Legislator Case Law & Legislation
1355/2014 AI generated

1355/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1355/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1355/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ/τος της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες.

Keywords

AI generated
act of accession of Greece principle of accession communal citizenship property ownership access to property public domain
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1355 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1355/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Β. του Π., 2) Ι. Β. του Π. και 3) Θ. Β. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Χατζημιχαλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5173/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4883/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 25/2/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 27/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19.6/1-7-1830 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.

της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχαν εγκαταληφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατείχοντο από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί).

Σημειωτέον ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833 με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25-5-1827 έως 31-3-1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους Οθωμανούς και Έλληνες, την κυριότητα των ήδη κατεχομένων απ’ αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21-1/3-2-1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ/τος της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες.

Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, ώφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.

Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β.Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (23.3) 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ. Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.ΝΑ.Κ έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ’ απλώς με καλή πίστη ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ. 12 Πανδ.(5-8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διανοία κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του εφ’ όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του και ακόμη του άρθρου 21 ν.δ. της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από 26-5-1926 και εφεξής, συνάγεται ότι προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών με διανοία κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ.ΑΠ 75/1987).

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι 11-9-1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π.

το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του". Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 Β.Δ./τος 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 ν. Κ.Θ. της 31-1/18-2-1864 "περί βοσκημίσων γαιών" με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο ως και οι κοινότητες διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.

ΨΝΖ της 27-3/1-4-1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδίων" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864, τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διανοία κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11-9-1915.

Ούτε τέλος, απαιτείτο από τις άνω διατάξεις ως προϋπόθεση της αξιουμένης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου δάσους και γενικώς επί δημοσίων κτημάτων πραγμάτων, με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 παρ.

α’ του άνω από 17-11-1836 β.δ/τος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αφ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο δε από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 219,05 τ.μ. που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Γαλατσίου Αττικής στο τέως υπ’ αριθ. 195 οικοδομικό τετράγωνο και ήδη 100 οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο περικλείεται από τις οδούς ..., ... (τέως ...), ...

και ... με πρόσοψη επί της οδού ..., επί της οποίας φέρει τον αριθμό 127. Οι εφεσίβλητοι δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακής Λεβογιάννη που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησαν με αγορά από τον Α. Κ. ή Κ. την συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του ανωτέρω ακινήτου εν συνεχεία δε κατόπιν συμφωνίας τους με τον εργολάβο Ι.

Α. ανέθεσαν σε αυτόν με το σύστημα της αντιπαροχής την ανέγερση πενταόροφης οικοδομής επί του οικοπέδου και οι ίδιοι ως οικοπεδούχοι έλαβαν τα 404/1000 εξ’ αδιαιρέτου μετά των αναλογουσών σε αυτά οριζοντίων ιδιοκτησιών και ο ανωτέρω εργολάβος έλαβε τα 596/1000 εξ αδιαιρέτου επίσης μετά των αναλογουσών σε αυτά οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Ακολούθως υπέγραψαν με τη σύμπραξη του εργολάβου την υπ’ αριθ. 17058/1-7-2004 πράξη συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών και υπήγαγαν την πολυκατοικία στις διατάξεις του ν. 3147/1929 περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους, των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και του Ν.Δ 1024/1971, συνέστησαν επί του ακινήτου τις λεπτομερώς περιγραφόμενες αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, προέβησαν σε ανακατανομή των ποσοστών του οικοπέδου μεταξύ τους και συνέστησαν τον κανονισμό της πολυκατοικίας.

Έτσι πλέον στον τρίτο εφεσίβλητο περιήλθαν τα 397,666/1000 εξ’ αδιαιρέτου και στους υπολοίπους εφεσίβλητους συνολικά τα 602,333/1000 εξ’ αδιαιρέτου ήτοι σε έκαστο εξ αυτών 301,1665/1000. Το εν λόγω ακίνητο εμπίπτει σε πολύ μεγαλύτερη εδαφική έκταση γνωστή ως κτήμα Β. ή "...". Επί της εκτάσεως αυτής δεν κτήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο κυριότητα με το δικαίωμα του πολέμου, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε η Αττική δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του Ελληνικού Κράτους στις 31-3-1833 κατ’ εφαρμογή της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και μετά από σχετικές συμφωνίες Ελληνικών και Τουρκικών αρχών.

Εξάλλου, μετά την έκδοση από τον Σουλτάνο του δωρητηρίου θεσπίσματος το έτος 1829, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, άρχισαν να γίνονται σε ευρεία κλίμακα πωλήσεις ακινήτων της Αττικής από Τούρκους και Έλληνες σε άλλους κυρίως Έλληνες αλλά και ξένους ιδιώτες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων.

Στα πλαίσια των πωλήσεων αυτών δημιουργήθηκε το κτήμα Β. ή "..." το οποίο αρχικώς τελούσε υπό την κυριότητα και πάντως υπό την κατοχή με διάνοια κυρίου των μελών της ελληνικής οικογένειας Κ. και στη συνέχεια περιήλθε στην κυριότητα του Α. Κ. κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων διακεκριμένων τμημάτων και ιδανικών μεριδίων από τα μέλη της ως άνω οικογένειας και τους δικαιοδόχους της με τα ακόλουθα πωλητήρια έγγραφα:

α) με τα από 2-4-1829, 25-4-1829, 6-5-1829, 29-5-1829, 13- 7-1829 και 6-9-1829 έγγραφα που συντάχθηκαν ενώπιον του δημοσίου νοταρίου Δημητρίου Πούλου (το πρώτο) και του δημοσίου νοταρίου Αθηνών Ιωάννη Λαγανη (τα υπόλοιπα έξι) και με τα οποία οι αναφερόμενες σ’ αυτά εκτάσεις μεταβιβάστηκαν λόγω πωλήσεως κατά κυριότητα και παραδόθηκαν από τα μέλη της οικογένειας Κ.

στον Ι. Κ. β) με τις ενώπιον του δημοσίου νοταρίου Σπετσών Ευσταθίου Νικολάου συνταχθείσες επί του σώματος των ανωτέρω εγγράφων από 23-11-1829 ισάριθμες (δηλ. επτά) πράξεις, με τις οποίες ο αγοραστής των ως άνω εκτάσεων Ι. Κ. μεταβίβασε αυτές κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως και τις παρέδωσε στο Ν. Μ. γ) με το από 2-9-1830 έγγραφο του Ι.

Κ. και την εγκριτική συναφώς υπ’ αριθ. .../4-3-1833 πράξη (επιτροπικό έγγραφο) του ως άνω δημοσίου νοταρίου, με τα οποία οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν λόγω πωλήσεως κατά κυριότητα και παραδόθηκαν από τους Ι. Κ. και Ν. Μ. στο Ν. Ζ. δ) με το ενώπιον του μνήμονος (νοταρίου) της πόλεως των Αθηνών Παναγή Πούλου συνταχθέν από 13-2-1833 έγγραφο με το οποίο οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν λόγω πωλήσεως κατά κυριότητα και παραδόθηκαν από το Ν.

Ζ. στον Α. Κ. ε) με το από 27-2-1833 έγγραφο που συντάχθηκε από τον Π. Βενιζέλο ενώπιον των δημογερόντων Αθηνών Μ. Τυρναβίτη, Σ. Ματούση και Σ. Βλαχόπουλου και με το οποίο οι αδελφοί Γ. Μ. και Κ. Τ. μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως και παρέδωσαν στον Α. Κ. την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους Φ.

θυγατέρας Π. Κ. και στ) με τα υπ’ αριθ. .../25-8-1837, .../23-9-1841, .../25-8-1843, .../26-8-1843, .../6-4-1852, .../28-7-1852, .../11-8-1852, .../10-12-1852, .../22-2-1853 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Πιττάρη, με τα οποία οι αναφερόμενες σ’ αυτά εδαφικές εκτάσεις μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως και παραδόθηκαν από διάφορα μέλη της οικογένειας Κ.

στον Α. Κ.. Κατόπιν των ανωτέρω αλλεπαλλήλων μεταβιβαστικών πράξεων οι περιελθούσες στον Α. Κ. επί μέρους εδαφικές εκτάσεις διαμορφώθηκαν απ’ αυτόν σε ενιαία εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 4.500 στρεμμάτων περίπου εντός της οποίας όπως προαναφέρθηκε και συνομολογεί και το Ελληνικό Δημόσιο βρίσκεται το επίδικο ακίνητο.

Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι οι περιγραφές των ακινήτων στα ως άνω συμβόλαια είναι ασαφείς. Είναι γεγονός ότι με βάση τους αναφερομένους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας οι μεταβιβαζόμενες εκτάσεις δεν προσδιορίζονται επακριβώς με τα εμβαδά τους, τις πλευρικές διαστάσεις τους και τα γειτονικά τους ακίνητα, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σαφούς προσδιορισμού της θέσης κάθε μεταβιβαζόμενης μερικότερης ιδιοκτησίας.

Αυτό όμως δικαιολογείται, καθόσον στην εποχή των επίδικων μεταβιβάσεων, ήταν αδύνατη, αν όχι δύσκολη και δαπανηρή η τοπογράφηση τόσο μεγάλων εκτάσεων που είχαν τότε μικρή οικονομική αξία (ΕφΑΘ 858/2011). Έτσι κατά τους χρόνους υπογραφής των περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας τριών Πρωτοκόλλων (δηλ. στις 3-2-1830,16-6-1830 και 1-7-1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή στις 9-7-1832) αλλά και στις 31-3-1833, όταν ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος, το επίδικο ακίνητο ως περιλαμβανόμενο στην πιο πάνω ευρύτερη έκταση των 4.500 στρεμμάτων, δεν ανήκε, κατά κυριότητα, στο Τουρκικό Κράτος, ούτε σε Τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν, κατά την αποχώρηση τους από την περιοχή της Αττικής, αλλά κατεχόταν από τον Α.

Κ. και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι συμπεριφερόμενοι ως κύριοι και έχοντας την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου το εξουσίαζαν με βάση το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829 και τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις.

Ο Α. Κ. απεβίωσε στις 10-10-1864. Με την από 11-1-1864 μυστική διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το 8/11-11-1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, μη έχοντας άλλους πλησιέστερους συγγενείς εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο του σε ολόκληρο το πιο πάνω κτήμα την Α. χήρα Λ. Β. ή Μ., ο οποίος ήταν πρώτος εξάδελφος του, πολέμαρχος από το Σούλι και είχε πέσει κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως.

Ο Α. Κ. τίμησε τη χήρα του εξαδέλφου του επειδή αυτή, όπως αναγράφει στη διαθήκη του είχε σώσει τη ζωή του το έτος 1857 από την επικίνδυνη ασθένεια του με τις προσπάθειες της, τις αδελφικές της φροντίδες και τους κόπους της. Η παράδοση του κτήματος από τους εκτελεστές της διαθήκης στην ως άνω κληρονόμο, η οποία υπεισήλθε και αναμίχθηκε στην ανωτέρω κληρονομιά, πιστοποιείται με την υπ’ αριθ. .../1865 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Ταβανάκη. Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η ως άνω προαναφερόμενη 11.785/1865 πράξη έπρεπε να μεταγραφεί. Κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, για την αποδοχή της κληρονομιάς αρκούσε ο κληρονόμος να υπεισέλθει σε αυτή και να αναμιχτεί με διάνοια κληρονόμου και δεν ήταν αναγκαία η μεταγραφή της αποδοχής και ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατά την ως άνω μυστική διαθήκη το παραπάνω κτήμα έχει επιφάνεια 15.000 περιφερειακών στρεμμάτων, που αντιστοιχούν σε 4.500 εμβαδομετρικά στρέμματα καταμετρημένα από τον μηχανικό Δ. Ζ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Α. χήρα Λ. Β. ή Μ. απεβίωσε στις 21-1-1899 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε μοναδικό εξ’ αδιαθέτου κληρονόμο της το γυιό της Γ.

Λ. Β. ή Μ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του στην οποία περιλαμβανόταν και ολόκληρο το πιο πάνω κτήμα των 4.500 περίπου στρεμμάτων, επομένως και το επίδικο και αναμείχθηκε σ’ αυτήν. Ο Γ. Λ. Β. απεβίωσε στις 15-2-1911 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ’ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Ε., το γένος Κ.

ή Κ. και από τα τέσσερα τέκνα του Α., συζ. Ε. Τ., Λ. Β., Α. συζ. Α. Ε. και Μ. συζ. Κ.. Η τελευταία αποποιήθηκε την κληρονομιά με την 63/3-3-1911 πράξη του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των άλλων. Από τους υπόλοιπους, που όλοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμείχθηκαν σ’ αυτή, ο Λ.

Β. με την από 31-8-1911 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε διανομή όλου του ως άνω ακινήτου που είχε περιέλθει σ’ αυτόν και τους συγκληρονόμους του. Κατά το διάστημα της εκκρεμοδικίας ο Λ. Β. αγόρασε από τη μητέρα του Ε., χήρα Γ. Β. και την αδελφή του Α. χήρα Α. Ε. δυνάμει του .../1918 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Οικονομοπούλου που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων (τ. ... αρ. 293) τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (1/4 από την κάθε μία). Ακολούθως αυτός και η αδελφή του Α., ως μόνοι πλέον συγκύριοι του κτήματος με το υπ’ αριθ. .../16-3-1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Ρούσου συμφώνησαν να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για τη διανομή του κτήματος και να προβούν σε εξώδικη διανομή. Επακολούθησε ο διορισμός πραγματογνώμονα, διαιτητών και επιδιαιτητή, οι οποίοι και ενήργησαν τη διανομή του κτήματος, με την από 4-6-1927 απόφαση τους που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 7008/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και με τα με αριθ.

από 1 έως 16/1927 πρακτικά διαιτησίας τα οποία επίσης κηρύχθηκαν εκτελεστά με την υπ’ αριθ. 8855/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Όλα τα έγγραφα αυτά, συνυποσχετικό, διαιτητική απόφαση και πρακτικά των διαιτητών μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο 954 και με αριθμό 138.

Με τη διανομή αυτή ο Λ. Γ. Β. ή Μ. έλαβε το βόρειο τμήμα καθώς και άλλα διαιρετά τμήματα του μείζονος κτήματος η δε αδελφή του Α. το νότιο τμήμα. Η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στο νότιο τμήμα που περιήλθε κατά τον ως άνω τρόπο στην Α. Β.. Η τελευταία απεβίωσε στις 14-12-1930 αδιάθετη και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Σ.

Τ., Γ. Τ., Ν. Τ., Π. Τ., Ε. συζ. Ι. Ρ. και Α. Τ. οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμίχθηκαν σ’ αυτή κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Οι ως άνω κληρονόμοι της Α. Β. με το νομίμως μεταγραφέν στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων (τ. ..., αρ. 226) .../1936 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Αναστασίου διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία.

Δεδομένου δε ότι η συνολική εδαφική έκταση δεν είχε ενιαία και ομοιόμορφη εδαφική διαμόρφωση και ίση οικοπεδική αξία οι ως άνω έξι κληρονόμοι τη διαίρεσαν σε εννέα τομείς υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, θ και Κ όπως οι τομείς αυτοί εμφαίνονται και απεικονίζονται εις το από 7-7-1934 σχεδιάγραμμα με τον αριθμό 4 του πραγματογνώμονα Α.

Χ., το οποίο προσαρτάται στο υπ’ αριθ. .../14-1-1935 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Ιωάννη Αναστασίου. Τον τομέα Κ δε οι κληρονόμοι τον διαίρεσαν σε τρία τμήματα Κ1, Κ2, Κ3 εκ των οποίων ο Σ. Τ. έλαβε το τμήμα Κ2 τριγωνικού σχήματος οριζόμενο κατά την νοτιανατολική αυτού πλευρά με τμήμα Κ3 επί πλευράς μέτρων 256, κατά την βορειανατολική αυτού πλευρά με τομέα Ζ επί πλευράς μέτρων 232 και κατά τη βορειοδυτική αυτού πλευρά με τμήμα Κ1 επί πλευράς μέτρων 382 ο δε Ν.

Τ. το τμήμα Κ1 εκτάσεως 28.900 τμ τριγωνικού σχήματος οριζομένου ανατολικά με τμήμα Κ2 επί πλευράς μέτρων 382, δυτικώς με κτήματα ... επί πλευράς μέτρων 349 και βορείως με Τομέα Α επί πλευράς μέτρων 169, το δε τμήμα Κ3 ακανόνιστου σχήματος έλαβε η Ε. Ρ. Τ., όπως τα τμήματα αυτά εμφαίνονται στο από 7-7-1934 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα Α.

Χ. που προσαρτάται στο υπ’ αριθ. .../14-6-1935 συμβόλαιο διανομής του ως άνω συμβολαιογράφου Ι. Αναστασίου. Οι εφεσίβλητοι δυνάμει του .../1990 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακής Λεβογιάννη που μεταγράφηκε νομίμως αγόρασαν το επίδικο ακίνητο από τον Α. Κ. ή Κ., ο τελευταίος δε το είχε αγοράσει από τον Ι.

Π. δυνάμει του .../28-5-1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κορρέ που μεταγράφηκε νομίμως. Στον Ι. Π. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση και ως αγρός εκτός σχεδίου, εκτάσεως 2.924 τμ περίπου με αγορά από τον Σ. Τ. του Ε. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1949 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεράσιμου Σκιαδαρέση που μεταγράφηκε νομίμως.

Το εν λόγω ακίνητο μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως και την εν γένει ρυμοτόμηση της περιοχής ο Ι. Π. διήρεσε σε οκτώ μικρότερα άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα με αριθμούς 1 έως και 8 όπως αυτά εμφαίνονται στο από 21-9-1962 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α. Π., το οποίο προσαρτάται στο υπ’ αριθ. .../31-8-1963 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρθας Αραβοσιτά.

Εκ των ανωτέρω οικοπέδων το υπ’ αριθ. 1 είναι το επίδικο. Μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης το ανωτέρω υπ’ αριθ. 1 οικόπεδο και το όμορο ιδιοκτησίας Γ. Γ. ήταν παράγωνα και προκειμένου οι ιδιοκτήτες τους να τα ορθογωνίσουν προέβησαν σε ανταλλαγή μεταξύ τους τμημάτων των ανωτέρω όμορων οικοπέδων τους και ο Ι.

Π. έλαβε λόγω της ανταλλαγής έκταση εμβαδού 42 τμ περίπου σχήματος τριγωνικού στο οπίσθιο τμήμα του οικοπέδου από τον Γ. Γ. και μεταβίβασε στον τελευταίο τμήμα 28 τμ περίπου σχήματος τριγωνικού από το εμπρόσθιο τμήμα του υπ’ αριθ. 1 οικοπέδου του και δη τμήμα ευρισκόμενο προς την οδό .... Η προαναφερόμενη ανταλλαγή έγινε δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1963 συμβολαίου ανταλλαγής λόγω ορθογωνισμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρθας Αραβοσιτά το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στον τόμο ...

και με αριθμό 176 στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Ο Γ. Γ. το τμήμα των 42 τμ που μεταβίβασε προς τον Ι. Π. λόγω της προαναφερόμενης ανταλλαγής το είχε αγοράσει σε ευρύτερη έκταση από τον Ν. Τ., αδελφό του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ι. Πάνου, Σ. Τ.. Στους αδελφούς Τσάκωνα όπως αναφέρεται και ανωτέρω τα ακίνητα είχαν περιέλθει μετά τη διανομή που είχαν κάνει με το υπ’ αριθ. .../1936 συμβόλαιο.

Οι προμνημονευόμενοι αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος Α. Κ. και όλοι οι αναφερόμενοι δικαιοδόχοι του κατείχαν και νέμονταν αρχικώς ολόκληρο (και επομένως και την επίδικη έκταση) το ενιαίο ακίνητο και ακολούθως κατά τα τμήματα που περιήλθαν στον καθένα από αυτούς με διανοία κυρίου και καλή πίστη, με βάση το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1929 και τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους και κληρονομικές διαδοχές κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις από τότε που ο Α.

Κ. αγόραζε κάθε μερικότερο τμήμα του και μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) την πεποίθηση ότι νεμόμενοι το κτήμα δεν προσβαλλόταν απ’ αυτούς το δικαίωμα κυριότητας άλλων ακόμη και του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, έχοντας την πεποίθηση χωρίς βαριά αμέλεια, και, σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο όλο ακίνητο και το επίδικο.

Ειδικότερα, η μεγαλύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο αποτελείτο από αγρούς, οπωροφόρα δένδρα, δασική βλάστηση, βοσκήσιμες εκτάσεις, ασβεστοκάμινο και λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρου. Την έκταση αυτή οι προαναφερόμενοι νομείς της εκμίσθωναν σε τρίτους για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή και εξόρυξη λίθων.

Επίσης, επισκέπτονταν το κτήμα, το επέβλεπαν ως δικό τους και προέβαιναν σε οριοθέτηση του. Ακόμη κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1867 μέχρι το έτος 1910, δηλαδή συνεχώς για 40 και πλέον έτη υπέβαλαν κατ’ έτος στο Δήμο Αθηναίων δηλώσεις βοσκής αλλά και πλήρωναν σ’ αυτόν φόρους βοσκής οι οποίοι σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους (όπως ο ν.

ΒΠ/1892) βάρυναν τον ιδιοκτήτη, κάτοχο ή διαχειριστή βοσκήσιμων γαιών. Περαιτέρω μεριμνούσαν για τη φύλαξη του όλου ακινήτου, διορίζοντας οι ίδιοι αγροφύλακες και δασοφύλακες και προέβαιναν στην απόκρουση πράξεων τρίτων διαταρακτικών της νομής τους. Επίσης, κατά καιρούς έχουν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια πολλά επιμέρους τμήματα του μείζονος ακινήτου με αντιδίκους το Δημόσιο ή τους Δήμους Αθηναίων και Γαλατσίου και έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι της αποζημιώσεως φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

Μετά την ένταξη της ευρύτερης έκτασης στο σχέδιο πόλεως οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ακολούθως οι ίδιοι ασκούσαν πράξεις νομής, που προσιδιάζουν σε αστικής φύσεως ακίνητα και συγκεκριμένα σε οριοθέτηση, επίβλεψη και επισκέψεις. Το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε πράξεις διανοία κυρίου στο κτήμα Β.

και πάντοτε το θεωρούσε ως ιδιωτική έκταση ακόμη και τα τμήματα που καλύπτονταν στο παρελθόν από δασική βλάστηση η άποψη του δε αυτή εκφράστηκε με πλήθος δημοσίων εγγράφων και πράξεων των οργάνων του (άδειες δασαρχείου, γνωμοδότηση, πράξεις απαλλοτρίωσης κλπ) από το έτος 1912 έως το έτος 1957. Αρκετά έτη μετά το 1957 με αφορμή δημοσίευμα σε ημερήσια εφημερίδα και το 6325/12-10-1982 έγγραφο του Δήμου Ν.

Ιωνίας που απέβλεπε να επωφεληθεί και ο ίδιος από μια ενδεχομένως αναγνώριση του Δημοσίου ως κυρίου της έκτασης των κληρονόμων Γ. Β. το Δημόσιο ανακίνησε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έκτασης των κληρονόμων Γ. Β. στην ... και ύστερα από εντολή του Υπουργού Οικονομικών η τοπογράφος μηχανικός Α. Π. διενέργησε έρευνα και συνέταξε την από 15-7-1986 τεχνική έκθεση της.

Επακολούθησε η υπ’ αριθ. 23/28-5-1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων με την οποία το Συμβούλιο αυτό εκτιμώντας ως αόριστους, ιδίως ως προς την περιγραφή των ορίων τους τίτλους που είχαν προσκομίσει οι κληρονόμοι Γ. Β. και θεωρώντας ως κρίσιμο στοιχείο το γεγονός ότι το έτος 1972 είχε κριθεί ως πλαστό αντίγραφο πράξης οριοθεσίας του Ειρηνοδίκη Βόρειας Πλευράς Αθηνών, το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα δίκη, και κρίνοντας επιπλέον ότι οι κληρονόμοι Γ.

Β. ούτε χρησικτησία μπορούσαν να επικαλεστούν διότι δεν είχαν καλή πίστη εισηγήθηκε να καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα το κτήμα Β. όπως αυτό απεικονίζεται στο από Ιούλιο 1986 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Α. Π.. Τη γνωμοδότηση αυτή αποδέχθηκε ο Υπουργός των Οικονομικών με την υπ’ αριθ. Δ3954/756/20-7-1987 απόφαση του με την οποία ζητήθηκε να καταγραφούν ως δημόσια κτήματα τα τμήματα της εκτάσεως των 4.500 στρεμμάτων του κτήματος Β.

τα οποία βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Γ. Β.. Η απόφαση αυτή συμπληρώθηκε με την υπ1 αριθ. 1096684/6894/Α0010/1.10.1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία ζητήθηκε και η καταγραφή ως δημοσίων κτημάτων και όλων των ακάλυπτων χώρων που βρίσκονται μέσα στη μείζονα έκταση των 4.500 στρεμμάτων ανεξάρτητα από το αν βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Γ.

Β. ή έχουν μεταβιβασθεί σε τρίτους. Με βάση την τελευταία αυτή απόφαση το επίδικο ακίνητο και ενώ τα όμορα του ακίνητα είχαν ήδη οικοδομηθεί λόγω ακριβώς του ότι ήταν ακάλυπτο καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα το έτος 1994 με αύξοντα αριθμό βιβλίου καταγραφής ΑΒΚ 2425.

Συνεπώς και εφόσον αποδεικνύεται ότι από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως την 11-9-1915, δηλαδή συνεχώς για διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίων, καλή πίστη και με βάση τους πιο πάνω τίτλους οι προμνημευόμενοι έμμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ενώ ποτέ δεν άσκησε σ’ αυτό διακατοχικές πράξεις το Δημόσιο, το οποίο αντιθέτως θεωρούσε τους κληρονόμους Β.

ως κυρίους της επίδικης έκτασης, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του επιδίκου (αν δηλαδή αυτό ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λιβάδι) έγιναν κύριοι του επιδίκου με την έκτακτη χρησικτησία του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ). Η κυριότητα αυτή του επιδίκου μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τελικώς στους ίδιους με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί κατά σειρά προαναφέρθηκαν.

Εν όψει των γεγονότων που αποδείχθηκαν είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου Δημοσίου ότι το ίδιο είναι κύριο της επίδικης έκτασης λόγω διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" του έτους 1832 και τα από 6-6-1830 και 7-7-1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, ότι τούτο καταλήφθηκε πριν από το έτος 1837 ως αδέσποτο ή ότι κατά το έτος αυτό ήταν αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο με βούληση κυρίου ή ότι το επίδικο ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λιβάδι ή βοσκότοπος το έτος 1833.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του μείζονος κτήματος Β. στο ..., ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι τελευταίοι νεμήθηκαν τούτο ανεξαρτήτως της μορφολογίας του ως δάσους, βοσκοτόπου ή λιβαδίου με διάνοια κυρίου και μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ με καλή πίστη ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι νεμόμενοι το κτήμα αυτό δεν προσέβαλαν δικαιώματα τρίτων ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, και μετά την εισαγωγή του ΑΚ ανεξαρτήτως καλής πίστεως, από το έτος 1833 μέχρι την άσκηση της αγωγής και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως 11-9-1915 συνεχώς για χρονικό διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών, συμπληρώθηκε δε στο πρόσωπο των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων πρωτότυπος τρόπος κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου ήτοι έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με το ισχύον τότε νομικό καθεστώς, ότι η κυριότητα των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και τελικά στους ίδιους, βάσει των προαναφερομένων τίτλων και λοιπών προσόντων, οπότε αυτοί έγιναν συγκύριοι με παράγωγο τρόπο και πάντως με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι το ίδιο είναι κύριο της επίδικης έκτασης γιατί αυτή καταλήφθηκε με τα όπλα και δημεύτηκε από αυτό πριν από το έτος 1830 κατά τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία από τον τουρκικό ζυγό ή διότι η επίδικη έκταση καταλήφθηκε από αυτό κατά το έτος 1830 βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης ή διότι το επίδικο κατά το έτος 1836 ήταν δάσος και περιήλθε σ’ αυτό, επειδή δεν προσκομίσθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας του μέσα στην προβλεπόμενη από το Β.Δ/μα της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" ανατρεπτική προθεσμία του ενός έτους ή διότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι για το οποίο κανένας δεν παρουσίασε έγγραφο "ταπί" το οποίο είχε εκδοθεί από την τουρκική εξουσία ή διότι το νεμόταν συνεχώς από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους μέχρι την άσκηση της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμοι την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε υποβάλει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και στη συνέχεια απέρριψε την ασκηθείσα από το τελευταίο έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης επικυρώνοντας αυτή που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν.8 Κωδ.(7.39), 9 παρ. 1 Πανδ (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ(44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ (5.8), 27 Πανδ (18.1), 10.18 και 48 Πανδ (41.3), 3 Πανδ (41.10) και 109 Πανδ (50.16), των άρθρων 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών" και 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3-2-1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των μεταγενέστερων 4/16-6-1830 και 4 19-7-1830, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, από 28-3-1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, άρθρου 1 ν. 3/15-12-1833 (περί βοσκοτόπων), Β.Δ/τος 26-4/8-5-1838, Β.Δ/τος 17/29-11-1836 περί ιδιωτικών δασών, ν.

της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 ν. δ/τος 22-4/15-6-1926 "περί διοικητικής αποβολής από κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Αλλά ούτε και εκ πλαγίου παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις το Εφετείο, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους και τους δικαιοπαρόχους τούτων μέχρι και τους απωτάτω τούτων Α.

Κ. και της μη κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της συνδρομής της ενδιάθετης κατάστασης της καλής πίστης στο πρόσωπο του αρχικού δικαιοπαρόχου Α. Κ. και των διαδόχων του, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες εν όψει του ότι όπως προεκτέθηκε, το στοιχείο της καλής πίστης συνάγεται συμπερασματικώς από τα περιστατικά που έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα.

Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διενέργειας πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων εφόσον έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι οι αποδειχθείσες πράξης νομής αφορούν τη μείζονα έκταση του κτήματος Β.

στην οποία (έκταση) περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με του οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11/1982).

Και έχει μεν την υποχρέωση σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι, όμως, να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη της την υπ’ αριθμ. 23/1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και την υπ’ αριθμ. πρωτ. 2/6-6-1983 έκθεση του Επιθεωρητού Δημοσίων Κτημάτων Πανταζή Γαϊτανάρου προς σχηματισμό της κρίσης του περί ασκήσεως πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου με καλή πίστη εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων.

Από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και τα ως άνω έγγραφα προς συναγωγή του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ 11γ ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προς σχηματισμό του δικαστικού πορίσματός του ισχυρισμό που προέβαλε νομίμως ενώπιόν του περί ελλείψεως καλής πίστεως των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ως άνω ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν συνιστά "πράγμα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 25-2-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4883/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί το ηττώμενο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ’ άρθρο 22 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-2-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4883/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ