Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and failure to prove evidence was ignored by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision due to procedural defects and lack of evidence. The appellant argued the lower court ignored specific documents but failed to identify them or prove they were submitted. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 128 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging the lower court ignored evidence is inadmissible if the appellant fails to specify the documents, prove they were submitted, and demonstrate their critical importance to the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1355 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1355/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ Ε. Π. Χ. Κ. Φ. Π. B. I. A..E.., που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στεφανογιάννη Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-8-2009 και 31-5-2010 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5624/2012 του ίδιου δικαστηρίου, 4320/2013 του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 166/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 10/11/2014 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4320/2013 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών. Στην συνέχεια ασκήθηκε η από 20-12-2016 αίτηση αναψηλάφησης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5141/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, που ορίζει πως γίνεται η επίδοση στην κατοικία του προς όν η επίδοση "Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία, α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς όν η επίδοση, μπροστά σε ένα μάρτυρα.
Σε περιπτώσεις πολυκατοικιών, οι οποίες είναι κλειστές και δεν είναι δυνατόν να κολληθεί το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, η επικόλληση μπορεί να γίνεται κατά τα ανωτέρω και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας, β) το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης, που αναφέρεται στο άρθρο 140 παράγραφος 1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα.
Το αντίγραφο που παραδόθηκε φυλάγεται σε ιδιαίτερο φάκελο στο υπηρεσιακό γραφείο, όπου υπηρετεί εκείνος που το παρέλαβε, γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, σύμφωνα με την περίπτωση β', εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης.
Η ειδοποίηση ταχυδρομείται με έξοδα εκείνου που ζητεί να γίνει η επίδοση. Το γεγονός ότι ταχυδρομήθηκε η ειδοποίηση βεβαιώνεται με απόδειξη, την οποία συντάσσει και υπογράφει ατελώς, κάτω από την επιδοτήρια έκθεση της παραγράφου 1 του άρθρου 140, εκείνος που ενεργεί την επίδοση. Η βεβαίωση πρέπει να αναφέρει το ταχυδρομικό γραφείο, με το οποίο έστειλε την ειδοποίηση, και τον υπάλληλο που την παρέλαβε, ο οποίος προσυπογράφει τη βεβαίωση.
Ύστερα από προφορική αίτηση του παραλήπτη, η αρχή στην οποία είχε παραδοθεί το αντίγραφο, σύμφωνα με την άνω περίπτωση β` του παρόντος, του το παραδίδει, με έγγραφη απόδειξη που συντάσσεται ατελώς", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 136 παρ. 2 του ιδίου κώδικα "Στις επιδόσεις του άρθρου 128 παράγραφος 4 η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, με την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή με τα στοιχεία β' και γ'".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση απουσίας από την κατοικία του του προσώπου στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, η επίδοση συντελείται με τη θυροκόλληση του εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας του, εφόσον τηρηθούν και οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων β' και γ' του άρθρου 128 παρ. 4 του ΚΠολΔ και όχι με την παράδοσή του στο αστυνομικό τμήμα ή με την ταχυδρόμησή του (ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 1908/2008) και συνεπώς η θυροκόλληση αυτή αποτελεί την εναρκτήρια ημερομηνία για των υπολογισμό των προθεσμιών, που εκκινούν από την επίδοση.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α` του Ν. 1157/12-5-1981 "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επομένη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει στις 7:00` μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας".
Από τη σαφή διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, όπως και της ομοίας διατάξεως του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διατάξεις αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την συζήτηση της υπόθεσης ή την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε, αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή με Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα (7:00` μ.μ.) της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985, ΑΠ 527/2022, ΑΠ 956/2021).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των εξήντα (60) ημερών, που ορίζεται από την διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ ότι πρέπει να έχουν παρέλθει από την επίδοση της κλήσεως και μέχρι την δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 792/2023, ΑΠ 379/2008). Επομένως, αν η τελευταία (60ή), πριν από την ορισθείσα δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη επίδοση της κλήσης για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς, αν ο διάδικος στον οποίο έγινε η επίδοση απουσιάζει, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζομένες από την αναιρεσίβλητη υπ. αριθ. 10.627 και 10.628/9-1-2023 αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Σακκά, αποδεικνύεται ότι α) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 29/7/2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού της 29/5/2023 ως δικασίμου της αίτησης και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή και β) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αρ. 98/23-3-2022 Πράξης του Προέδρου του Α-2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή της από 10/3/2022 αίτησης του αναιρεσείοντος, ορίστηκε ως νέα δικάσιμος της αίτησης αναίρεσης η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης (13/3/2023), μαζί με κλήση για συζήτηση της αναίρεσης στην ορισθείσα ως άνω νέα δικάσιμο, επιδόθηκαν με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στον αναιρεσείοντα, με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην αίτηση αναίρεσης κατοικία του, ενώ την ίδια ημέρα (9-1-2023) παραδόθηκαν αντίγραφα των ανωτέρω δύο εγγράφων στον προϊστάμενο του αρμοδίου αστυνομικού τμήματος Αγίου Παντελεήμονος Αττικής και την επόμενη ημέρα (10-1-2023) στάλθηκαν αντίστοιχες συστημένες επιστολές στον αναιρεσείοντα από το κεντρικό ταχυδρομικό γραφείο Αθηνών, που περιείχαν τα απαιτούμενα από το άρθρο 128 παρ. 4 εδ.
γ' ΚΠολΔ στοιχεία. Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η επίδοση συντελέστηκε με την θυροκόλληση των ανωτέρω εγγράφων και όχι με την αποστολή των συστημένων επιστολών και συνεπώς ο αναιρεσείων κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την τελευταία αυτή δικάσιμο (13-3-2023), δεδομένου ότι η προθεσμία των 60 ημερών άρχισε από την επομένη της θυροκόλλησης ημερομηνία(10-1-2023) και συμπληρώθηκε στις 10/3/2023 ημέρα Παρασκευή και ώρα 7:00` μ.μ και δεν άρχισε από την επομένη της αποστολής των συστημένων εγγράφων ημερομηνία (11/1/2023), οπότε και θα ήταν εκπρόθεσμη, αφού η εξηκοστή ημέρα (11/3/2023) είναι ημέρα Σάββατο και επειδή και η επόμενη ημέρα είναι αργία (Κυριακή) η προθεσμία θα έληγε στις 13/3/2023 ημέρα Δευτέρα και ώρα 7:00` μ.μ., δηλαδή μετά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που έγινε στις 9.30 π.μ.
της τελευταίας αυτής ημερομηνίας. Επομένως, αφού ο αναιρεσείων κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα αλλά δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή(13/3/2023) , όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ. Πολ.
Δ. ), δεδομένου ότι στον φάκελλο της δικογραφίας υπάρχει το υπ' αρ. 16.900/6-10-2021ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κούσουλα, με το οποίο ο αναιρεσείων ενέκρινε την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Αθηνών Χαράλαμπο Κατσιβαρδά να προσδιορίσει δικάσιμο της αίτησης αυτής και να τον εκπροσωπήσει κατά την συζήτησή της.
Από τη διάταξη του άρθρου 538 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "με αναψηλάφηση, μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου, εφόσον δικάζει κατ` ουσία", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 551 του ιδίου κώδικα , σύμφωνα με την οποία "κατά της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης επιτρέπονται ένδικα μέσα, εφόσον η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα", προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και κατά της απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε σε δίκη αναψηλάφησης προηγούμενης απόφασής του, αφού είναι επιτρεπτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης και κατά της απόφασης, που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη, της οποίας ζητήθηκε η αναψηλάφηση (ΑΠ 1275/2021, ΑΠ 820/2019).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, υπ' αριθ. 5141/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 20/12/2016 αίτηση αναψηλάφησης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 4320/2013 τελεσίδικης απόφασης του ιδίου Εφετείου, με την οποία α) έγινε δεκτή μόνο ως προς τη διάταξη της για τα δικαστικά έξοδα και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η από 22/1/2013 έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η εκκαλουμένη υπ' αρ. 5624/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που είχε απορρίψει την από 4/8/2009 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης και β) έγινε δεκτή η ίδια έφεση του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος της που αφορούσε την από 31/5/2010 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφανίστηκε η ίδια εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος αυτό, απορρίφθηκε και η αγωγή αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 538,551,552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η δε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την διάταξη αυτή, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1215/2021), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.
ΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού παρέθεσε αναλυτικά την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "...Επιπλέον η άνω εφετειακή απόφαση (ενν. η απόφαση, οποία προσβάλλεται με την αίτηση αναψηλάφησης) έκρινε επί της από 31.5.2010 αγωγής (ενν.
του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης) ότι οι από 7.9.2005, από 1.10.2005 και από 27.4.2006 καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις φέρουν τον χαρακτήρα συμβάσεων παροχής εκ μέρους του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) ανεξαρτήτων υπηρεσιών, καθόσον από το περιεχόμενό τους προκύπτει ότι τα μέρη απέβλεπαν στην εργασία του ενάγοντος και όχι σε κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, και στη συνέχεια κρίνοντας επί της ουσίας την άνω αγωγή δέχτηκε ότι στις 18.1.2007 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης των συμβάσεων, με το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν την πρόωρη λύση και των τριών ως άνω συμβάσεων, με ταυτόχρονη καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 100.000 ευρώ και ρητή παραίτηση των συμβαλλομένων μερών από τυχόν εκατέρωθεν αξιώσεις.
Επίσης δέχτηκε ότι με βάση αυτό το ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο ενέχει έγκυρη παραίτηση του ενάγοντος από όλες τις αξιώσεις του που απορρέουν από τις άνω συμβάσεις, δεν υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) να καταβάλει σ' αυτόν τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατά την κατάρτιση του από 18.1.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμεταλλεύτηκε κάποια οικονομική ανάγκη του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος ισχυρίστηκε καθ' υποφορά με την αγωγή του.
Για την διατύπωση αυτής της κρίσης του αξιολόγησε την ανυπαρξία χρεών του ενάγοντος, την ανυπαρξία σχετικών μαρτυρικών καταθέσεων και το γεγονός ότι ο ενάγων είχε στην κυριότητά του σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία, η οποία περιγράφεται στην απόφαση. Ο αιτών την αναψηλάφηση προσκομίζει ως νέα έγγραφα στην παρούσα δίκη, ικανά να αποδείξουν τον ισχυρισμό του περί εκμεταλ(λ)εύσεως από την καθ' ης της οικονομικής του ανάγκης, αντίγραφα δύο επιταγών της Τράπεζας "Eurobank EFG" εκδόσεώς του, σε διαταγή του συνεργάτη του Ο.
Κ., και ειδικότερα της υπ' αριθμ. 00054881-2 επιταγής ποσού 200.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεώς την 15.11.2006, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου εξοφλήθηκε και της υπ' αριθμ. 00066217- 8 επιταγής ποσού 210.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεώς την 19.1.2007. Όμως, μόνο από αυτές τις επιταγές δεν προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη του ισχυρισμού του αιτούντος ότι αυτός κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε αδήριτη οικονομική ανάγκη, την οποία μάλιστα εκμεταλλεύτηκε κατά τρόπο καταπλεονεκτικό η καθ' ης.
Οι επιταγές αυτές αποδεικνύουν μεν την ύπαρξη κάποιας οικονομικής υποχρεώσεως, όχι όμως και τους λοιπούς ισχυρισμούς του αιτούντος, όπως το μέγεθος της οικονομικής αδυναμίας, την γνώση της από την καθ' ης και την εκμετάλ(λ)ευσή της, προς απόδειξη των οποίων πρέπει να γίνει συνδυασμός των εγγράφων αυτών με τα άλλα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Συνεπώς, η εύρεση των εν λόγω επιταγών, αφού αυτές δεν έχουν τον χαρακτήρα του κρίσιμου εγγράφου, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναψηλάφησης της άνω απόφασης του Εφετείου. Αλλά ούτε και η από 24.7.2016 απειλητική επιστολή του Ο. Κ. προς τον αιτούντα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για το σκοπό αυτό, δεδομένου ότι αυτή δεν υπήρχε καν κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ως τούτου δεν αποτελεί νέο έγγραφο, υπό την έννοια που απαιτεί ο νόμος για την ίδρυση του προβλεπόμενου από το άρθρο 544 αρ. 7 λόγου αναψηλάφησης". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον τέταρτο λόγο αναψηλάφησης, στον οποίο ο ήδη αναιρεσείων είχε ισχυρισθεί ότι πήρε στην κατοχή του, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναψηλάφησης απόφαση, νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία και την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε και ακολούθως απέρριψε και την αίτηση αναψηλάφησης συνολικά, αφού οι λοιποί τρείς λόγοι της είχαν απορριφθεί προηγουμένως ως απαράδεκτοι.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από μη κατονομαζόμενο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου από το αριθμό 1 του άρθρου αυτού, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν έλαβε καθόλου υπόψη του, άλλως παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων δεν παραθέτει καθόλου, ούτε σε περίληψη, τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, και δεν αναφέρει τον κανόνα δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, την έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη έννοια, που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Εφετείο είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, τον προσδιορισμό των διδαγμάτων της κοινής πείρας και τον τρόπο κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 εδ. γ' (και όχι και 19)του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "εις ουδεμία απολύτως μνεία προβαίνει για τα ποία από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα έγγραφα έλαβε ή όχι υπόψη του".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο δεν αναφέρει : α) τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά τους και το περιεχόμενό τους. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα έγγραφα αυτά στο δικαστήριο. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 29/7/2021 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5141/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ