Legislator Case Law & Legislation
1355/2021 AI generated

Supreme Court annuls lower court verdict on traffic accident due to insufficient reasoning regarding bloodstain location.

Case Number 1355/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the single-member Court of Appeals' decision regarding a traffic accident case involving a pedestrian and a garbage truck. The court found the lower court's reasoning insufficient because it accepted contradictory facts: the pedestrian hit the rear right wheel while the vehicle was moving, yet a bloodstain was found in front of that wheel. Consequently, the appeal was allowed for the absent defendants, and the case was remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if its reasoning fails to adequately justify the evidentiary findings, particularly when accepting contradictory facts regarding the location of physical evidence relative to the vehicle's motion.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning contradictory facts evidentiary findings remand for retrial appeal admissibility bloodstain location

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1355 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1355/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. χας Σ. Κ., το γένος Θ. Β., κατοίκου ..., 2) Β. Κ. του Σ., συζ. Χ. Κ., κατοίκου …, 3) Π. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. του Κ., 5) Δ. Κ. του Κ., 6) Β. Κ. του Κ., κατοίκων …, 7) Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 8) Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 9) Ι. Κ. του Χ., 10) Χ. Κ. του Ι. και 11) Σ. Κ. του Χ., κατοίκων …, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κατσά, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ζ. του Χ., κατοίκου …., 2) ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Καλαμάτας", που εδρεύει στην Καλαμάτα Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Δημοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-9-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ οι 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2012 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης (ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Σ.-ήδη ενηλικιωθέντος,11ου), 3ου, 7ου, 8ης, 9ου και 10ου (ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Σ.-ήδη ενηλικιωθέντος, 11ου), των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Κ. Κ. του Π. (στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι 4η, 5η και 6η), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2019 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 2η των αναιρεσειόντων και οι 2ος και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Και κατά την §3 εδ. β` ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 Ν. 4139/ 2013, "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή, είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την 8633Γ'/23-10-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Καλαμάτας Δ. Χ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα Γ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 18-11-2019 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 19-2-2021 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Δ.

Ζ. (με επίδοση στον ενήλικο σύνοικο αδερφό του, όπως αυτή δήλωσε, προς τον οποίο χωρεί επίδοση κατ'άρθρο 128 παρ.1 ΚΠολΔ), οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε (οίκοθεν) με σχετική σημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10-9-2021) και έλαβε αριθμό πινακίου 22, οπότε αυτός δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Πρέπει συνεπώς, κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων, να δικαστεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου, που έγινε στην προαναφερόμενη δικάσιμο (10-9-2021), δεν εμφανίστηκαν οι λοιποί αναιρεσείοντες (πλην της δεύτερης αναιρεσείουσας), ήτοι δεν εμφανίσθηκαν η πρώτη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομος, όγδοη, ένατος, δέκατος και ενδέκατος των αναιρεσειόντων, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύεται δε ότι αυτοί είχαν παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο (μέσω του οποίου η δεύτερη επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης), την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως εξετάζει ο Άρειος Πάγος, ή ότι έχουν κλητευθεί για τη συζήτηση αυτή από τους αντίδικούς τους αναιρεσίβλητους ή την νόμιμα παριστάμενη δεύτερη αναιρεσείουσα Β.

Κ., με την οποία συνδέονται με το δεσμό της απλής ομοδικίας. Επομένως, ως προς τους πρώτη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομο, όγδοη, ένατο, δέκατο και ενδέκατο των αναιρεσειόντων και σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός της υπόθεσης (Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 60/2014).

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε την 21-10-2019 (βλ. σχετική επισημείωση στην πρώτη σελίδα της προσβαλλομένης αποφάσεως), η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 20-11-2019 (βλ. την με αριθμό 38/20-11-2019 έκθεση καταθέσεως αναιρέσεως της Γραμματέως του Εφετείου Καλαμάτας), ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που τάσσει το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚπολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την επισπεύδουσα αναιρεσείουσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚπολΔ παράβολο.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚπολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚπολΔ). Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως και αντενστάσεως, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π 701/2008). "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, σχετικώς με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με μη νόμιμο, απαράδεκτο, αόριστο και αλυσιτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και στον οποίο, συνεπώς, δεν υποχρεούται να απαντήσει το δικαστήριο (ολ.

Α.Π.3/2008, Α.Π. 13/2014, Α.Π. 29/2012, Α.Π. 1434/2010), ούτε σε αιτιολογημένες αρνήσεις και σε ισχυρισμούς που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013). Εξ άλλου, επί αγωγής αποζημιώσεως, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρο 914 Α.Κ.), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του είναι ο ενάγων συνιστά άρνηση της βάσεως της αγωγής, κατά το κεφάλαιο αυτής περί υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, ενώ ο ισχυρισμός του ιδίου ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 Α.Κ.

καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (Α.Π. 1622/2013, Α.Π. 1781/2009, Α.Π. 1352/2008). Έτσι, "πράγμα" είναι ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος, που, κατά τα προεκτεθέντα, θεμελιώνει ένσταση καταλυτική, ολική ή κατά ένα μέρος, της αγωγής, δεν είναι "πράγμα", όμως, κατά την έννοια της προεκτεθείσας διατάξεως, ο ισχυρισμός ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του είναι ο ενάγων.

Περαιτέρω, η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 του Κ.Πολ.Δικ., ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου, κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται, συνεπώς, αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (Α.Π. 505/2020, Α.Π. 92/2016, Α.Π. 68/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του, η παρισταμένη ως άνω δεύτερη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο: α) έλαβε υπόψη "πράγμα" που δεν προτάθηκε και δη τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος για την πρόκληση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν υπέβαλαν ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος, παρά μόνο συνυπαιτιότητάς του, κατά ποσοστό 95%, εν τούτοις με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο ίδιος ο θανών, με συνέπεια να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή και β) δεν έλαβε υπόψη "πράγμα", που προτάθηκε και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον δεύτερο λόγο της 9.2.2015 εφέσεως των εναγόντων (μεταξύ των οποίων και η ίδια -παρισταμένη ως άνω αναιρεσείουσα), με τον οποίο παρεπονούντο ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή τους, επέβαλε σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, το ύψος των οποίων προσδιόρισε στο ποσό των 9.450 ευρώ, αντί να προβεί σε συμψηφισμό αυτών, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 του Κ.Πολ.Δικ., όπως όφειλε, εν όψει του ότι οι εναγόμενοι με την στάση τους προκάλεσαν την άσκηση της ένδικης αγωγής τους και ότι είχαν (ενάγοντες) εύλογη πεποίθηση ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, εξ αιτίας δε της πεποιθήσεως αυτής οδηγήθηκαν στην άσκηση της αγωγής (περ.

β' του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.). Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερα τα ως άνω σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ως προς το πρώτο σκέλος του, δοθέντος ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος αποτελεί άρνηση της αγωγής, κατά το κεφάλαιο αυτής περί υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και όχι αυτοτελή ισχυρισμό και, επομένως, δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προαναφερθείσα έννοια.

Ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, διότι, εφ' όσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ως συνέπεια της αρχής της ήττας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 176 του Κ.Πολ.Δ. και εφ' όσον απερρίφθη η ένδικη αγωγή, ορθώς επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγόντων τα δικαστικά έξοδα, κατόπιν σχετικού, όπως δεν αμφισβητείται από την ως άνω αναιρεσείουσα, αιτήματος, μη συντρεχούσης περιπτώσεως συμψηφισμού αυτών, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 του Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο προβαλλόμενος με τον ως άνω λόγο εφέσεως ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και, επομένως, δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, συνακολούθως δε το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1546/2014, Α.Π. 1513/2014).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014).

Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών, η οποία ιδρύει τον από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο πεζός Σ. Κ. τραυματίστηκε θανάσιμα από το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δ. Ζ. Ι.Χ.Φ. απορριμματοφόρο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου αναιρεσίβλητου, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος και ως προς την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπό του οδηγού τούτου οδηγήσεως του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος, τα ακόλουθα: "Την 9-12-2011 και περί ώρα 09.40' ο Σ.

Κ.,...... βρισκόταν πεζός στο πεζοδρόμιο, το οποίο βρίσκεται δεξιά, κατά την πορεία των οχημάτων, της οδού ... στην …, στη συμβολή αυτής με την οδό ..., έχοντας πρόθεση να διασχίσει την οδό ... και να κατευθυνθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με οδόστρωμα συνολικού πλάτους 14,80 μέτρων, οι δε λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται μεταξύ τους με διαχωριστική νησίδα, πλάτους 1,30 μέτρων.

Η οδός στο σημείο όπου έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν είναι ευθεία και οριζόντια, κατά δε τον ανωτέρω χρόνο ήταν ημέρα, επικρατούσε καλοκαιρία, η οδός ήταν ξηρή, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν συχνή, όπως όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από την συνταχθείσα για το λόγο αυτό έκθεση αυτοψίας.

Σε απόσταση περίπου 15 μέτρων από το πιθανό σημείο σύγκρουσης, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατά τον ως άνω χρόνο λειτουργούσαν, ενώ στην ίδια απόσταση από το σημείο του συμβάντος υπάρχει διαγραμμιζόμενη και σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών, το δε όριο ταχύτητας ορίζεται σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες σε 50 χιλ/ ώρα.

Κατά τον αυτό ως άνω χρόνο, o πρώτος εναγόμενος οδηγώντας, το υπ'αριθμ. ... απορριμματοφόρο,....βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ... και είχε ακινητοποιηθεί προ του φωτεινού σηματοδότη, ο οποίος υπήρχε στη συμβολή αυτής με την οδό ... και είχε ένδειξη ερυθρού χρώματος, αναμένοντας την εναλλαγή του σε πράσινο, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του, προτιθέμενος να στρίψει αριστερά.

Το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα ήταν το τέταρτο στη σειρά των αυτοκινήτων, τα οποία ήταν σταματημένα προ του ερυθρού σηματοδότη, ενώ στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ήταν ακινητοποιημένο ένα ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδίου σχεδόν όγκου με αυτό που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος υπήρχε σταθμευμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο, όπως τούτο απεικονίζεται στο από 9-12-2011 πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνοδεύει την συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας.

Κατά το χρόνο που το όχημα, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος ήταν ακινητοποιημένο προ του ερυθρού σηματοδότη επί της οδού ..., ο πεζός Σ. Κ., από το σημείο του πεζοδρομίου, όπου βρισκόταν και απείχε 15 μέτρα από τους φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι ρύθμιζαν και την κυκλοφορία των πεζών και τη διαγραμμιζόμενη διάβαση πεζών, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την εν λόγω οδό, περνώντας ανάμεσα από τα ακινητοποιημένα οχήματα.

Όταν ο φωτεινός σηματοδότης εναλλάχθηκε από κόκκινο σε πράσινο χρώμα, ο ανωτέρω πεζός, ο οποίος, από λανθασμένο υπολογισμό, δεν είχε προλάβει να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού ... και να βρεθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, πιθανόν στην προσπάθειά του να αποφύγει τα οχήματα τα οποία κινούνταν παράλληλα με το απορριμματοφόρο, τα οποία είχαν ήδη ξεκινήσει την πορεία τους και να προσπεράσει, για να βρεθεί στον προορισμό του όσο το δυνατόν ταχύτερα, από αμέλειά του, επέπεσε στον οπίσθιο δεξιό τροχό του εν λόγω οχήματος, με αποτέλεσμα να υποστεί μεταξύ άλλων κακώσεων και κακώσεις πυέλου και κάτω άκρων (κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού κατά το κάτω τριτημόριο αυτού, κάταγμα δεξιάς κνήμης και περόνης κατά το κάτω τριτημόριο αυτών, κάταγμα αριστερού μηρού κατά τη μεσότητα αυτού, κάταγμα ιεροπυελικής επιφανείας αριστερού ανώνυμου οστού και κάταγμα του άνω κλάδου του αριστερού και δεξιού ηβικού οστού) εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε και ο θάνατός του.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο πεζός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα στο παραπάνω σημείο, περνώντας μπροστά από το ακινητοποιημένο απορριμματοφόρο, ο δε πρώτος εναγόμενος οδηγός αυτού, δεν τον αντιλήφθηκε εγκαίρως κατά την εκκίνηση του οχήματός του, με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του, ρίχνοντάς τον στο οδόστρωμα και στη συνέχεια να τον παρασύρει κάτω από τους τροχούς αυτού, ώσπου στο τέλος ακινητοποιήθηκε από τις φωνές των διερχόμενων πολιτών, όταν πλέον το σώμα του είχε φτάσει στο ύψος των οπισθίων τροχών αυτού.

Ο ισχυρισμός αυτός των εναγόντων αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα δεν ελέγχεται ως ουσιαστικά βάσιμος και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, κηλίδα αίματος βρέθηκε μπροστά από τον οπίσθιο δεξιό τροχό της τελικής θέσης του απορριμματοφόρου, ενώ στην περίπτωση που ευσταθούσε ο ανωτέρω ισχυρισμός, θα είχαν ανευρεθεί κηλίδες αίματος και στους μπροστινούς τροχούς.

Επιπλέον δε, όπως προκύπτει και από την από 9-12-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των τεχνικών υπαλλήλων της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών ΝΑ Μεσσηνίας, που ορίστηκαν σε εκτέλεση της υπ'αριθμ. 2514/499-α έκθεσης διορισμού πραγματογνώμονα του Τμήματος Τροχαίας Καλαμάτας, η εμπρόσθια επιφάνεια του απορριμματοφόρου δεν έφερε βλάβες, πλην ενός βαθουλώματος στο μέσο του εμπρόσθιου πλαστικού προφυλακτήρα, προγενέστερο του ατυχήματος, καθώς έφερε ακαθαρσίες και λευκό χρώμα από παλαιότερη βαφή του και ενός βαθουλώματος στο φρύδι του δεξιού φτερού, το οποίο επίσης ήταν προγενέστερο του ατυχήματος, καθώς βρέθηκε οξειδωμένο, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία ευσταθούσαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί, το απορριμματοφόρο έπρεπε να είχε εμφανείς βλάβες στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του.

Εξάλλου ο θανών δεν έφερε κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, ούτε κακώσεις θώρακος, όπως τούτο συνάγεται από την από 22-10-2012 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Ναυπλίου και Καλαμάτας Ν. Κ., κακώσεις τις οποίες θα έφερε εάν είχε χτυπηθεί με την εμπρόσθια πλευρά του οχήματος, είχε πέσει στο οδόστρωμα της και μετέπειτα είχε παρασυρθεί για απόσταση 2 μέτρων κάτω από τους τροχούς του.

Οι αναφερόμενες στην ως άνω έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής κακώσεις (εκδορές στη μεσότητα της αριστερής και δεξιάς μετωπιαίας χώρας, στο κάτω τριτημόριο της έξω πλάγιας επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου και στη ραχιαία επιφάνεια αριστερής άκρας χειρός και στην αριστερή κοιλιακή χώρα, εκχυμώσεις στην οπίσθια επιφάνεια της αριστερής αγκωνιαίας χώρας και στη μεσότητα της πρόσθιας επιφάνειας του αριστερού μηρού, τραύματα στο κάτω τριτημόριο της έσω πλάγιας επιφάνειας της αριστερής κνήμης, στο άνω τριτημόριο της έξω πλάγιας επιφάνειας της δεξιάς κνήμης, καθώς και αρχόμενα από την οπίσθια επιφάνεια του αριστερού και δεξιού γόνατος και καταλήγοντα αντίστοιχα στο κάτω τριτημόριο της οπίσθιας και έσω πλάγιας της αριστερής και δεξιάς κνήμης) δεν είναι συμβατές με τραυματισμό ο οποίος επήλθε κάτω από τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες και συγκεκριμένα κατόπιν κτυπήματος με το εμπρόσθιο μέρος του απορριμματοφόρου του επιχειρούντος να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού στο προαναφερόμενο σημείο πεζού, πτώσης αυτού στο οδόστρωμα και παράσυρσής του κάτω από τους τροχούς του, μέχρι την τελική ακινητοποίησή του, όταν πλέον το σώμα του είχε φτάσει στο ύψος των οπισθίων τροχών.

Ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας με κανονική ταχύτητα, με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν θα μπορούσε να είχε αντιληφθεί τον πεζό, καθώς εκείνος κινήθηκε, προκειμένου να διασχίσει το οδόστρωμα, πίσω από το όχημα που οδηγούσε, εάν δε ο πεζός κινείτο μπροστά από αυτό, γεγονός το οποίο, κατά τα προλεχθέντα δεν αποδείχθηκε, θα τον είχε αντιληφθεί τόσο ο ίδιος όσο και ο συνεπιβάτης Π.

Μ., ο οποίος καθόταν στη δεξιά πλευρά...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού ήταν ο ίδιος ο θανών και απέρριψε κατ'ουσίαν την από 19-2-2015 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων, μεταξύ των οποίων και της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας (ως προς την οποία και μόνο εξετάζεται η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες), κατά της πρωτόδικης 178/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που είχε κρίνει ομοίως, και είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη από 27-7-2012 αγωγή.

Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και να στερείται η απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αν και δέχεται ότι ο πεζός, στην προσπάθειά του να αποφύγει τα οχήματα που εκινούντο παράλληλα με το απορριμματοφόρο, τα οποία είχαν ήδη ξεκινήσει την πορεία τους και να τα προσπεράσει, για να βρεθεί στον προορισμό του όσο το δυνατόν ταχύτερα, από αμέλειά του, επέπεσε στον οπίσθιο δεξιό τροχό του εν λόγω οχήματος, με αποτέλεσμα να υποστεί μεταξύ των άλλων κακώσεων και κακώσεις πυέλου και κάτω άκρων (κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού κατά το κάτω τριτημόριο αυτού, κάταγμα δεξιάς κνήμης και περόνης κατά το άνω και κάτω τριτημόριο αυτών, κάταγμα αριστερού μηρού κατά τη μεσότητα αυτού, κάταγμα ιεροπυελικής επιφάνειας αριστερού ανώνυμου οστού και κάταγμα του άνω κλάδου του αριστερού και δεξιού ηβικού οστού) εξ αιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του και ότι εκτός των ανωτέρω κακώσεων ο πεζός υπέστη και τις ακόλουθες, αναφερόμενες στην έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, σωματικές κακώσεις:

εκδορές στη μεσότητα της αριστερής και δεξιάς μετωπιαίας χώρας, στο κάτω τριτημόριο της έξω πλάγιας επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου, στο κάτω τριτημόριο της οπίσθιας επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου και στη ραχιαία επιφάνεια αριστερής άκρας χειρός, στην αριστερή κοιλιακή χώρα αριστερής άκρας χειρός και στην αριστερή κοιλιακή χώρα, εκχυμώσεις στην οπίσθια επιφάνεια της αριστερής αγκωνιαίας χώρας και στη μεσότητα της πρόσθιας επιφάνειας του αριστερού μηρού και τραύματα στο κάτω τριτημόριο της έσω πλάγιας επιφάνειας της αριστερής κνήμης, στο άνω τριτημόριο της έξω πλάγιας επιφάνειας της δεξιάς κνήμης, καθώς και αρχόμενα από την οπίσθια επιφάνεια του αριστερού και δεξιού γόνατος και καταλήγοντα, αντίστοιχα, στο κάτω τριτημόριο της οπίσθιας και έσω πλάγιας της αριστερής και δεξιάς κνήμης, δεν διευκρινίζεται:

α) με ποιο σημείο του σώματός του επέπεσε ο θανών στον οπίσθιο δεξιό τροχό του απορριμματοφόρου, β) που βρέθηκε το σώμα του πεζού μετά την, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρόσκρουσή του στον οπίσθιο δεξιό τροχό του οχήματος, σε σχέση με το όχημα, που, δηλαδή, βρέθηκε το σώμα του, πίσω από το όχημα, πλάι του, έμπροσθεν του οπίσθιου δεξιού τροχού του, κάτω από τον οπίσθιο δεξιό τροχό του, πλησίον αυτού ή μακρυά από αυτόν, γ) σε τι θέση βρέθηκε το σώμα του θανόντος (μπρούμυτα, ανάσκελα, στο πλάι), δ) πότε σταμάτησε ο οδηγός την κίνηση του απορριμματοφόρου (σταμάτησε αμέσως, ή συνέχισε την πορεία του και σε πόση απόσταση από το σημείο της, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προσκρούσεως του σώματος του πεζού στον οπίσθιο δεξιό τροχό σταμάτησε), ε) με ποιό τρόπο η πρόσκρουση του πεζού στον οπίσθιο δεξιό τροχό του απορριμματοφόρου είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση όλων των παραπάνω αναφερομένων σωματικών κακώσεων και ειδικότερα δεν αναφέρεται αν οι ως άνω σωματικές κακώσεις προήλθαν εξ αιτίας της προσκρούσεως του σώματος του πεζού στον τροχό του οχήματος ή εξαιτίας της πτώσεώς του στο οδόστρωμα.

Περαιτέρω, αν και η προσβαλλομένη, απέρριψε τον προβληθέντα από τους οικείους του θανόντος ισχυρισμό ότι ο θανών επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα στο παραπάνω σημείο, περνώντας μπροστά από το ακινητοποιημένο απορριμματοφόρο, ο δε πρώτος εναγόμενος οδηγός αυτού, δεν τον αντιλήφθηκε εγκαίρως κατά την εκκίνηση του οχήματός του, με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει με το εμπρόσθιο τμήμα του (οχήματος του), ρίχνοντάς τον στο οδόστρωμα και στη συνέχεια να τον παρασύρει κάτω από τους τροχούς αυτού, ώσπου στο τέλος ακινητοποιήθηκε από τις φωνές των διερχομένων πολιτών, όταν πλέον το σώμα του (πεζού) είχε φτάσει στο ύψος των οπισθίων τροχών αυτού, με την αιτιολογία ότι "η εμπρόσθια επιφάνεια του απορριμματοφόρου δεν έφερε βλάβες, πλην ενός βαθουλώματος στο μέσο του εμπρόσθιου πλαστικού προφυλακτήρα, προγενέστερο του ατυχήματος, καθώς έφερε ακαθαρσίες και λευκό χρώμα από παλαιότερη βαφή του και ενός βαθουλώματος στο φρύδι του δεξιού φτερού, το οποίο επίσης ήταν προγενέστερο του ατυχήματος, καθώς βρέθηκε οξειδωμένο, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία ευσταθούσαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί, το απορριμματοφόρο έπρεπε να είχε εμφανείς βλάβες στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του", δεν διευκρινίζεται πως είναι δυνατόν να προκληθούν βλάβες στον προφυλακτήρα του απορριμματοφόρου, εφ' όσον και υπό την υποστηριζόμενη από τους οικείους του θανόντος εκδοχή, η πρόσκρουση ενός ανθρωπίνου σώματος επάνω στο απορριμματοφόρο, το οποίο έχοντας τότε ξεκινήσει να κινείται δεν είχε αναπτύξει ταχύτητα, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβες στο εμπρόσθιο τμήμα του.

Επίσης αν και δέχεται ότι οι προκληθείσες στον πεζό εκδορές στη μεσότητα της αριστερής και δεξιάς μετωπιαίας χώρας, στο κάτω τριτημόριο της έξω πλάγιας επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου, στο κάτω τριτημόριο της οπίσθιας επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου και στη ραχιαία επιφάνεια αριστερής άκρας χειρός, στην αριστερή κοιλιακή χώρα αριστερής άκρας χειρός και στην αριστερή κοιλιακή χώρα, εκχυμώσεις στην οπίσθια επιφάνεια της αριστερής αγκωνιαίας χώρας και στη μεσότητα της πρόσθιας επιφάνειας του αριστερού μηρού και τραύματα στο κάτω τριτημόριο της έσω πλάγιας επιφάνειας της αριστερής κνήμης, στο άνω τριτημόριο της έξω πλάγιας επιφάνειας της δεξιάς κνήμης, καθώς και αρχόμενα από την οπίσθια επιφάνεια του αριστερού και δεξιού γόνατος και καταλήγοντα, αντίστοιχα, στο κάτω τριτημόριο της οπίσθιας και έσω πλάγιας της αριστερής και δεξιάς κνήμης δεν είναι συμβατές με τραυματισμό που επήλθε κάτω από τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες και συγκεκριμένα κατόπιν κτυπήματος με το εμπρόσθιο μέρος του απορριμματοφόρου, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, δέχεται στη συνέχεια, όπως τούτο προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι αυτές είναι συμβατές με την πρόσκρουση του πεζού επί του οπισθίου δεξιού τροχού του οχήματος, χωρίς και πάλι ειδικότερη αιτιολογία.

Ακόμη, ενώ δέχεται ότι ο θανών επέπεσε στον οπίσθιο δεξιό τροχό του απορριμματοφόρου, καθ' ον χρόνο αυτό ήταν εν κινήσει, δέχεται στη συνέχεια ότι κηλίδα αίματος βρέθηκε μπροστά από τον οπίσθιο δεξιό τροχό του οχήματος, χωρίς να διευκρινίζει για ποιο λόγο συνέβη αυτό, δοθέντος ότι, εφ' όσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το απορριμματοφόρο ήταν, κατά την στιγμή της προσκρούσεως του σώματος του πεζού στον οπίσθιο δεξιό τροχό του, εν κινήσει, η κηλίδα αίματος θα έπρεπε να βρίσκεται πίσω από τον οπίσθιο δεξιό τροχό του και όχι μπροστά από αυτόν.

Έτσι, οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν δικαιολογούν επαρκώς το αποδεικτικό της πόρισμα. Κατά συνέπεια κρίνονται βάσιμα όσα ισχυρίζεται η δεύτερη αναιρεσείουσα, με τον συναφή τρίτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος, συνακολούθως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Μετά απ' αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του πιο πάνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, που διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατό να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην 2η αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18-11-2019 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 74/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς τους πρώτη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομο, όγδοη, ένατο, δέκατο και ενδέκατο αναιρεσείοντες.

Αναιρεί την 74/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο δεύτερη αναιρεσείουσα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ