Legislator Case Law & Legislation
1356/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bank bonus claim, ruling no statutory gap exists in employment contract.

Case Number 1356/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a First Instance Court decision rejecting their claim for a specific bank bonus. The appellants argued the bonus was a mandatory statutory payment, while the bank contended it was a discretionary contractual benefit. The court found no ambiguity or legal gap in the employment agreement requiring judicial interpretation to include the bonus as a statutory right.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 1 of the International Convention on the Protection of Wages: A supplementary payment provided regularly by an employer constitutes wages only if explicitly agreed upon as a contractual term, and cannot be unilaterally withdrawn unless expressly reserved by the employer.

Keywords

AI generated
statutory bonus employment contract wages definition contractual ambiguity unilateral withdrawal appeal dismissal labor law

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 653 of the Civil Code
Article 3 of the Collective Agreement of the National Bank of Greece
Article 1 of the International Convention on the Protection of Wages
Article 119 § 2 of the EEC Treaty
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1356 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1356/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Tων αναιρεσειόντων: 1) ..., κατοίκου ..., 2) ..., κατοίκου ..., 3) ..., κατοίκου ..., 4) ..., κατοίκου ..., 5) ..., κατοίκου ..., 6) ..., κατοίκου ..., 7) ..., κατοίκου ..., 8) ..., κατοίκου ..., 9) ..., κατοίκου ..., 10) ..., κατοίκου ..., 11) ..., κατοίκου ..., 12) ..., κατοίκου ... και 13) ..., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Καίσαρη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 713/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3098/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 § 2 του ν. 2190/1920, 5 §1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95/1949 διεθνούς σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, προκύπτει ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή, υπέρ τα ελάχιστα όρια αυτού, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας του, τακτικά και ανελλιπώς, ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας του.

Με την αποδοχή της πιο πάνω παροχής καταρτίζεται σύμβαση περί τακτικής καταβολής της, ως μισθού, οπότε η παροχή αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον εργοδότη, εκτός αν αυτός επιφύλαξε ρητώς για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησής της ή αν η παροχή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα εργασίας ή αν χορηγήθηκε προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης οι οποίες έπαυσαν να υπάρχουν.

Περαιτέρω, η εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, από τους οποίους οι 2ος,7η,8η,12η και 13η είναι υπομηχανικοί και οι λοιποί εργοδηγοί, είχαν προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος και συγκεκριμένα στον τεχνικό κλάδο αυτής.

Η παραπάνω Τράπεζα με την ... πράξη της διοικήσεώς της χορήγησε στο μόνιμο προσωπικό του τεχνικού κλάδου της (στο οποίο ανήκουν και οι ενάγοντες) χρηματική παροχή ύψους 600.000 δραχμών ετησίως, καταβαλλόμενη σε επτά ισόποσες δόσεις, η οποία (παροχή) με την υπ' αριθμ. ... πράξη της διοίκησης αυτής αυξήθηκε και ανήλθε στο ποσό των 750.000 δραχμών ετησίως.

Στη χορήγηση της χρηματικής αυτής παροχής προέβη η παραπάνω Τράπεζα χωρίς καμιά προς τούτο υποχρέωσή της, νομική ή συμβατική, δεδομένου ότι στην πιο πάνω πράξη της ανέφερε σαφώς ότι το εν λόγω ποσό δεν θα αποτελεί σε καμιά περίπτωση επίδομα ή προσαύξηση του μισθού των υπαλλήλων της. Πρέπει να σημειωθεί ότι η παραπάνω Τράπεζα κατέβαλλε την ως άνω χρηματική παροχή στους ενάγοντες από το έτος 1995 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 1998.

Ακολούθως, με την ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Πουλαντζά, που εγκρίθηκε με την Κ2-9572/29-9-1998 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 7797/2-10-1998 τευχ. ΑΕ και ΕΠΕ), η "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος" (ΕΚΤΕ) και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος συγχωνεύθηκαν με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, ενώ η ισχύς της συγχώνευσης άρχισε από τις 2-10-1998 και έτσι με τον τρόπο αυτό η εναγομένη υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχε η συγχωνευθείσα Τράπεζα ως προς τις σχέσεις εργασίας που την συνέδεαν με τους ενάγοντες.

Η εναγομένη συνέχισε τη χορήγηση στους ενάγοντες της παραπάνω παροχής μέχρι το τέλος του έτους 1998 περίπου (πλην του Νοεμβρίου 1998) και έκτοτε προέβη σε περικοπή αυτής, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα, δεδομένου ότι η ως άνω παροχή εξακολούθησε να φέρει το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής και δεν είχε καταστεί συμβατική, ώστε να αποτελέσει πηγή ευθείας αξίωσης των εναγόντων κατ' άρθρο 648 ΑΚ από την εργασιακή σχέση τους.

Και τούτο ενόψει του μικρού χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει από την έναρξη χορήγησής της (τριετία) και της ρητά διατυπωμένης στις ως άνω ... και ... πράξεις βούλησης της εναγομένης να μην αποτελέσει αυτή επίδομα ή προσαύξηση του μισθού των υπαλλήλων της. Οι ενάγοντες δεν δικαιούνται το αιτούμενο επίδομα εκ δραχμών 750.000 ετησίως, καθόσον η εναγομένη προέβη, όπως είχε δικαίωμα, μονομερώς σε περικοπή της εν λόγω παροχής, δικαίωμα το οποίο δεν καταργήθηκε σ'αυτήν με την παραπάνω συγχώνευση ούτε με βάση τις διατάξεις του Π.Δ. 572/1988 ή τους όρους του από 22-9-1998 πρακτικού συμφωνίας.

Οι ενάγοντες, όμως, επικαλούμενοι τους όρους 6 και 7 του παραπάνω συμφωνητικού, σύμφωνα με τους οποίους "κατά την ένταξη δεν πρόκειται να υπάρξει μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών του προσωπικού της ΕΚΤΕ και ότι σε περίπτωση που οι αποδοχές του εντασσόμενου προσωπικού της ΕΚΤΕ υπερβαίνουν αυτές που καταβάλλονται στο προσωπικό της ΕΤΕ με την ίδια υπηρεσιακή και προσωπική κατάσταση, το επιπλέον ποσό θα εξακολουθήσει να καταβάλλεται", ισχυρίζονται ότι η εναγομένη είχε δεσμευθεί για τη συνέχιση καταβολής της εν λόγω παροχής και μετά την ένταξή τους και ότι πλέον αυτή (παροχή) είχε ήδη καταστεί συμβατική.

Ο εν λόγω ισχυρισμός τους κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι κατά την αληθή έννοια των παραπάνω όρων συνάγεται ότι η διατήρηση των τυχόν υπέρτερων καταβαλλόμενων στο προερχόμενο από την ΕΚΤΕ προσωπικό παροχών περιορίστηκε στις αποδοχές υπό στενή έννοια που καταβάλλει ο εργοδότης στο μισθωτό τακτικά και αδιάλειπτα ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης από αυτόν εργασίας.

Αντίθετα, στο παραπάνω πρακτικό συμφωνήθηκε ρητά ότι από τις υπόλοιπες μισθολογικού χαρακτήρα παροχές (είτε αυτές καταβάλλονταν περιοδικώς είτε εφάπαξ) θα διατηρηθούν μόνο όσες χορηγούνταν και στο προ της συγχώνευσης προσωπικό της ΕΤΕ. Από την προαναφερόμενη ρύθμιση εξαιρέθηκαν ρητά μόνο δυο παροχές (ήτοι το επίδομα υπερεργασίας των Διευθυντών και Υποδιευθυντών, καθώς επίσης και το επίδομα ένδυσης), που καταβάλλονταν υπό τους ίδιους όρους με την αιτούμενη παροχή.

Αντίθετα, η εναγομένη ΕΤΕ με βάση τον όρο 9 του εν λόγω πρακτικού συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο δεν χορηγεί την εν λόγω παροχή στους υπαλλήλους της με τα ίδια προσόντα και την ίδια υπηρεσιακή κατάσταση, δικαιούται να μη διατηρήσει αυτήν εφεξής στους ενάγοντες και περαιτέρω να περικόψει την καταβολή της.

Αν πράγματι η εναγομένη ήθελε η εν λόγω παροχή να συμπεριληφθεί στα επιδόματα που θα συνεχίζονταν και μετά τη συγχώνευση, θα περιλάμβανε τούτο ρητά στο άνω συμφωνητικό, όπως έπραξε με άλλα επιδόματα. Άλλωστε, από τα προσκομιζόμενα πρακτικά διαβουλεύσεων της 5-8-1998 για την υπογραφή του παραπάνω πρακτικού συμφωνίας αποδείχθηκε ότι η διατήρηση των εν λόγω παροχών (υπερεργασίας και ενδύσεως) έγινε κατόπιν σχετικού αιτήματος των εκπροσώπων των εργαζομένων στην ΕΚΤΕ κατά τη συζήτηση του περιεχομένου του όρου 9, χωρίς όμως να αποδεικνύεται η διατύπωση αντίστοιχου αιτήματος για παροχές παρόμοιου χαρακτήρα, όπως είναι η αιτούμενη από τους ενάγοντες.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται την ανωτέρω παροχή και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι κρίνοντας το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και κατ' ακολουθίαν των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. 95/1945 διεθνούς σύμβασης, που κυρώθηκε με το ν.3248/1955 και το άρθρο 119 § 2 της Συνθ.ΕΟΚ, αφού έκρινε ότι δεν υφίσταται ασάφεια ή κενό ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης που διέπει την επίδικη παροχή, δηλαδή της Πράξης Διοίκησης ...

της ΕΚΤΕ και του από 22-9-1998 πρακτικού συμφωνίας, έστω και έμμεση, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, και το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προβάλλεται, επίσης, η παραβίαση του άρθρου 3 της επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε της ΕΚΤΕ της 16-2-1981, που προβλέπει τη σύσταση Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, με απόφαση του οποίου εκδόθηκε η Πράξη Διοικήσεως ...

και το από 22-9-1998 πρακτικό συμφωνίας, που έχει, κατά την αναιρεσείουσα, κανονιστική ισχύ. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέοι, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίστηκαν με την αγωγή τους ότι η παροχή των 600.000 δραχμών χορηγήθηκε σ' αυτούς βάσει νόμου και συγκεκριμένα διατάξεις της πιο πάνω Σ.Σ.Ε.

και του από 22-9-1998 πρακτικού συμφωνίας αλλά ισχυρίστηκαν ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε με βάση τη σύμβαση και αποτελεί όρο των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-5-2006 (με αριθμ. κατ. 66/2006) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3098/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ