Legislator Case Law & Legislation
1356/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding procedural violations and evidence rules.

Case Number 1356/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on procedural inadmissibility grounds. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims regarding income and evidence, but the court ruled these arguments were improperly raised at the appellate stage. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, 8, 12, 14, 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on a claim not properly raised at the appellate level is inadmissible, and a violation of evidence rules only applies when the court evaluates a specific means of proof.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility appeal grounds civil procedure code evidence rules legal costs res judicata appellate review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1, 8, 12, 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
1409/2002 of the Athens Single First Instance Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1356 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1356/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ θυγ. Σ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργαρίτα Κοτζαμάνη.

Των αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Τιτίκα Νικέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 675/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7391/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσεί-ουσα με την από 29-5-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημει-ώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 17-3-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναί-ρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των αξιουμένων από το νόμο. Η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα και υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής. Για να είναι όμως ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης συνιστάμενη στο ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί εκ του λόγου αυτού, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, ως προς ποιο σημείο αυτή δεν είναι πλήρης και σε τι συνίσταται η αοριστία της για να κριθεί, αν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, ενώ η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο δεν επιτρέπεται.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συνιστάμενη κατά λέξη στο ότι "έκρινε την υπό κρίση αγωγή ως αρκούντως ορισμένη, ενώ ήταν τελείως αόριστη και για το λόγο αυτό έδει να απορριφθεί". Με μόνο το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποίο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες κατά λέξη ότι "η απόφαση στερείται αιτιολογιών, άλλως περιέχει αιτιολογίας αντιφατικάς και ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ". Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, διότι δεν περιέχει κανένα από τα προαναφερθέντα στοιχεία, που απαιτούνται για το ορισμένο των προβαλλομένων πλημμελειών.

III. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δε έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", ήτοι ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, το οποίο "ζήτημα", ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ τα αναφερόμενα σχετικά με τις αιτιολογίες αποτελούν επεξηγηματικά στοιχεία του ουσιώδους στοιχείου, και συνεπώς η ελαττωματικότητα των αιτιο-λογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον ως άνω λόγο αναίρεσης αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 861/1984).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι, σχετικά με τη δική της συμβολή στα αποκτήματα του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών, διότι κατέληξε στο σχετικό πόρισμά της αγνοώντας πολλά δημόσια έγγραφα, τα οποία με επίκληση προσκομίσθηκαν απ' αυτήν, προσέτι δε διότι απέφυγε να προσδιορίσει, συγκεκριμένα το ποσό της οικονομικής βοήθειας του πατέρα της, με δαπάνες του οποίου έγινε η υποστύλωση από το ισόγειο μέχρι το τελευταίο όροφο της οικοδομής, ενώ αορίστως ασχολείται με τον ενάγοντα ως προς την προσφορά του στο συζυγικό οίκο, δεν αναφέρει δε αυτή με βάση ποιες σκέψεις υπήγαγε τα προκύπτοντα στο προσήκοντα κανόνα δικαίου. Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού αυτά συνιστούν έλλειψη αιτιολογιών σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς του θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Πράγμα, επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίση (ΟλΑΠ 11/1996). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 περ. β', 1 περ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον υποβληθέντα πρωτοδίκως και προταθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - εναγομένης ότι κατά τη διάσταση της εγγάμου συμβιώσεώς της με τον ενάγοντα συμφώνησε όπως παραδώσει σ' αυτόν ομόλογα, ονομαστικής αξίας 9.000.000 δραχμών, ένα αυτοκίνητο και 2.500.000 δραχμές προς οριστική επίλυση οιασδήποτε μεταξύ τους οικονομικής διαφοράς και ρύθμιση την τυχόν αξίωσης του ενάγοντος συζύγου της από την συμβολή του στα αποκτήματα αυτής κατά τη διάρκεια του γάμου της, επικουρικώς δε ότι: α) παραβίασε με την παράλειψη εφαρμογής τους τις διατάξεις των άρθρων 361 και 416 του ΑΚ και β) στερείται αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προεκτεθέντος ισχυρισμού. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως από τις αποδείξεις ότι ο παραπάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσεί-ουσας (που προβλήθηκε με τον τρίτο λόγο εφέσεως) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσία, γι' αυτόν και ο σχετικός από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με την ως άνω κρίση της η ίδια απόφαση δεν παραβίασε τις ως άνω επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 361 και 416 του ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, ούτε στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογιών ως προς τον ως άνω απορριφθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, απορριπτόμενου του ίδιου, από τους αριθ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης ως αβάσιμου.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (άλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 1β, 524 παρ. 1 εδ. β' και 528 του ίδιου Κώδικα (όπως αυτές ισχύουν από 1-1-2002) προκύπτει ότι η επίκληση (καθώς και η προσαγωγή) των αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο, επί υποθέσεων εκδικαζομένων κατά την τακτική διαδικασία και εφόσον δεν πρόκειται για έφεση που ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, πρέπει να γίνει έως την έναρξη της συζήτησης της υποθέσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, η δε επίκληση, με την προσθήκη των προτάσεων που κατατίθεται μετά το τέλος της συζητήσεως και μέσα στην τριήμερη προθεσμία αντικρούσεων, είναι απαράδεκτη.

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστή.

Εάν η προβαλλόμενη εξώδικη ομολογία περιέχεται σε προτάσεις του διαδίκου τις οποίες αυτός είχε υποβάλλει ενώπιον άλλου δικαστηρίου πρέπει οι προτάσεις αυτές να προσκομίζονται στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου προβάλλεται η ομολογία αυτή και συγχρόνως να γίνεται επίκληση των προτάσεων αυτών. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδείξεων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι ιδρύεται και όταν επί επικλήσεως εξώδικης ομολογίας που περιέχεται σε έγγραφο, το δικαστήριο της ουσίας δεν λαμβάνει υπόψη το έγγραφο αυτό που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, για την απόδειξη της ένστασής της κατά της ένδικης από 7-1-2003 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, τέως συζύγου της, για συμμετοχή του στα αποκτήματα του γάμου τους, με την οποία (ένσταση) αυτή επικαλέστηκε μηδενική συμβολή του σ' αυτά, ειδικότερα δε ότι δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που προέκυπτε από τις με χρονολογία 20-1-2002 προτάσεις του στη δίκη διατροφής της ανήλικης θυγατέρας τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, περί του ότι αυτός ως καθηγητής Μέσης εκπαίδευσης δεν παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα και δεν αποκόμιζε σχετικό εισόδημα απ' αυτά.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των από 15-2-2006 προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης, σ' αυτές δεν γίνεται επίκληση της ως άνω εξώδικης ομολογίας ούτε των προαναφερομένων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, στις οποίες αυτή παρέχεται, αλλά μόνο με την προσθήκη των προτάσεών της γίνεται επίκληση της εν λόγω εξώδικης ομολογίας του αναιρεσιβλήτου και των προτάσεων αυτού, στις οποίες περιέχεται.

Η τοιαύτη δεν επίκληση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας παραγράφου, γι' αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια με το να μη λάβει υπόψη την προαναφερόμενη εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου και απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 525, 527 αρ. 3 και 269 παρ. 2 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι ενστάσεις μπορούν μεν να προταθούν για πρώτη φορά στο Εφετείο, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν αποδεικνύονται εγγράφως, πλην όμως η πρότασή τους από τον εκκαλούντα-εναγόμενο πρέπει να γίνει με την έφεση ή με το ιδιαίτερο δικόγραφο των υποβαλλομένων, συμφώνως με το άρθρο 520 ΚΠολΔ, πρόσθετων λόγων, εκτός αν πρόκειται για ειδική διαδικασία, κατά την οποία επιτρέπεται η άσκηση προσθέτων λόγων με τις προτάσεις. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της εν λόγω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή υπαγωγή, η από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ (και όχι από τον επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων και όχι ισχυρισμών) πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το ύψος των εισοδημάτων του αντιδίκου της, που απορρέει από την 1409/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε δίκη διατροφής της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων και δέχθηκε ότι πέραν της εργασίας του ως καθηγητή με συνολικές μηνιαίες αποδοχές 1099 ευρώ ο αναιρεσίβλητος δεν διαθέτει περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ο εν λόγω δε ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο.

Όμως, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό και η επίδικη διαφορά, που αφορά τη συμμετοχή του αναιρεσίβλητου στα αποκτήματα του γάμου τους, εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, ο παραπάνω ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις της παραγρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, έπρεπε να προβληθεί στο Εφετείο με λόγο έφεση ή πρόσθετο λόγο έφεσης για να είναι παραδεκτός, πλην όμως, από την επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου της από 8-7-2005 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 675/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός με αντίστοιχο λόγο έφεσης δεν περιέχεται σ' αυτήν (έφεση) και συνεπώς ο παραπάνω λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό μη προταθέντα νόμιμα στο Εφετείο είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

IV. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος. Αντίθετα, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται για συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, που δεν εκτιμήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, ούτε για ισχυρισμούς των διαδίκων.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το τρίτο μέρος αυτού, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από την προεκτεθείσα διάταξη αιτίαση της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου της προαναφερθείσας εξώδικης ομολογίας του αναιρεσιβλήτου, την οποία όμως παρέλειψε, να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει, καθώς και του προαναφερθέντος περί δεδικασμένου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας παραγράφου, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ως προς μεν την εξώδικη ομολογία δεν εκτιμήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς δε τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-5-2007 αίτηση της Χ θυγ. Σ για αναίρεση της 7391/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ