Legislator Case Law & Legislation
1355/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment due to lack of grounds and insufficient reasoning.

Case Number 1355/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Nafplion. The appellant argued that the lower court failed to adequately analyze specific defense arguments and provided insufficient reasoning for its findings of fact. The court rejected these claims, stating that the Third Instance Court thoroughly established the elements of intent and causal link required for liability, rendering the appellant's arguments baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 914 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the grounds are unfounded and the lower court's reasoning is sufficient and clear.

Keywords

AI generated
cassation appeal insufficient reasoning unfounded grounds civil liability causal link Third Instance Court Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1355 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1355/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Λ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ε. Π. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Μάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-10-2003 και 27-5-2005 αγωγές της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2007 μη οριστική, 385/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 308/2014, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, και 566/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου ασκήθηκαν και συνεκδικάστηκαν α) η από 1-10-2003 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος και του (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Α. Δ. και β) η από 27-5-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των δύο αναιρεσιβλήτων, ήτοι της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας και του νομίμου εκπροσώπου της, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθμ. 385/2010 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η (δεύτερη) αγωγή του αναιρεσείοντος και έγινε εν μέρει δεκτή η (πρώτη) αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησαν εφέσεις η πρώτη αναιρεσίβλητη (ενάγουσα στην από 1-10-2003 αγωγή) και ο αναιρεσείων (εναγόμενος στην ανωτέρω αγωγή και ενάγων στην από 27-5-2005 αγωγή), εκδόθηκε δε επ' αυτών, ερήμην του ήδη μη διάδικου Α. Δ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δέχθηκε τις εφέσεις, εξαφάνισε εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και δη μόνον καθό μέρος αυτή έκρινε επί της από 1-10-2003 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την ανωτέρω αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδη σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με την αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ΑΚ και 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.

Ειδικότερα, η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος ή επιχειρούντος την πράξη και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή του ωφελούμενου από την πράξη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 201/2021, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 916/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα της υπό στοιχείο (I) αγωγής - πρώτη εναγομένη της υπό στοιχείο (II) αγωγής ομόρρυθμη εταιρία (πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία δραστηριοποιείται στον παραγωγικό τομέα της κατασκευής σωλήνων γεωτρήσεων, διατηρώντας για το σκοπό αυτό αντίστοιχη βιοτεχνική επιχείρηση στο δημοτικό διαμέρισμα ...

του Δήμου ..., με διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της από το έτος 1995 τον δεύτερο εναγόμενο της υπό στοιχείο (II) αγωγής, Ε. Π. του Κ. (δεύτερο αναιρεσίβλητο), ενδιαφερόμενη για την προμήθεια μίας εργοστασιακής μηχανής - "φιλτρομηχανής", τύπου 6000/6-12 για την παραγωγή σωλήνων γεωτρήσεων, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης σε φιλική συζήτηση, που είχε ο πατέρας του διαχειριστή αυτής και ιδρυτής της, με τον ενάγοντα της υπό στοιχείο (II) αγωγής - πρώτο εναγόμενο της υπό στοιχείο (I) αγωγής Β.

Λ. (αναιρεσείοντα), στα πλαίσια φιλικής και εμπορικής σχέσης που τους συνέδεε, καθώς ο τελευταίος διατηρούσε από το 1990 και τουλάχιστον κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι και το έτος 2002, επιχείρηση με αντίστοιχη με την ανωτέρω εταιρεία, επαγγελματική δραστηριότητα στην περιοχή ... του Νομού Αχαΐας, έχοντας επί πολλά έτη εμπορική συνεργασία με αυτήν (ως άνω ομόρρυθμη εταιρία), ήλθε σε επαφή μέσω του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, τον μήνα Μάιο του έτους 2001 με τον πρώτο εναγόμενο της υπό στοιχείο (I) αγωγής με πρωτοβουλία του τελευταίου.

Εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι τέτοιου τύπου εργοστασιακές μηχανές για την βιοτεχνική παραγωγή σωλήνων γεωτρήσεων, κατασκευάζει ο δεύτερος εναγόμενος της υπό στοιχείο (I) αγωγής Α. Δ., μηχανολόγος, ο οποίος, όπως του ανέφερε, διατηρούσε για το σκοπό αυτό σχετική εγκατάσταση μηχανουργείου κατασκευής μηχανημάτων σε περιοχή των Πατρών, κερδίζοντας πολλά χρήματα από την εργασία του αυτή, έχοντας αποκτήσει πελατεία και σημαντική ακίνητη περιουσία, ήταν δε φερέγγυος ώστε να δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σε περίπτωση, κατά την οποία η ενάγουσα της υπό στοιχείο (I) αγωγής του ανέθετε την κατασκευή της συγκεκριμένης μηχανής, καθόσον είχε λόγω της εμπειρίας του και των επαγγελματικών προσόντων του, αυτή τη δυνατότητα και την υλικοτεχνική υποδομή τέτοιων κατασκευών.

Μετά από αυτά και με δεδομένη την, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, αναζήτηση από την ενάγουσα της υπό στοιχείο (I) αγωγής τέτοιου είδους μηχανής, το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου 2001, αμφότεροι οι εναγόμενοι της υπό στοιχείο (I) αγωγής, επισκέφτηκαν τις εγκαταστάσεις της ενάγουσας εταιρείας, διαβεβαιώνοντας εκ νέου το νόμιμο εκπρόσωπό της και διαχειριστή της - δεύτερο εναγόμενο υπό στοιχείο (II) αγωγής, ως προς την ανωτέρω επαγγελματική αρτιότητα και υλικοτεχνική υποδομή, αλλά και φερεγγυότητα του δευτέρου εξ αυτών και έτσι στις 16.7.2001 υπογράφηκε μεταξύ του διαχειριστή της ενάγουσας της υπό στοιχείο (I) αγωγής και του δευτέρου εναγομένου της ίδιας αγωγής ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου, δυνάμει του οποίου ο τελευταίος ανέλαβε, ως εργολάβος, την υποχρέωση να κατασκευάσει με δικά του υλικά για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας, ως εργοδότριας, μια "φιλτρομηχανή" τύπου 6000/6-12 με χρόνο παράδοσης εντός έξι μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, ενώ η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήλθε στο ποσό των 27.000.000 δραχμών.

Χάριν καταβολής του ανωτέρω ποσού της αμοιβής, η ενάγουσα εταιρεία της υπό στοιχείο (I) αγωγής, εξέδωσε ως προκαταβολή της ανωτέρω εργολαβικής αμοιβής, εις διαταγή του ως άνω εργολάβου, τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές, με χρόνους έκδοσης μίας έκαστης αυτών 30.9.2001, 15.10.2001, 30.10.2001, 15.11.2001 και 30.11.2001, αντίστοιχα, ποσού 1.000.000 δραχμών οι δύο πρώτες από αυτές και ποσού 2.000.000 δραχμών κάθε μία από τις οι υπόλοιπες και συνολικού ποσού 8.000.000 δραχμών ή 23.447,62 ευρώ, πληρωτέες από τον υπ' αριθμ. ...

εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσε η ενάγουσα της υπό στοιχείο (I) αγωγής στην Τράπεζα με την επωνυμία "ΑΕΡΗΑ ΒΑΝΚ". Ακολούθως, οι εν λόγω επιταγές μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση από τον δεύτερο εναγόμενο της υπό στοιχείο (I) αγωγή - εργολάβο στον πρώτο εναγόμενο της ίδιας αγωγής, πλην της υπ' αριθμ. ...

επιταγής, ποσού 1.000.000 δρχ. με χρόνο έκδοσης την 15.10.2001 την οποία μεταβίβασε με τον ίδιο τρόπο στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "....". Οι κομιστές των παραπάνω επιταγών τις εμφάνισαν προς πληρωμή στις 1.10.2001, 16.10.2001, 30.10.2001, 15.11.2001 και 3.12.2001 αντίστοιχα, με χρέωση του τραπεζικού λογαριασμού της ομόρρυθμης εταιρίας και εισέπραξαν το ποσό των επαγγελματικών προσόντων του, αυτή τη δυνατότητα και την υλικοτεχνική υποδομή τέτοιων κατασκευών.

Παρά την παρέλευση, όμως, τόσο της εξάμηνης αρχικώς συμφωνηθείσας προθεσμίας για την παράδοση του έργου, όσο και επιπλέον χρονικού διαστήματος έξι περίπου μηνών, αυτό δεν είχε ακόμη παραδοθεί. Κατόπιν αυτού και λόγω των ανησυχιών που εξέφρασε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας της υπό στοιχείο (I) αγωγής για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου, οι εναγόμενοι της ίδιας αγωγής στις αρχές του Ιουλίου του έτους 2002, τον προσκάλεσαν να επισκεφθεί το μηχανουργείο, που του ανέφεραν ότι διατηρούσε ο δεύτερος στην περιοχή Πάτρας, όπου του επέδειξαν κάποιες σιδηρές κατασκευές ως φιλτρομηχανής, έτσι ώστε να πεισθεί ότι το έργο βρισκόταν σε εξέλιξη, του επανέλαβαν δε και οι δύο τις αρχικές διαβεβαιώσεις τους, ενώ τους ζήτησαν και επιπλέον παράταση της προθεσμίας παράδοσης του ενδίκου έργου για δύο το πολύ μήνες, καθώς και χρηματοδότηση αυτού με την έκδοση νέων επιταγών.

Πεισθείς ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας της υπό στοιχείο (Ι) αγωγής από τα παραπάνω και προκειμένου να ολοκληρωθεί το έργο, υπέγραψε στις 8.7.2002 με τον δεύτερο εναγόμενο της ίδιας αγωγής, ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο παρατάθηκε ο χρόνος παράδοσης του ενδίκου έργου μέχρι την 10.9.2002 και εκδόθηκαν για το σκοπό αυτό χάριν καταβολής, ως περαιτέρω προκαταβολή της αμοιβής του εργολάβου δεύτερου εναγόμενου της υπό στοιχείο (Ι) αγωγής, εις διαταγήν αυτού, οι υπ' αριθμ. ..., ...

και ... μεταχρονολογημένες επιταγές, με χρόνο έκδοσης 10.10.2002, 25.10.2002 και 10.11.2002 αντίστοιχα, ποσού 2.934,70 ευρώ η κάθε μία και συνολικού ποσού 8.804,10 ευρώ, πληρωτέες από τον υπ' αριθμ. ... εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας στην τράπεζα με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος", οι οποίες μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση στον πρώτο εναγόμενο της υπό στοιχείο (I) αγωγής.

Το ένδικο, όμως, έργο δεν παραδόθηκε ούτε και κατά τη λήξη της νέας προθεσμίας παράδοσης αυτού, για το λόγο δε αυτό, κατόπιν έρευνας με εντολή του διαχειριστή της ενάγουσας της υπό στοιχείο (I) αγωγής και παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, από τον πρώτο εναγόμενο της υπό στοιχείο (I) αγωγής, διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος της ίδιας αγωγής εργολάβος του ενδίκου έργου, δεν διατηρούσε στην περιοχή των Πατρών, αλλ' ούτε και σε άλλη περιοχή ιδιόκτητο μηχανουργείο, ενώ δεν είχε κινητή ή ακίνητη περιουσία στο όνομά του, αντιθέτως δε είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμ. 528/1.4.2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών με ημερομηνία παύσης πληρωμών την 16.8.1999, οι δε εργασίες της εν λόγω πτώχευσης είχαν παύσει λόγω έλλειψης ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας.

Ενόψει αυτών, η ενάγουσα εταιρεία με την από 23.10.2002 εξώδικη δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε στον εργολάβο στις 29.10.2002, τον προσκάλεσε εντός μηνός από την επίδοσή της να παραδώσει το συμφωνηθέν έργο, σε αντίθετη δε περίπτωση του δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση, πλην όμως, δεν υπήρξε απάντηση από την πλευρά εκείνου.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και προκειμένου να περιορίσει το εύρος της προξενηθείσας από την παραπάνω αιτία στην ίδια ζημίας, καθόσον έγινε πλέον αντιληπτό από τον εκπρόσωπό της ότι οι διαβεβαιώσεις των εναγομένων της υπό στοιχείο (I) αγωγής για την εκπλήρωση του συμφωνηθέντος έργου δεν ήταν εξαρχής βάσιμες, η ενάγουσα εταιρεία της υπό στοιχείο (I) αγωγής προέβη σε ανάκληση με τις αντίστοιχες από 9.10.2002 και 16.10.2002 δηλώσεις της προς την πληρώτρια τράπεζα με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος", της εντολής πληρωμής των ανωτέρω τριών επιταγών, εκ των οποίων την επιταγή με αριθμό ..., η οποία έφερε χρόνο έκδοσης 10.10.2002, την εμφάνισε προς πληρωμή ως κομιστής εξ οπισθογράφησης ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο (I) αγωγής στις 17.10.2002...

Ενόψει τούτου του γεγονότος, ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο (I) αγωγής μεταβίβασε την ανωτέρω επιταγή με μετοπισθογράφηση στον Χ. Μ. και γνωρίζοντας πλέον ότι είχε ανακληθεί η σχετική εντολή πληρωμής, προέβη όσον αφορά την με αριθμό ... επιταγή με φερόμενο χρόνο έκδοσης την 25.10.2002 σε μεταβίβαση με οπισθογράφηση στο ίδιο ως άνω πρόσωπο (Χ.

Μ.), ενώ την τελευταία επιταγή με αριθμό ... με φερόμενο χρόνο έκδοσης 10.11.2002 τη μεταβίβασε με τον ίδιο τρόπο στο Θεόδωρο Παναγιωτόπουλο, οι οποίοι ως κομιστές τους τις εμφάνισαν προς πληρωμή, αλλά αυτές δεν πληρώθηκαν από την οικεία πληρώτρια τράπεζα, με επαρκές υπόλοιπο του λογαριασμού εκ του οποίου σύρονταν, λόγω της ανωτέρω δήλωσης ανάκλησης από την ενάγουσα εταιρεία.

Ακολούθως και κατόπιν σχετικών αιτήσεων των κομιστών εκδόθηκαν εις βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας οι υπ' αριθμ. 1115/2002 και 159/2002 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Πατρών, οι οποίες την υποχρέωναν στην καταβολή των ποσών των επιταγών πλέον τόκων και εξόδων, κατά της πρώτης των οποίων, που αφορούσε τις υπ' αριθμ. ...

και ... επιταγές, η ενάγουσα της υπό στοιχείο (I) αγωγής άσκησε ανακοπή επικαλούμενη την ελαττωματικότητα της βούλησής της κατά το χρόνο έκδοσης των δύο αυτών επιταγών, λόγω τελεσθείσας απάτης εις βάρος της, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 375/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, η οποία την απέρριψε και επικύρωσε την παραπάνω σχετική διαταγή πληρωμής και ακολούθως και κατόπιν της άσκησης έφεσης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, (εκδόθηκε) η υπ' αριθμ. 608/2005 απόφαση εκείνου του Δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση, κρίνοντας ότι όσον αφορά τις ανωτέρω δύο επιταγές, δεν υπήρχε ελαττωματικότητα στη δήλωση βούλησης της νυν ενάγουσας εταιρείας της υπό στοιχείο (I) αγωγής, λόγω απάτης των νυν εναγομένων της ίδιας αγωγής, εκ των οποίων του πρώτου ως οπισθογράφου και του δευτέρου ως λήπτη των εν λόγω επιταγών, αντίστοιχα.

Κατόπιν αυτών η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στους κομιστές των ανωτέρω επιταγών X. Μ. και Θ. Π. τα ποσά των 6.463,40 ευρώ και 3.443,70 ευρώ αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένων σε αυτά των ποσών για σύνταξη επιταγών, τέλους απογράφων και εξόδων κοινοποίησης και συνολικά κατέβαλε στους ανωτέρω για τη συγκεκριμένη αιτία το ποσό των 9.907,10 ευρώ.

Όσον αφορά, όμως, την ανωτέρω τελεσίδικη κρίση του εν λόγω Δικαστηρίου, το προκύπτον από αυτή δεδικασμένο δεν καλύπτει το αντικείμενο της προκείμενης υπόθεσης. Και τούτο διότι δεν υφίσταται ταυτότητα διαδίκων παρισταμένων με την ίδια ιδιότητα, αλλ' ούτε και ταυτότητα αντικειμένου της διαφοράς κατ' άρθρ. 324 ΚΠολΔ, αφού αφενός αντικείμενο της δίκης επί της ανωτέρω ανακοπής ήταν η ακύρωση από την νυν ενάγουσα της διαταγής πληρωμής και όχι η αποζημίωση της ιδίας από αδικοπραξία, σύμφωνα με την κύρια βάση της προκείμενης υπόθεσης, αφετέρου δε δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, χωρίς σε κάθε περίπτωση τα πρόσωπα των νυν εναγομένων να περιέχονται στα αναφερόμενα πρόσωπα στα σχετικά άρθρα 325 - 329 ΚΠολΔ, δυνάμει των οποίων υφίσταται επέκταση του δεδικασμένου.

Ως εκ τούτου η σχετική προβληθείσα από τον πρώτο εναγόμενο της υπό στοιχείο (I) αγωγής, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ένσταση, περί τριτενέργειας και στο πρόσωπό του, του παραχθέντος ως άνω δεδικασμένου από την έννομη σχέση της και νυν ενάγουσας εταιρίας με τον τότε κομιστή των παραπάνω επιταγών, στην οποία ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο (I) αγωγής δεν ήταν διάδικος, η οποία ένσταση επαναφέρεται με το σχετικό λόγο έφεσης αυτού, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε την εν λόγω ένσταση, ορθώς το νόμο εφάρμοσε, γι' αυτό ο σχετικός λόγος έφεσης του πρώτου εναγομένου της υπό στοιχείο (I) αγωγής κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος της υπό στοιχείο (I) αγωγής, εργολάβος του ενδίκου έργου, με πρόθεση παρέστησε στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας της ίδιας αγωγής ψευδή γεγονότα ως αληθινά, και συγκεκριμένα παρέστησε σε αυτόν ότι είχε ιδιόκτητο μηχανουργείο στο οποίο κατασκεύαζε μηχανήματα, ότι είχε τη δυνατότητα, τα μέσα και την τεχνογνωσία για να κατασκευάσει για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας μια "φιλτρομηχανή" τύπου 6000/6-12, ότι είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία και ήταν φερέγγυος, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ούτε είχε στην κυριότητά του βιοτεχνικό μηχανουργείο κατασκευής μηχανημάτων, ούτε δε ασχολείτο συστηματικά και επαγγελματικά με την κατασκευή τέτοιων μηχανημάτων, αλλ' ούτε και είχε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ενώ δεν ήταν φερέγγυος, καθόσον είχε κηρυχθεί ήδη ένα περίπου χρόνο πριν την κατάρτιση της ανωτέρω ένδικης σύμβασης έργου σε κατάσταση πτώχευσης με ορισθείσα ημέρα παύσης πληρωμών, ήδη δύο περίπου χρόνια πριν την ανάληψη του σχετικού έργου.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι αυτός κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης έργου, γνώριζε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να το εκτελέσει και παρόλα αυτά έπεισε με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις την ενάγουσα εταιρεία μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, να του ανατεθεί από αυτήν το έργο αποσπώντας με τον τρόπο αυτό μεγάλα χρηματικά ποσά, που του κατέβαλε (η ενάγουσα) ως προκαταβολή της αμοιβής του, βλάπτοντας έτσι την περιουσία της, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, πληρώντας με τον τρόπο αυτό την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της παράβασης του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ,....

Επιπροσθέτως, ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο (I) αγωγής με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δεύτερο εναγόμενο στην πράξη που τέλεσε αυτός κατά τα ανωτέρω, αφού το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου 2001, ήτοι κατά τον αμέσως προηγούμενο από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης έργου, χρόνο, μετέβη στο εργοστάσιο σωληνουργίας της ενάγουσας της υπό στοιχείο (I) αγωγής μαζί με τον δεύτερο εναγόμενο, επιβεβαιώνοντας τις ψευδείς διαβεβαιώσεις εκείνου προς το νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή αυτής και αποκρύπτοντας αθέμιτα, αν και το γνώριζε, το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης.

Επομένως, η συμπεριφορά των εναγομένων της υπό στοιχείο (II) αγωγής είναι υπαίτια και παράνομη και οφείλουν να αποζημιώσουν την ομόρρυθμη εταιρία για τη ζημία που υπέστη αυτή από την παραπάνω αιτία. Σημειωτέον ότι ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο (II) αγωγής - νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας της υπό στοιχείο (I) αγωγής, υπέβαλε την από 20.11.2002 μήνυση ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ναυπλίου, βάσει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των νυν εναγομένων της υπό στοιχείο (I) αγωγής για το αδίκημα της απάτης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας για τον Α.

Δ. - εργολάβο του ένδικου έργου και της άμεσης συνέργειας σε μερικότερη πράξη της απάτης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας για τον Β. Λ.. Ακολούθως, εκδόθηκε κατά των ανωτέρω προσώπων σε πρώτο βαθμό η υπ' αριθμ. 1326/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου και σε δεύτερο βαθμό η υπ' αριθμ. 1026, 1027/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκαν οι παραπάνω κατ/νοι σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών έκαστος για τις τελεσθείσες σε βάρος της νυν ενάγουσας της υπό στοιχείο (I) αγωγής εταιρείας ανωτέρω αξιόποινες πράξεις.

Κατά της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης, μόνον ο κατ/νος Β. Λ. άσκησε αίτηση αναίρεσης, μετά δε την έκδοση της υπ' αριθμ. 1484/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου αυτή, η απόφαση κατέστη και ως προς αυτόν αμετάκλητη. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη της υπό στοιχείο (II) αγωγής διά του νομίμου εκπροσώπου της και δευτέρου εναγομένου της ίδιας αγωγής, δεν καταμήνυσε ψευδώς τον ενάγοντα της εν λόγω αγωγής - πρώτο εναγόμενο της υπό στοιχείο (I) αγωγής, ούτε δε διέπραξε σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού τα ισχυριζόμενα στην ανωτέρω μήνυση είναι αληθή, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα,..., με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους των εναγόμενων εις βάρος του.

Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εταιρία, προέβη σε δαπάνη συνολικού ποσού των 7.987,56 ευρώ, για την κατασκευή ειδικού κτιρίου για τη στέγαση και εγκατάσταση της ως άνω "φιλτρομηχανής", το οποίο κτίριο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κάποια άλλη επιχειρησιακή ανάγκη της ενάγουσας λόγω του ειδικού της κατασκευής, η δε ως άνω δαπάνη συνδέεται αιτιωδώς με την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης έργου, έτσι ώστε να είναι έτοιμη να υποδεχθεί την εν λόγω μηχανή στις εγκαταστάσεις της επιχείρησής της, στην οποία σαφώς και δεν θα προέβαινε η ενάγουσα εάν δεν είχε καταρτισθεί η εν λόγω σύμβαση.

Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον πρώτο εναγόμενο ότι η ενάγουσα δεν είχε πραγματική βούληση για την αγορά της μηχανής τέτοιου τύπου, όπως αυτή που περιγράφεται στην ένδικη σύμβαση, για το λόγο ότι αυτή δεν προμηθεύτηκε άλλη τέτοια (μηχανή) στο μέλλον, κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, καθώς πέραν της οικονομικής αδυναμίας της, λόγω της οικονομικής εμπλοκής της από την ένδικη σύμβαση και την προηγηθείσα καταβολή των ανωτέρω χρηματικών ποσών, στην πορεία του χρόνου μεταβάλλονται και οι σχετικές επιχειρηματικές επιλογές.

Ειδικότερα η ενάγουσα δαπάνησε για την ως άνω αιτία:... Σημειωτέον ότι το σύνολο των παραπάνω Τ.Π. - Δ. Α. υπερβαίνει το συγκεκριμένο αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο, πλην όμως, το Δικαστήριο, δοθέντος ότι δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος, σύμφωνα με την αρχή της διάθεσης της δίκης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδικάσει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο και το απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος, ο σχετικός λόγος έφεσης της ενάγουσας.

Επομένως, η από 27.5.2005 αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την παραπάνω αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της εφέσεως του ενάγοντας Β. Λ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, η προξενηθείσα στην ενάγουσα της υπό στοιχείο (I) αγωγής ζημία, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την παραπάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 41.372,28 ευρώ, αναλυόμενη: ι) στο ποσό των 8.000.000 ευρώ ή 23.477,62 ευρώ, το οποίο αφορά τα ποσά, που ενσωματώνονται στις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ...

και ... μεταχρονολογημένες επιταγές, με χρόνο έκδοσης 30/9/2001, 15/10/2001, 30/10/2001, 15/11/2001 και 30/11/2001 αντίστοιχα, ποσού 1.000.000 δραχμών οι δύο πρώτες από αυτές και ποσού 2.000.000 δραχμών οι υπόλοιπες, πληρωτέες από τον υπ' αριθμ. ... εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε αυτή στην Τράπεζα "ΑΕΡΗΑ ΒΑΝΚ", οι οποίες πληρώθηκαν με χρέωση του εν λόγω λογαριασμού, ιι) στο ως άνω συνολικό ποσό των 9.907,10 ευρώ από τις υπ' αριθμ. ..., ...

και ... μεταχρονολογημένες επιταγές με χρόνο έκδοσης 10/10/2002, 25/10/2001 και 10/11/2002, αντίστοιχα, ποσού 2.934,70 ευρώ η κάθε μία, πληρωτέες από τον υπ' αριθμ. ... εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε η ενάγουσα στην τράπεζα με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος", συμπεριλαμβανομένων στο ανωτέρω ποσό και των παραπάνω προσαυξήσεων και ιιι) στο ποσό των 7.987,56 ευρώ, για την κατασκευή ειδικού κτιρίου για τη στέγαση και εγκατάσταση της ως άνω "φίλτρομηχανής".

Πλην, όμως, η ενάγουσα της υπό στοιχείο (I) αγωγής, ζητεί με την εν λόγω αγωγή της για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των 41.311,28 ευρώ, το δε Δικαστήριο δεν δύναται να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος κατά τα ανωτέρω και, επομένως, πρέπει να της επικασθεί το αιτούμενο ποσό των 41.311,28 ευρώ. Επιπλέον, από την ίδια συμπεριφορά των εναγομένων, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, εκ της προσβολής της εμπορικής της πίστης και φήμης, καθώς και της επαγγελματικής της αξιοπιστίας, την οποία το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο τέλεσης και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση της άδικης πράξης, την έκταση της ζημίας, τις σοβαρές επιπτώσεις στην πορεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας, την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, το βαθμό πταίσματός τους, αλλά και την γενική δυσπραγία στην οποία περιήλθε λόγω της διεξαγωγής πολυετών δικαστικών αγώνων, καθορίζει στο ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, κατ' άρθρο 932 ΑΚ.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την από 27-5-2005 αγωγή, την οποία είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος που αφορούσε την από 1.10.2003 αγωγή, για την οποία είχε κρίνει ομοίως ως προς την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και του ήδη μη διάδικου, Α.

Δ., και ακολούθως, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την ανωτέρω αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα (και τον έτερο εναγόμενο) να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στην πρώτη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 41.311,28 ευρώ, ως θετική ζημία, και το ποσό των 1.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τα ουσιώδη ζητήματα αφενός μεν της παράνομης και υπαίτιας (με τη μορφή του δόλου) συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος που συνιστά αδικοπραξία (άμεση συνέργεια σε απάτη) σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής του αναιρεσείοντος και της επελθούσας ζημίας υπό την έννοια της κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας προσφορότητας αυτής για την επέλευση της τελευταίας, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του ΠΚ, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία συνιστά την υπαίτια και παράνομη πράξη της άμεσης συνέργειας στην προαναφερθείσα πράξη της απάτης σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, ήταν δε η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό με εκείνη του έτερου συνεναγομένου του, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση και, συνεπώς, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καταφάσκουν την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης και την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος περί προσβολής της προσωπικότητάς του, η οποία θεμελιώνεται στην ανυπαρξία αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού.

Πιο συγκεκριμένα, αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αόριστη νομική έννοια του δόλου, ενόψει και που κοινώς γνωστού και αναμφιβόλου περιεχομένου αυτής της έννοιας, με την ειδικότερη μάλιστα αναφορά ότι ο αναιρεσείων "με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δεύτερο εναγόμενο", δεχόμενο έτσι το εφετείο ότι αυτός επεδίωκε την πρόκληση ζημίας στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

Επίσης, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη δαπάνη κατασκευής ειδικού κτιρίου για τη στέγαση και εγκατάσταση της ένδικης "φιλτρομηχανής" και ότι αυτό δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κάποια άλλη επιχειρησιακή ανάγκη της ενάγουσας λόγω του ειδικού της κατασκευής, έτσι ώστε η πρώτη αναιρεσίβλητη να είναι έτοιμη να υποδεχθεί την εν λόγω μηχανή στις εγκαταστάσεις της επιχείρησής της, καθώς και ότι η ως άνω δαπάνη συνδέεται αιτιωδώς με την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης έργου, στην οποία σαφώς και δεν θα προέβαινε η αναιρεσίβλητη εάν δεν είχε καταρτισθεί η εν λόγω σύμβαση, πληρούν το πραγματικό της αορίστου νομικής εννοίας "της αιτιώδους συναφείας" μεταξύ της ζημίας της πρώτης αναιρεσίβλητης και της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ως προς την αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, όπως ότι ο μη διάδικος, Α.

Δ. είχε κατασκευάσει για λογαριασμό του αναιρεσείοντος σε εργοστάσια τρίτων πανομοιότυπο με το επίδικο μηχάνημα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ενώ απαράδεκτοι είναι αμφότεροι οι ως άνω λόγοι και ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, αναγόμενες στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, οι οποίες δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το Εφετείο διατυπώνει το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα με πληρότητα και σαφήνεια.

Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρ. 183, 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-2-2019 αίτηση του Β. Λ. του Π. για αναίρεση της 566/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ