι το χαμηλό ύψος της πεζής στο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου.
Αντίθετα, από τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται οποιουδήποτε βαθμού και μορφής αμέλεια της ενάγουσας. Κατ’ ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας στην πρόκληση της παράσυρσης και τραυματισμού της, πλέον ή έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου μοναδικό λόγο έφεσης, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου μοναδικού λόγου αντέφεσης ως αβάσιμου, αφού το παρόν Δικαστήριο, σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο, δέχεται ως αποδειχθέν γεγονός ότι η ενάγουσα βάδιζε πάνω στη διάβαση πεζών, και όχι δύο μέτρα έξω απ’ αυτήν, πολύ δε λιγότερο ότι διέσχισε το οδόστρωμα σε απόσταση 11,00 m.
μετά τη διάβαση. Το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας που επισυνάπτεται στην έκθεση αυτοψίας είναι αδύνατον να δείχνει το σημείο της οδού από το οποίο επιχείρησε η ενάγουσα τη διάσχιση του οδοστρώματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αφού τα όργανα της τροχαίας δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι ήταν παρόντα κατά το ατύχημα.
Αντίθετα, αυτά έφθασαν στον τόπο του ατυχήματος στις 09:47 και αυτό που διαπίστωσαν ήταν ότι στο οδόστρωμα υπήρχε κηλίδα αίματος περί τα 11,00 m. από τη διάβαση, ήτοι στο σημείο που κατέληξε το σώμα της ενάγουσας μετά την παράσυρσή της...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού, συνιστάμενη σε ότι κατά τα ανωτέρω περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος, καθώς και την έλλειψη υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης πεζής.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι’ αυτό και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του μεγέθους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κ.λπ., να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο. Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κ.λπ.) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 322/2014, ΑΠ 285/2012, ΑΠ 1166/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Έτσι κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία το φύλο και τις κλίσεις του παθόντα, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 150/2014, ΑΠ 416/2012, ΑΠ 1226/2011, ΑΠ 123/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ, καθόσον στην μεν περίπτωση του άρθρου 931 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη αφ’ ενός μεν την ηλικία της παθούσας (την οποία δεν μνημονεύει καν), και συνακόλουθα δεν είναι εφικτός ο έλεγχος περί της ορθότητας της παραδοχής της αναιρεσιβαλλόμενης περί της επίδρασης της αναπηρίας στο κοινωνικό μέλλον της αναιρεσίβλητης, αφ’ ετέρου δε το οικονομικό μέλλον της αναιρεσίβλητης, καθόσον δε αφορά στην περίπτωση του άρθρου 932 ΑΚ, διότι κατά τον καθορισμό της δικαιούμενης από την αναιρεσίβλητη-παθούσα χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, έλαβε υπόψη και εκτίμησε την καταλειφθείσα στην αναιρεσίβλητη μόνιμη αναπηρία, αν και έλαβε αυτή υπόψη και κατά την εκτίμηση και επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, έτσι ώστε να εμφανίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πως επιδικάζει δύο φορές την αποζημίωση της ΑΚ 931, άλλως πως επιδικάζει δύο φορές την κατ’ ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση, ενώ δεν λαμβάνει υπόψη ούτε στην περίπτωση αυτή την ηλικία της αναιρεσίβλητης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος του αναιρεσείοντος οδηγού, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα εξής: "Από την παράσυρση και την επακόλουθη διέλευση των τροχών του φορτηγού αυτοκινήτου πάνω από τα κάτω άκρα της η ενάγουσα υπέστη σύνθλιψη των κάτω άκρων της, κατάγματα στο ιερό οστούν, στη δεξιά κλείδα, στο δεξιό βραχιόνιο οστούν, στο αριστερό χέρι και μώλωπες και εκδορές στο σώμα της από το σύρσιμο στο οδόστρωμα, καθώς και σπασμένα δόντια.
Διακομίστηκε αμέσως με ασθενοφόρο όχημα στο νοσοκομείο "...", όπου υποβλήθηκε σε χειρουργικό ακρωτηριασμό του δεξιού σκέλους κατά το μέσο τριτημόριο του μηρού, ανάταξη και εφαρμογή εξωτερικής οστεοσύνθεσης στο κάταγμα της αριστερής κνήμης και συγκράτηση των καταγμάτων των δακτύλων. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε διασωληνωμένη στη Μ.Ε.Θ., όπου εμφανίστηκαν επεισόδια βακτηριαιμίας που αντιμετωπίστηκαν με τραχειοστομική μηχανική υποστήριξη.
Από τη Μ.Ε.Θ. μεταφέρθηκε μετά από 52 ημέρες στην ορθοπεδική κλινική του νοσοκομείου, απ’ όπου έλαβε εξιτήριο στις 19.03.2013. Ήδη αυτή έχει ακρωτηριασμένο το δεξιό κάτω άκρο κατά τα άνω, ακρωτηριασμένα δύο δάκτυλα του αριστερού ποδιού και εξωτερική οστεοσύνθεση της αριστερής κνήμης, που την υποχρεώνουν να παραμείνει κλινήρης και με πλήρη αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης... 11.
Ακόμη, το προαναφερθέν ατύχημα κατέλιπε στην ενάγουσα μόνιμη αναπηρία, η οποία επιδρά στο κοινωνικό της μέλλον. Αυτή υποχρεώθηκε να εισαχθεί σε οίκο περιποίησης ηλικιωμένων, όπου πλέον διαβιοί κατάκοιτη, στερούμενη της κίνησης, της κοινωνικής ζωής και των καθ’ ημέρα δραστηριοτήτων της, λόγω της πολύ βαριάς αναπηρίας της.
Συνεπώς αυτή δικαιούται πρόσθετη αποζημίωση εκ του άρθρ. 931 ΑΚ, το εύλογο ύψος της οποίας προσδιορίζεται από το δικαστήριο σε € 50.000,00... 12. Τέλος, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, της βαρύτητας της σωματικής βλάβης της ενάγουσας, της μόνιμης αναπηρίας που της καταλείφθηκε και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διάδικων φυσικών προσώπων, αυτή δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, ανερχόμενη στο εύλογο ποσό των 150.000 ευρώ... 13.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης ή αντέφεσης προς έρευνα, πρέπει η μεν αντέφεση ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη..., η δε έφεση να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη...". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ σχετικά με το ζήτημα του προσδιορισμού του εύλογου ποσού της επιδικαστέας, κατά το άρθρο 931 Α.Κ.
χρηματικής παροχής, και κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ ακόμη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για τις προϋποθέσεις στις οποίες στήριξε την ουσιαστική του κρίση αναφορικά με τα επιδικαστέα στην αναιρεσίβλητη εύλογα ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και προβλεπόμενη από το άρθρο 931 ΑΚ πρόσθετη χρηματική παροχή, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, να αναφέρεται στην απόφαση, η ηλικία της παθούσας, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης μετά το ατύχημα εισήχθη σε οίκο περιποίησης ηλικιωμένων και συνεπώς προκύπτει ότι πρόκειται για ηλικιωμένο άτομο.
Επομένως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-8-2015 με αριθμό καταθ. ...2015 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2944/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ