1355/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1355/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης, να εκθέτει το δικαστήριο σ’ αυτήν περιστατικά από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1355 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1355/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 6912/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους 1. Ι. Ο. του Α., κάτοικο ... και 2. Μ. Τ. του Χ. Ι., (Μουφτή Κομοτηνής), κατοικοεδρεύοντος στην…, που αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρόπουλο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Δασούλας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 33/1-9-2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σοφρωνιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 881/2015.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε χρονικό διάστημα ενός μήνα από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, είτε όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν εκθέτει καθόλου ή εκθέτει ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν τη συνδρομή όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε όταν δεν αιτιολογεί καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του, τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης, να εκθέτει το δικαστήριο σ’ αυτήν περιστατικά από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του. Επίσης, λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε’ ΚΠοινΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή αυτής υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά σ’ αυτή τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Από την ίδια διάταξη προκύπτει επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια για τη διάγνωση κάποιας διαφοράς.
Οι συμβολαιογράφοι είναι αρμόδιοι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, κατά τον Κώδικα συμβολαιογράφων (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. δ’ του Ν. 670/1977, ήδη άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε’ του Ν. 2830/2000), εφόσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος.
Πρέπει, όμως, για να μπορούν οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων να ληφθούν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της κατάθεσης, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται σ1 αυτές.
Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα απόφασης, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη, πρέπει να αναφέρεται σ1 αυτήν, εκτός άλλων, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας, ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση.
Διαφορετικά, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος.
II] Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλομένης 6912/8-6- 2015 απόφασής του κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους Ι. Ο. και Μ. Τ. για το ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, στις 16-12-2008: Α) ο πρώτος, κατηγορούμενος Ι. Ο., ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, αποκρύπτοντας την αλήθεια.
Ειδικότερα, κατά τον παραπάνω χρόνο, κατόπιν αιτήσεως του συγκατηγορούμενού του Μ. Τ., εξεταζόταν ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Κ., που είναι αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, και που συνέταξε την υπ’ αριθμ. .../2008 ένορκη βεβαίωση, προκειμένου αυτή (η ένορκη βεβαίωση), να προσκομισθεί κατά τον ανωτέρω χρόνο στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης (διαδικασία εργατικών διαφορών) κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθμ.
ΕΓ93/30-7-2008 αγωγής της εγκαλούσας Μ. Κ. - Σ., σε βάρος της ... και του δεύτερου κατηγορούμενου Μ. Τ., Μουφτή Κομοτηνής ζητώντας να της επιδικαστεί το ποσό των 434.336 € από δεδουλευμένες αποδοχές, κατέθεσε και βεβαίωσε ενόρκως μεταξύ άλλων και ότι γνώρισε την Μ. Σ. (εγκαλούσα) προς τα τέλη του 1997 ή τις αρχές του 1998 και είχε επικοινωνία μαζί της περί τους 10 μήνες, ότι γνωρίστηκε με την εγκαλούσα με τη μεσολάβηση του Μουφτή Κομοτηνής, ο οποίος τον σύστησε ως κατάλληλο για την εργασία της μετάφρασης του βιβλίου του Αρχιεπισκόπου Μ.
Βρετανίας Μ. Φ. με τίτλο "...", από την ελληνική στην τουρκική γλώσσα, ότι το ενδιαφέρον της (εννοεί της εγκαλούσας) δεν ήταν πνευματικό, όπως είχε υποθέσει, αλλά εμπορικό και έτσι αποφάσισε να διακόψει τις επαφές του μαζί της και τις εντυπώσεις του αυτές τις μετέφερε στη Μουφτεία, προτείνοντας μάλιστα και αυτοί να κάνουν το ίδιο, ότι η Σ.
προωθούσε αποκλειστικά αυτή και με έγκριση του Πατριάρχη, την κυκλοφορία ενός πολυτελέστατου και πανάκριβου λευκώματος για το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, που την εποχή εκείνη, δηλαδή το 1998, πουλιόταν 25.000 δραχμές, και μάλιστα με πλάγιο τρόπο, ουσιαστικά τον υποχρέωσε να αγοράσει και αυτός τούτο το λεύκωμα, αν και ήταν εκτός των ενδιαφερόντων του, ότι η εγκαλούσα ποτέ δεν του είπε ότι είναι σύμβουλος της ...
και του Μουφτή προσωπικά, όπως γράφει στην αγωγή της και ότι εκείνο που επανειλημμένα του ανέφερε ήταν το παράπονο της ότι δεν μπορούσε να πείσει τον Μουφτή Κομοτηνής, ώστε με την μεσολάβησή της, με το αζημίωτο φυσικά, να υπαχθεί η Μουφτεία σε χρηματοδοτικά προγράμματα της Ε.Ε, σε σκοπό τις εκδόσεις βιβλίων και χρηματοδότηση άλλων δραστηριοτήτων και ότι ζητούσε από τον ίδιο να πείσει και αυτός τον Μουφτή να δεχθεί τις προτάσεις της, να ενταχθεί δηλαδή η Μουφτεία στα ευρωπαϊκά ενίσχυσης και τέλος ότι η συμφωνία που αναφέρεται επί λέξει στην αγωγή της ενάγουσας (εδώ εγκαλούσας) αποκλείεται να είναι γνήσια, αυθεντική και να εκφράζει τη βούληση του Μουφτή Κομοτηνής.
Έπραξε δε τα παραπάνω, αν και γνώριζε ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα απ’ αυτόν ήταν ψευδή, αποκρύπτοντας την αλήθεια, ότι δηλαδή, ο πρώτος κατηγορούμενος επισκέφθηκε μόνο μία φορά την εγκαλούσα στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών που διατηρεί η ίδια στη Θεσσαλονίκη το έτος 1996, προκειμένου να της παραδώσει ένα επείγον έγγραφο εκ μέρους του δεύτερου κατηγορούμενου, με σκοπό τη μετάβασή της στην Αθήνα για εργασία της ..., ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα μετάφρασης του βιβλίου του Μ.
Φ. στην τουρκική γλώσσα, ότι η εγκαλούσα παρείχε τις υπηρεσίες της προς την Μουφτεία Κομοτηνής και τον δεύτερο κατηγορούμενο μέχρι και το έτος 2005, ενώ μέχρι και σήμερα η σχέση εργασίας της δεν έχει καταγγελθεί, ότι ουδέποτε ο πρώτος κατηγορούμενος αγόρασε από την εγκαλούσα το λεύκωμα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, διότι η ίδια δεν διατηρεί βιβλιοπωλείο, ότι σαφώς η εγκαλούσα μεσολάβησε για να ενταχθεί η Μουφτεία σε χρηματοδοτικά προγράμματα της Ε.Ε, προς τούτο άλλωστε υπάρχει, σωρεία εγγράφων, αιτήσεων επιστολών κλπ που φέρουν την υπογραφή του δεύτερου κατηγορουμένου, ως Μουφτή της Κομοτηνής, και τέλος ότι η συμφωνία ανάμεσα στην εγκαλούσα και τον Μουφτή Κομοτηνής που αναφέρεται στην προαναφερθείσα αγωγή είναι γνήσια, γεγονός που αποδεικνύεται από σχετικά έγγραφα.
Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Μ. Τ., στον πιο πάνω τόπο και χρόνο ενεργώντας με πρόθεση, προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που τελικά εκείνος διέπραξε και συγκεκριμένα, με την ιδιότητά του ως Μουφτή Κομοτηνής, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Ι.
Ο., την απόφαση να εκτελέσει το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, με το να τον πείσει να εμφανιστεί στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Μ. Κ. και να ζητήσει, την σύνταξη της υπ’ αριθμ. .../2008 ένορκης βεβαίωσης, προκειμένου ο ίδιος ακολούθως να την προσκομίσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθμ.
ΕΓ 93/30-7-2008 αγωγής της εγκαλούσας Μ. Κ. - Σ. σε βάρος της ... και του δεύτερου κατηγορούμενου Μ. Τ., Μουφτή Κομοτηνής, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν το ποσό των 434.336 €, που πηγάζει από την μεταξύ τους εργασιακή σχέση και να καταθέσει τα προαναφερόμενα αναλυτικά υπό στοιχείο Α’ , τα οποία είναι εξ ολοκλήρου ψευδή, πράξη την οποία τελικά εκείνος διέπραξε".
Για να καταλήξει στην ανωτέρω απαλλακτική του κρίση το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης ως άνω απόφασής του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης, έγγραφα, απολογία πρώτου κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ 2 ΠΚ, όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Ως αρμόδια αρχή ενώπιον της οποίας γίνεται η ένορκη εξέταση νοείται και ο συμβολαιογράφος για τη λήψη ένορκης βεβαιώσεως, η οποία θα προσκομιστεί σε πολιτική δίκη. Περαιτέρω πρέπει σε κάθε περίπτωση τα κατατεθέντα από το μάρτυρα να έχουν σχέση με το αντικείμενο της απόδειξης της συγκεκριμένης πολιτικής δίκης ή να πρόκειται για γεγονότα που συνδέονται αναπόσπαστα με το αποδεικτέο θέμα, διότι διαφορετικά δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα (βλ.
Ε. Καμπέρου Ντάλτα σε Ποινικός Κώδικας έκδοση Νομική Βιβλιοθήκη, τόμος 2ος, όρθρο 224 σελ. 150 και εκεί παραπομπές). Στη συγκεκριμένη περίπτωση στον πρώτο κατηγορούμενο αποδίδεται η πράξη ότι αυτός στις 16-12-2008, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, αποκρύπτοντας την αλήθεια.
Ειδικότερα, κατά τον παραπάνω χρόνο, κατόπιν αιτήσεως του συγκατηγορούμενου του, Μ. Τ., εξεταζόταν ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Κ., που είναι αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, και που συνέταξε την υπ’ αριθμ. .../2008 ένορκη βεβαίωση, προκειμένου αυτή (η ένορκη βεβαίωση), να προσκομισθεί κατά τον ανωτέρω χρόνο στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης (διαδικασία εργατικών διαφορών) κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθμ.
ΕΓ93/30-7-2008 αγωγής της εγκαλούσας Μ. Κ. - Σ., σε βάρος της ... και του δεύτερου κατηγορούμενου Μ. Τ., Μουφτή Κομοτηνής ζητώντας να της επιδικαστεί το ποσό των 434.336 € από δεδουλευμένες αποδοχές, κατέθεσε και βεβαίωσε ενόρκως μεταξύ άλλων και τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται αναλυτικώς στο διατακτικό της παρούσας.
Ωστόσο τα όσα κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, πέραν του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκαν ψευδή από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε σχέση ή επίδραση στο αντικείμενο της συγκεκριμένης πολιτικής δίκης, διότι όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, με τη με αριθμό 46/2011 ήδη αμετάκλητη απόφαση του, τόσο ο δεύτερος κατηγορούμενος ατομικώς, όσο και η Μουφτεία Κομοτηνής δεν νομιμοποιούνταν παθητικώς στην αγωγή που άσκησε η εγκαλούσα, αφού σύμφωνα με το Ν 1920/1991 "Κύρωση ΠΥΣ - Μουσουλμάνοι Θρησκευτικοί Λειτουργοί" η Μουφτεία δεν έχει ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα, ενώ και ο Μουφτής είναι δημόσιος υπάλληλος εποπτευόμενος από το Ελληνικό Δημόσιο και συνεπώς δεν μπορεί να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και του υπόχρεου προς καταβολή της αμοιβής του εργαζόμενου.
Μόνο το Ελληνικό Δημόσιο μπορούσε να έχει τη θέση του εναγόμενου στη συγκεκριμένη αγωγή με αντικείμενο εργατική διαφορά. Η αγωγή δε της εγκαλούσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, χωρίς το πολιτικό δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να λάβει με οποιονδήποτε τρόπο υπόψη την ένορκη βεβαίωση.
Η ανωτέρω δε ένορκη βεβαίωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να έχει αποδεικτική αξία σε τυχόν μεταγενέστερη αγωγή της εγκαλούσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, μετά το έτος 2011 που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, αφού οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται με συγκεκριμένη προδικασία και κατόπιν κλητεύσεως του εκάστοτε αντιδίκου του διαδίκου που τις προσκομίζει και επιπρόσθετα οι αγωγικές αξιώσεις της εγκαλούσας που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως και το 2005 είχαν ήδη παραγραφεί κατά το άρθρο 90 Ν 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού, η δε παραγραφή των αξιώσεων που στρέφονται κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με το άρθρο 94 του ιδίου νόμου περί δημοσίου λογιστικού.
Ενόψει των ανωτέρω δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδορκίας για τον πρώτο κατηγορούμενο φυσικό αυτουργό, ενώ λόγω της παρακολουθηματικής φύσεως της ηθικής αυτουργίας δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα και για τον δεύτερο κατηγορούμενο ηθικό αυτουργό. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων που τους αποδίδονται".
Με τις παραδοχές της, όμως, αυτές, η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση στερείται της ανωτέρω επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι σ’ αυτήν δεν εκτίθενται καθόλου τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά και δεν εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα υπάρχοντα αποδεικτικό στοιχεία (γεγονότα και αποδείξεις) δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής των αυτουργών των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα αντίστοιχα αντιπαραθέτοντας αποδεικτικά στοιχεία και περιστατικά που αναιρούν έστω έναν από τους αναφερόμενους όρους των πράξεων αυτών που είναι το ψευδές.
Και δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορικά με τις εν λόγω πράξεις η αρνητική και αόριστη αναφορά, ότι "τα όσα κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος ... δεν αποδείχτηκαν ψευδή από κανένα αποδεικτικό μέσο ... ", χωρίς να αιτιολογείται, γιατί δεν πείστηκε το Δικαστήριο για την ενοχή των κατηγορουμένων από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και στα πρακτικά και δεν μπόρεσε αυτό να καταλήξει σε πόρισμα, ότι πραγματώθηκε από τους προαναφερόμενους κατηγορουμένους η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, που τους αποδίδονται.
Περαιτέρω, δεχόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα όσα κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος δεν μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε σχέση ή επίδραση στο αντικείμενο της συγκεκριμένης πολιτικής δίκης, - [διότι, όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης με τη 46/2011 ήδη αμετάκλητη απόφασή του τόσο ο δεύτερος κατηγορούμενος ατομικώς με την ιδιότητα του Μουφτή όσο και η Μουφτεία Κομοτηνής δεν νομιμοποιούνταν παθητικώς στην αγωγή που άσκησε η εγκαλούσα] - και ότι με την απόρριψη της αγωγής της εγκαλούσας ως απαράδεκτης για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, χωρίς το πολιτικό δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να λάβει με οποιονδήποτε τρόπο υπόψη την ένορκη βεβαίωση δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και κατ’ επέκταση το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας λόγω της παρακολουθηματικής φύσης της τελευταίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του Π Κ, καθόσον η ένορκη βεβαίωση είχε ληφθεί αρμοδίως από την άνω συμβολαιογράφο μετά από προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων της εγκαλούσας για να προσκομισθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης κατά τη συζήτηση της παραπάνω αγωγής της τελευταίας σε βάρος της ...
και του δευτέρου κατηγορουμένου και ουδεμία επιρροή ασκούσε το ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κομοτηνής ήταν αναρμόδιο να δικάσει και απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της οικείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμοι.
Έτσι, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 6912/8-6-2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2016. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ