Legislator Case Law & Legislation
1355/2012 AI generated

1355/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1355/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1355/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση πλήττεται η 449/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 89/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης αλλά και η τελευταία αυτή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με τα εκτεθέντα η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1355 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1355/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Οδυσσέα Ιωσηφίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκιαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 και 522 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και απορριφθεί κατ' ουσίαν, προσβλητή με αναίρεση είναι μόνο η απόφαση του εφετείου και όχι του πρωτοδικείου η οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε σ' εκείνη, αν δε με την αναίρεση πλήττονται και οι δύο αποφάσεις, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς την πρωτόδικη (Ολ.Α.Π. 40/1996, Α.Π. 1344/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση πλήττεται η 449/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 89/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης αλλά και η τελευταία αυτή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με τα εκτεθέντα η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Με το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Από τη σαφή διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν παρέχεται επί παραβιάσεως δικονομικών κανόνων.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 222 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται προσωρινό απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 320/2006).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 633 παρ.1 και 933 επ. Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η ανακοπή του άρθρου 632 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. έχει αντικείμενο και αίτημα την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ενώ η ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. και όταν ακόμη αφορά την απαίτηση έχει αντικείμενο και αίτημα την ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Άρα αν ασκηθούν δύο τέτοιες ανακοπές οι οποίες στηρίζονται στους ίδιους λόγους, δεν πρόκειται για την "ίδια επίδικη διαφορά", όπως αξιώνει το άρθρο 222 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Δεν αρκεί δε ότι και με τις δύο αυτές ανακοπές το δικαστήριο καλείται να διαγνώσει το ίδιο ζήτημα, αφού, ενόψει της διαφοροποιήσεως του αντικειμένου κάθε δίκης, το ζήτημα αυτό ανακύπτει ως απλώς προδικαστικό και δεν δημιουργεί ταυτότητα διαφοράς.

Επομένως στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο έχει μεν τη δυνατότητα να αναβάλει τη συζήτηση της δεύτερης ανακοπής κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., δεν υποχρεούται όμως να αναστείλει την εκδίκαση αυτής κατά το άρθρο 222 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 749/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 222 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. δεν ανέστειλε την εκδίκαση της ένδικης ανακοπής του αναιρεσιβλήτου από το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. ενώ υπήρχε εκκρεμοδικία από προηγηθείσα ήδη ανακοπή του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ. την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της αναφερόμενης διαταγής πληρωμής και με την οποία είχαν προταθεί οι ίδιοι λόγοι που προβάλλονται και με την επακολουθήσασα ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ως αντιρρήσεις κατά της απαιτήσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ειδικότερα κατά μεν το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.) διότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν δίδεται επί παραβάσεως δικονομικών κανόνων, όπως εκείνος του άρθρου 222 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., κατά δε το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.) διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αν έχει ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 632 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. και ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. με την επίκληση των ίδιων λόγων, όπως εν προκειμένω, δεν πρόκειται "για την ίδια επίδικη διαφορά", ώστε να έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 222 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ.Α.Π. 44/1990, Α.Π. 39/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι δεν περιέχει αιτιολογίες άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι απέρριψε την ένστασή της περί εκκρεμοδικίας χωρίς αιτιολογία άλλως με την ανεπαρκή αιτιολογία ότι "είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ένσταση ως αλυσιτελή (ήτοι απαράδεκτη), όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ.2, 159 και 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκδίκαση υποθέσεως που υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικάζοντος δικαστηρίου με διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως διότι η εκδίκαση της υποθέσεως κατά διαδικασία διαφορετική της προσήκουσας δεν συνεπάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο (Ολ.Α.Π. 402/1981, Α.Π. 186/1996), εκτός αν δεν εφαρμόσθηκε δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοσθεί, με βλάβη του διαδίκου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δίκασε την υπόθεση με κάποια ειδική διαδικασία, την οποία μάλιστα δεν προσδιορίζει, ενώ έπρεπε να δικάσει αυτήν κατά την τακτική διαδικασία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η εκδίκαση της υποθέσεως κατά διαδικασία διαφορετική της προσήκουσας δεν συνεπάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο, εκτός αν δεν εφαρμόσθηκε δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοσθεί, με βλάβη του διαδίκου, γεγονός το οποίο δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα. Περαιτέρω ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι απέρριψε το λόγο εφέσεώς της περί μη τηρήσεως της προσήκουσας διαδικασίας "με ανεπαρκές και αόριστο αιτιολογικό", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως σε σχέση με το δεύτερο λόγο αυτής, και συγκεκριμένα διότι ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό ως αλυσιτελή (ήτοι απαράδεκτο), όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν, και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (Α.Π. 1162/2011). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. δικαίωμα να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως έχουν μόνο οι διάδικοι που ηττήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί απορρίψεως κυρίας ή πρόσθετης παρεμβάσεως, αίτηση αναιρέσεως για την απόρριψη αυτής νομιμοποιείται να ασκήσει ο ηττηθείς παρεμβάς και όχι οποιοσδήποτε από τους κυρίους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων απέρριψε την από 29-3-2006 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση την οποία αυτή είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ASTRA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", του Κ.

Τ. και του Π. Π., καθώς και την ασκηθείσα με τις από 3-5-2006 έγγραφες προτάσεις του δεύτερου από αυτούς κύρια παρέμβαση. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την απόρριψη της ανακοινώσεως δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου, αφού προς τούτο νομιμοποιούνται παθητικά οι καθ' ων η προσεπίκληση (ήτοι οι "ASTRA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", Κ.

Τ. και Π. Π.), κατά των οποίων όμως δεν στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως. Εξάλλου ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την απόρριψη της κυρίας παρεμβάσεως του Κ. Τ., είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας, αφού αίτηση αναιρέσεως για την απόρριψη της παρεμβάσεως νομιμοποιείται να ασκήσει μόνο ο ηττηθείς παρεμβάς και όχι οι κύριοι διάδικοι.

Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η προαναφερθείσα κύρια παρέμβαση (πράγματι δε πρόσθετη υπέρ της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, αφού είχε ως αίτημα την απόρριψη της ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου) ήταν απαράδεκτη διότι δεν ασκήθηκε κατά το άρθρο 81 Κ.Πολ.Δ., ήτοι με δικόγραφο επιδιδόμενο σε όλους τους διαδίκους, αλλά με τις προτάσεις που κατέθεσε ο παρεμβάς επί της έδρας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αιτήσεώς της η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής ως αόριστη για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι παραδεκτά πρότεινε τον ισχυρισμό περί αοριστίας της ανακοπής με τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε ότι τον επανέφερε ενώπιον του εφετείου με λόγο εφέσεως, σε κάθε δε περίπτωση διότι από την επισκόπηση των από 3-5-2006 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της από 13-9-2006 εφέσεώς της προκύπτει ότι αυτή δεν είχε προτείνει τον ανωτέρω ισχυρισμό ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε ενώπιον του εφετείου με λόγο εφέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ.1 ν. 2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π. 485/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως και συγκεκριμένα ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος είχε το βάρος της αποδείξεως του ισχυρισμού του (λόγου ανακοπής) ότι η τραπεζική επιταγή με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής σε εκτέλεση της οποίας επισπευδόταν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του είχε εκφύγει από τα χέρια του με απάτη και ότι η αναιρεσείουσα κομίστρια της επιταγής κατά την κτήση της ενήργησε εν γνώσει των ανωτέρω προς βλάβη αυτού, το δικαστήριο δέχθηκε εσφαλμένα ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) έφερε το βάρος της αποδείξεως του ότι αυτή ήταν καλόπιστη κομίστρια της επιταγής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός (λόγος ανακοπής) του αναιρεσιβλήτου και όχι ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε τους αποτελούντες άρνηση του λόγου αυτού ισχυρισμούς της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη (Α.Π. 39/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της αιτήσεώς της η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν απέδειξε τη βασιμότητα του αναφερθέντος στην προηγούμενη σκέψη ισχυρισμού του, το δικαστήριο δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό ως βάσιμο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εξέθεσε από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή ότι δεν είχε προσκομισθεί γι' αυτά καμμιά απόδειξη, αλλά ότι τα ληφθέντα υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικά μέσα δεν ήταν ικανά για την απόδειξη της βασιμότητας των ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του εφετείου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο, όπως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς επίσης και οι λόγοι για τους οποίους ο αποδεικτέος ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 703/2007).

Εξάλλου ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν παρέχεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έδωσε στα αποδεικτικά μέσα τη βαρύτητα την οποία αποδίδει σ' αυτά ο αναιρεσείων διότι η σχετική κρίση του εφετείου ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους ένατο και δέκατο λόγους της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικότερα: α) Ότι δεν έκανε οποιαδήποτε νύξη σχετικά με την εν τοις πράγμασι αναγνώριση του χρέους από την πλευρά του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος έσπευσε να αποστείλει νέα επιταγή αντικαταστάσεως της επίδικης, στην προσπάθειά του να εξοικονομήσει κάποιο χρονικό διάστημα για την πληρωμή της.

Ότι άλλωστε κατά το χρονικό εκείνο σημείο ο αναιρεσίβλητος αναγνώρισε και προφορικά την οφειλή του, όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί του που περιλαμβάνονται στην ανακοπή του είναι ψευδείς και αποτελούν απλές προφάσεις για την αποφυγή της πληρωμής της οφειλής του (ένατος λόγος). β) Ότι δεν έλαβε υπόψη το από 4-8-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας και προσύμφωνο πωλήσεως μετοχών μεταξύ των Κ.

Τ. και Π. Π., το οποίο φέρει βέβαιη χρονολογία και από το οποίο προκύπτει η αβασιμότητα των ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου περί συμπαιγνίας της με τους λοιπούς οπισθογράφους της επιταγής. Ότι μάλιστα το εφετείο παρότι δέχεται ότι το έγγραφο αυτό είναι βέβαιης χρονολογίας καταλήγει στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι μάλλον είναι εικονικό (δέκατος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ειδικότερα: α) Ο ένατος, πέρα από τις απαραδέκτως προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λόγω αοριστίας, εφόσον για τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του εφετείου και το οποίο παρά ταύτα δεν ελήφθη υπόψη.

Σε κάθε περίπτωση δε, και αν ο λόγος αυτός εκτιμηθεί ως ερειδόμενος στο άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., και πάλι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού δεν παρατίθεται ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ο οποίος δεν ελήφθη υπόψη ούτε εκτίθεται ότι ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά προβλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

β) Ο δέκατος διότι η αναιρεσείουσα, παρά το ότι αρχικά ισχυρίζεται ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν ιδιωτικό συμφωνητικό δεν ελήφθη υπόψη, στη συνέχεια ρητώς αναφέρει ότι αυτό ελήφθη υπόψη από το εφετείο, το οποίο μάλιστα δέχθηκε ότι είχε βέβαιη χρονολογία.

Συνεπώς οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας έχουν την έννοια ότι δεν δόθηκε στο έγγραφο αυτό η αποδεικτική βαρύτητα που πράγματι, κατ' αυτήν, είχε, και έτσι με το λόγο αυτό απαραδέκτως πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του εφετείου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ενδέκατο λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α Κ.Πολ.Δ., κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο λόγο αυτό, "μία κατάσταση με εκδοθείσες διαταγές πληρωμής με αιτούντα τον πατέρα μου ή εμένα (καθόσον πολλές φορές εγώ ήμουν αυτή που εμφάνιζε τις επιταγές στις πληρώτριες τράπεζες στο πλαίσιο των καθηκόντων μου), την οποία κατάσταση [εννοείται:

ο αναιρεσίβλητος] εκτύπωσε από τη Νομική Τράπεζα Πληροφοριών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών "Ισοκράτης"". Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε και προσκόμισε το έγγραφο αυτό στο εφετείο, καθώς και ότι "η επίκληση και προσκόμιση του εν λόγω εγγράφου από τον αντίδικό μου για την δήθεν απόδειξη των ψευδών ισχυρισμών του συνιστά παράνομη πράξη, καθώς το περιεχόμενό του περιέχει πληροφορίες αναφορικά με το πρόσωπό μου, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο προστασίας του νόμου περί προσωπικών δεδομένων".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει επαρκώς την ταυτότητα του παρά την απαγόρευση του νόμου ληφθέντος υπόψη εγγράφου ούτε ισχυρίζεται ότι προέβαλε στο εφετείο τις αντιρρήσεις της για τη λήψη αυτού υπόψη, εν πάση δε περιπτώσει ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των από 8-2-2008 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, των από 8-2-2008 ομοίων της αναιρεσείουσας ενώπιον του εφετείου, καθώς και της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε "κατάσταση με εκδοθείσες διαταγές πληρωμής" ούτε ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε αντιρρήσεις για τη λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού ούτε, τέλος, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τέτοιο έγγραφο.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να μην καταδικασθεί όμως η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2010 αίτηση της Χ. Φ. για αναίρεση της 449/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και της 89/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ