Legislator Case Law & Legislation
1355/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to propose vague claim argument to lower court.

Case Number 1355/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to declare the lawsuit inadmissible because it was vague and lacked specific factual details. The court ruled that this specific ground for appeal was inadmissible because the appellants failed to formally propose this argument to the lower court during the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 552, 553, 566 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may only examine grounds for appeal that were properly proposed to the court of first instance, and vague claims must have been raised there to be admissible on appeal.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague claim procedural requirement lower court argument property ownership

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 552, 553, 566 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1174/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1355 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1355/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 χας Δ, το γένος ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Δ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κουρουνδή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 3. Ψ4 χας Ψ3, το γένος ..., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Κ2 και Κ1, μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ψ3, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-1998 αγωγή των Ψ1 και Ψ2 (1ος και 2η αναιρεσίβλητοι) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8023/1999 του ίδιου Δικαστηρίου. Κατόπιν ασκήθηκε κατά της ανωτέρω αποφάσεως η από 13-3-2001 τριτανακοπή του Δ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε την από 27.404/2001 απόφασή του και 521/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-5-2005 αίτησή τους και με τους από 8-2-2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10-3-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 765/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 287 παρ. 1 ΚΠολΔ, του λόγου διακοπής, η δε δίκη επαναλαμβάνεται είτε εκουσίως, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος διαδίκου, είτε αναγκαστικώς με πρόσκληση του αντιδίκου, που γίνεται με κοινοποίηση δικογράφου.

Η πρόσκληση αυτή του αντιδίκου για επανάληψη της δίκης μπορεί να γίνει και χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί σ' αυτόν προηγουμένως ο λόγος διακοπής, δεν μπορεί όμως η πρόσκληση αυτή να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου, πριν την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομιάς προθεσμίας, η οποία κατά το άρθρο 1847 εδ.

α' ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων Ψ3 απεβίωσε, στις 7-11-2007, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατέλιπε δε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ψ4 χήρα Ψ3 και τα ανήλικα τέκνα του Κ2 και Κ1.

Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσιβλήτου και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων έγγραφα, ήτοι 1) την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου του Δήμου ..., 2) το ... πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου ..., 3) το ...

πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη κατάθεσης αγωγής σχετική με αμφισβήτηση του κληρονομικού διακιώματος κα 4) το ... πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας του αποβιώσαντος από τους άνω κληρονόμους του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ...

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της από 28-1-2009 κλήσεως μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως, και κλήσεως προς παράσταση στη δικάσιμο της 17-2-2010, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, στην ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ψ4χήρα Ψ3 για την ίδια ατομικά και ως εκπρόσωπο των δύο ανηλίκων τέκνων τους Κ2 και Κ1 (ήδη τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του άνω αποβιώσαντος αρχικού τρίτου των αναιρεσιβλήτων, πλην όμως η Ψ4 χήρα Ψ3 με την ως άνω ιδιότητά της δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την από το οικείο πινάκιο στην άνω δικάσιμο εκφώνηση της υπόθεσης, ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη δικάσιμο αυτή, πρέπει το δικαστήριο, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης παρά την απουσία τους.

Επειδή, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε την νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρ. 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία, δεν απαιτείται, για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι' αυτήν στο νόμο χρόνου χρησικτησίας (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.

Σε περίπτωση δε καθολικής διαδοχής, για να επέλθει διαδοχή στην έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή για να συνυπολογίσει o κληρονόμος στο χρόνο της νομής του το χρόνο νομής του κληρονομουμένου, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου για ακίνητα, να αποδεχθεί ο κληρονόμος προηγουμένως την κληρονομία και να μεταγράψει τη σχετική πράξη αποδοχής, κατά τα άρθρα 1193 και 1198 AΚ, καθόσον η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή αυτής αποτελούν κατά το νόμο αναγκαία προϋπόθεση μόνο για την κτήση της κυριότητος των κληρονομιαίων, όχι δε και για την κτήση της νομής αυτών, που επέρχεται αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομίας (ΑΠ 215/2010).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη από 13-3-2001 τριτανακοπή του τριτανακόπτοντος, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η 8023/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος του λεπτομερώς περιγραφόμενου στην τριτανακοπή του επίδικου ακινήτου, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η Φ, που απεβίωσε το 1952, ήταν κυρία και νομέας, όπως συνομολογείται, ενός οικοπέδου, εμβαδού 161,20 τ.μ., που είχε παραχωρηθεί σ' αυτήν από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Αστών Προσφύγων .... Το οικόπεδο ήταν διαμπερές με προσόψεις σε δυο δημοτικές οδούς, ήδη στην οδό ... και στην οδό ..., με φορά από ανατολικά προς τα δυτικά και αντιστρόφως.

Το τμήμα του οικοπέδου που βρίσκεται κοντά στην οδό ... (δυτικό) κάμπτεται προς το νότο, έτσι ώστε η βόρεια και η νότια πλευρά του οικοπέδου να σχηματίζουν αμβλείες γωνίες και το οικόπεδο να φαίνεται ότι απαρτίζεται από δυο χωριστά, όπως εμφαίνεται στα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα καθώς και τα διαγράμματα των οικοδομικών αδειών ....

Στο εν λόγω οικόπεδο, μετά από αίτηση του άνω οικοδομικού συνεταιρισμού κτίστηκε από την υπηρεσία πρόνοιας οικοδομή στην πρόσοψη του οικοπέδου επί της οδού ... για την στέγαση της πρόσφυγας Φ. Στη συνέχεια η Φ έκτισε το 1936 και άλλη οικοδομή στην άλλη πρόσοψη του οικοπέδου επί της οδού ... για εκμετάλλευση.

Η οικοδομή επί της οδού ...χρησιμοποιήθηκε πράγματι ως οικία από την Φ και διέμενε σ' αυτήν μέχρι το θάνατό της, περιφράσσοντας και μέρος από το οικόπεδο για την αυλή της. Λίγα χρόνια πριν από το θάνατό της εγκαταστάθηκε στην ίδια οικία επί της οδού ... και ο ανεψιός της Γ με την οικογένειά του, ο οποίος ανέλαβε τη μέριμνα και περιποίηση της ηλικιωμένης θείας του.

Ο Γ είναι πατέρας των δυο πρώτων από τους εφεσιβλήτους (ήδη αναιρεσιβλήτους). Σε αντάλλαγμα αυτής της φροντίδας η Φ με την ... δημόσια διαθήκη της, που συνέταξε ο συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Φιλιππίδης και που νόμιμα δημοσιεύθηκε, άφησε από την οικία, στην οποία διέμενε, δύο δωμάτια μαζί με το οικόπεδο της αυλής της, και ρητώς όριζε ότι η υπόλοιπη οικία παραμένει αδιάθετη.

Αδιάθετη επίσης έμεινε και η οικία επί της οδού ... με το οικόπεδό της. Στην πραγματικότητα ο πατέρας των δυο πρώτων εφεσιβλήτων Γ κατείχε και νεμόταν με διάνοια κυρίου ολόκληρη την οικία επί της οδού ...καθώς και το μισό περίπου από το όλο οικόπεδο, το οποίο διαχωριζόταν από το υπόλοιπο με φράχτη. Το έτος 1974, κατά το οποίο ο Γ, μετά από υπερεικοσαετή νομή της οικίας αυτής με το οικόπεδό της, όπως ανωτέρω περιγράφεται, έγινε κύριος του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, παραχώρησε τη νομή στους δυο πρώτους εφεσίβλητους, τέκνα του, τα οποία συνέχισαν να κατέχουν και να νέμονται αυτό (βλ.

και το από 20-5-1974 ιδιωτικό "πωλητήριον οικίας με οικόπεδον"). Ειδικότερα το 1975 ο πατέρας Γ, ενώ συνέχισε να κατοικεί με την οικογένειά του στην άνω οικία της οδού ..., απεβίωσε. Στη συνέχεια οι δυο πρώτοι εφεσίβλητοι συνέχισαν τη διαμονή τους στην οικία αυτή μέχρι το έτος 1978 μαζί με τη μητέρα τους, οπότε μετά το σεισμό που έπληξε τη ..., αποχώρησαν, χωρίς όμως να πάψουν να ενδιαφέρονται και να επιβλέπουν τούτο, όπως τούτο αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα της ΕΥΑΘ, της ΔΕΗ και της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης.

Μετά το σεισμό η άνω οικία έγινε ετοιμόρροπη και κρίθηκε από τη Πολεοδομία κατεδαφιστέα. Το 1998 οι δυο πρώτοι εφεσίβλητοι, αποβλέποντες προφανώς σε απόκτηση κάποιου τίτλου που να πιστοποιεί την κυριότητα, την οποία με έκτακτη χρησικτησία απέκτησαν επί του οικοπέδου που κάλυπτε η οικία τους και του αύλειου χώρου της, άσκησαν αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του άνω οικοπεδικού τμήματος, εμβαδού 92 τ.μ., όπως στην αγωγή αυτή ανέφεραν, εναντίον του τρίτου εφεσίβλητου Ψ3 και ερήμην τούτου, πέτυχαν την τριτανακοπτόμενη ήδη 8023/1999 απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκαν και συγκύριοι, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του προαναφερόμενου οικοπεδικού τμήματος.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει ήδη με τριτανακοπή ο εκκαλών, στρέφοντας την τριτανακοπή του κατά των τριών εφεσιβλήτων, επικαλούμενος ότι αυτός είναι κύριος και του ανωτέρω οικοπεδικού τμήματος. Σχετικά με την τριτανακοπή του εκκαλούντος, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκαν τα εξής: Όπως αναφέρθηκε ήδη, η αρχική κυρία του όλου διαμπερούς οικοπέδου Φ την άλλη οικία, που η ίδια ανήγειρε επί της οδού ...

με μέρος από το οικόπεδο, δεν το συμπεριέλαβε στη διαθήκη της.

Συνεπώς ως προς αυτό, εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Το 1960 οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ανέρχονταν σε είκοσι δυο. Γι' αυτό οι δέκα οχτώ από αυτούς στρεφόμενοι κατά των λοιπών τεσσάρων άσκησαν αγωγή διανομής του κληρονομιαίου ακινήτου, το οποίο κατά την αγωγή αυτή το αποτελούσαν μια μικρή παλαιά οικία με πρόσοψη στην οδό ...

με το από 90 τ.μ. οικόπεδό της. Αίτημα της αγωγής διανομής ήταν η πώληση του ακινήτου με πλειστηριασμό, λόγω του ανέφικτου της αυτούσιας διανομής. Ερήμην των εναγομένων διατάχθηκε με την 4944/1960 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η πώληση του κληρονομιαίου ακινήτου με πλειστηριασμό, κατά τον οποίο υπερθεματιστής αναδείχθηκε ο τριτανακόπτων και ήδη εκκαλών, ο οποίος κατέβαλε το πλειστηρίασμα, μέρος από το οποίο έλαβε και ο πατέρας των δυο πρώτων από τους καθών η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Έτσι το οικεπεδικό τμήμα με την παλαιά οικία με πρόσοψη επί της οδού ... κατακυρώθηκε στον εκκαλούντα, στον οποίο, στη συνέχεια, χορηγήθηκε η 22762/1969 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Φιλιππίδη, που διενήργησε τον πλειστηριασμό. Ο εκκαλών μετέγραψε νόμιμα την άνω έκθεση και έγινε, κατά τον τρόπο αυτό κύριος του επί της οδού ...

οικοπεδικού τμήματος με την επ' αυτού παλαιά οικία, η οποία κατεδαφίστηκε και αυτή μετά το σεισμό του 1978. Συγκεκριμένα ο τριτανακόπτων-εκκαλών απέκτησε την κυριότητα οικοπεδικού τμήματος από το όλο οικόπεδο που αρχικά ανήκε στην Φ εμβαδού "90 τ.μ. περίπου η όσης εκτάσεως και αν είναι" που έχει πρόσοψη στην οδό ....

Ο τριτανακόπτων - εκκαλών δεν απέκτησε κανένα δικαίωμα επί του άλλου τμήματος του ίδιου οικοπέδου που έχει πρόσοψη επί της οδού ... και το οποίο η αρχική κυρία το διέθεσε με την προαναφερόμενη διαθήκη της στον πατέρα των δυο πρώτων από τους εφεσίβλητους - καθών η τριτανακοπή και του οποίου, άλλωστε αυτοί έχουν γίνει κύριοι με έκτακτη χρησικτησία.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι με την τριτανακοπτόμενη 8023/1999 απόφαση δεν έχει προσβληθεί κανένα δικαίωμα του τριτανακόπτοντος - εκκαλούντος, διότι με την απόφαση αυτή οι δυο πρώτοι εφεσίβλητοι - καθών η τριτανακοπή αναγνωρίστηκαν κύριοι χωριστού οικοπεδικού τμήματος, που δεν έχει σχέση με αυτό που κατακυρώθηκε στον εκκαλούντα με τον προαναφερόμενο πλειστηριασμό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 983, 1045, 1051, 1192, 1193, 1198, 1199, 174, 180 ΑΚ και άρθρο 2 του ν. 690/1948, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τους δυο πρώτους αναιρεσιβλήτους και τον δικαιοπάροχό τους (όσον αφορά τη νομή του επιδίκου) Γ.

Ειδικότερα, είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις οι αιτιολογίες του Εφετείου, ότι το παραχωρηθέν στην Φ ακίνητο, το οποίο είχε προσόψεις σε δυο δρόμους (...), είχε διαχωριστεί στη πράξη, από την άνω ιδιοκτήτριά του, σε δυο μικρότερα οικόπεδα, που χωρίζονταν μάλιστα με φράχτη, στα οποία είχαν ανεγερθεί αυτοτελείς οικίες, με πρόσοψη η μια επί της οδού ...

και η άλλη επί της οδού ... και ότι η 4944/1960 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η δια πλειστηριασμού δικαστική διανομή ακινήτου, και στη συνέχεια η 22762/1969 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Φιλιππίδη αφορούσαν την οικία επί της οδού ... και όχι την επί της οδού ... (επίδικο), την οποία (δεύτερη οικία) είχαν αποκτήσει οι δυο πρώτοι αναιρεσίβλητοι με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας συνεχώς με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από το έτος 1974 έως το έτος 1998, αφού αυτή μόνο (έκτακτη χρησικτησία) ήταν η βάση τής από 20-3-1998 αγωγής των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του τρίτου από αυτούς, επί της οποίας εκδόθηκε η 8023/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας ασκήθηκε η ένδικη τριτανακοπή, οι αιτιολογίες δε αυτές, επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε.

Επομένως, οι συναφείς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, ως προς τα σχετικά μέρη αυτών, και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης, καθώς και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της κύριας αναίρεσης, και πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, κατά τα σχετικά μέρη τους, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 2/2009, ΑΠ 442/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να μη δεχτεί ότι εκπλειστηριάστηκε ολόκληρη η ανώγειος πεπαλαιωμένη οικία με το πέριξ αυτής οικόπεδο συνολικής έκτασης 90 τ.μ. και αντίθετα με το να δεχτεί ότι το αναφερόμενο προσφυγικό ακίνητο ήταν χωρισμένο σε δύο οικοπεδικά τμήματα, σε καθένα από τα οποία υπήρχε οικία, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ...

κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Φιλιππίδη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι <<το οικοπεδικό τμήμα με την παλαιά οικία με πρόσοψη επί της οδού ... κατακυρώθηκε στον εκκαλούντα-τριτανακόπτοντα, στον οποίο στη συνέχεια χορηγήθηκε η 22762/1969 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Φιλιππίδη, που διενήργησε τον πλειστηριασμό, ότι ο τριτανακόπτων-εκκαλών απέκτησε την κυριότητα οικοπεδικού τμήματος από το όλο οικόπεδο που αρχικά ανήκε στην Φ εμβαδού 90 τ.μ.

περίπου η όσης εκτάσεως και αν είναι, που έχει πρόσοψη στην οδό ..., και ότι δεν απέκτησε κανένα δικαίωμα επί του άλλου τμήματος του ίδιου οικοπέδου που έχει πρόσοψη επί της οδού ...>> δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, που συνεκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 1470/2008, ΑΠ 613/2007).

Η ενέργεια αυτή του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1198/1997).

Εξάλλου, από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το σχετικό μέρος του, λόγο της κύριας αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την αμετάκλητη 4944/1960 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε την διά πλειστηριασμού πώληση του αναφερόμενου διανεμητέου ακινήτου.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, δέχτηκε σχετικά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το 1960 οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Φ ανέρχονταν σε είκοσι δυο. Γι' αυτό οι δέκα οχτώ από αυτούς στρεφόμενοι κατά των λοιπών τεσσάρων άσκησαν αγωγή διανομής του κληρονομιαίου ακινήτου, το οποίο κατά την αγωγή αυτή το αποτελούσαν μια μικρή παλαιά οικία με πρόσοψη στην οδό ...

με το από 90 τ.μ. οικόπεδό της. Αίτημα της αγωγής διανομής ήταν η πώληση του ακινήτου με πλειστηριασμό, λόγω του ανέφικτου της αυτούσιας διανομής. Ερήμην των εναγομένων διατάχθηκε με την 4944/1960 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η πώληση του κληρονομιαίου ακινήτου με πλειστηριασμό, κατά τον οποίο υπερθεματιστής αναδείχθηκε ο τριτανακόπτων και ήδη εκκαλών, ο οποίος κατέβαλε το πλειστηρίασμα, μέρος από το οποίο έλαβε και ο πατέρας των δυο πρώτων από τους καθών η τριτανακοπή και ήδη εφεσιβλήτων.

Έτσι το οικoπεδικό τμήμα με την παλαιά οικία με πρόσοψη επί της οδού ... κατακυρώθηκε στον εκκαλούντα, στον οποίο, στη συνέχεια, χορηγήθηκε η ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Φιλιππίδη, που διενήργησε τον πλειστηριασμό. Ο εκκαλών μετέγραψε νόμιμα την άνω έκθεση και έγινε, κατά τον τρόπο αυτό κύριος του επί της οδού ...

οικοπεδικού τμήματος με την επ' αυτού παλαιά οικία. Συγκεκριμένα ο τριτανακόπτων-εκκαλών απέκτησε την κυριότητα οικοπεδικού τμήματος από το όλο οικόπεδο που αρχικά ανήκε στην Φ εμβαδού "90 τ.μ. περίπου η όσης εκτάσεως και αν είναι" που έχει πρόσοψη στην οδό .... Ο τριτανακόπτων - εκκαλών δεν απέκτησε κανένα δικαίωμα επί του άλλου τμήματος του ίδιου οικοπέδου που έχει πρόσοψη επί της οδού ...

και το οποίο η αρχική κυρία το διέθεσε με την προαναφερόμενη διαθήκη της στον πατέρα των δυο πρώτων από τους εφεσίβλητους - καθών η τριτανακοπή και του οποίου, άλλωστε αυτοί έχουν γίνει κύριοι με έκτακτη χρησικτησία. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι με την τριτανακοπτόμενη 8023/1999 απόφαση δεν έχει προσβληθεί κανένα δικαίωμα του τριτανακόπτοντος - εκκαλούντος, διότι με την απόφαση αυτή οι δυο πρώτοι εφεσίβλητοι - καθών η τριτανακοπή αναγνωρίστηκαν κύριοι χωριστού οικοπεδικού τμήματος, που δεν έχει σχέση με αυτό που κατακυρώθηκε στον εκκαλούντα με τον προαναφερόμενο πλειστηριασμό, και έτσι το Εφετείο εκ του πράγματος δέχτηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων, που να απορρέει από την ως άνω 4944/1960 απόφαση ως προ το επίδικο ακίνητο.

Επομένως, το Εφετείο που δέχτηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο για την παρούσα επί της άνω τριτανακοπής, με την οποία ζητείται να ακυρωθεί η 8023/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να αναγνωριστεί ότι ο τριτανακόπτων είναι κύριος του επίδικου ακινήτου, δίκη, από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση περί διανομής, αφού δεν πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001).

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα, όπως επίσης δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία (ΑΠ 545/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, κατά το σχετικό μέρος του, της κύριας αναίρεσης και με τον πρώτο, κατά το σχετικό μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι ο τριτανακόπτων και δικαιοπάροχός τους είναι κύριος του επίδικου ακινήτου, και δη 1) την με αριθμό κατάθεσης 1732/15-10-1960 αγωγή διανομής ενώπιον του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 2) την ...

κατακυρωτική έκθεση του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικόλαου Φιλιππίδη, 3) το από 9-1-1932 παραχωρητήριο προς την Φ και 4) την 4944/1960 απόφαση περί διανομής του πιο πάνω δικαστηρίου, στην οποία κατά τους αναιρεσείοντες περιέχεται δικαστική ομολογία του δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων λόγω της ερημοδικίας του στη δίκη εκείνη.

Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη <<τα έγγραφα και τα τεκμήρια που συνάγονται από αυτά>> και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, των οποίων μάλιστα έκανε ειδική μνεία στο σκεπτικό του, ενώ ειδικότερα ως προς την άνω απόφαση διανομής δέχτηκε ότι δεν αφορά το επίδικο ακίνητο.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Επίσης, ως αίτηση κατά τη διάταξη αυτή νοείται και η διαδικαστική, αρκεί να αποτελεί κεφάλαιο της δίκης. Έτσι, αίτηση υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ.

γ' του ΚΠολΔ συνιστά και το κατά τα άρθρα 450 και 451 του ΚΠολΔ αίτημα επιδείξεως εγγράφων, αφού το αίτημα αυτό αποτελεί κεφάλαιο της δίκης ως δυνάμενο να είναι αντικείμενο και αγωγής (ΑΠ 545/2001, ΑΠ 1653/1998, ΑΠ 1275/1987). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα ενώπιόν του με τις προτάσεις τους αίτηση για επίδειξη από τους δύο πρώτους των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων του επικαλούμενου από αυτούς από ...

ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως ακινήτου, με το οποίο ο δικαιοπάροχος των τελευταίων και πατέρας τους μεταβίβασε σ' αυτούς το επίδικο ακίνητο, αίτηση την οποία υπέβαλλαν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο τριτανακόπτων και δικαιοπάροχός τους είναι κύριος του επίδικου ακινήτου. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όμως, και ειδικότερα από την αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση, και από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι μοναδική βάση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση ήταν η με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου και έτσι το αίτημα περί επιδείξεως του πιο πάνω εγγράφου αλυσιτελώς προβλήθηκε και δεν αποτελεί κεφάλαιο της δίκης.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Σύμφωνα δε με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, η από την ίδια διάταξη προβαλλόμενη με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, κατά το τέταρτο μέρος του, πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο άφησε αδίκαστη την ένσταση των αναιρεσειόντων <<περί εικονικότητας της αγωγής, η οποία οδήγησε στην έκδοση της τριτανακοπείσας απόφασης>>, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Κατά την έννοια της πρώτης περίπτωσης της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο, κατά το σχετικό μέρος του, λόγο της κύριας αναίρεσης και τον πρώτο, κατά το σχετικό μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι <<με την τριτανακοπτόμενη 8023/1999 απόφαση δεν έχει προσβληθεί κανένα δικαίωμα του τριτανακόπτοντος - εκκαλούντος, διότι με την απόφαση αυτή οι δυο πρώτοι εφεσίβλητοι - καθών η τριτανακοπή αναγνωρίστηκαν κύριοι χωριστού οικοπεδικού τμήματος, που δεν έχει σχέση με αυτό που κατακυρώθηκε στον εκκαλούντα με τον προαναφερόμενο πλειστηριασμό>>, χωρίς απόδειξη.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εκτιμώντας τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα). Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της κύριας αναίρεσης και δεύτερο, κατά το σχετικό μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι ο πατέρας και δικαιοπάροχος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Γ από το έτος 1952, που αποβίωσε η δική του δικαιοπάροχος Φ, μέχρι το έτος 1974 είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ότι αυτός στην πραγματικότητα <<κατείχε και νεμόταν διανοία κυρίου ολόκληρη την οικία επί της οδού ..., καθώς και το μισό περίπου από το όλο οικόπεδο, το οποίο διαχωριζόταν από το υπόλοιπο με φράκτη>>, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους.

Όμως οι παραδοχές αυτές αποτελούν επιχειρήματα, τα οποία το Εφετείο άντλησε από την εκτίμηση των αποδείξεων για την επιστήριξη του πορίσματός του, ότι το επίδικο δεν έχει σχέση με αυτό που κατακυρώθηκε στον τριτανακόπτοντα. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.

Επειδή, περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, κατά τα σχετικά μέρη τους, πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς τους 1) ότι η αρχική κυρία του επιδίκου Φ, με βάση την περί διανομής απόφαση, απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και εχώρησε εξ αδιαθέτου υπεισέλευση των στη δίκη εκείνη εναγόντων και εναγομένων στη κληρονομιά, 2) ότι οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων είχαν προβεί στην ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Νάζλα, την οποία και μετέγραψαν και 3) περί εικονικότητας της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπείσα απόφαση. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, αφού τα φερόμενα ως αγνοηθέντα περιστατικά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη προηγούμενη νομική σκέψη, δεν αποτελούν πράγματα κατά την πιο πάνω έννοια, αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, ενώ, σε κάθε περίπτωση προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι το Εφετείο δέχτηκε ότι οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, όπως ζητούσαν με τη μοναδική βάση της αγωγής τους, και όχι με τρόπο παράγωγο.

Επειδή, ο με τον πρώτο, κατά το σχετικό μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως αντίστοιχου πραγματικού. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν o σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο ισχυρισμός δε, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Έτσι, η αοριστία της αγωγής, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να στηρίξει παραδεκτά προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1174/2009).

Επομένως, ο έβδομος και τελευταίος εξεταζόμενος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπείσα απόφαση είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρει καμιά περιγραφή πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ο τρόπος διατάραξης και αποβολής των εναγόντων από τη κατοχή, κυριότητα και νομή του επιδίκου εκ μέρους του εναγομένου και δεν περιέχει κανένα στοιχείο περιγραφής και εξατομίκευσης του επιδίκου, επί του οποίου ζητείτο η αναγνώριση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό, στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρότειναν, όπως όφειλαν, στο δικαστήριο της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-5-2005 αίτηση των 1) Χ1 κ.λ.π. και τους από 7-2-2006 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 521/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 27404/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Mαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ