Legislator Case Law & Legislation
1356/2016 AI generated

1356/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1356/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1356/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την πραγμάτωσή της υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη, κατευθυνόμενος στην παραγωγή σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του παθόντος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, "αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".

Keywords

AI generated
threats against authorities substance addiction sexual act with a prisoner offences against public authority criminal security measure authorization for criminal prosecution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1356 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1356/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ.8495/2014 και 126/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Σ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 2) Δ. Σ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε και 3) Μ. Μ. του Ε., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2015, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22 Απριλίου 2015, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 492/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 Π.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 24 παρ. 3β Ν. 4055/2012 (με το οποίο η αξιόποινη πράξη της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης μετατράπηκε από πλημμέλημα σε πταίσμα και καταργήθηκε η προηγουμένως προβλεπόμενη περίπτωση της ασήμαντης σωματικής βλάβης, που ετιμωρείτο σε βαθμό πταίσματος), "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών.

Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι όλως ελαφρά τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ". Από τη διάταξη αυτή, με την οποία ο νόμος προστατεύει τη σωματική ακεραιότητα του προσώπου, προκύπτει, ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται πλέον, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής, σε απλή και σε εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες.

Από την ίδια διάταξη συνάγεται, ότι η απλή σωματική βλάβη είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου περιλαμβάνει όχι μόνο ορισμένη ενέργεια, αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα. Συνίσταται δε στην πρόκληση είτε σωματικής κακώσεως είτε βλάβης της υγείας άλλου. Η σωματική κάκωση αποτελεί εξωτερική επενέργεια στο σώμα, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ, ενώ βλάβη της υγείας είναι κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, η κάκωση δε μπορεί να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας, αλλά η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς κάκωση, καθώς, επίσης, μπορεί η καθεμία να επέλθει χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης.

Για την πραγμάτωσή της υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη, κατευθυνόμενος στην παραγωγή σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του παθόντος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, "αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".

Από τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις (των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 Π.Κ.) συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 του άνω Κώδικα, απαιτείται, αντικειμενικώς, πρόκληση της σωματικής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 308 παρ. 1 (ακόμη και όλως ελαφράς), κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, όπως ενδεικτικά, ως προς την τελευταία, αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 Π.Κ.

Αρκεί αντικειμενικά (και όχι κατά την υποκειμενική αντίληψη των μερών) να προκύπτει κίνδυνος της ζωής ή βαριάς σωματικής βλάβης, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, το οποίο καθιστά την εν λόγω αξιόποινη πράξη έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως. Δεν αξιολογείται, δηλαδή, το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο μπορεί να είναι οποιοδήποτε, αλλά η δυνατότητα επελεύσεως αυτού, που έγκειται στον επικίνδυνο τρόπο τελέσεως της πράξεως, ήτοι, κυρίως, στον τρόπο ενέργειας, το ευπαθές ή μη του πληγέντος τμήματος του ανθρώπινου σώματος, την προσφορότητα του μέσου κλπ.

Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης (ήτοι των περιστάσεων, από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά τέτοιος κίνδυνος) και τη θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας.

Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 309 Π.Κ., είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποία από τις άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη.

Αυτό δε δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δυο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, τουτέστιν εκ του άνω καθορισμού εξαρτάται η επιμέτρηση της ποινής, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθοριστεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ.

Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, αδυνατεί ο Άρειος Πάγος να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή.

Όμως, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), κάτι που δεν συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα εγκλήματα της απλής και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την υποκειμενική θεμελίωση των οποίων αρκεί απλός δόλος, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση αυτού, αφού προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά.

Ακόμη, ενόψει του ότι, προς συγκρότηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, απαιτείται η συνδρομή μόνο των προπαρατεθέντων στοιχείων και του ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν εξετάζεται το αποτέλεσμα της προκληθείσας σωματικής βλάβης, που μπορεί να είναι οποιοδήποτε, αλλά το επικίνδυνο του τρόπου τελέσεως αυτής, δεν είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά της, ενδεικτικώς αναφερόμενης στην παρ. 2 του άρθρου 310 Π.Κ., μορφής της απειλούμενης βαριάς σωματικής βλάβης, η οποία δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, αφού αυτή συνιστά έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως όπως προανεφέρθη και όχι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, όπως η βαριά σωματική βλάβη.

Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 8495/2014 και 126/2015, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής, σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ότι απεδείχθησαν τα εξής: "Την 29-7-2007, μετά την μεγάλη καταστροφή από πυρκαγιά της ...

Αττικής, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης σχετικά με την απομάκρυνση από το βουνό της ... της σχετικής επιχείρησης εκμετάλλευσης του ..., στην οποία εκδήλωση είχαν συμμετοχή και οι εγκαλούντες Μ. Μ., Γ. Σ. και Δ. Σ., έλαβαν χώρα διάφορα ποινικά κολάσιμα επεισόδια (ρίψη μπογιάς σε τοίχους, αυτοκίνητα και άλλες φθορές στο χώρο του Καζίνο).

Ενόψει της κατάστασης αυτής, κατά τις μεσημβρινές ώρες, μια διμοιρία της αστυνομίας (ΜΑΤ), αποτελούμενη από 20 άτομα, μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος κατηγορούμενος (Θ. Τ.), ο Υποστράτηγος Δ., ο Ταξίαρχος και ένας ακόμη πολίτης, ο οποίος ήταν κυνηγός και γνώριζε καλά την περιοχή, έλαβαν την εντολή να ανέβουν στην περιοχή του Καζίνο της ...

και να συλλάβουν τα άτομα που συμμετείχαν στην ως άνω εκδήλωση. Κατά την κάθοδό τους, ενόψει του ότι οι διαδηλωτές είχαν ήδη πορευθεί προς την έξοδο του δρυμού, οι αστυνομικοί, φέροντες πλήρη εξοπλισμό και κράνη όχι όμως και μάσκες, συνάντησαν μια ομάδα εκ των διαδηλωτών από 9 άτομα, τους οποίους περικύκλωσαν και τους ώθησαν στο έδαφος για να τους συλλάβουν και να τους περάσουν αμέσως χειροπέδες καθόσον αντιστάθηκαν στη σύλληψή τους ......

Κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο, πλησίον της εξόδου του δρυμού της ..., υπήρχε και άλλη ομάδα εκ των διαδηλωτών που έφυγαν από την περιοχή του Καζίνο, μεταξύ των οποίων ήταν η Μ. Μ. και Γ. Σ., την σύλληψη των οποίων διενήργησε ο πρώτος κατηγορούμενος (Α. Δ.) ως αστυνομικός έτερης ομάδας ΜΑΤ, φέρων πλήρη εξοπλισμό, με κράνος χωρίς μάσκα, κάνοντας χρήση της υπηρεσιακής αστυνομικής ράβδου (γκλόπ) που επίσης έφερε, και παρά τη ρητή εντολή των προϊσταμένων του να μη χρησιμοποιηθεί (το γκλόπ) στη συγκεκριμένη επιχείρηση σύλληψης των ανωτέρω, επιτέθηκε όμως με αυτό, με πρόθεση στη Μ.

Μ. κτυπώντας την σε διάφορα σημεία του σώματός της και δη στη μέση της, της προκάλεσε σωματικές κακώσεις ενεργώντας με τρόπο που μπορούσε να της προκαλέσει κίνδυνο για βαριά σωματική βλάβη αυτής. Συγκεκριμένα, με πρόθεση της επιτέθηκε με το υπηρεσιακό του γκλόπ σε διάφορα μέρη του σώματός της και δη στη μέση της, προκαλώντας της ταινιοειδή εκχύμωση της αριστερής οσφυονεφρικής χώρας, οριζοντίως φερομένη, μήκους 12 εκατοστών περίπου και πλάτους 3 εκατοστών περίπου, οίδημα, θλάση και μικρό αίμαρθρο του αριστερού γόνατος και κάταγμα της εγκάρσιας απόφυσης του τέταρτου οσφυϊκού σπονδύλου (βλ.υπ’ αριθμ. .../30-7-2007 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Χ.

Λ.). Η ως άνω σωματική βλάβη χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ως άνω ιατροδικαστική έκθεση ότι προκλήθηκε "δια θλώντος αμβλέος οργάνου", που είναι πρόδηλον ότι απεικονίζει το γκλοπ του ως άνω πρώτου κατηγορουμένου και όχι άλλη απώθηση της παθούσας από τρίτο πρόσωπο. Η ίδια αναφέρει ότι πριν τη σύλληψή της από τον πρώτο κατηγορούμενο και το χτύπημα με το γκλοπ του που δέχθηκε στη μέση της, τρίτο άτομο με πολιτικά την κλώτσησε στη μέση της, όμως τέτοια πρόκληση σωματικής βλάβης αυτής δεν προσδιορίζεται από τον ως άνω ιατροδικαστή που την εξέτασε, ούτε σαν κατάληξη του κατάγματος της εγκαρσίας απόφυσης του τέταρτου οσφυϊκού σπονδύλου, ούτε και κατά την εξέτασή της στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός".

Από την ως άνω και μόνο σωματική βλάβη της παθούσας όμως, για την οποία κρίθηκε από τον ως άνω ιατροδικαστή ότι "θέλει νοσήσει και απόσχει των εργασιών της επί είκοσι (20) ημέρες από τον τραυματισμό της", χωρίς να εμφανίσει περαιτέρω επιπλοκή ή υστερογενή βλάβη, δεν μπορούσε να προκληθεί στην παθούσα βαριά σωματική (άρθρο 310 παρ. 1, 2 Π.Κ.), φέρει δε τον χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης καθόσον τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη, για την οποία και πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας.

Ειδικότερα, παρά τη σοβαρότητα του τραύματος της παθούσας, η σωματική της βλάβη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βαριά καθόσον η ζωή της δεν κινδύνευσε, αφού μάλιστα η ίδια δεν θεώρησε αναγκαία την εισαγωγή της στο Νοσοκομείο. Εξάλλου, το χρονικό διάστημα των 20 ημερών από του τραυματισμού της, κατά το οποίο έπρεπε να απόσχει από τις ασχολίες της, σύμφωνα με τον ως άνω ιατροδικαστή, δεν κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλο (δεν συνιστά "πολύ χρόνο" κατά το άρθρο 310 παρ. 2 Π.Κ.), διότι σε αυτή την περίπτωση η έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης θα διευρυνόταν ανεπίτρεπτα (αφού ο χρόνος αυτός πρέπει να είναι ανάλογος σε σημασία με τον κίνδυνο ζωής, τη βαριά αρρώστια και τον σοβαρό ακρωτηριασμό).

Περαιτέρω ανικανότητα της ως άνω παθούσας προς εργασία ή άλλη απασχόληση δεν προέκυψε. Ακολούθως, κατά τον αυτόν ως άνω τόπο και χρόνο, ο πρώτος κατηγορούμενος με πρόθεση προξένησε και σε έτερο μέλος της ως άνω ομάδας διαδήλωσης, στον Γ. Σ., σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του και συγκεκριμένα του επιτέθηκε με το υπηρεσιακό του γκλοπ προκαλώντας του θλάση της ραχιαίας επιφάνειας της αριστερής άκρας χειρός στην περιοχή του πρώτου μετακαρπίου, για την οποία εξετασθείς από τον ως άνω ιατροδικαστή κρίθηκε ότι θέλει νοσήσει επί επτά (7) ημέρες και απόσχει των ασχολιών του επί τρείς (3) ημέρες από τον τραυματισμό του (βλ.

υπ’ αριθμ. .../30-7-2007 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Χ. Λ.), ενώ δεν προέκυψε εκ της βλάβης αυτής περαιτέρω κάποια επιπλοκή ή υστερογενής βλάβη. Η εν λόγω σωματική βλάβη του Γ. Σ. φέρει τον χαρακτήρα της απλής σωματικής βλάβης (άρθρο 380 παρ. 1α ΠΚ) και πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και για την πράξη του αυτή κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, απορριπτομένου του ισχυρισμού του περί μεταβολής της κατηγορίας σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου.

Περαιτέρω, προέκυψε κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό πέραν κάθε αμφιβολίας ότι η δοθείσα προς τους κατηγορουμένους διαταγή για τη σύλληψη των ατόμων που είχαν συμμετοχή στην ανωτέρω διαδήλωση και φθορές του Καζίνο ..., δόθηκε σε αυτούς ιεραρχικώς με τον συντονισμό και από ιπτάμενο ελικόπτερο, χωρίς η διαταγή αυτή να αναφέρεται και στη χρήση όπλων (γκλοπ) κατά άοπλων (που σε κάθε περίπτωση δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών τους).

Η διαταγή στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορούσε τη σύλληψη των δραστών αυτοφώρων εγκλημάτων και αποτροπή συνεπειών αυτοφώρων εγκλημματικών πράξεων σε βάρος της περιουσίας του ΝΠΙΔ Καζίνο ... εις βάρος αγαθών της ολότητας. Οι κατηγορούμενοι όμως, ενήργησαν εν γνώσει τους και με τη θέληση επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος της σωματικής βλάβης των εγκαλούντων προκειμένου να κάμψουν κάθε τυχόν αντίστασή τους και να τους συλλάβουν αμέσως περνώντας τους τις χειροπέδες, στην έξοδο του δρυμού της ..., αρκετά μακριά από το Καζίνο, και πέραν οποιασδήποτε σπουδαιότερης βλάβης από της προκληθείσης κατά τα προαναφερόμενα, απορριπτομένου των ισχυρισμών του πρώτου κατηγορουμένου περί προσταγής και κατάστασης ανάγκης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμων (άρθρα 21 και 32 Π.Κ.), η δε αναγνώρισή τους από τους παθόντες έγινε πέραν κάθε αμφιβολίας κυρίως από τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους που δεν ήταν καλυμμένα με μάσκα.

Με τα δεδομένα αυτά ο μεν πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος α) επικίνδυνης σωματικής βλάβης της Μ. Μ. που μπορούσε να προκαλέσει σ’ αυτήν βαριά σωματική βλάβη, ως εκ του τρόπου τελέσεώς της (άρθρο 309 του Π.Κ.), κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για βαριά σωματική βλάβη και β) απλής σωματικής βλάβης του Γ.

Σ., .....". Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας, εκτός άλλων διατάξεων, που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας κατ’ αναίρεση δίκης, κήρυξε τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των αξιόποινων πράξεων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος της Μ. Μ. (κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εκείνη της βαριάς σωματικής βλάβης, για την οποία είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως) και της απλής σωματικής βλάβης εις βάρος του Γ.

Σ., με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α’ Π.Κ.), για τις οποίες του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών και είκοσι (20) ημερών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Α)

Κηρύσσει ένοχο τον α’ κατηγορούμενο Α. Δ. του ότι: Στην Αθήνα στις 29-7-2007: α) με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, η οποία ήταν επικίνδυνη καθόσον με τον τρόπο που τελέστηκε μπορούσε να προκαλέσει σ’ αυτόν βαριά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα κατά τη σύλληψη της Μ. Μ., την οποία διενήργησε ως αστυνομικός στην ...

Αττικής και κατά την διάρκεια διαδήλωσης σχετικής με την απομάκρυνση του CASINO ... την παραπάνω ημερομηνία της επιτέθηκε με το υπηρεσιακό του γλομπ σε διάφορα μέρη του σώματος της και δη στη μέση της, προκαλώντας της ταινιοειδή εκχύμωση της αριστερής οσφυονεφρικής χώρας, οριζοντίως φερόμενη, μήκους 12 εκατοστών περίπου και πλάτους 3 εκατοστών περίπου, οίδημα, θλάση και μικρό αίμαθρο του αριστερού γόνατος και κάταγμα της εγκάρσιας απόφυσης του τέταρτου οσφυϊκού σπονδύλου, η ως άνω δε βλάβη είναι επικίνδυνη καθόσον με τον τρόπο που τελέστηκε μπορούσε να προκαλέσει σ’ αυτήν βαριά σωματική βλάβη και β) με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του και συγκεκριμένα κατά τη σύλληψη του παθόντος Γ.

Σ., την οποία διενήργησε ως αστυνομικός στην ... Αττικής και κατά τη διάρκεια διαδήλωσης σχετικής με την απομάκρυνση από το βουνό της ... της επιχείρησης εκμετάλλευσης του CASINO ... την παραπάνω ημερομηνία του επιτέθηκε με το υπηρεσιακό του γλομπ, προκαλώντας του θλάση της ραχιαίας επιφάνειας της αριστεράς άκρας χειρός στην περιοχή του πρώτου μετακαρπίου".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων της επικίνδυνης και της απλής σωματικής βλάβης, αντίστοιχα, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες, προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους, και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 εδ.

α’ και 309 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως των άνω αδικημάτων, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και δη, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ως αστυνομικός ομάδας ΜΑΤ, χρησιμοποιώντας την υπηρεσιακή αστυνομική ράβδο του (γκλομπ), αφενός μεν κατέφερε κτυπήματα σε διάφορα σημεία του σώματος της Μ.

Μ., προκαλώντας σ’ αυτήν τις αναφερόμενες σωματικές κακώσεις στη μέση (ταινιοειδή εκχύμωση της αριστερής οσφυονεφρικής χώρας και κάταγμα της εγκάρσιας απόφυσης του τέταρτου οσφυϊκού σπονδύλου), καθώς και στο αριστερό γόνατο (οίδημα, θλάση και μικρό αίμαρθρο αυτού), με τρόπο που μπορούσε να της προκαλέσει κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης, ως εκ του χρησιμοποιηθέντος, κατά τα άνω, επικίνδυνου μέσου, αφετέρου δε κτύπησε στο χέρι τον Γ.

Σ., προξενώντας του θλάση της ραχιαίας επιφάνειας της αριστεράς άκρας χειρός στην περιοχή του πρώτου μετακαρπίου. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την επικίνδυνη σωματική βλάβη εις βάρος της Μ. Μ. αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πώς προκλήθηκαν οι συγκεκριμένες βλάβες του σώματος της παθούσας, το μέσο, με το οποίο έγιναν αυτές (γκλομπ) και τα σημεία, στα οποία επλήγη η παθούσα (αριστερή οσφυονεφρική χώρα και αριστερό γόνατο), εκτίθεται δε, περαιτέρω, ότι από τον τρόπο, με τον οποίο τελέσθηκε η εν λόγω πράξη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, προκλήθηκε βλάβη της υγείας της παθούσας με χαρακτήρα επικίνδυνο για τη σωματική της ακεραιότητα, ρητά διευκρινιζομένης της συνδρομής διακινδυνεύσεως επελεύσεως βαριάς σωματικής βλάβης.

Επίσης, στο αιτιολογικό της αποφάσεως προσδιορίζεται και ο δόλος του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση προκλήσεως των άνω σωματικών βλαβών, όσον αφορά δε την πρώτη τούτων (εις βάρος της Μ. Μ.) υπό περιστάσεις, από τις οποίες προέκυπτε κίνδυνος επελεύσεως βαριάς σωματικής βλάβης της παθούσας, ανεξαρτήτως του ότι το υποκειμενικό στοιχείο των παραπάνω εγκλημάτων δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στα παρατιθέμενα με πληρότητα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και η ύπαρξη του δόλου εξυπακούεται από την πραγμάτωση αυτών.

Οι μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και νόμιμης βάσεως, διότι α) δια των παραδοχών "από την άνω και μόνο σωματική βλάβη της παθούσας....δεν μπορούσε να προκληθεί στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 1, 2 Π.Κ.), φέρει δε τον χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, καθόσον τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη" η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο αιτιολογικό της "ενδογενή αντίφαση" και β) η εν λόγω απόφαση δεν διευκρινίζει τη μορφή της βαριάς σωματικής βλάβης που μπορούσε να προκληθεί στην άνω παθούσα, είναι αβάσιμες, καθόσον, όσον αφορά την πρώτη, με τις ως άνω παραδοχές δεν δημιουργείται αντίφαση της αιτιολογίας, αφού δια των επομένων στο σκεπτικό παραδοχών, συνολικώς ελεγχομένων, καθίσταται σαφές, ότι η σωματική βλάβη εις βάρος της παθούσας Μ.

Μ. κρίθηκε, ότι δεν φέρει το χαρακτήρα της βαριάς σωματικής βλάβης, αλλά ο τρόπος, με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη αυτή, μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική της βλάβη, δέχθηκε δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, ότι τελέσθηκε απλή σωματική βλάβη κατά τρόπο επικίνδυνο, που μπορούσε να επιφέρει βαριά σωματική βλάβη, όσον αφορά δε τη δεύτερη αιτίαση, η παράθεση του είδους της βαριάς σωματικής βλάβης, την οποία αφορά ο συγκεκριμένος κίνδυνος, δεν ήταν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αφού δεν υφίσταται τέτοια απαίτηση από το νόμο.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δύο πρώτοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στους παραπάνω λόγους αναιρέσεως, συνιστώσες αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση των αναιρετικών αυτών λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η, κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να υπάρχει όχι μόνο για την περί της ενοχής δικαστική απόφαση, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία κρίση, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.Α.Π. 2/2005). Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί υπάρξεως προσταγής προϊσταμένων (άρθρ. 21 Π.Κ.), που αποτελεί περίπτωση συγκρούσεως καθηκόντων, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, για την απόρριψη του οποίου επίσης απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, σύμφωνα με την παρ. 1 του αυτού άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες σ’ αυτό υπό στοιχεία δ’ και ε’ , ήτοι το ότι ο υπαίτιος δ) "έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" και ε) "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του".

Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμελείας (υπό στοιχείο δ’ ) πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν, ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης.

Για τη δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές (υπό στοιχείο ε’ ) πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβιώσεως του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας.

Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ’ αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Έτσι, η υπό του κατηγορουμένου άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως, που του αποδίδεται, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλ’ άρνηση της κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στην απόφαση. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρ. 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του άνω Κώδικα, και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα, που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοια δικαιώματα είναι και αυτά του κατηγορουμένου να προβάλει αυτοτελείς ισχυρισμούς, καθώς και να ζητήσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ., αναβολή ή, έστω, διακοπή της συζητήσεως της υποθέσεως, με σκοπό να προσκομισθούν νέες (κρείσσονες) αποδείξεις.

Το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει στους ισχυρισμούς και τα αιτήματα αυτά, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 548 Κ.Ποιν.Δ., το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τέτοια (απόφαση) είναι και η απόφαση περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, η οποία δεν δημιουργεί δεδικασμένο.

Συνεπώς, και αυτή η απόφαση μπορεί να ανακληθεί ελεύθερα σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, η δε ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, αν το δικαστήριο δεν εμμείνει στην προπαρασκευαστική του απόφαση και χωρήσει στην περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις, χωρίς να έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει γιατί δεν θεωρεί πλέον αναγκαία την εκτέλεση της προπαρασκευαστικής του αποφάσεως.- Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, που προέβαλε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και δη α) της συγκρούσεως καθηκόντων (προσταγής), ως εκτελούντος, με την ιδιότητα του αστυνομικού, διαταγή των ανωτέρων του προς σύλληψη των παθόντων και β) της αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών της ειλικρινούς μεταμελείας και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (πέραν του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, το οποίο αναγνώρισε το δικαστήριο στο πρόσωπό του), καθώς και της ελλείψεως ακροάσεως, καθόσον το άνω δικαστήριο δεν απήντησε α) επί του ισχυρισμού του περί μεταβολής της κατηγορίας από εκείνη της βαριάς σωματικής βλάβης σε απλή σωματική βλάβη, ως προς την παθούσα Μ.

Μ. και από εκείνη της απλής σωματικής βλάβης σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη, ως προς τον παθόντα Γ. Σ. και β) επί του υποβληθέντος αιτήματός του περί διακοπής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, συνιστάμενες στην προσκομιδή στο δικαστήριο από την Υπηρεσία Εναέριων Μέσων βιντεοληπτικού υλικού από το ελικόπτερο της Αστυνομίας σχετικά με τα επεισόδια της 29-7-2007 στην ....

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον: 1) Με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το δικαστήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος αστυνομικού περί συγκρούσεως καθηκόντων (προσταγής), αφού ανελέγκτως δέχτηκε, με σαφήνεια και πληρότητα, στο παρατεθέν στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η διαταγή των ανωτέρων του ήταν μόνο η σύλληψη των διαδηλωτών, μεταξύ των οποίων και οι παθόντες (Μ.

Μ. και Γ. Σ.) και όχι η χρήση των προκαλεσάντων τις επίδικες σωματικές βλάβες όπλων (γκλομπ), που ρητά είχε απαγορευθεί στη συγκεκριμένη επιχείρηση από τους προϊσταμένους του. 2) Τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών της ειλικρινούς μεταμελείας και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς απέρριψε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτιολογία, ότι από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα "δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατ/νος μετανόησε ειλικρινά και μεταμελήθηκε για τις πράξεις του, ούτε ότι επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, μη αρκούσης της απλής έκφρασης συγγνώμης υπ’ αυτού, ως προς αμφοτέρους δε τους κατ/νους δεν αποδείχθηκε θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά τους μετά τις ως άνω πράξεις τους, μη αρκούσης της ήσυχης χωρίς παραπτώματα συμπεριφοράς τους, υπαγορευόμενης από το γεγονός ότι ήταν ακόμη εκκρεμείς οι εναντίον τους κατηγορίες".

Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας με επάρκεια έκρινε ανελέγκτως, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκαν οι απαιτούμενες, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, προϋποθέσεις προς χορήγηση των προαναφερθέντων ελαφρυντικών. 3) Η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε, και μάλιστα αιτιολογημένα, στον επικαλούμενο ως αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μεταβολής της κατηγορίας από τις αποδοθείσες σ’ αυτόν πράξεις της βαριάς σωματικής βλάβης εις βάρος της παθούσας Μ.

Μ. και της απλής σωματικής βλάβης εις βάρος του παθόντος Γ. Σ. σε εκείνες της απλής και της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης, αντίστοιχα, είναι αβάσιμη, διότι, αφενός μεν ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, αλλ’ αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, στον οποίο το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αφετέρου δε, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αιτιολογημένα, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τέλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση τις πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος της Μ.

Μ. και της απλής σωματικής βλάβης εις βάρος του Γ. Σ. και όχι εκείνες της απλής και της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης, αντίστοιχα, δια της περί ενοχής αποφάσεώς του απάντησε απορριπτικά στον άνω ισχυρισμό του περί του ότι οι πράξεις του φέρουν το χαρακτήρα της απλής σωματικής βλάβης, ως προς την παθούσα Μ.

Μ. και της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης, ως προς τον παθόντα Γ. Σ.. 4) Τέλος, το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης (βλ. σελίδα 28 τούτων), απάντησε ρητά και ειδικά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί του υποβληθέντος στο ακροατήριο αιτήματος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί διακοπής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, το οποίο έκανε δεκτό και, με σχετική προπαρασκευαστική του απόφαση, που έλαβε τον αριθμό 8495/2014, διέκοψε τη συνεδρίαση της υποθέσεως για μεταγενέστερη δικάσιμο, προκειμένου να ζητηθεί και να επισυναφθεί στη δικογραφία, με επιμέλεια της Εισαγγελικής αρχής, υλικό καταγραφής από ελικόπτερο της Αστυνομίας (Υπηρεσία Εναέριων Μέσων) σχετικά με τα επεισόδια της 29-7-2007 στην ..., οπότε δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως σε σχέση με το αίτημα τούτο.

Άλλο ζήτημα είναι, ότι τέτοιο οπτικό υλικό από ελικόπτερο δεν προσκομίστηκε, αλλά το δικαστήριο αρκέσθηκε στο υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, συνεκτιμώντας και την κατάθεση του μεταγενεστέρως εξετασθέντος μάρτυρα Δ. Π., κατά την οποία δεν υφίσταται οπτικό υλικό από το ελικόπτερο της Αστυνομίας, ανακληθείσης, ως εκ τούτου, σιωπηρώς της προαναφερόμενης προπαρασκευαστικής αποφάσεώς του.

Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως ακροάσεως, σε σχέση με τους προμνημονευόμενους ισχυρισμούς και αίτημα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ’ και Β’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, ως προς όλα τα σκέλη του.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-4-2015 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-4-2015) του Α. Δ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 8495/2014 και 126/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ