Supreme Court partially allows appeal against bank promotion decision due to violation of equal treatment and seniority rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's rejection of a bank employee's objection to his promotion. The court found the lower court violated Article 207 of the Civil Code by ignoring that four senior colleagues with greater overall seniority and supervisory experience had been overlooked in favor of the appellant. Consequently, the decision was remanded for further examination regarding the validity of the promotion based on these equal treatment principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27, 33, 38 of the Bank of Greece Statute; Article 207 of the Civil Code: Internal promotion rules require equal treatment and strict adherence to seniority and experience criteria, mandating that candidates with superior overall qualifications and higher-level responsibilities be prioritized over those with only marginal academic advantages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1355 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1355/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2563/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1455/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-4-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 13-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη του τέταρτου λόγου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των αρ. 27 παρ. στ', 33, 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος που κυρώθηκε με το ν. 3234/1927 και έχει ισχύ νόμου προκύπτει, ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό κανονισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως τούτου συμβατική ισχύ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το αρ. 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας η προαγωγή στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊστάμενου γίνεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού (Διοικητικού) Συμβουλίου υστερ' από πρόταση του Διοικητή, θα πρέπει δε να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, δηλ.
πέντε χρόνια στον βαθμό του Τμηματάρχη, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσης, δ) επίδειξη κατά την άσκηση της υπηρεσίας του εξαιρετικής επίδοσης, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας, ε) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεση του κρινόμενου υπαλλήλου και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτήν.
Σύμφωνα με τα παραπάνω οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή των υπάλλήλων σε ανώτερο βαθμό (αρ. 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική εξέλιξή του και η κρίση αυτή είναι κατάφορα άδικη, η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης, υπό την οποία τελεί η προαγωγή των υπαλλήλων, παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστης εκ μέρους του εργοδότη και η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (αρ. 207 παρ. 1 ΑΚ).
Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υποχρέου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια, μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης των υπαλλήλων. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη με την παραπάνω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το άρ. 12 ν. 1082/1980 μετά την τελεσιδικία της απόφασης η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.
Εξάλλου ο εναγόμενος μπορεί, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπάλλήλου που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Η ένσταση αυτή στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση κανονισμού με συμβατική ισχύ στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση κατά την συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών του ανωτέρω βαθμού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 1455/2008 απόφαση του, ότι: (Α) Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγόμενη Τράπεζα της Ελλάδος (αναιρεσείουσα) την 8-11-1974 με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εντάχθηκε στο ταμειακό κλάδο των υπαλλήλων, η δε valeur του μεταφέρθηκε την 1-1-1973 λόγω κτήσεως πτυχίου ΑΕΙ το έτος 1973, προήχθη στο βαθμό του Υποταμία Α' από 1-1-1981 και λόγω σύντμησης από 1-1-1980, στον βαθμό του Ταμία από 1-7-1982 και λόγω προσμέτρησης δευτέρου πτυχίου ΑΕΙ από 1-7-1980, στο βαθμό ταμία Προϊσταμένου από 1-1-1986 και στον βαθμό του Τμηματάρχη ταμείου από 1-7-1988.
Είναι πτυχιούχος της Σχολής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών και της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ομιλεί την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "καλά". Από την πρόσληψή του απασχολήθηκε στο πρακτορείο ..., στο οποίο από 9-3-1978 ασκεί καθήκοντα πράκτορα, τα κύρια δε καθήκοντά του ήταν οι εισπράξεις και πληρωμή Δημοσίου και γραφείου Παρακαταθηκών και Δανείων, η εξόφληση επιταγών ΝΠΔΔ, εντολές και εμβάσματα υπέρ τρίτων και εργασίες Γραφείου Συμψηφισμού της Διεύθυνσης Χρηματικού.
Έχει παρακολουθήσει στα πλαίσια της επιμόρφωσης του προσωπικού της Τράπεζας σεμινάριο βασικής εκπαίδευσης και σεμινάριο ηλεκτρονικών υπολογιστών, ενώ στις εκθέσεις αξιολόγησης το 1999 αξιολογήθηκε με 15 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 15 "εξαίρετος και 2 "πολύ καλός" και το 2002 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" με σχόλιο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο τραπεζικών και οργανωτικών δυνατοτήτων σε όλους τους τομείς του αντικειμένου του (Β) Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002 η εναγομένη με την ...
απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της προήγαγε από 1-5-2002 στον βαθμό Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων 75 Τμηματάρχες, ενώ δεν προήγαγε τον ενάγοντα, και στη συνέχεια κατά τις κρίσεις του 2003 με την ... απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της προήγαγε από 1-12-2003 στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων 68 Τμηματάρχες παραλείποντας και πάλι να προαγάγει τον ενάγοντα, μεταξύ δε των προαχθέντων κατά τις τελευταίες αυτές κρίσεις (2003) ήταν και οι εξής υπάλληλοι της (στην σύγκριση με τους οποίους αναφέρεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης) με τα ακόλουθα προσόντα και υπηρεσιακή εξέλιξη: 1) ΑΑ, ο οποίος προσλήφθηκε την 14-11-1979 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-10-1999.
Είναι απόφοιτος του Τμήματος Λογιστικής των ΚΑΤΕΕ Πειραιά και ομιλεί την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "καλά". Παρακολούθησε δύο εκπαιδευτικά σεμινάρια (επικοινωνία - ανθρώπινες σχέσεις, και λύση προβλημάτων - συγκρούσεις). Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα ..., στο ΙΕΤΑ, στο Τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του ΙΕΤΑ στο Ταμείο Διοίκησης - Τμήμα Διαχείρισης.
Άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου υπηρεσίας από 11-10-1989 και Προϊσταμένου υπηρεσίας από 29-4-1991, αποσπάσθηκε δε την 12-5-1997 στο συνδικαλιστικό σωματείο υπαλλήλων της Τράπεζας (ΣΥΤΕ). Στο φύλλο επίδοσης του 1989 είχε βαθμολογηθεί με πέντε "1" και "2", με σχόλιο άριστη συνεργασία και υψηλό πνεύμα ομαδικότητας 2) ΒΒ, ο οποίος προσελήφθη την 11-8-1980 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-7-1996.
Απασχολήθηκε στο Τμήμα ελέγχου εξαγωγών. Είναι πτυχιούχος της Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά και ομιλεί την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "καλά". Λόγω διαδοχικών αποσπάσεων του στο ΣΥΤΕ, το συνδικαλιστικό όργανο των υπαλλήλων της εναγομένης, δεν ανέλαβε καθήκοντα ευθύνης. Η βαθμολογία του στις εκθέσεις αξιολογήσεως του έτους 1999 είναι 11 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και για το έτος 2000 σε όλα τα κριτήρια "εξαίρετος", τονίζεται δε η οξυδέρκεια και η προθυμία του, η ταχύτητα και η σταθερότητα στην απόδοσή του και 3) ΓΓ, ο οποίος προσελήφθη την 15-7-1984 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-7-1998.
Απασχολήθηκε στις Διευθύνσεις Γενικής Επιθεώρησης και Τεχνικών Υπηρεσιών του κεντρικού καταστήματος και στο υποκατάστημα ..., όπου υπηρετεί ως Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας. Είναι απόφοιτος της Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ομιλεί την γερμανική γλώσσα σε επίπεδο "Zertificat", ενώ συμμετείχε στα επιμορφωτικά σεμινάρια:
Εποπτείας Τραπεζών, Αξιολόγησης Προσωπικού, Οικονομικής Συγκυρίας, Τραπεζικών και Χρηματοοικονομικών Θεμάτων, Windows και Word. Συμμετείχε στον προγραμματισμό και την εποπτεία συνεργείων ελέγχου σε Τράπεζες και συναλλαγματικών ελέγχων σε επιχειρήσεις και έχει απασχοληθεί στην αγορά συναλλάγματος (τουριστικού, σπουδαστικού) και στις εγκρίσεις εισαγωγών.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης βαθμολογήθηκε το 1999 με 4 "εξαίρετος και 13 "πολύ καλός", το 2000 με 9 "εξαίρετος και 8 "πολύ καλός", το 2001 με 12 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός" και 2002 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", τονίζεται δε η εξαιρετική γνώση του αντικειμένου και η προσαρμοστικότητα του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων υπερέχει έναντι των ΑΑ και ΒΒ σε μεγάλο βαθμό ως προς τα τυπικά προσόντα (γενική και ειδική Αρχαιότητα και τίτλους σπουδών) και δεν υστερεί ως προς τα ουσιαστικά προσόντα, αφού και αυτός ως πράκτορας, προσωπικά υπεύθυνος με μόνη την υπογραφή του, έχει ανώτερη θέση ευθύνης, έναντι δε του ΓΓ υπερέχει σημαντικά ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα και ιδίως την βαθμολογία και κατά τα λοιπά είναι ισόβαθμος αυτού και επομένως ο ενάγων υπερείχε καταφανώς των ως άνω συναδέλφων του (ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ) και η παράλειψή του κατά τις κρίσεις του 2003 με την προαγωγή των προαναφερθέντων υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια, μέσα στα οποία τα αρμόδια όργανα της εναγομένης μπορούν να κινηθούν κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης του υπαλλήλου προς προαγωγή του στον επόμενο βαθμό.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρ. 207 ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της καταφανώς υπεροχής του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) έναντι των ως άνω συναδέλφων του, προταθέντων προς σύγκριση με την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και προαχθέντων κατά τις επίμαχες προαγωγικές κρίσεις, αφού κατά τα γενόμενα δεκτά ο ενάγων υπερέχει ως προς τους τίτλους σπουδών έναντι των ΑΑ και ΒΒ, όντας ισάξιος με τον ΓΓ, έναντι δε όλων και μάλιστα κατά πολλά έτη ως προς την γενική και αποτελούσα κρίσιμο κριτήριο ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ενώ εξάλλου έχει ανώτερη θέση ευθύνης, καθόσον ως πράκτορας είναι υπεύθυνος με μόνη την υπογραφή του.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ενιαίως διατυπούμενοι πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 1 αντίστοιχα του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρ. 207 ΑΚ κατά την έρευνα διακωλυτικής ένστασης της εναγομένης (αναιρεσείουσας) "περί απλής υπεροχής άλλων υπαλλήλων της που θα έπρεπε να προαχθούν αντί του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου), αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω ότι κατά τις ίδιες ως άνω προαγωγές παραλείφθηκαν και οι συνάδελφοι του αναιρεσίβλητου: 1) ΔΔ, ο οποίος προσελήφθη την 28-5-1973 και έγινε Τμηματάρχης την 1-7-1990. Υπήρξε Προϊστάμενος υπηρεσίας στο τμήμα Υπ/τος ... από 9-10-1995 και αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Εργασιών Εξωτερικού Υπ/τος ...
από 15-7-2002. Έχει πτυχίο Γεωπονίας γνωρίζει αγγλικά σε επίπεδο "καλά" και παρακολούθησε τα σεμινάρια (α) εκπαίδευση υπαλλήλων υποκαταστημάτων β) ξέπλυμα χρήματος. Το έτος 1999 βαθμολογήθηκε με 14 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", τα έτη 2000 και 2001 με 15 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2002 σε όλα "εξαίρετος" (2) ΕΕ, ο οποίος προσλήφθηκε την 14 - 4- 1973 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-7-1998.
Ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Συναλλάγματος από το 1985, Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Συναλλάγματος στον ... και στο Τμήμα Εργασιών Εξωτερικού του ... την 24-1-2001 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος την 17-2-2003. Είναι πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών της Νομικής Σχολής και έχει παρακολουθήσει τα σεμινάρια α) συστήματα πληρωμών - μεταφορά κεφαλαίων β) αγγλικά First Certificate Cambridge.
Η βαθμολογία του το 1999 και το 2000 ήταν 12 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2002 "εξαίρετος" σε όλα. (3) ΣΤ, ο οποίος προσελήφθη την 11-8-1972 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-10-1988. Ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου υπηρεσίας στο Τμήμα Ελέγχου Εισαγωγών από 10-6-1986, αναπληρωτή Προϊσταμένου του ίδιου Τμήματος από 3-12-1990 και αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 3-6-1993.
Είναι πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών της ΠΑΣΠΕ και έχει παρακολουθήσει το σεμινάριο "γρήγορο διάβασμα - μνήμη". Κατά τα έτη 1999, 2000 βαθμολογήθηκε με "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και τα έτη 2001, 2000 (το τελευταίο από προφανή παραδρομή αντί του ορθού: 2002) σε όλα "εξαίρετος" και (4) ΖΖ, ο οποίος προσελήφθη την 4-10-1971 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-1-1988.
Ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Τμήματος Λογιστηρίου και Γραμματείας Υπ/τος ... από 24-8-1983 και αναπληρωτή Προϊσταμένου του ίδιου Τμήματος από 21-1-2003. Έχει πτυχίο Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, γνωρίζει τα αγγλικά "πολύ καλά" και έχει παρακολουθήσει τα Επιμορφωτικά σεμινάρια (α) πρόγραμμα ΕΛΚΕΠΑ (β) ΕΟΚ - Διεθνείς Οργανισμοί (γ) Windows 3.1 (δ) Word 6.0 (ε) Excel 5.0 στ) Εκπαίδευση υπαλλήλων Υπ/των (ζ) αγορές συν/τος υποκαταστημάτων η) αγγλικά Post Proficiency.
Το 1999 βαθμολογήθηκε με 12 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2002 σε όλα "εξαίρετος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων είναι ισοδύναμος με τους ως άνω τέσσερις συναδέλφους του και απέρριψε την διακωλυτική ένσταση της εναγομένης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως την διάταξη του αρ. 207 ΑΚ, διότι οι πιο πάνω μη προαχθέντες συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου υπερείχαν απλώς αυτού και επομένως έπρεπε να είχαν προαχθεί αυτοί κατά τις παραπάνω προαγωγές και όχι ο αναιρεσίβλητος, καθόσον ειδικότερα όλοι οι προαναφερθέντες έχουν ασκήσει καθήκοντα Προϊσταμένων και αναπληρωτών Προϊσταμένων Υπηρεσίας, ενώ ο αναιρεσίβλητος υπηρέτησε καθόλη τη διάρκεια της θητείας του σε επαρχιακό πρακτορείο της εναγομένης χωρίς ν' ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου, άσκησε δηλ.
καθήκοντα μικρότερης σημασίας και σπουδαιότητας σε σχέση με αυτά των ως άνω συναδέλφων του, η υπεροχή δε αυτών δεν αναιρείται από την μικρή υπεροχή του αναιρεσιβλήτου στους τίτλους σπουδών και στην γενική και ειδική αρχαιότητα ως προς τους 1ο και 2ο των ανωτέρω, ενώ ο 3ος υπερέχει αυτού ως προς την γενική αρχαιότητα και ο 4ος ως προς αμφότερες.
Επομένως, η προαναφερθείσα ένσταση έπρεπε να γίνει δεκτή και ως εκ τούτου ο ερευνώμενος εδώ λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, παρελκούσης της έρευνας του τέταρτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης, πρέπει ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη της ως άνω διακωλυτικής ένστασης, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1455/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει αυτή προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ