Appeal dismissed for one judgment but allowed for another regarding judicial bias and evidence consideration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the 1039/2017 decision but allowed it against the 2623/2017 decision. The appellant argued the lower court ignored evidence regarding the judge's knowledge of opposing requests and absence in Thessaloniki. The court found the first claim inadmissible due to lack of evidence and the second claim unfounded because the appellate court had already considered all submitted documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 52, 54, 57, 58, 60 of the Code of Civil Procedure; Judicial bias may be raised only if suspicion exists, and appeals must be based on specific grounds proven by evidence, otherwise they are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1355 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1355/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Μιχαήλ Αποστολάκη και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Σ., κατοίκου ... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Σ., κατοίκου .... Παραστάθηκε για τον εαυτό του, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24101/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 1039/2017 παρεμπίπτουσα, επί αίτησης εξαίρεσης, και 2623/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των 2623/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 1039/2017 παρεμπίπτουσας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις περί εξαιρέσεως (μεταξύ άλλων και) δικαστών διατάξεις του ΚΠολΔ και ειδικότερα α) από το άρθρο 52 παρ. 1 στοιχ. στ', κατά το οποίο δικαστές μπορεί να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο μεταξύ άλλων περιπτώσεων "εάν έχουν προκαλέσει ή προκαλούν υπόνοια μεροληψίας, ιδίως αν έχουν με κάποιο διάδικο ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα", β) από το άρθρο 54 εδάφ.
α', κατά το οποίο "αρμόδιο να αποφανθεί για την εξαίρεση είναι το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος", γ) από το άρθρο 57 εδάφ. α' κατά το οποίο "η εξαίρεση προτείνεται από το διάδικο πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, ενώ αργότερα εωσότου περατωθεί η συζήτηση στο ακροατήριο, μόνο αν πιθανολογείται ότι η περίπτωση ή οι λόγοι της εξαίρεσης προέκυψαν ή έγιναν γνωστοί στο διάδικο μετά την πάροδο της πενθήμερης προθεσμίας", δ) από το άρθρο 58 παρ. 1, κατά το οποίο "η αίτηση για την εξαίρεση, που υποβάλλεται έως την έναρξη της συζήτησης, γίνεται με την κατάθεση εγγράφου στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου.
Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι της εξαίρεσης, διαφορετικά είναι απαράδεκτη" και ε) από το άρθρο 60 παρ. 1 εδάφ. α', κατά το οποίο "η απόφαση για την αίτηση της εξαίρεσης εκδίδεται αμέσως με απλή πιθανολόγηση των λόγων της εξαίρεσης", σαφώς συνάγεται, ότι η περί εξαιρέσεως δικαστή αίτηση, υποβαλλόμενη μέχρι την έναρξη της συζητήσεως στο ακροατήριο, εφόσον γίνεται μόνον εγγράφως και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος, αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο παρεμπίπτουσας δίκης (ΑΠ 117/2012, ΑΠ 142/2006, ΑΠ 734/1983), που απολήγει στην έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως, δεχομένης ή απορρίπτουσας την αίτηση εξαιρέσεως (ΣτΕ 1262/2019), η δε απόφαση για την αίτηση εξαίρεσης δικαστή εκδίδεται αμέσως με απλή πιθανολόγηση των λόγων της εξαίρεσης και καταχωρίζεται σε αυτοτελές διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 207/2006), δεν υπόκειται δε αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, παρά μόνο από κοινού με την οριστική απόφαση για την κύρια διαφορά (ΑΠ 1715/2011).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1, 145 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι "οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα τη επομένης μη εξαιρετέας ημέρας" (άρθρο 144 παρ.1), "η προθεσμία που προσδιορίζεται σε έτη λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους" (άρθρο 145 παρ. 1) και "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη" (άρθρο 564 παρ. 3), συνάγεται ότι η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών, για την άσκηση αναίρεσης, αν δεν επιδοθεί η προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση, αρχίζει από την επομένη ημέρα (πρβλ ΟλΑΠ 1113/1986, ΑΠ 536/2012) δημοσίευσης της απόφασης, που περατώνει τη δίκη και λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου από τα δύο έτη της προθεσμίας αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 15-9-2006 αγωγή του, στην οποία εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι υπέβαλε αίτηση διόρθωσης και συμπλήρωσης σε 81 σημεία των υπ' αριθμ. 297-298, 302/2001 πρακτικών και απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απόφαση έπαυσε οριστικά η κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) ποινική δίωξη για τα αδικήματα της εξύβρισης και δυσφήμησης του ιδίου, γιατί κρίθηκε ότι οι από 7-2-1994 και 8-4-1994 εγκλήσεις του κατ' αυτού, για συκοφαντικούς εις βάρος του ισχυρισμούς του, τους οποίους είχε περιλάβει ο εναγόμενος στις από ...-1993 και 21-5-1993 αιτήσεις του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, με βάση τις οποίες είχε ασκηθεί η δίωξη, είχαν υποβληθεί εκπρόθεσμα.
Ότι κατά την εκδίκαση της αίτησής του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 610/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που την έκανε εν μέρει δεκτή, ο εναγόμενος, εξεταζόμενος ανωμοτί, κατέθεσε για το πρόσωπο του, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα, κατά λέξη παρατιθέμενα: Α) "αυτό που ο αιτών διέπραξε είναι το ότι παρασιώπησε πως είχε λάβει γνώση των αιτήσεων σε κάποια ημερομηνία, πριν απ' αυτήν που ισχυρίζεται" και β) "Την λέξη "συμμορία" την έχει χρησιμοποιήσει ο αιτών σε τουλάχιστον άλλα δέκα δικόγραφα και την είπε και στο ακροατήριο".
Ότι τα ανωτέρω, που ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος κατά την κατάθεσή του, ήταν παντελώς αναληθή, αφού α) οι αιτήσεις του εναγομένου προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, χορηγήθηκαν στον ενάγοντα στις 9-11-1993 και στις 11-1-1994 και συνεπώς οι εγκλήσεις του ήταν εμπρόθεσμες και δεν διέπραξε την αποδιδόμενη σε αυτόν παρασιώπηση και β) δεν ανέφερε την λέξη "συμμορία", αλλά την λέξη "ομάδα" στο ακροατήριο, ούτε δε έχει περιλάβει ποτέ την λέξη "συμμορία" σε δικόγραφά του.
Ότι ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας αυτών που κατέθεσε και ενήργησε, με σκοπό, να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του. Ότι από τον ισχυρισμό των ψευδών αυτών περιστατικών, τα οποία περιήλθαν σε γνώση ικανού αριθμού τρίτων προσώπων, υπέστη βλάβη στην τιμή, την υπόληψή του και την εν γένει προσωπικότητά τους.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητεί: α) Να αναγνωρισθεί ότι δεν διέπραξε παρασιώπηση του χρόνου που έλαβε γνώση του περιεχομένου των δύο επιδίκων αιτήσεων του εναγομένου προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. β) Να αναγνωρισθεί ότι δεν διέλαβε σε κανένα δικόγραφό του τη λέξη "συμμορία", ούτε και είπε αυτή τη λέξη στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τη συνεδρίαση της 4-4-2001.
γ) Να αναγνωρισθεί ότι, από την αναφερομένη στην αγωγή κατάθεση του εναγομένου, προσβλήθηκε στην τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητά του και ετέθη σε κίνδυνο το μέλλον του στο δικηγορικό σώμα και επομένως υπέστη ηθική βλάβη. δ) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή αυτή, με έγγραφη δήλωσή του, η οποία να κατατεθεί στην γραμματεία του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να προσαρτηθεί στις υπ'αριθμ. 297-298, 302/2001 και 610/2001 αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου, καθώς και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο κρίνει πρόσφορο τρόπο αποκατάστασης το δικαστήριο.
ε) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής. Και στ) Να απειληθεί κατά του εναγομένου χρηματική ποινή 5.000 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με τις διατάξεις της εκδοθησομένης απόφασης και για κάθε παράβαση αυτής.
Ακολούθως ο ενάγων, με τις προτάσεις του περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής στο ποσό των 40.000 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 7.960.000 ευρώ το αίτημα παρέμεινε αναγνωριστικό. Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ' αρ. 24.101/2010 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα ανωτέρω δεύτερο και τέταρτο αιτήματά της και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το λοιπό της περιεχόμενο και την απόφαση αυτή ο αναιρεσείων την προσέβαλε με έφεση, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στο Α' Πολιτικό Τμήμα του Εφετείου στις 28-4-2017.
Πριν την συζήτηση της έφεσης ο αναιρεσείων κατέθεσε ενώπιον του ιδίου ανωτέρω Εφετείου την από 24-4-2017 αίτηση του, με την οποία ζήτησε την εξαίρεση όλων των δικαστών του Α' Πολιτικού Τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αίτηση συζητήθηκε στις 27-4-2017 και απορρίφθηκε με την δημοσιευθείσα αυθημερόν υπ' αρ. 1039/27-4-2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ακολούθως συζητήθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος και εκδόθηκε η υπ' αρ. 2623/20-11-2017 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ο δεύτερος λόγος έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη του τετάρτου αιτήματος της αγωγής του ως μη νόμιμου, έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος έφεσης, αφού κρίθηκε ότι το δεύτερο αίτημα της αγωγής ήταν νόμιμο, εξαφανίστηκε για τον λόγο αυτό η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή απορρίφθηκε αυτή κατ'ουσίαν.
Ήδη ο αναιρεσείων, με την ένδικη αίτηση, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης στις 20-11-2019, ζητεί την αναίρεση και των δύο ανωτέρω αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για τους αναφερόμενους για κάθε μία τούτων λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για αμφότερες τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.
Πολ. Δ.), αφού η υπ' αρ. 1039/27-4-2017 απόφαση δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, παρά μόνο από κοινού με την οριστική απόφαση για την κύρια διαφορά, δηλαδή την υπ' αρ. 2623/20-11-2017 απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, και η τελευταία ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 20-11-2019, πριν λήξει η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).
Α) Λόγος αναίρεσης της υπ' αρ. 1039/2017 απόφασης Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εξέτασε (ΑΠ 410/2016) και απέρριψε κατ' ουσίαν αίτηση εξαίρεσης δικαστή, και συνεπώς υπάρχουν πραγματικές παραδοχές στην απόφαση, λόγω δε της ψευδούς ερμηνείας της σχετικής διατάξεως ή εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών παραδοχών σε αυτήν, να απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αίτηση, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτή.
Άλλα σφάλματα της παρεμπίπτουσας περί εξαίρεσης απόφασης, έστω και αν υπάγονται σε αναιρετικό λόγο, όπως π.χ. ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η αίτηση εξαίρεσης ως απαράδεκτη, δεν θεμελιώνουν το λόγο. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο λόγος, αν εσφαλμένα γίνει δεκτή η αίτηση εξαιρέσεως. Για το ορισμένο του λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η απορρίψασα την αίτηση εξαίρεσης απόφαση και να εξειδικεύεται η νομική της πλημμέλεια, γιατί, δηλαδή, βάσει των περιστατικών αυτών, έπρεπε να εξαιρεθεί ο δικαστής.
Αν ο λόγος γίνει δεκτός, αναιρείται και η παρεμπίπτουσα περί μη εξαιρέσεως και η τελεσίδικη απόφαση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η αίτηση εξαίρεσης, που υπέβαλε ο αναιρεσείων απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με την... αίτηση... ζητείται, η εξαίρεση όλων των δικαστών του εν λόγω τμήματος, όσοι ανήκουν, οι ίδιοι ή συγγενικά τους πρόσωπα, σε "οργανώσεις των Μασόνων, Lions και Rotary", χωρίς να αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης ούτε το ονοματεπώνυμο των Δικαστών του Α' Πολιτικού Τμήματος, οι οποίοι, κατά την άποψη του αιτούντος, είναι μέλη των προαναφερομένων οργανώσεων, ούτε κάποιος ειδικός λόγος, για τον οποίο η τυχόν συμμετοχή οποιουδήποτε από τους υπηρετούντες στο ανωτέρω τμήμα σε σωματείο, που ιδρύθηκε και δρα νόμιμα στην Ελλάδα, είναι δυνατόν να προκαλέσει υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του αιτούντος- εκκαλούντος".
Συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, αφού η αίτηση εξαίρεσης δεν απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, αλλά ως απαράδεκτη, ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1039/2017 απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειες με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του Συντάγματος, την γενική αρχή του δικαίου impossibillium nulla est obligatio και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και έτσι απέρριψε την αίτηση εξαίρεσης, που υπέβαλε, είναι αβάσιμος.
Β) Λόγοι αναίρεσης της υπ' αρ. 2623/20-11-2017 απόφασης Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον....Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις καταστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).
Περαιτέρω, το ανωτέρω άρθρο 59 Α.Κ. ως μέσο ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο προσβληθείς παράνομα και υπαίτια και στο δικαίωμα της προσωπικότητάς του κατά το άρθρο 57 Α.Κ., εκτός από την καταβολή ευλόγου χρηματικού ποσού στον προσβληθέντα, κατ' αντιστοιχία προς τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., προβλέπει και άλλα μέσα ικανοποίησης, αναφέροντας ενδεικτικά το "δημοσίευμα", τον προσδιορισμό των οποίων αφήνει στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, σταθμίζοντας όλες τις περιστάσεις και ιδίως τον τρόπο και την ένταση της προσβολής, μπορεί να καθορίσει εντός του πλαισίου του νόμου τον ειδικότερο κατάλληλο τρόπο με τον οποίο θα ικανοποιηθεί η προξενηθείσα ηθική βλάβη, χωρίς βέβαια η ευχέρεια αυτή του δικαστηρίου να φθάνει μέχρι του σημείου να διατάξει την ικανοποίηση του προσβληθέντος με τρόπο που παραβιάζει κανόνες δικαίου και συνεπώς εάν ο προσβληθείς ζητήσει η ικανοποίησή του να γίνει με τον τρόπο αυτό, το αίτημά του αυτό είναι μη νόμιμο.
Έτσι, μη νόμιμο είναι το αίτημα του προσβληθέντος να ζητήσει η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, να γίνει και με την υποχρέωση του εναγομένου να υποβάλει επανορθωτική δήλωση, που θα προσαρτηθεί σε ποινική απόφαση, γιατί από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 137 έως 145 ΚΠολΔ συνάγεται οι αποφάσεις και τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδριάσεως των ποινικών δικαστηρίων συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και τον γραμματέα κατά τρόπο και με το περιεχόμενο, που αναφέρεται στις διατάξεις αυτές, επιτρέπεται δε η διόρθωση και συμπλήρωσή τους μόνο κατά τον αναφερόμενο στο άρθρο 145 ΚΠολΔ τρόπο και συνεπώς, με τον επικαλούμενο από τον ενάγοντα ανωτέρω τρόπο αποκατάστασης της ηθικής του βλάβης, παραβιάζονται οι διατάξεις αυτές, αφού ζητείται να ενσωματωθεί στην απόφαση στοιχείο άσχετο με την αποδεικτική διαδικασία, με βάση την οποία εκδόθηκε η ποινική απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019, ΑΠ 326/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 869/2018).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 869/2018).
Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το ανωτέρω σκέλος του (ΑΠ 755/2023, ΑΠ 471/2021). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 755/2023), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ` ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΑΠ 755/2023, ΑΠ 761/2017), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 755/2023, ΑΠ 471/2021).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε με την ανωτέρω αιτιολογία του ως μη νόμιμο το τέταρτο αίτημα της αγωγής, κατά το μέρος που ζητείτο με αυτό να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή, με έγγραφη δήλωσή του, η οποία να κατατεθεί στην γραμματεία του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να προσαρτηθεί στις υπ'αριθμ. 297-298, 302/2001 και 610/2001 αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59 Α.Κ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 137-145 ΚΠολΔ και ορθά δεν εφάρμοσε τη μη εφαρμοστέα ως προς το αίτημα αυτό διάταξη του άρθρου 59 ΚΠολΔ, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι νόμιμο το αίτημα να ικανοποιηθεί η ηθική βλάβη του προσβληθέντος ενάγοντος, με την καταχώριση αποκαταστατικής δήλωσης του εναγομένου-δράστη της προσβολής σε απόφαση ποινικού δικαστηρίου και γι' αυτό είναι αβάσιμος ο τρίτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 (όχι δε και από τους αρ. 8 και 19 κατά τη νοηματική εκτίμηση του λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 Α.Κ.
εξαιτίας της οποίας απορρίφθηκε το τέταρτο αίτημα της αγωγής του, κατά το ανωτέρω μέρος του, ως μη νόμιμο. Επίσης αβάσιμος είναι ο ίδιος τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση η από το άρθρο 9 εδ. γ' πλημμέλεια με την αιτίαση ότι αφέθηκε αδίκαστη η περιεχομένη στο ίδιο τέταρτο αίτημα της αγωγής αίτησή του να γίνει αποκαταστατική δήλωση του εναγομένου, ανεξαρτήτως της καταχωρήσεως αυτής στην ποινική απόφαση, γιατί το αίτημα αυτό, αποκείμενο στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, δεν απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, αλλά ουσιαστικά εξεταστηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, αφού κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια στο δικαίωμα της προσωπικότητάς του και γι' αυτό απορρίφθηκε και η αγωγή του.
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά το άρθρο 920 ΑΚ: "όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος (ΑΠ 68/2024).
Επίσης, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ την αλήθειας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων,που άλλος έχει υποστηρίξει.
Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγόμενου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις".
Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλαδή εφ' όσον υπάρχει προσβολή των χρηστών ηθών, που επιχειρείται από πρόθεση.
β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναληθείας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν αυτά σε κίνδυνο.
Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).
Όπως προαναφέρθηκε, για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως απλή δυσφήμηση, συκοφαντική δυσφήμηση, εξύβριση και ψευδή ανώμοτη κατάθεση (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022), που προβλέποντο και τιμωρούντο από τις διατάξεις των άρθρων 362,363, 361 και 225 παρ.1 του προισχύσαντος ΠΚ, που εφαρμόζονται κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά και τις αντίστοιχες διατάξεις του νυν ισχύοντος ΠΚ, πλήν της δυσφήμησης, που καταργήθηκε από την 1-5-2024 με τα άρθρα 136 περ.α'και 138 παρ.1 του Ν.5090/2024.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 225 παρ.1 του προισχύσαντος ΠΚ, όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, διαπράττει το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, κατά το άρθρο 361 ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης,προσβάλλει με πρόθεση την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο,διαπράττει το έγκλημα της εξύβρισης, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός,που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ).
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022).
Ενώπιον "τρίτου" τελούνται οι ανωτέρω πράξεις ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου. Στην έννοια του "τρίτου", κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (ΟλΑΠ -Ποιν. 3/2021, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 485/2022).
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν,που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενική υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022).
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.
περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 εδ. γ'και δ' του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ' αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Με την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης, νόμιμο καθήκον δε είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει το δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Κατ' εξαίρεση όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν οι επίδικες κρίσεις και εκδηλώσεις συγκροτούν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής τους άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010, ΑΠ 1897/2006).
Περαιτέρω, κατά την εξέταση του παρανόμου ή μη μίας συμπεριφοράς, το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του αρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμηση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή της άσκησης νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμηση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του. (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 2488/2010).
Οι διατάξεις των άρθρων 361 και 367 ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζονται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).
Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του πρσβληθέντος, λόγω άρσης του παράνομου της προσβολής, δηλαδή ένσταση, ενώ η προβολή της περιπτώσεως της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ ότι υπήρχε σκοπός εξύβρισης προτείνεται κατ' αντένσταση από τον προσβληθέντα ενάγοντα (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 109/2012).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο άρθρου 187 παρ. 3 του προισχύσαντος ΠΚ, που προβλέπει το πλημμέλημα της συμμορίας, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1 (που προβλέπει το κακούργημα της εγκληματικής οργάνωσης), ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας", το δε πλημμέλημα αυτό διατηρήθηκε και στον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο Π.Κ., στην παρ. 3 του άρθρου 187 του οποίου ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση έως τρία έτη τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της ανηλικότητας".
Εξάλλου, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1215/2021), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.
ΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 2623/2017 απόφασή του, για να απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι, ενάγων και εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος αντιστοίχως) είναι δικηγόροι, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
Την 7 Φεβρουάριου 1994 και την 8 Απριλίου 1994, ο ενάγων υπέβαλλε στον αρμόδιο εισαγγελέα δύο εγκλήσεις, σε βάρος του εναγομένου, την από 7-2-1994 και την από 8-4-1994. Με τις εγκλήσεις του ζητούσε την ποινική δίωξη του εναγομένου για τις φερόμενες ως τελεσθείσες σε βάρος του πράξεις, της δυσφήμισης και εξύβρισης κατ' εξακολούθηση, οι οποίες, τελέστηκαν από τον εγκαλούμενο και ήδη εναγόμενο, την ...-1993 και την 21-5-1993, όταν ο τελευταίος κατέθεσε στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, δύο αιτήσεις, η πρώτη με ημερομηνία ...-1993 και η δεύτερη με αριθμό πρωτοκόλλου και ημερομηνία ...-1993, στις οποίες περιέλαβε δυσφημιστικά σε βάρος του εγκαλούντος και ήδη ενάγοντος, περιστατικά.
Ο εγκαλούμενος και ήδη εναγόμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί στο πενταμελές εφετείο κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για τις άνω πράξεις και μετά από δίκη που διήρκεσε τρεις ημέρες (3,4 και 5-4-2001) εκδόθηκε η υπ' αρ. 302/5-4-01 απόφαση, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του, λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος και ήδη ενάγοντος.
Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης αυτής εκτέθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος όντας δικηγόρος, ύστερα από ρητή γραπτή εντολή γαλλικής καταγωγής πελάτη του, υπέβαλε προς το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, τις από 13 και 21 Μαΐου 1993 αιτήσεις, ζητώντας πληροφορίες για τον εγκαλούντα, που ήταν και αυτός μέλος του ίδιου Δικηγορικού Συλλόγου, προκειμένου να υπερασπίσει, όπως όφειλε, τα συμφέροντα του πελάτη σε συνδυασμό και με την μνήμη του τέως πληρεξουσίου δικηγόρου του (ίδιου) πελάτη Σ.
Ο εγκαλών, θεωρώντας ότι περιέχονται αξιόποινες πράξεις σε βάρος του (που διώκονται μόνο ύστερα από έγκληση) υπέβαλε σε βάρος του κατηγορουμένου: α) την από 7 Φεβρουάριου 1994 έγκληση, που κατατέθηκε στον αρμόδιο εισαγγελέα αυθημερόν και β) την από 8 Απριλίου 1994 έγκληση, που κατατέθηκε αυθημερόν στον εισαγγελέα.
Η πρώτη έγκληση αφορά την πρώτη αίτηση του κατηγορουμένου (15-3- 1993) και η δεύτερη τη δεύτερη αίτηση (21-5-1993). Ο εγκαλών επικαλείται (βλ. α' έγκληση) ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της μεν αντίστοιχης πρώτης αίτησης στις 8 Νοεμβρίου 1993 και της δεύτερης αίτησης 11 Ιανουάριου 1994 (βλ. β' έγκληση). Όμως, και από μόνο το περιεχόμενό της από 25 Μαΐου 1993 αίτησης του εγκαλούντος καθίσταται σαφές ότι δεν δικαιολογείται σε καμμία περίπτωση διαφοροποίηση του χρόνου γνώσης του (εγκαλούντος), αφού με αυτή την αίτηση ζητάει αντίγραφα και των δύο φερόμενων προσβλητικών αιτήσεων του κατηγορουμένου.
Επίσης, είναι σαφές ότι γνώριζε το περιεχόμενο των αιτήσεων και απλώς ζήτησε στις 25 Μαίου 1993 να λάβει αντίγραφα, τα οποία και έλαβε στις 16 Σεπτεμβρίου 1993, μόλις λήφθηκε η ταυτόχρονη 28/16-9-1993, απόφαση του Δ.Σ.Θ. Το ότι λήφθηκαν αυθημερόν τα αντίγραφα καθίσταται σαφές από το ότι δεν χρειάστηκε να επαναληφθεί η ημερομηνία και επί της σημείωσης για τη χορήγησή τους.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εγκαλών είχε την ιδιάζουσα επιμέλεια να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις του Δ.Σ.Θ. και όταν δεν ήταν μέλος του (Δ.Σ.). και είναι εμφανές ότι παρακολούθησε τις συνεδριάσεις που τον αφορούσαν. Ύστερα από τα προαναφερόμενα, για τα οποία πείθεται απόλυτα το Δικαστήριο, το αξιόποινο των σε βάρος του εγκαλούντος φερόμενων αξιόποινων πράξεων, κατ' έγκληση μόνο διωκομένων, έχει εξαλειφθεί, γιατί οι εγκλήσεις υποβλήθηκαν μετά την παρέλευση τριών μηνών (7-2-1994 και 8-4-1994) από τότε που σαφώς έλαβε γνώση για τις πράξεις, που επικαλέστηκε ότι τελέσθηκαν και για το πρόσωπο (κατηγορούμενος) που φέρεται ότι τις τέλεσε (25-5-1993).
Αυτή είναι η κύρια αιτιολογία του Δικαστηρίου. Εν πάσει όμως περιπτώσει το ίδιο ισχύει και με την εκδοχή (τελευταία που δέχεται το δικαστήριο) ότι έλαβε γνώση ο εγκαλών στις 16 Σεπτεμβρίου 1993, ότε έλαβε και αντίγραφο των φερομένων γραπτών αιτήσεων του κατηγορουμένου, που ενεργούσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος γαλλικής καταγωγής πελάτη του".
Στην συνέχεια ο ενάγων με την από 16-5-2001 αίτησή του, την οποία κατέθεσε στον εισαγγελέα εφετών Θεσσαλονίκης και την απηύθυνε στο "Προεδρεύσαντα του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά την δικάσιμο της 4-5.2.2001 και εν αρνήσει του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης", ζήτησε την συμπλήρωση και διόρθωση των υπ' αρ. 297-298-302/2001 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Πενταμελούς Εφετείου, ως προς 81 σημεία, που επεσήμανε στην αίτηση.
Η αίτησή του, αφού απορρίφθηκε από τον πρόεδρο του πενταμελούς εφετείου, εισήχθη στο πενταμελές εφετείο Θεσσαλονίκης για τη δικάσιμο της 19-9-2001. Επί της αίτησης αυτής, η δίκη της οποίας διήρκεσε δύο ημέρες, εκδόθηκε η 610/19- 20/9/2001 απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διόρθωση των προαναφερομένων πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης-απόφασης, σε 15 σημεία.
Κατά τα λοιπά η αίτηση διόρθωσης της απόφασης του ενάγοντος, απορρίφθηκε κατ' ουσία, επειδή αποδείχθηκε ότι κατά την εκδίκαση της ποινικής κατηγορίας σε βάρος του ήδη εναγομένου, ό,τι ελέχθη, αποδόθηκε κατά το δυνατόν επακριβώς και πλήρως, όχι ελλιπώς, όπως επικαλείτο ο εναγόμενος στην αίτησή του. Ο ενάγων στην συνέχεια, ζήτησε και πάλι με αίτησή του της 7-11-01, τη διόρθωση - συμπλήρωση και των τελευταίων υπ' αρ. 610/01 πρακτικών του πενταμελούς εφετείου, ως προς πέντε σημεία που επεσήμανε στην αίτηση.
Την αίτησή του αυτή κατέθεσε όπως και την προηγούμενη στον εισαγγελέα εφετών και την απηύθυνε στον "Προεδρεύσαντα του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά την δικάσιμο της 19-20/9/2001 και εν αρνήσει του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης". Και η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από τον πρόεδρο του πενταμελούς εφετείου, όπως και από το πενταμελές εφετείο Θεσσαλονίκης, που την δίκασε κατ' ουσίαν στην συνέχεια, με την υπ' αρ. 161/20-2-02 απόφασή του.
Αποδείχθηκε επίσης ότι κατά την συνεδρίαση της 19-9-2001 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όταν κρίθηκε η πρώτη αίτηση του ενάγοντος για διόρθωση των πρακτικών της ποινικής δίκης με αριθμό 302/2001, ο εναγόμενος, ο οποίος κλήθηκε κατ' άρθρο 145 παρ. 3 ΚΠΔ, ως διάδικος, εξετάστηκε χωρίς όρκο και μεταξύ των άλλων κατέθεσε:
α) "Αυτό που ο αιτών διέπραξε είναι ότι παρασιώπησε πως είχε λάβει γνώση των αιτήσεων σε κάποια ημερομηνία, πριν από αυτήν που ισχυρίζεται" και β) "Την λέξη "συμμορία" την έχει χρησιμοποιήσει ο αιτών σε τουλάχιστον άλλα δέκα δικόγραφα και την είπε και στο ακροατήριο". Τα παραπάνω κατέθεσε ο εναγόμενος επειδή, στην αίτηση διόρθωσης των πρακτικών - απόφασης που κατέθεσε ο ενάγων και μεταξύ των 81 υπό διόρθωση - συμπλήρωση σημείων, περιλαμβανόταν και σημεία που αφορούσαν α) την απόδειξη του εμπροθέσμου ή μη των εγκλήσεων του ενάγοντος και β) το αν ο ενάγων στην ποινική δίκη σε βάρος του κατηγορουμένου και ήδη εναγομένου ανέφερε την λέξη "συμμορία" αναφερόμενος στον κατηγορούμενο ή την λέξη "ομάς" όπως ο ενάγων ισχυρίστηκε και ζήτησε τη διόρθωση της απόφασης.
Όπως δε αποδεικνύεται από το προπαρατεθέν αιτιολογικό της ποινικής απόφασης υπ' αρ. 297, 298, 302/2001, με την οποία έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για τις πράξεις της εξύβρισης και δυσφήμισης, οι εγκλήσεις του ενάγοντος είχαν κατατεθεί εκπρόθεσμα, αφού ο τελευταίος έλαβε γνώση των αιτήσεων του κατηγορουμένου, που περιείχαν τα δυσφημιστικά γι' αυτόν περιστατικά, σε χρόνο προγενέστερο αυτού που επικαλέστηκε.
Έτσι, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση των αιτήσεων αργότερα, προκειμένου να στηρίξει το εμπρόθεσμο των εγκλήσεών του, αποδείχθηκε ουσία αβάσιμος. Τούτο ακριβώς, ανέφερε και ο εναγόμενος, όταν εξετάστηκε ανωμοτί στο πενταμελές εφετείο: Ότι ο ενάγων έλαβε γνώση των δυσφημιστικών σε βάρος του αιτήσεων, σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που επικαλέστηκε για να στηρίξει το εμπρόθεσμο των αιτήσεών του, πλην όμως το παρασιώπησε.
Συνεπώς, ο εναγόμενος δεν κατέθεσε τίποτε ψευδές, αντίθετα επανέλαβε το αιτιολογικό της υπ' αρ. 297, 298, 302/2001 ποινικής απόφασης, και τούτο έπραξε προφανώς από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε αντικείμενο της δίκης στην οποία κλήθηκε να καταθέσει ήταν μεταξύ των άλλων και η διόρθωση των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης, από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα ή μη του ισχυρισμού του ενάγοντος, αναφορικά με τον χρόνο που έλαβε γνώση των αιτήσεων του εναγομένου.
Σημειώνεται μάλιστα, ότι ο ενάγων με την προαναφερόμενη αίτησή του διόρθωσης των πρακτικών-ποινικής απόφασης, ζήτησε εκτός των άλλων να διαγραφεί και όλο το σκεπτικό της απόφασης, επειδή δεν δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο. Ως εκ τούτου το ως άνω γεγονός που κατέθεσε ανωμοτί ο εναγόμενος, είναι αληθές και δεν κρίνεται δυσφημιστικό, ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αλλά αποτελεί το περιεχόμενο του αιτιολογικού της ποινικής απόφασης, στην οποία όφειλε να αναφερθεί ο εναγόμενος για να επισημάνει το εκπρόθεσμο των, σε βάρος του, εγκλήσεων του ενάγοντος και να απορριφθεί έτσι η αίτηση του τελευταίου, με την οποία επιδιώκοντας τη διαγραφή ολόκληρου του αιτιολογικού της, στόχευε στην πραγματικότητα στην εξαφάνιση της απόφασης με την οποία κρίθηκαν οι εγκλήσεις του εκπρόθεσμες.
Επομένως, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον αναφέρθηκε ο εναγόμενος στο γεγονός της παρασιώπησης εκ μέρους του ενάγοντος του αληθινού χρόνου κατά τον οποίο έλαβε γνώση των σε βάρος του αξιόποινων πράξεων και όχι με σκοπό διάδοσης γεγονότος ικανού να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, σε αόριστο αριθμό προσώπων, που παρακολουθούσαν τη δημόσια συνεδρίαση του δικαστηρίου.
Περαιτέρω, αναφορικά με την φράση του εναγομένου την οποία ανέφερε στην συνεδρίαση του πενταμελούς εφετείου κατά την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης των πρακτικών, σύμφωνα με την οποία: "Την λέξη "συμμορία" την έχει χρησιμοποιήσει ο αιτών σε τουλάχιστον άλλα δέκα δικόγραφα και την είπε και στο ακροατήριο", αποδείχθηκε ότι:
Κατά την συνεδρίαση της 3, 4 και 5/4/2001 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την οποία κρίθηκαν εκπρόθεσμες οι εγκλήσεις του ενάγοντος και εκδόθηκε η υπ' αρ. 297, 298, 302/2001 απόφαση με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του τότε κατηγορουμένου και ήδη εναγομένου, ο τότε πολιτικώς ενάγων και ήδη ενάγων συμπεριέλαβε στην κατάθεσή του στο ακροατήριο, μεταξύ των άλλων και την λέξη "συμμορία" αναφερόμενος στα πρόσωπα που υποκίνησαν την αναφορά σε βάρος του.
Συγκεκριμένα, στη δεύτερη σελίδα του 13ου φύλλου των πρακτικών-απόφασης αναγράφεται ότι καταθέτει "Είναι δε αναφορά που υπεκινήθη από την ίδια συμμορία Σ.". Στην συνέχεια, ο ενάγων με την προαναφερόμενη αίτηση διόρθωσης της ποινικής αυτής απόφασης, όπου περιέχεται η άνω λέξη, ζήτησε με το υπό στοιχείο λβ' σημείο του, να διαγράφει η λέξη "συμμορία" από τα πρακτικά και να τεθεί αντ' αυτής, η λέξη "ομάς".
Το αίτημά του αυτό απορρίφθηκε και η λέξη "συμμορία" δεν απαλείφθηκε από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά επιβεβαιώθηκε πλήρως, και από την 610/2001 απόφαση του πενταμελούς εφετείου. Επομένως, είναι αληθές το γεγονός που κατέθεσε ανωμοτί ο εναγόμενος, ότι την λέξη "συμμορία" ο ενάγων την είπε και στο ακροατήριο.
Αληθές επίσης είναι και το γεγονός που κατέθεσε ο εναγόμενος, ότι ο ενάγων την λέξη "συμμορία", ως έννοια την έχει χρησιμοποιήσει σε τουλάχιστον άλλα δέκα δικόγραφα. Ενδεικτικά αναφέρονται οι από 30-10-1995 προτάσεις με την προσθήκη αντίκρουση, του ενάγοντος ενώπιον του εφετείου Θεσσαλονίκης, σε έφεσή του κατά του Α.
Κ., όπου στο τέλος της πρώτης παραγράφου της τρίτης σελίδας αναφερόμενος και πάλι στην οικογένεια Σ. και συγκεκριμένα στην Μ. Π. και λοιπούς εμφανείς δικηγόρους, εκθέτει (...εις άπασας δε τας κατ' αυτών προτάσεις επαναλαμβάνεται ο αυτός θλιβερός επωδός της υποκαταστάσεως και εντολής ή της παρ' ετέρου πλην του εναγόμενου εντολής, επινοηθείς υπό δρώντος συλλογικώς και πολλαπλώς δεδικτυομένου συνεργείου προς σφετερισμόν και καταστρατήγησιν του δικηγορικού μου μόχθου".
Επίσης, στο έγγραφο υπόμνημα που κατέθεσε ο ενάγων την 26-5-1995 στον πταισματοδίκη, που διενεργούσε προανάκριση σε βάρος του εναγομένου ως κατηγορουμένου και της Μ. Π., στην τελευταία παράγραφο εξέθετε "...-εκ της όλης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων εδημιουργήθη σκάνδαλον, ο ήρχισεν αποκαλυπτόμενον και ο θέλει συμπαρασύρει εις την κατά νόμον τιμωρία ουχί μόνον αυτούς αλλά και όσους υπεκίνησαν αυτούς, συνηργάσθησαν μετ' αυτών ή καθ' οιονδήποτε τρόπον αμέσως ή εμμέσως υπέθαλψαν αυτούς κατά ή μετά την εκτέλεσιν των παρανόμων ενεργειών τους.".
Χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται η λέξη "συμμορία", είναι αυτονόητο ότι σ' αυτήν αναφέρεται ο ενάγων, όταν υποστηρίζει την ύπαρξη δρώντος συλλογικά δικτυομένου συνεργείου με σκοπό την καταστρατήγηση και τον σφετερισμό του δικηγορικού του μόχθου, καθώς και όταν αναφέρεται σε όλους όσους υποκίνησαν και συνεργάστηκαν με τους κατηγορούμενους, κατά την εκτέλεση ή μετά την εκτέλεση των παράνομων ενεργειών τους.
Όταν επομένως, ο εναγόμενος το 2001 κατέθεσε ότι ο ενάγων σε άλλα δέκα δικόγραφα χρησιμοποίησε την λέξη συμμορία, δεν αποδείχθηκε ότι κατέθεσε ψέματα. Το γεγονός δε αυτό δεν ήταν δυσφημιστικό για τον ενάγοντα ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, αντίθετα αναφέρθηκε από τον εναγόμενο στο δικαστήριο, που έκρινε επί του ζητήματος διόρθωσης των πρακτικών και ως προς το αν ειπώθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα η λέξη "συμμορία", ώστε να αξιολογηθεί από το δικαστήριο και να κριθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Επιπλέον, από τις προαναφερόμενες δύο φράσεις του εναγομένου, αναφορικά με την παρασιώπηση του πραγματικού χρόνου γνώσης των αξιόποινων πράξεων, εκ μέρους του ενάγοντος και την αναφορά εκ μέρους του, της λέξης "συμμορία", δεν αποδείχθηκε σκοπός εξύβρισης του ενάγοντα, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής του με αμφισβήτηση της ηθικής, επαγγελματικής, ή κοινωνικής του αξίας, αφού τα αναφερόμενα στην δίκη διόρθωσης- συμπλήρωσης των πρακτικών και της ποινικής απόφασης, από τον εναγόμενο, ήταν αντικειμενικά αναγκαία για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης του, επιπλέον, δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της έκφρασης, ενώ ο τρόπος εκδήλωσης της συμπεριφοράς του με την κατάθεση των περιστατικών αυτών στην συγκεκριμένη δίκη, ήταν αντικειμενικά αναγκαίος ως έκφραση της δυνατότητας προσφυγής των πολιτών στη δικαιοσύνη..." Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς τα τμήματα της ανώμοτης κατάθεσης του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τα οποία κατέθεσε:"αυτό που ο αιτών διέπραξε είναι το ότι παρασιώπησε πως είχε λάβει γνώση των αιτήσεων σε κάποια ημερομηνία, πριν απ' αυτήν που ισχυρίζεται" και β) "Την λέξη "συμμορία" την...είπε και στο ακροατήριο", ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 225 παρ.1,363, 362, 361, 367 ΠΚ, (όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο), τις οποίες δεν παραβίασε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο αναιρεσίβλητος, με την κατάθεση των ανωτέρω δεν προσέβαλε παράνομα και υπαίτια τον αναιρεσείοντα στο δικαίωμα στην προσωπικότητά του, γιατί τα αναφερθέντα είναι αληθή, ο αναιρεσίβλητος τα κατέθεσε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και δεν είχε σκοπό εξύβρισης του αναιρεσείοντος, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και συνεπώς δικαιολογούσαν την παραδοχή της σχετικής ένστασης του αναιρεσιβλητου και την απόρριψη της ένδικης αγωγής.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι στις 19/9/2001 ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, εξεταζόμενος χωρίς όρκο, κατά το άρθρο 145 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκαζε την από 16/5/2001 αίτηση του αναιρεσείοντος, επίσης δικηγόρου, για συμπλήρωση και διόρθωση των υπ' αριθ. 297-298-302/2001 πρακτικών και απόφασης του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απόφαση έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ποινική δίωξη για τα ποινικά αδικήματα της δυσφήμισης και εξύβρισης κατ' εξακολούθηση σε βάρος του αναιρεσείοντος, που είχε ασκηθεί για τα αναφερόμενα από αυτόν στις από 13/5/1993 και 21/5/1993 αιτήσεις του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, η οποία ποινική δίωξη είχε ασκηθεί με βάση τις από 7/2/1994 και 8/4/1994 αντίστοιχες εγκλήσεις του αναιρεσείοντος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, και τα ανωτέρω αναφερόμενα.
β) Ότι τα κατατεθέντα είναι αληθινά, 1) γιατί ο αναιρεσείων έλαβε γνώση του περιεχομένου των από 13/5/1993 και 21/5/1993 ανωτέρω αιτήσεων του αναιρεσιβλήτου όχι στις 8/11/1993 και 11/1/1994 αντιστοίχως, που επικαλείται, αλλά στις 21/5/1993, που υπέβαλε αίτηση προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, για να λάβει αντίγραφα των δύο αιτήσεων, σε κάθε περίπτωση δε έλαβε γνώση στις 16/9/1993, που πήρε στην κατοχή του τα αντίγραφα αυτά, σύμφωνα με την υπ' αρ. 28/16-9-1993 απόφαση του ανωτέρω Συλλόγου, που έκανε δεκτή την αίτησή του και συνεπώς ισχυρισθείς ότι οι εγκλήσεις του είχαν υποβληθεί εντός της νόμιμης προθεσμίας κατά τους ανωτέρω χρόνους, παρασιώπησε το γεγονός ότι είχε λάβει γνώση του περιεχομένου των αιτήσεων του αναιρεσιβλήτου σε προγενέστερο χρόνο αυτού που επικαλέστηκε και 2) γιατί ο αναιρεσείων κατά την κατάθεσή του στο Πενταμελές Εφετείο, που εξέδωσε την υπ' αρ. 297-298-302/2001 απόφαση κατέθεσε, αναφερόμενος στην αναιρεσίβλητο, τη λέξη "συμμορία" και όχι τη λέξη "ομάς", όπως επικαλέστηκε ότι είπε στην αίτηση διόρθωσης.
γ) Ότι τα ανωτέρω κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αφού κλήθηκε από το Δικαστήριο να καταθέσει στην αίτηση συμπλήρωσης και διόρθωσης της υπ' αρ. 297-298-302/2001 απόφασης ως διάδικος, αφού ήταν κατηγορούμενος στη δίκη και όσα καταθέσει συνέχονταν με το αντικείμενο της αίτησης διόρθωσης και συμπλήρωσης της απόφασης.
δ) Ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε σκοπό εξύβρισης του αναιρεσείοντος, αφού τα κατατεθέντα ήταν αντικειμενικά αναγκαία για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης του και δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο έκφρασης αυτής. Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο το Εφετείο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε και ιδίως την αναφορά του ιστορικού της διαφοράς των διαδίκων, την αναφορά ότι οι εγκλήσεις του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου υποβλήθηκαν για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και κατέληξαν στις ανωτέρω αποδοθείσες στον αναιρεσίβλητο αξιόποινες πράξεις μετά την έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προέβαλε από την αρχή τον ισχυρισμό ότι οι εγκλήσεις του ήταν εκπρόθεσμες δεδομένου ότι, τα ανωτέρω στοιχεία, δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αιτιολογίας για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, καθόσον το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων καλύπτεται πλήρως από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως και δεν καταλείπονται αμφιβολίες, ώστε να επιδέχεται αυτή μομφή για ασάφεια ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της.
Επομένως, οι πρώτος, τέταρτος πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος και έκτος κατά το σκέλος που αφορά τα ανωτέρω κατατεθέντα, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι δε και από τους αριθμούς 8 και 20 του ιδίου άρθρου, κατά την νοηματική εκτίμηση των λόγων) πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμοι.
Οι περιεχόμενες στους ίδιους ως άνω λόγους αιτιάσεις, ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η απόφαση, γιατί δεν δέχθηκε κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και παραβίασε μη κατονομαζόμενα ειδικότερα διδάγματα της κοινής πείρας, όπως αναφέρεται στους λόγους αυτούς, είναι απαράδεκτες, επειδή υπό την επίκληση των από το ανωτέρω άρθρο πλημμελειών, ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα από τον αναιρεσίβλητο ήταν αληθινά.
Τέλος απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 (όχι δε και 8,19 και 20) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την παράθεση στην αρχή της απόφασης του αιτητικού της αγωγής του, παρέλειψε να αναφέρει το πρώτο αίτημα αυτής, με το οποίο ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι δεν διέπραξε παρασιώπηση του χρόνου που έλαβε γνώση του περιεχομένου των δύο επιδίκων αιτήσεων του αναιρεσιβλήτου προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, γιατί η διάταξη που πλήττεται δεν είναι διάταξη ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου και συνεπώς η παραβίασή της δεν γεννά τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, και γιατί σε κάθε περίπτωση, από το συνολικό περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο, παρά την μη ρητή αναφορά στο αίτημα αυτό, κατά την έκθεση του περιεχομένου της αγωγής και παρά την μη απόφανση για την νομιμότητά του κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, εν τοις πράγμασι εξέτασε και απέρριψε και το αίτημα αυτό, αφού απέρριψε συνολικά την αγωγή.
Περαιτέρω όμως, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς το τμήμα της ίδιας ανώμοτης κατάθεσης του αναιρεσιβλητου ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το οποίο είπε: "Την λέξη "συμμορία" την έχει χρησιμοποιήσει ο αιτών σε τουλάχιστον άλλα δέκα δικόγραφα...", στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα 'του αληθούς του ισχυρισμού αυτού και ακολούθως της μη προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος με την φράση αυτή, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ιδίων ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Συγκεκριμένα: Α) Ενώ σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ο αναιρεσίβλητος στην κατάθεσή του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο δικαζόταν η επίδικη αίτηση συμπλήρωσης - διόρθωσης της 297, 298, 302/2001 απόφασης, με κρίσιμο ζήτημα διόρθωσης και το αν ο αναιρεσείων χρησιμοποίησε τη λέξη "συμμορία" Σ., που αναγράφεται στα πρακτικά, ή τη λέξη "ομάς" Σ., όπως ζητούσε να διορθωθούν τα πρακτικά ο αναιρεσείων, κατέθεσε ότι τη λέξη "συμμορία" ο αναιρεσείων την έχει χρησιμοποιήσει σε τουλάχιστον άλλα δέκα δικόγραφα και ενώ η απόφαση δέχεται ότι είναι αληθής η κατάθεση αυτή, ακολούθως αντιφατικά δέχεται ότι στα δικόγραφα αυτά δεν χρησιμοποίησε ακριβώς τη λέξη "συμμορία" αλλά άλλες λέξεις που αποδίδουν την έννοια της συμμορίας.
Β) Στη συνέχεια με ελλιπείς αιτιολογίες παραθέτει το περιεχόμενο μόνο δύο από τα τουλάχιστον 10 έγγραφα, που δέχεται ότι είχε συντάξει ο αναιρεσείων, χωρίς καμία αναφορά στα υπόλοιπα οκτώ έγγραφα, που περιλαμβάνουν, κατά τις παραδοχές του, τη λέξη "συμμορία" ως έννοια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν οι χρησιμοποιηθείσες εκεί εκφράσεις αντιστοιχούν στην έννοια της "συμορρίας", που αποτελεί ποινικό αδίκημα, όπως προαναφέρθηκε ή όχι, ενώ και για τα δύο έγγραφα που παραθέτει το επίδικο περιεχόμενό τους δεν εξηγεί επαρκώς γιατί, με τους αναφερόμενους εκεί ισχυρισμούς του ο αναιρεσείων αποδίδει στους εκεί αντιδίκους του την έννοια της "συμμορίας" και όχι της "ομάδας", που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ενόψει μάλιστα και του ότι η έννοια της συμμορίας, επειδή αυτή αποτελεί ποινικό αδίκημα, είναι κατά πολύ εντονότερα απαξιωτική, αν είχε χρησιμοποιηθεί από τον αναιρεσείοντα για τους αντιδίκους του, γιατί, αναφέρεται στην ένωση για διάπραξη αδικημάτων από αυτούς, κατά την διατύπωση του προισχύσαντος ΠΚ, ήδη δε στην οργάνωση για διάπραξη αδικημάτων.
Γ) Ενώ το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος είναι δικηγόρος, ο οποίος συνεπώς έχει, κατά τεκμήριο, την ικανότητα να κρίνει για τη βαρύτητα και τις συνέπειες των κατατεθέντων από αυτόν και ενώ επίσης δέχεται ότι δεν ήταν αντικείμενο της αίτησης διόρθωσης - συμπλήρωσης, που είχε υποβάλλει ο αναιρεσείων, το εάν ο αυτός είχε περιλάβει τη λέξη "συμμορία" και σε άλλα 10 δικόγραφα αυτού, όμως ακολούθως, με ελλιπείς αιτιολογίες α) δέχεται ότι η επίδικη αναφορά αυτή του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν δυσφημιστική για τον αναιρεσείοντα, επίσης δικηγόρο, αφού δεν ήταν ικανή να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, αν και τον εμφανίζει ως δικηγόρο, ο οποίος εξακολουθητικά χρησιμοποιεί στα δικόγραφα που συντάσσει τη λέξη "συμμορία" για τους αντιδίκους του και β) δέχεται επίσης ότι δεν υπήρχε ούτε σκοπός εξύβρισης του αναιρεσείοντος, αν και έχει παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταστεί κατηγορούμενος μετά από δύο κατ' αυτού εγκλήσεις του αναιρεσείοντος και ότι η επίδικη ποινική διαδικασία και συνεπώς και η αντιδικία των νυν διαδίκων, που είχε αρχίσει το έτος 1993, είχε ήδη διαρκέσει οκτώ χρόνια.
Επομένως, ο έκτος, κατά το αντίστοιχο μέρος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019).
Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Με τον πέμπτο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις με αριθ. πρωτ. ...-1993 και ...-1993 αιτήσεις του αναιρεσιβλήτου και την ...-1993 αίτηση του ιδίου προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης (Δ.Σ.Θ.), τα υπ' αρ. ...-1993 και ...-1993 φύλλα πρωτοκόλλου του Δ.Σ.Θ., την 3260/3-4-2001 αίτηση του αναιρεσιβλήτου και την ...-2001 βεβαίωση του Δ.Σ.Θ.
και τέσσερις αποδείξεις ξενοδοχείων και αγοράς ειδών διατροφής, τα οποία έγγραφα επικαλέστηκε με αριθμούς σχετικών 14, 15, 57, 58, 59, 60, 60 α', 60 β', 60 γ' και 60 δ' και τα προσκόμισε στο Εφετείο, από τα οποία αποδεικνυόταν, τόσον πότε έλαβε γνώση του περιεχομένου των κατ' αυτού επιδίκων αιτήσεων του αναιρεσιβλήτου προς τον Δ.Σ.Θ., όσο και το ότι δεν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη στις 16/9/1993, όταν συνεδρίασε το Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Θ.
και αποφάσισε να του χορηγήσει αντίγραφα των αιτήσεων αυτών και έτσι έκρινε ότι είναι αληθές το κατατεθέν από τον αναιρεσίβλητο ότι παρασιώπησε τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε γνώση του περιεχομένου των αιτήσεων και απέρριψε την αγωγή του κατά το μέρος αυτό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, ενόψει και του ότι ορισμένα τούτων αναφέρονται ρητά στην απόφαση, υπό την επίκληση δε της από το άρθρο αυτό πλημμέλειας, ο αναιρεσείων ουσιαστικά πλήττει απαραδέκτως την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου για τον χρόνο, κατά τον οποίο ο ίδιος έλαβε γνώση του περιεχομένου των δύο αιτήσεων του αναιρεσιβλήτου προς τον ΔΣΘ.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς την υπ' αρ. 1039/2017 απόφαση, και, χωρίς να ερευνηθεί ο έβδομος λόγος αναίρεσης της υπ' αρ. 2623/2017 απόφασης, που αφορά τα δικαστικά έξοδα της απόφασης αυτής, η εξέταση του οποίου παρέλκει, γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του έκτου λόγου που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς την υπ' αρ. 2623/2017 απόφαση και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, κατά το ανωτέρω μέρος της, κατά το οποίο έγινε δεκτός ο έκτος λόγος αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 20-11-2019 αίτηση του Π. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1039/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
- Δέχεται την ίδια αίτηση ως προς την υπ' αριθμ. 2623/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
- Αναιρεί την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
- Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
Και
- Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ