Supreme Court dismisses appeal for failure to specify substantive law violation and facts ignored.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Crete's decision regarding property ownership and usucapion. The appellant argued the lower court erred by accepting facts about title from 1989 and ignoring unproven claims, but the court found the appeal inadmissible. The court ruled that the appeal failed to clearly identify the specific substantive law provision violated and did not adequately detail the facts the lower court allegedly ignored.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1), 559(8), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal for retrial is inadmissible if it fails to clearly and concisely specify the substantive law violation and the specific facts ignored or accepted by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1356 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1356/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπουτσιδάκη.
Της αναιρεσίβλητης: ........., ως νόμιμα διορισμένης επιτρόπου του σε δικαστική απαγόρευση ευρισκομένου γιου της ........., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μπουρδάκη .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 366/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 371/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-11-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 17-3-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1-11-2004 αίτησης για αναίρεση της 371/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι από το έτος 1989, οπότε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος νόμιμα εκπροσωπείται από τη διορισμένη με δικαστική απόφαση, επίτροπο, μητέρα του, ........ -και ήδη, από το χρόνο ισχύος του ν. 2447 και εφεξής, κατά τη διάταξη του άρθρου 1666 παρ. 1 ΑΚ, δικαστική συμπαραστάστριά του,- και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής δεν συμπληρώθηκε δεκαετής νομή στο πρόσωπο του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα, πριν δε από τον παραπάνω χρόνο δεν προσμετράται ο χρόνος χρησικτησίας ενόψει του ότι ο νομιζόμενος τίτλος έπασχε ακυρότητες και, ακολούθως, κατά παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσιβλήτου από το άρθρο 1055 ΑΚ, να απορρίψει την ένσταση του αναιρεσείοντα περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με τακτική χρησικτησία, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αμέσως πιο πάνω άρθρου (1055) του ΑΚ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος , γιατί, μολονότι εκτίθενται στο αναιρετήριο οι απόψεις του αναιρεσείοντα σε σχέση με την έννοια της διάταξης του άρθρου 1055 ΑΚ και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν παρατίθενται σ' αυτό όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του τελευταίου, δηλαδή, όλα τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, με βάση τα οποία κατέληξε αυτό στην κρίση για τη συνδρομή των όρων της αμέσως πιο πάνω διάταξης, ώστε έτσι να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.
2. Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, απαιτείται όπως η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
ΑΠ 33/2005, 19/1998, 17/1995). Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησής του να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ.
ΑΠ 62/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντα περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου του ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων προέβη στην αγορά του επίδικου ακινήτου παρά την ύπαρξη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων της σε βάρος του δικαιοπαρόχου του αναγνώρισης της ακυρότητας των διαδοχικών πωλήσεων του επίδικου ακινήτου, λόγω της αντίθεσής τους προς τα χρηστά ήθη, ως καταπλεονεκτικών και, έτσι, δεν δικαιολογείται η καλή του πίστη, δεν αποδείχθηκαν περαιτέρω περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί σ' αυτόν – αναιρεσείοντα – η πεποίθηση ότι ο αντίδικός του δεν θα διεκδικούσε τα δικαιώματά του στο επίδικο ακίνητο και, τέλος, δεν αποδείχθηκε το ύψος των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα δαπανών στο πιο πάνω ακίνητο.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο σε σχέση με την απόρριψη της αμέσως πιο πάνω ένστασης δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει ο αναιρεσείων ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πράγματα, τα οποία δεν αποδείχθηκαν αληθινά και δεν δέχθηκε πράγματα, τα οποία αποδείχθηκαν αληθινά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δέχθηκε ότι το έτος 1989, που ο νόμιμα εκπροσωπούμενος αναιρεσίβλητος τέθηκε υπό δικαστική απαγόρευση, είχε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 4.055 τετρ.
μέτρων και με την προϋπόθεση αυτή εφάρμοσε το άρθρο 1055 Α.Κ., ενώ το αληθές είναι ότι το έτος 1989 το επίδικο ακίνητο δεν του ανήκε, αφού το με αριθμό ........ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ....... ακυρώθηκε το έτος 1996 με την 340/1996 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Επομένως, μέχρι το έτος 1996 το επίδικο ακίνητο ανήκε σ΄ αυτόν (αναιρεσείοντα)- κατά πλήρη κυριότητα, και πριν απ΄ αυτόν στον δικαιοπάροχό του ........, οι οποίοι το είχαν αποκτήσει με νόμιμους τίτλους, νόμιμα μεταγεγραμμένους και από τότε μέχρι την έκδοση της 340/1996 απόφασης του Εφετείου Κρήτης με την οποία ακυρώθηκε το συμβόλαιο του απώτερου δικαιοπαρόχου του, αλλά και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής, την κυριότητα την είχαν αυτοί και, συνακόλουθα, η εξαίρεση χρησικτησίας από το επίδικο ακίνητο έπρεπε να αρχίζει από την έκδοση της 340/1996 απόφασης και εντεύθεν, αφού από τότε και μετά επανέκτησε ο αναιρεσίβλητος την κυριότητα του ακινήτου του και όχι από του έτους 1989 και εντεύθεν που τέθηκε υπό δικαστική απαγόρευση και, έτσι, με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο υπέπεσε στις από τον αριθμό 8 περιπτ.
α΄ και β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται σ΄ αυτόν «τα πράγματα», που λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση, γιατί, υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 8 περιπτ. α΄ και β΄ ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2004 αίτηση για αναίρεση της 371/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ