Legislator Case Law & Legislation
1355/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on company dissolution and liquidation order, ruling liquidation must precede capital return claims.

Case Number 1355/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a claim for the return of capital contributions. The appellant argued the lower court erred in applying the law regarding company dissolution, but the Court held that the parties' agreement required liquidation to be completed before any claim for capital return could be pursued. Consequently, the appeal was found baseless, the appeal request was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298, 299, 330 of the Civil Code; The claim for return of capital contributions in a dissolved company is subject to the mandatory prerequisite of completing the liquidation process as agreed by partners.

Keywords

AI generated
company dissolution liquidation procedure return of capital partnership agreement civil liability appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 299, 330 of the Civil Code
Articles 361, 779-782 of the Civil Code
Articles 719, 340, 346, 481 of the Civil Code
Articles 285-291 of Law 4072/2012
Article 495 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 No. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2005
OLAP 7/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1355 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1355/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Σ. Π. του Γ., κατοίκου ... και 3) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και ήδη τραπείσας σε ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΕ", που έδρευε στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κοσμά Κοτέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2177/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 801/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006). Ειδικότερα, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 1115/2015).

Όσον αφορά την υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί υπαίτια συμπεριφορά με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 1563/2012, 1497/2018).

Περαιτέρω, η αθέτηση της συμβάσεως καθεαυτή δεν συνιστά άνευ ετέρου αδικοπραξία. Βεβαίως, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής ή την αθέτηση της ενοχής εν γένει. Εν τούτοις, πολλές φορές το ίδιο πραγματικό γεγονός πληροί τις προϋποθέσεις τόσο της αδικοπραξίας όσο και της αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης και αυτό διότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, ακόμη και αν έλειπε η προϋπάρχουσα ενοχική σχέση μεταξύ των μερών, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη στην επιβαλλόμενη από το σύνολο του θετικού δικαίου και τους σκοπούς του υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των άλλων (ΑΠ 1734/2013, ΑΠ 1115/2015, ΑΠ 1497/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "...Όμως η περιγραφόμενη ως άνω υπαίτια συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων, η οποία συνίσταται στο ότι οι τελευταίοι τον διαβεβαίωσαν ψευδώς και με σκοπό να προτιμηθούν ως συνέταιροί του και να τους καταβάλει το εταιρικό κεφάλαιο των 130.000 ευρώ ότι θα τηρήσουν τα συμφωνηθέντα, όπως η παροχή προσωπικής εργασίας εκ μέρους τους, η ενημέρωσή του για τις εταιρικές υποθέσεις, η απόδοση του 75% των κερδών σε αυτόν μέχρις συμπληρώσεως του ποσού 130.000 ευρώ, τα οποία τελικά δεν τήρησαν, δεν είναι παράνομη και δεν μπορεί να θεμελιώσει αδικοπραξία και συνακόλουθα αιτία για επιδίκαση αποζημιώσεως,...

αλλά αποτελεί αθέτηση ενδοσυμβατικής υποχρέωσης". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 914 ΑΚ, εφόσον αν έλειπε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση για τη σύσταση αφανούς εταιρείας, η συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων δεν θα ήταν παράνομη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 1234/2015).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν προ της καταργήσεως των με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν.4072/2012 και εφαρμόζονται εν προκειμένω κατά άρθρο 294 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ.

αυτού, συνιστάται ατύπως και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων. Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομα του να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 227/2012).

Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ. Μεταξύ των λόγων λύσεως της εταιρείας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 766). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ' αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά.

Πράγματι, από το συνδυασμό των άρθρων 779 ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που η εισφορά συνίσταται στη χρήση ορισμένων πραγμάτων, αυτά αποδίδονται αυτούσια, 780 ΑΚ, που ρυθμίζει τον τρόπο εκκαθάρισης της εταιρείας αν υπάρχουν κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους και μεταξύ τους και τα της επιστροφής των εισφορών, 781 ΑΚ, περί μετατροπής του ενεργητικού σε χρήμα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, 782 ΑΚ, περί διανομής του τελικά απομένοντος υπολοίπου μεταξύ των εταίρων και 719 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της, προκύπτει, ότι ο αφανής, (εταίρος) δικαιούται να απαιτήσει την εισφορά του σε χρήμα μετά τη λύση της εταιρείας, αν αυτή υπάρχει στο ενεργητικό της είτε γιατί δεν δαπανήθηκε, για τις ανάγκες της εταιρείας, είτε γιατί καλύπτεται από το υπόλοιπο της εκκαθάρισης των σχετικών λογαριασμών (ΑΠ 393/2006, ΑΠ 116/2013, ΑΠ 1234/2015).

Ωστόσο, κατ'άρθρο 291 παρ.1 εδ.β', του ν.4072/2012 που έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η καταγγελία της αφανούς εταιρείας των διαδίκων έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του στις 11-4-2012, τη λύση της αφανούς εταιρείας, ακολουθεί πάντοτε η εκκαθάριση, την οποία και διενεργεί ο εμφανής εταίρος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "...Δυνάμει του από 14.07.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και των δύο πρώτων εναγομένων, ενεργούντων ατομικά για λογαριασμό τους αλλά και για λογαριασμό της τρίτης εναγομένης η οποία ήταν υπό σύσταση, συμφωνήθηκε η σύσταση αφανούς εταιρείας με αντικείμενο την εκμετάλλευση ενός καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος κείμενου επί της ...

στην περιοχή του .... Ειδικότερα, ο ενάγων διατηρούσε άδεια λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος στην περιοχή ... του Δήμου ...., ενώ οι δύο πρώτοι των εναγομένων δραστηριοποιούνταν στο χώρο της εστίασης, καθώς διατηρούσαν αντίστοιχο κατάστημα στην περιοχή των .... Οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ των άλλων ότι το εταιρικό κεφάλαιο της εταιρείας ποσού 130.000 ευρώ θα το κατέβαλε εξ ολοκλήρου ο ενάγων, ότι η διάρκεια της εταιρείας ήταν αόριστη και ότι διαχειριστές και εκπρόσωποι της εταιρείας θα ήταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της τρίτης εναγομένης, η οποία συνεστήθη δυνάμει του από 27.07.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο έλαβε αριθμό καταχώρισης 12447/2010 στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ιδιωτικού συμφωνητικού η συμμετοχή στα κέρδη των εταίρων ήταν 50 % και 50% η τρίτη εναγομένη, ενώ ο ενάγων μέχρι να εισπράξει το ποσό των 65.000 ευρώ δικαιούταν να λαμβάνει ποσοστό 75% επί των κερδών. Πλην όμως η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων δεν ευοδώθηκε και για το λόγο αυτό ο ενάγων απέστειλε προς τους εναγόμενους την από 11.06.2012 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του, η οποία επιδόθηκε σε αυτούς στις 18.06.2012 στην οποία προέβαλε αιτιάσεις για μη συμφωνηθείσα ανακαίνιση του χώρου του καταστήματος και για παράβαση των όρων του από 14.07.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων, ότι οι εναγόμενοι τον είχαν αποκλείσει από τη λειτουργία του καταστήματος, διότι δεν του επεδείκνυαν τα εμπορικά βιβλία της επιχείρησης, δεν συμμετείχε αν και είχε συμφωνηθεί στη διαδικασία επιλογής του προσωπικού, δεν του κατέβαλαν το 75% επί των κερδών, καλώντας τους να προσέλθουν παρουσία του δικηγόρου και λογιστή τους μαζί με τα βιβλία της εταιρείας, άλλως θα προέβαινε στις νόμιμες ενέργειες για τη λύση της εταιρείας καταγγέλλοντάς την.

Σε απάντηση του ως άνω εξωδίκου οι εναγόμενοι του απέστειλαν την από 07.07.2012 εξώδικη απάντηση διαμαρτυρία-πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 12.07.2012 με την οποία αρνούνταν τους παραπάνω ισχυρισμούς του. Ακολούθως, ο ενάγων με την από26-6-2012 καταγγελία του που επιδόθηκε στους εναγομένους την 2-7-2012 προέβη στην καταγγελία της αφανούς εταιρείας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 του από 14.07.2010 συμφωνητικού σύστασης αφανούς εταιρείας: "Η εταιρεία λύεται με κοινή απόφαση των συνεταίρων ή με καταγγελία κάποιου συνεταίρου για σπουδαίο λόγο. Στην περίπτωση αυτή η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση. Η εκκαθάριση της περιουσίας γίνεται από όλους τους συνεταίρους που διορίζονται εκκαθαριστές κατά τις διατάξεις του ΑΚ.

Η διανομή της εταιρικής περιουσίας θα γίνεται ως εξής. Πρώτον θα πληρωθούν τα τυχόν χρέη της εταιρείας μετά ταύτα κάθε συνέταιρος θα αναλάβει τα κεφάλαια που κατέθεσε και μετά ταύτα θα γίνει διανομή των κερδών και κάθε συνέταιρος θα λάβει το μερίδιο του". Εκ των ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι οι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση είχαν συμβατικά καθορίσει ότι μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία της εκκαθάρισης.

Έτσι με βάση τα παραπάνω πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί η εκκαθαριστική διαδικασία, έτσι ώστε μετά να ακολουθήσει η άσκηση της αξιώσεως του ενάγοντος για απόδοση της εταιρικής του εισφοράς. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον αποδείχτηκε ότι η αξίωση του ενάγοντος προς απόδοση σε αυτόν της εταιρικής του εισφοράς είναι ανεκκαθάριστη, πρέπει η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά τα οποία δέχτηκε, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις των άρθρων 361, 779-782 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 719, 340, 346, 481 ΑΚ, 285-291 του ν. 4072/2012, καθόσον ειδικότερα δέχτηκε, ότι πρέπει να ολοκληρωθεί η διαδικασία της εκκαθάρισης, προκειμένου να ακολουθήσει η άσκηση της αξιώσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για απόδοση της εταιρικής του εισφοράς.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο για την απόρριψη της ως άνω αξιώσεως του αναιρεσείοντος διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζει αυτός τα αντίθετα, είναι επίσης αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η από 28.32018 αίτηση αναιρέσεως να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτός ως ηττηθείς στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.3.2018 αίτηση του Θ. Τ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 801/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, και την ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ