1355/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1355/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προαναφερόμενη απόφαση το αρμόδιο δικαστήριο, στα πλαίσια της μεταβολής αυτής, αποφαίνεται και περί του τρόπου της επωφελεστέρας αξιοποιήσεως της εν λόγω περιουσίας (ή μέρους της) ή της επιτρεπομένης διαθέσεως αυτής (ή μέρους της) (άρθρο 3 του ν. 455/1976). Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζονται ενδεικτικά οι τρόποι επωφελέστερης αξιοποίησης ή διάθεσης της καταλειφθείσας υπέρ κοινωφελούς σκοπού περιουσίας.
Full text
Απόφαση 1355 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1355/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει την υπόθεση:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο του Γεώργιο Ιατρού.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση (σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 ν. 4182/2013): Στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, που εδρεύει στην ….
Το αιτούν και ήδη αναιρεσείον με την από 27-6-2012 αίτησή του που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Εκδόθηκε η 1937/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-6-2015 αίτησή του.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 25-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά τα υπό στοιχεία α’ και γ’ μέρη του, λόγου, της από 11-6-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1937/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 100/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άνω άρθρου ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27, 29/1998).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την ανάγνωση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, εφόσον βεβαίως το από αυτές πόρισμα εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013, ΑΠ 168/2015).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών και εναντίον των πράξεων της πολιτείας ακόμη που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και σύμφωνα με αυτήν δεν επιτρέπεται κατ’ αρχήν η μεταβολή σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφελείας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο, (βλ.
Ολομ. ΑΠ 1241/1979 ΝοΒ 28.709, ΑΠ 1547/2010). Κατ’ εξαίρεση όμως επιτρέπεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση του καταλειφθέντος ή δωρηθέντος περιουσιακού στοιχείου, υπέρ του ίδιου ή άλλου (συγγενούς) κοινωφελούς σκοπού, στην ίδια περιοχή που όρισε ο διαθέτης ή ο δωρητής, ή στην ευρύτερη περιφέρειά της, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, είτε ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, ως προς τον ορισθέντα σκοπό, είτε ότι η θέληση αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με την μεταβολή της εκμετάλλευσης του υπ’ όψη περιουσιακού στοιχείου, όπως ειδικός νόμος θα ορίσει.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ν. 455/1976, που εκδόθηκε κατ’ επιταγή της διάταξης αυτής του Συντάγματος, επιτρέπεται με απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, (άρθρα 739 επ. και 825 του ΚΠολΔ), να βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, ότι είναι δυνατή είτε η ικανοποίηση άλλου παρόμοιου κοινωφελούς σκοπού, είτε η πληρέστερη ικανοποίηση του ίδιου κοινωφελούς σκοπού, και ότι προς τούτο είναι αναγκαία η μεταβολή της παρούσης εκμεταλλεύσεως του συγκεκριμένου καταλειφθέντος ή δωρηθέντος περιουσιακού στοιχείου ή και όλης της αφιερωθείσας υπέρ του κοινωφελούς σκοπού περιουσίας.
Με την προαναφερόμενη απόφαση το αρμόδιο δικαστήριο, στα πλαίσια της μεταβολής αυτής, αποφαίνεται και περί του τρόπου της επωφελεστέρας αξιοποιήσεως της εν λόγω περιουσίας (ή μέρους της) ή της επιτρεπομένης διαθέσεως αυτής (ή μέρους της) (άρθρο 3 του ν. 455/1976). Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζονται ενδεικτικά οι τρόποι επωφελέστερης αξιοποίησης ή διάθεσης της καταλειφθείσας υπέρ κοινωφελούς σκοπού περιουσίας.
Η αίτηση για έκδοση απόφασης με το ανωτέρω περιεχόμενο υποβάλλεται, κατ’ άρθρο 3 του ν. 455/ 1976, από τον Υπουργό των Οικονομικών, ή τον αρμόδιο εκ του σκοπού Υπουργό, ή από κάθε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, και μάλιστα από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο έχει καταλειφθεί, με τον όρο της εξυπηρετήσεως του κοινωφελούς σκοπού, η αφιερούμενη περιουσία.
Η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση της αφιερωθείσας περιουσίας αποτελεί νομική αξιολογική έννοια, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση ως προς τα προτεινόμενα προς υπαγωγή σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να κριθεί από το δικαστήριο αν αυτά πράγματι την συνιστούν, συγκρινόμενης της προτεινόμενης λύσεως προς την ήδη υπάρχουσα κατάσταση.
Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσον προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει την δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις εκείνων των στοιχείων της αιτήσεως που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 τού ίδιου κώδικα, αλλά και περαιτέρω την ευχέρεια αντλήσεως κρίσιμων στοιχείων της υποθέσεως και με αυτεπάγγελτη ακόμη ενέργεια του δικαστηρίου από άλλα, πέραν από την αίτηση διαδικαστικά ή αποδεικτικά έγγραφα.
Όμως η εν λόγω ευχέρεια δεν είναι δυνατόν να καλύπτει εκτός από την πραγματική και την ενδεχόμενη νομική αοριστία της αιτήσεως.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 109 §§ 1-2 του Συντάγματος, 1, 2 και 3 του ν. 455/76, 825 ΚΠολΔ., 95, 96 παρ. 1, 97, 98 §§ 1-2 και 126 §§ 3-1 του α.ν. 2039/1939, καθώς και εκείνων των άρθρων 108-110 επ. του ΑΚ, το Εφετείο Αθηνών έχει δικαιοδοσία και καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει τις αναφερθείσες στην προηγούμενη νομική σκέψη υποθέσεις με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στις ακόλουθες αποκλειστικά περιπτώσεις: α) εάν η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή περιουσίας υπέρ κοινωφελούς σκοπού έχει καταστεί απραγματοποίητη εν όλω ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ώστε θα πρέπει να επιτραπεί η ικανοποίηση με την αφιερωθείσα περιουσία άλλου συγγενούς και εφικτού κοινωφελούς σκοπού, β) εάν η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή, στα πλαίσια του ταχθέντος από αυτόν κοινωφελούς σκοπού ή του επιτρεπομένου κατά την προηγούμενη περίπτωση νέου παρόμοιου εφικτού κοινωφελούς σκοπού, μπορεί να ικανοποιηθεί καλύτερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης της αφιερωθείσας περιουσίας ή μέρους της, ώστε να αξιοποιηθεί ή να διατεθεί αυτή με επωφελέστερο τρόπο και γ) εφόσον ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης λόγω αμφιβολίας ή αμφισβητήσεως σχετικά με τον τρόπο της εκκαθαρίσεως και γενικά της διαχειρίσεως και της εκτελέσεως της αφιερωμένης στον κοινωφελή σκοπό περιουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1937/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη (αναπόδεικτη) η από 27-6-2012 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", με τη οποία, επικαλούμενο, ότι η βούληση του διαθέτη Κ. Φ., στη νομίμως δημοσιευθείσα από 19-1-1973, ιδιόγραφη διαθήκη του, να προκηρύσσει αυτή (...) κατ’ έτος διαγωνισμό και να απονέμει βραβείο σε συγγραφές με αντικείμενο ζητήματα του ισχύοντος Αστικού Δικαίου ή της ιστορίας του, από την καταλειφθείσα σ’ αυτή περιουσία του, δεν μπορεί να εκπληρωθεί για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους και ότι μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή κοινωφελείς σκοπούς, ζήτησε να βεβαιωθεί από το δικαστήριο αυτό η ως άνω αδυναμία και ότι η βούληση του διαθέτη και η εκπλήρωση του ταχθέντος με τη διαθήκη του κοινωφελούς σκοπού, μπορούν να εκπληρωθούν πληρέστερα με τους αναφερόμενους στην αίτηση κοινωφελείς σκοπούς.
Για να καταλήξει το Δικαστήριο στην ανωτέρω απορριπτική επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του, διέλαβε στην απόφασή του τα εξής: "Στις 15-2-1974 απεβίωσε στην Αθήνα ο Κ. Φ. του Σ., ο οποίος με την από 19-1-1973 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ’ αριθμ. ...-2-1974 πρακτικό του, εγκατέστησε την αιτούσα μοναδική κληρονόμο του επί της ψιλής κυριότητος της ακίνητης περιουσίας του, αποτελουμένης από τα διαμερίσματα που στην αίτηση αναφέρονται, με τον κοινωφελή σκοπό όπως, όταν περιέλθει σ’ αυτήν και η επικαρπία, από τα εισοδήματα των καταλειφθέντων ακινήτων, να προκηρύσσει κάθε έτος διαγωνισμό και απονέμει βραβείο σε συγγραφές με αντικείμενο ζητήματα του ισχύοντος Αστικού Δικαίου ή της ιστορίας του.
Με την ίδια διαθήκη, ο άνω αποβιώσας κατέλιπε την επικαρπία της ακίνητης περιουσίας του στην Δ. Τ. χήρα Λ. Λ., το γένος Π. Ζ., η οποία και τελικά απεβίωσε στις 9-1-1984. Η αιτούσα αποδέχθηκε νομίμως την άνω κληρονομιά με αποφάσεις που λήφθηκαν από την Σύγκλητό της στις 12-3-1974 και από την Ολομέλειά της στις 2-5-1974, καθώς και δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων υπ’ αριθ. .../5-6-1980, .../5-6-1980 και .../5-6-1980 πράξεων αποδοχής κληρονομιάς του Σ/φου Αθηνών Α.
Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα διαθέσιμα εισοδήματα της άνω κληρονομίας ανέρχονται στο ποσό των 126.852 ευρώ κατά τον χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αίτησης και προέρχονται α) από τα μισθώματα των τριών διαμερισμάτων της κληρονομιάς, τα οποία σήμερα μεν δεν είναι μισθωμένα και γίνονται προσπάθειες για την εκμίσθωσή τους, αλλά όταν ήσαν μισθωμένα απέδιδαν ετησίως εισοδήματα περίπου 12.000 ευρώ και β) από την προθεσμιακή κατάθεση των ως άνω διαθεσίμων εισοδημάτων, η οποία αποδίδει τόκους περίπου 5.000 ευρώ καθ’ έτος.
Και ναι μεν ισχυρίζεται η αιτούσα Ακαδημία Αθηνών, προς διάθεση των άνω εισοδημάτων, ότι από το έτος 1991 έως και το 2012 και σύμφωνα με την βούληση του διαθέτη προκήρυξε τριάντα (30) βραβεία, από τα οποία όμως διεκδικήθηκε μόνο το ένα βραβείο, το οποίο όμως δεν απονεμήθηκε και ότι έτσι έχει καταστεί αδύνατη η εκπλήρωση της βούλησης του διαθέτη και επέκεινα του κοινωφελούς σκοπού που αυτός καθόρισε.
Όμως το άνω πραγματικό περιστατικό της προκήρυξης των εν λόγω βραβείων επί τόσα έτη δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του δικαστηρίου. Ούτε επίσης αποδείχθηκε ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο των προκηρύξεων αυτών, ποιό ήταν το ύψος αμοιβής για κάθε βραβείο για τους διαγωνισμούς αυτούς, χωριστά για κάθε ένα από τα παρελθόντα έτη και περαιτέρω ποιες υποψηφιότητες δήλωσαν συμμετοχή και με ποιά συγγραφή, ήτοι με ποιό περιεχόμενο (θέμα, πόσων σελίδων κ.λπ.), ώστε να δυνηθεί περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν υπάρχει αναλογία μόχθου και χρόνου για την συγγραφή, με το ποσό που αντίστοιχα διδόταν ως βραβείο, δηλαδή αν το ποσό που διδόταν εκάστοτε ως βραβείο ήταν ανάλογο της συγγραφής ή ήταν υπερβολικά μικρό και γι’ αυτό δεν υπήρχε διάθεση των υποψηφίων προς συμμετοχή και περαιτέρω γι’ αυτόν τον λόγο δεν υπήρχε και εκπλήρωση της βούλησης του διαθέτη.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ποιό ήταν από τα 29 βραβεία που ισχυρίζεται η αιτούσα ότι προκήρυξε, αυτό το ένα που διεκδικήθηκε, καθώς και ποιοί ήσαν οι λόγοι που τελικά δεν απονεμήθηκε. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι έχει καταστεί αδύνατη η διάθεση των εισοδημάτων που προαναφέρθηκαν για το σκοπό που όρισε ο διαθέτης, ούτε ότι η θέληση του διαθέτη στα πλαίσια του ταχθέντος άνω κοινωφελούς σκοπού κατέστη απραγματοποίητη και έτσι ενόψει αυτών δεν αποδεικνύεται ότι παρίσταται ανάγκη να εξυπηρετηθεί πληρέστερα η βούλησή του με την μεταβολή της εκμετάλλευσης των διαθεσίμων εισοδημάτων της κληρονομίας με τη διάθεσή τους για παρόμοιο, συγγενή κοινωφελή σκοπό" Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος και του Ν. 455/ 1976, χωρίς να δεχθεί διαφορετική ερμηνεία από αυτή που εκείνες προβλέπουν.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, το αποδεικτικό της πόρισμα.
Η αναφορά στην απόφαση, ότι δεν αποδείχθηκε το πραγματικό περιστατικό της προκηρύξεως των βραβείων, του ακριβούς περιεχομένου τους και το ύψος της αμοιβής, δεν ενέχει αντιφατική αιτιολογία σε συνδυασμό με τις λοιπές αναφορές της (αποφάσεως), ειδικότερα δε το ύψος της αμοιβής διαλαμβάνεται ως στοιχείο αναγκαίο για τη διερεύνηση του λόγου της μη συμμετοχής υποψηφίων στους διαγωνισμούς και όχι ως όρος που είχε τεθεί από το διαθέτη στη διαθήκη του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τα υπό στοιχεία (α) και (γ) μέρη του, με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το μέρος (β) που προβάλλεται η αιτίαση, ότι με την απόφαση παραβιάσθηκαν τα άρθρα 2 και 97 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν έγινε στην αίτηση επίκληση, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει στο αναιρετήριο, των σχετικών ως άνω διατάξεων του Οργανισμού της.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, ώστε να προβεί και ούτε προέβη στην ερμηνεία της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη στη διαθήκη του και ειδικότερα ως προς την έννοια του βραβείου.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 173 του ΑΚ και του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Ειδικώς όμως οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες ή τα έγγραφα και επομένως θα πρέπει να αναφέρονται ειδικά στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη, ή ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τις λαμβάνει υπόψη, διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν είχαν προσκομισθεί στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη ρητή αναφορά στην απόφαση, ότι για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και την υπ’ αριθμ. ...-1-2013 ένορκη βεβαίωση του υπαλλήλου της αιτούσας Ν. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, προκύπτει αδιστάκτως ότι την έλαβε υπόψη του και ο σχετικός από το άρθρο 11γ’ τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι, κατά το μέρος του αυτό, αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το μέρος του που προσβάλλεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτή, ότι δεν αποδείχθηκε ότι τηρήθηκε ο τρόπος και ο τύπος της προκηρύξεως που ορίζουν οι διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως και ανωτέρω εκτέθηκε, δεν έγινε με την αίτηση επίκληση των διατάξεων του Οργανισμού της.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από τα άρθρα 559 αρ. 1 και 14 και 578 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι εσφαλμένα το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτησή της ως αναπόδεικτη, διότι τα περιστατικά που διαλαμβάνει ότι δεν αποδείχθηκαν, δεν τα αναφέρει στην αίτησή της και ότι για το λόγο αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη. Ο ως άνω λόγος, για την προβολή του οποίου υφίσταται το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας (πρβλ. ΑΠ 42/2015), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις, η αίτηση περιέχει όλα τα κατά νόμο απαραίτητα στοιχεία για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητάς της. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2015 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1937/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ