1355/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2037/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6671/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/5/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1355/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1355 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1355/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Β. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Κουτρουμπή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2037/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6671/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/5/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/5/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 6671/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 26-6-2012 και 18-6-2012 εφέσεων του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, καθώς και επί των από 6-12-2012 πρόσθετων λόγων έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 2037/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-5-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε η από 28-12-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος.
Στο άρθρο 28 § 1 Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "κατά το διάστημα από την προκήρυξη βουλευτικών εκλογών έως την ορκωμοσία της Κυβέρνησης που προκύπτει κατά το άρθρο 37 του Συντάγματος, απαγορεύεται η έκδοση πράξεων που αφορούν το διορισμό ή πρόσληψη και οποιαδήποτε μεταβολή αναφερόμενη στην υπηρεσιακή κατάσταση κάθε κατηγορίας προσωπικού των υπηρεσιών και νομικών προσώπων του άρθρου 14 παρ.1 του παρόντος, εκτός από τις πράξεις πειθαρχικής διαδικασίας, διαθεσιμότητας και αργίας, καθώς και τις πράξεις που εκδίδονται σε συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην αντίληψη και την εντύπωση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:
α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 § 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57§2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361-363 ΠΚ.
Ειδικότερα κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.
Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (ΠΚ 367 § 1γ ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Κατ’ εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 § 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 931/2014).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος παρέχει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Τέλος μορφές υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (ΑΠ 19/2012, 170/2010). Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων εναγόμενος Χ. Β. το έτος 1976 προσελήφθη ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίου" (ΔΕΠ).
Η ενάγουσα εναγομένη Μ. Κ. το έτος 1982 προσελήφθη ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνικά Διυλιστήρια Ασπροπύργου ΑΕ". Το έτος 1998 ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ" κατόπιν απορρόφησης λόγω συγχώνευσης πλην άλλων και των προαναφερομένων ΑΕ, και δημιουργήθηκε μία ενιαία νομική διεύθυνση αυτής με διευθυντή τον Γ.
Η. και τρία νομικά τμήματα με διαφορετικό αντικείμενο το καθένα. Προϊστάμενος του 1ου τμήματος ορίστηκε ο εκκαλών Χ. Β., ενώ η εκκαλούσα Μ. Κ. εντάχθηκε στο 3° τμήμα του οποίου προϊστάμενος είχε οριστεί ο Α. Σ. Το αντικείμενο του 3ου τμήματος ήταν εργατικές διαφορές και συλλογικές διαπραγματεύσεις, υποθέσεις που χειρίστηκε η τελευταία με τους συναδέλφους της και οι οποίες είχαν αυξηθεί λόγω των συγχωνεύσεων.
Η διοίκηση της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ " με την υπ’ αριθμ. ...12-1-2004 απόφαση της προήγαγε τον μεν Α. Σ. σε αναπληρωτή διευθυντή την δε εκκαλούσα σε προϊσταμένη του 3ου τμήματος. Με την υπ’ αριθμ. ...14-2-2006 απόφαση της διοικήσεως της εν λόγω ΑΕ συνεστήθη Πενταμελής Επιτροπή προκειμένου να εξετάσει το θέμα των αποδοχών των δικηγόρων της διεύθυνσης νομικής υπηρεσίας, μέλη δε της επιτροπής αυτής ορίστηκαν οι προϊστάμενοι των τριών τμημάτων της νομικής διεύθυνσης, ο διευθυντής Ανθρωπίνων Πόρων και Διοικητικών Υπηρεσιών και ο Σύμβουλος αναπληρωτής διευθυντής Α.
Σ. Κατά την συνεδρίαση της επιτροπής αυτής της 16-3-2006 ο εκκαλών δήλωσε ότι η συμμετοχή της εκκαλούσας στην επιτροπή δεν είναι νόμιμη διότι η προαγωγή της στη θέση της προϊσταμένης του τρίτου τμήματος της νομικής διεύθυνσης έγινε κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και ως εκ τούτου δεν είναι νόμιμη και ζήτησε να της επιτραπεί η συμμετοχή στις εργασίες της επιτροπής χωρίς όμως να έχει δικαίωμα ψήφου.
Τα ίδια επανέλαβε ο εκκαλών στην από 16-1-2009 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ" μετά την κατά τις 4-12-2008 καταγγελία εκ μέρους της εν λόγω ΑΕ της συμβάσεως έμμισθης εντολής που τους συνέδεε. Ειδικότερα στην αγωγή αυτή ισχυρίστηκε για την εκκαλούσα τα ακόλουθα "Η υποτιθέμενη "ισότης" των αποδοχών των προϊσταμένων βασίζεται αφενός σε παραγνώριση των δικών μου προσόντων και αφετέρου σε "πριμοδότηση" της κ.
Μ. Κ. με παράνομες μεθόδους. Έτσι αυτή "προήχθη" σε προϊσταμένη τμήματος τις παραμονές των βουλευτικών εκλογών του Μαρτίου του έτους 2004 κατά παράβαση των προβλεπομένων από το άρθρο 28 του Ν. 2194/1994". Περαιτέρω, αναφορικά με την προαγωγή της εκκαλούσας (Μ. Κ.) που έγινε, όπως προαναφέρθηκε στις 12-1-2004 με την υπ’ αριθμ. ...12-1-2004 απόφαση της διοίκησης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα.
Στις 7 Μαρτίου 2004 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές, η προεκλογική περίοδος των οποίων άρχισε στις 11-2-2004 (βλ. ΦΕΚ 40/Α/11-2-2004), οπότε και δημοσιεύτηκε το σχετικό προεδρικό διάταγμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως προβλέπεται σχετικά στην ελληνική νομοθεσία (αρθρ. 53 παρ.1 Συντάγματος, ΠΔ 351/2003 αρ. 42 και ΠΔ 96/2007 ΦΕΚ 116Α/5 Ιουνίου 2007 ).
Επομένως η προαγωγή της ανωτέρω έγινε νόμιμα σε χρόνο προγενέστερο της προκήρυξης των βουλευτικών εκλογών. Παρ’ όλα αυτά όμως ο εναγόμενος καίτοι γνώριζε τα ανωτέρω, ισχυρίστηκε τα ως άνω ψευδή για την ενάγουσα γεγονότα εν γνώσει της αναληθείας τους με σκοπό να βλάψει την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική της φήμη.
Με τις δηλώσεις του δε ενώπιον της πενταμελούς επιτροπής και με το προαναφερόμενο δικόγραφο της αγωγής, του περιεχομένου των οποίων έλαβαν γνώση πλην άλλων συνάδελφοι τους, γραμματείς της ΑΕ, δικαστές, γραμματείς δικαστηρίων, δικαστικοί επιμελητές και δικηγόροι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ως επιληφθέντες των εν λόγω υποθέσεων, ο εναγόμενος διέδωσε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, τα οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση, μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας και προσέβαλαν την προσωπικότητα της ως ατόμου και επαγγελματία, δεδομένης και της δικηγορικής της ιδιότητας, αφού την εμφάνιζαν ως άτομο που ενεργεί αντιδεοντολογικά, αντισυναδελφικά που επιχειρεί με κάθε μέσο να διασφαλίσει την προαγωγή της.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η προεκλογική περίοδος είχε αρχίσει από τις 7-1-2004, ήτοι από την ημερομηνία που το θέμα των εκλογών δημοσιεύτηκε στον ημερήσιο τύπο καθόσον κρίσιμος είναι ο χρόνος δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος για την διάλυση της Βουλής στο ΦΕΚ και όχι τα δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο και εν γένει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που πολλές φορές διαφέρουν ακόμα και μεταξύ τους.
Κατ’ ακολουθία, εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στην ίδια κρίση κατέληξε, δεχόμενο, ότι όσα ισχυρίστηκε ως άνω ο εναγόμενος είναι ψευδή, εν γνώσει της αναλήθειας, και ότι σκοπός του ήταν να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με τους συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενους λόγους εφέσεως του ελέγχονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, ο εναγόμενος προσέβαλε, παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της ενάγουσας και προκάλεσε σ’ αυτή έντονη συναισθηματική ταλαιπωρία και στενοχώρια, εξαιτίας της οποίας αυτή υπέστη ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος και το μέγεθος της προσβολής, το βαθμό πταίσματος του εναγομένου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι το ποσό των 8.000 ευρώ αποτελεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στην ενάγουσα το ίδιο ως άνω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες κατά περίπτωση λόγοι εφέσεων της ενάγουσας και του εναγομένου ελέγχονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσία.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου εκκαλούντος περί άρσεως του αδίκου των πράξεων κατ’ άρθρ.367 ΠΚ, για τον λόγο ότι οι ως άνω ενέργειες τους έγιναν από δικαιολογημένο και νόμιμο ενδιαφέρον, απορριπτέος κρίνεται καθόσον εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι όσα ισχυρίστηκε για την ενάγουσα υπήρξαν ψευδή και τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους.
Συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό δεν έσφαλε και ο τα αντίθετα υποστηρίζων λόγος εφέσεως ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω ενάγουσα Μ. Κ., ήδη εφεσίβλητη, στην εν λόγω αγωγή της ναι μεν απέδιδε στον αντίδικο της εναγόμενο Χ.
Β., ήδη εκκαλούντα, τις ακόλουθες εκφράσεις "υβριστική συμπεριφορά", "συκοφαντική συμπεριφορά", "εκμεταλλευόμενος την πρόθεση μου να μην δώσω συνέχεια στη συμπεριφορά αυτή ολοένα αποθρασυνόταν", "είναι προφανές ότι η εν λόγω συμπεριφορά του η οποία είναι κατά συρροήν και επαναλαμβανόμενη και εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την εμπάθεια το αναιτιολόγητο προσωπικό του μένος εναντίον μου", "παρά την απομάκρυνση του από την εταιρεία δεν έπαυσε η εμπάθεια και το μίσος του προς το πρόσωπο μου", πλην όμως σκοπός της ήταν η θεμελίωση της αγωγής της στη νομική βάση της συκοφαντικής δυσφήμησης και όχι η μείωση της τιμής της υπόληψης και της προσωπικότητας του αντιδίκου της ως ατόμου και επαγγελματία και η αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής του αξίας.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης που είθισται να υπάρχουν σε αγωγές του αυτού περιεχομένου δεν είναι πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι είχε σκοπό εξύβρισης αυτού. Ο ισχυρισμός του τελευταίου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αντιδίκου του, απορριπτέος ελέγχεται ως αβάσιμος κατ’ ουσία, καθόσον δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι το δικαίωμα ασκείται κατά τρόπο που προφανώς υπερβαίνει τα θεσπιζόμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αντικειμενικά κριτήρια και καθίσταται η άσκηση του μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου..".
Ακολούθως και με βάση της παραδοχές αυτές το Εφετείου απέρριψε τις ασκηθείσες εφέσεις και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, πέμπτος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σημειώνεται εδώ ότι σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Πέραν τούτων, ούτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας μπορεί να στοιχειοθετηθεί, καθόσον η προβαλλόμενη, έστω και αόριστα, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στα πλαίσια της ερμηνείας κανόνων δικαίου ή της υπαγωγής σ’ αυτούς πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 2075/2007).
Τέλος, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος εκείνο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 495/2010).
Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή της αναιρεσίβλητης λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι αμφισβητήθηκε, με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ενεργητική νομιμοποίηση της αγωγής ούτε ότι ο σχετικός ισχυρισμός επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή με τις προτάσεις (ΑΠ 1705/2008).
Εξάλλου, το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι:
α) κατά της συνεδρίαση της πενταμελούς επιτροπής που είχε συσταθεί για να εξετάσει τις αποδοχές των δικηγόρων και η οποία έλαβε χώρα στις 16-3-2006, ο αναιρεσείων δήλωσε ότι η συμμετοχή της αναιρεσίβλητης στην επιτροπή δεν είναι νόμιμη διότι η προαγωγή της στη θέση της προϊσταμένης του τρίτου τμήματος της νομικής διεύθυνσης έγινε κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και ως εκ τούτου δεν είναι νόμιμη και ζήτησε να της επιτραπεί η συμμετοχή στις εργασίες της επιτροπής χωρίς όμως να έχει δικαίωμα ψήφου, β) στην από 16-1-2009 αγωγή που άσκησε ο αναιρεσείων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ" μετά την κατά τις 4-12-2008 καταγγελία εκ μέρους της εν λόγω ΑΕ της συμβάσεως έμμισθης εντολής που τους συνέδεε, ισχυρίστηκε για την εκκαλούσα τα ακόλουθα: "Η υποτιθέμενη "ισότης" των αποδοχών των προϊσταμένων βασίζεται αφενός σε παραγνώριση των δικών μου προσόντων και αφετέρου σε "πριμοδότηση" της κ.
Μ. Κ. με παράνομες μεθόδους. Έτσι αυτή "προήχθη" σε προϊσταμένη τμήματος τις παραμονές των βουλευτικών εκλογών του Μαρτίου του έτους 2004 κατά παράβαση των προβλεπομένων από το άρθρο 28 του Ν. 2194/1994", γ) στις 7 Μαρτίου 2004 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές, η προεκλογική περίοδος των οποίων άρχισε στις 11-2-2004 (βλ.
ΦΕΚ 40/Α/11-2-2004), οπότε και δημοσιεύτηκε το σχετικό προεδρικό διάταγμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως προβλέπεται σχετικά στην ελληνική νομοθεσία (αρθρ. 53 παρ.1 Συντάγματος, ΠΔ 351/2003 αρ. 42 και ΠΔ 96/2007 ΦΕΚ 116Α/5 Ιουνίου 2007) και επομένως η προαγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε νόμιμα σε χρόνο προγενέστερο της προκήρυξης των βουλευτικών εκλογών, δ) παρ’ όλα αυτά όμως ο αναιρεσείων καίτοι γνώριζε τα ανωτέρω ισχυρίστηκε τα ως άνω ψευδή για την αναιρεσίβλητη γεγονότα εν γνώσει της αναληθείας τους με σκοπό να βλάψει την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική της φήμη και ε) ο αναιρεσείων διέδωσε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, τα οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση, μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσίβλητης και προσέβαλαν την προσωπικότητα της ως ατόμου και επαγγελματία, δεδομένης και της δικηγορικής της ιδιότητας, αφού την εμφάνιζαν ως άτομο που ενεργεί αντιδεοντολογικά, αντισυναδελφικά που επιχειρεί με κάθε μέσο να διασφαλίσει την προαγωγή της.
Κατόπιν τούτων, οι περί του αντιθέτου τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων του, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε.
Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια, μεταξύ άλλων και τα επιχειρήματα των διαδίκων νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 145/2015). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 89/2013).
Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι συνέταξε σημείωμα-σχέδιο πρακτικών κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής της 16-3-2006, από το οποίο προέκυπτε η μετριοπάθειά του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά απλό επιχείρημα.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ’ ουσίαν τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τον συγκροτούν. Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει κατά την ταυτότητά τους τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο ούτε και αναφέρει τον νόμιμο τρόπο που αυτά προσκομίστηκαν στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/2010).
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός.
Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 25/2011). Με το τέταρτο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου αναίρεσης (τέταρτου) αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του σημειώματος σχεδίου πρακτικών που ο αναιρεσείων κατέθεσε στην Επιτροπή, καθώς και το περιεχόμενο της από 16-1-2009 αγωγής του.
Όμως, από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτηση του ο αναιρεσείων σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά κατέληξε σ’ αυτό ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση της παραβιάσεως αυτής, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 § 1). Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ