1355/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο, υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως, προκειμένου να λάβει γνώση του φακέλου της υπόθεσης.
Legislator headnote
AI generated1355/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συντέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατ' άρθρο 300 του ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1355 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1355/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλονόμο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Στα Χανιά εδρεύοντος ΑΛΛΗΛΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥ ΚΤΕΛ Χανίων-Ρεθύμνης, νομίμως εκπροσωπουμένου, 3)Ψ3, 4) Ψ4, 5) εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", νομίμως εκπροσωπουμένης. Οι 1ος, 2ος, 3ος και 4ος των ως άνω αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καλαϊτζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η 5η των ως άνω αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο, υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως, προκειμένου να λάβει γνώση του φακέλου της υπόθεσης.
Το Δικαστήριο αφού διασκέφθηκε επί της έδρας με την παρουσία και του γραμματέα, αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 575 ΚΠολΔ και δημοσίευσε αμέσως δημόσια με τον Πρόεδρό του την απόφαση, που έχει τον ίδιο αριθμό με το πρακτικό αυτό, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το παραπάνω αίτημα αναβολής της παρούσα δίκης.
Στη συνέχεια, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 27/11/2006 αίτησής της για αναίρεση της 223/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ως προς την 5η των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 23/11/2001 αγωγή των 3ου και 4ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, την από 10/12/2002 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της 5ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 2/12/2003 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2005 οριστική και 46/2005 διορθωτική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2006 αίτησή της και τους από 8/2/2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 2/5/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου δικογράφου αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η αναιρεσείουσα, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, του πληρεξούσιου δικηγόρου της, ο οποίος έχει την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα (βλ. ..... ειδικό πληρεξούσιο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Βασιλικής Ορφανουδάκη), παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ".
Επομένως, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και πρέπει η δίκη να κηρυχθεί καταργημένη (άρθρα 294 εδ. α', 295 παρ. 1 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. Γ )Ν / 1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση της ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συντέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατ' άρθρο 300 του ΑΚ.
Η παράβαση διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι' επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.
α' και β' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά, αντικειμενικώς και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Κατά την έννοια δε της πιο πάνω διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι' έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τους απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του ίδιου άνω άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αν στην απόφαση ρητώς βεβαιώνεται, ότι έχει ληφθεί υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, για το οποίο προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, σχετικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Την 14.15 ώρα της 2-3-2001 ο ηλικίας 68 ετών ..... οδηγούσε το ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία "Εθνική Ασφαλιστική Α.
Ε. Γ. Α." με αριθ. κυκλ. ..... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της εκκαλούσας - εφεσίβλητης συζύγου του Χ1 (ήδη αναιρεσείουσα) στην παλαιά Εθνική Οδό... - ...υ, με πρόθεση να κατευθυνθεί προς την κατοικία του μέσω της Νέας Εθνικής Οδού ...- ...... Όταν έφθασε στη συμβολή της παλαιάς με τη νέα εθνική οδό, ενώ στην πορεία του υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (ΣΤΟΠ), επιχείρησε να διασχίσει κάθετα τη Νέα Εθνική Οδό για να κατευθυνθεί προς αριστερά (προς ....), χωρίς προηγουμένως να ακινητοποιήσει, όπως όφειλε, το αυτοκίνητο που οδηγούσε πριν από την είσοδό του στον κόμβο, να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στη Νέα Εθνική Οδό και να μην εισέλθει εφόσον εκινούντο σ' αυτήν αυτοκίνητα που τον πλησίαζαν, των οποίων την απόσταση και την ταχύτητα όφειλε να υπολογίσει και να παραχωρήσει σ' αυτά προτεραιότητα.
Αντίθετα, ανέκοψε απλώς την ταχύτητα του και χωρίς να βεβαιωθεί επαρκώς ότι δεν τον πλησίαζαν οχήματα από αριστερά, μολονότι η ορατότητα προς την πλευρά αυτή δεν περιοριζόταν και είχε τη δυνατότητα να ελέγξει σε απόσταση 250 περίπου μέτρων, εισήλθε στον κόμβο και είχε ήδη διανύσει απόσταση 4,60 μέτρων μετά την αποτελούμενη από λοξές παράλληλες γραμμές, πλαισιωμένες από συνεχή γραμμή, ειδική διαγράμμιση, στο ύψος της οποίας και πριν από την είσοδό του στο οδόστρωμα, που προορίζεται για τα οχήματα που κατευθύνονται προς ...., πλάτους 4,50 μέτρων, όφειλε να είχε ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο που οδηγούσε, όταν επέπεσε στην αριστερή πλευρά του το προερχόμενο από αριστερά με αριθμ.
κυκλοφ. ... δημοσίας χρήσεως λεωφορείο, το οποίο εκινείτο στη Νέα Εθνική Οδό και κατευθυνόταν προς ..., οδηγούμενο από τον Ψ1 (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), ο οποίος είχε προστηθεί στην οδήγησή του από τους συνιδιοκτήτες του λεωφορείου Ψ3 και Ψ4 (ήδη τρίτο και τέταρτο αναιρεσιβλήτους) και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από ατυχήματα στον "Αλληλοασφαλιστικό Οργανισμό Ιδιοκτητών Λεωφορείων Υπεραστικού ΚΤΕΛ Χανίων - Ρεθύμνης", (δεύτερο αναιρεσίβλητο), στο οποίο είχε ενταχθεί.
Αποτέλεσμα της σφοδρής σύγκρουσης και της παράσυρσης του επιβατικού αυτοκινήτου από το λεωφορείο σε μήκος 70 περίπου μέτρων, ήταν η θανάτωση του οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου, η ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου αυτού και η πρόκληση ζημιών στο εμπρόσθιο τμήμα του λεωφορείου. ........Τα αποτελέσματα αυτά οφείλονται κατά κύριο λόγο στην παραπάνω συμπεριφορά του θανατωθέντος και στην έλλειψη της προσοχής που αυτός, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, συνετέλεσε όμως στην επέλευση του ατυχήματος και τη βαρύτητα των αποτελεσμάτων του η συμπεριφορά του οδηγού του λεωφορείου, ο οποίος δεν επέδειξε κατά την οδήγησή του την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση που επέβαλε σχετική ρυθμιστική πινακίδα που υπήρχε στη πορεία του πριν από τον παραπάνω κόμβο και περιόριζε την επιτρεπόμενη ταχύτητα σε 60 χιλιόμετρα ανά ώρα και επί πλέον δεν είχε σε διαρκή ένταση την προσοχή του ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Εξαιτίας τούτων δεν αντιλήφθηκε αμέσως την αντικανονική κίνηση του οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου, ο οποίος εισήλθε στο οδόστρωμα που προορίζεται για την πορεία που ακολουθούσε το λεωφορείο όταν αυτό τον είχε πλησιάσει σε απόσταση 25 περίπου μέτρων και επιχείρησε μεν ο οδηγός του λεωφορείου να αποφύγει τη σύγκρουση με ελιγμό προς αριστερά, που θα μπορούσε να αποβεί αποτελεσματικός αν ο οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου ακινητοποιούσε το αυτοκίνητο που οδηγούσε πριν παρεμβληθεί στην πορεία του λεωφορείου, όπως επίσης και με τη χρήση των φρένων του, τα ίχνη της οποίας αρχίζουν μετά τη σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων, το ατύχημα όμως εξαιτίας της αυξημένης ταχύτητας που ανερχόταν σε 90 χιλιόμετρα ανά ώρα, δεν αποφεύχθηκε και είχε τις παραπάνω συνέπειες. .....
Ενόψει των περιστάσεων αυτών η συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών ανέρχεται σε 70% για τον οδηγό του επιβατικού αυτοκινήτου και κατά το υπόλοιπο 30% βαρύνεται ο οδηγός του λεωφορείου, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη 20/2005 απόφαση και οι λόγοι των εφέσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε αβάσιμους τους λόγους της εφέσεως της αναιρεσειούσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών στην πρόκληση του ατυχήματος και των εξ' αυτού ζημιών. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο σχετικώς με το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου, συζύγου της αναιρεσειούσης, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση της νόμιμης βάσης, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τόσο επί του ανωτέρω ζητήματος, όσο και επί του ζητήματος της υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου οδηγού του λεωφορείου .
Και τούτο διότι : 1) Τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν την οδηγική συμπεριφορά του θανόντος, συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος. Ειδικότερα, τα περιστατικά αυτά συνίστανται στο ότι ο θανών οδηγός, προτιθέμενος να εισέλθει από την παλαιά εθνική οδό, όπου έβαινε, στη νέα εθνική οδό, δεν διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου του προ του οδικού κόμβου, παρά την ύπαρξη σχετικής πινακίδας, για να ελέγξει την κίνηση της νέας εθνικής οδού και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα επ' αυτής κινούμενα οχήματα, που πλησίαζαν, όπως όφειλε και μπορούσε, αλλά απλώς ανέκοψε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, δεν βεβαιώθηκε απολύτως ότι δεν πλησίαζαν οχήματα κινούμενα στο από αριστερά του ρεύμα της νέας εθνικής οδού, που επρόκειτο να διασχίσει, για να καταλάβει το αντίθετο ρεύμα αυτής, όπως μπορούσε, αφού η ορατότητά του δεν περιοριζόταν και εισήλθε στο ρεύμα εκείνο, όταν το λεωφορείο του πρώτου αναιρεσίβλητου βρισκόταν σε μικρή απόσταση 25 μ.
περίπου, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του και να επέλθει η σύγκρουση των αυτοκινήτων. Εξάλλου, μόνη η προσδιοριζόμενη αμελής οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου οδηγού του λεωφορείου σε συνδυασμό με το μικρό ποσοστό περιεκτικότητας στο αίμα οινοπνεύματος 0,3 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, που δέχθηκε το Εφετείο ότι διαπιστώθηκε μετά το ατύχημα, δεν υποδηλώνει αναμφισβητήτως την ύπαρξη μέθης αυτού κατά το αυτοκινητικό ατύχημα. 2) Στην απόφαση διαλαμβάνονται πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες, έτσι, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα : α) στην απόφαση αναφέρεται, ότι κατά τη σύγκρουση το επιβατικό αυτοκίνητο είχε διανύσει μετά την είσοδό του στη νέα εθνική οδό και στο από αριστερά του ρεύμα αυτής, όπου έβαινε το λεωφορείο, απόσταση 4,60 μ. και ότι το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού είναι 4,50 μ, εντεύθεν δε δέχεται σαφώς ότι το επιβατικό αυτοκίνητο με το εμπρόσθιο μέρος του είχε διανύσει το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του λεωφορείου, στο οποίο παρέμενε το υπόλοιπο μέρος του, και καθορίζεται το σημείο συγκρούσεως των αυτοκινήτων επί της οδού.
β) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως του θανόντος οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου να ακινητοποιήσει τούτο προ της εισόδου του στον οδικό κόμβο και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο κινούμενο επί του από αριστερά του ρεύματος της νέας εθνικής οδού λεωφορείο και της προκληθείσης συγκρούσεως των οχημάτων αυτών, ήτοι της παραβιάσεως της σχετικής ρυθμιστικής πινακίδας με την ένδειξη STOP, αφού δέχεται ότι η είσοδος του επιβατικού αυτοκινήτου στο ρεύμα του λεωφορείου έγινε, όταν το τελευταίο πλησίαζε στον κόμβο και συγκεκριμένα όταν βρισκόταν σε μικρή απόσταση 25 μ.
περίπου, που δεν επέτρεπε την ανωτέρω κίνηση του επιβατικού αυτοκινήτου χωρίς τον κίνδυνο της συγκρούσεως, προσδιορίζοντας, έτσι, και την απόσταση, από την οποία ο οδηγός του λεωφορείου μπορούσε να αντιληφθεί την ανωτέρω πορεία του επιβατικού αυτοκινήτου. γ) το Εφετείο δέχεται σαφώς, ότι ο οδηγός του λεωφορείου, πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν αντέδρασε έγκαιρα και συγκεκριμένα δεν έκανε έγκαιρη χρήση του συστήματος πεδήσεως αυτού, αφού δέχεται ότι τα επί της οδού ίχνη πεδήσεώς του αρχίζουν μετά τη σύγκρουση, καθώς και ότι ο ίδιος οδηγός, λόγω μη επιδείξεως της οφειλομένης προσοχής, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την αντικανονική κίνηση του επιβατικού αυτοκινήτου, προσδιορίζοντας έτσι και το χρόνο, που μεσολάβησε από τη στιγμή που αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή μέχρι τη σύγκρουση και που δεν ήταν ικανός για να την αποφύγει, ενώ καταλογίζει στον οδηγό του λεωφορείου και υπερβολική ταχύτητα ως συντελεστικό του ατυχήματος παράγοντα.
δ) επίσης, το Εφετείο, με βάση τα εκτιθέμενα περιστατικά, ότι το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του λεωφορείου έχει πλάτος 4,50 μ., ότι η σύγκρουση των οχημάτων έλαβε χώρα αφού το επιβατικό αυτοκίνητο είχε περάσει το οδόστρωμα αυτό κατά 0,10 μ. (είχε διανύσει απόσταση 4,60μ.) και ότι ο οδηγός του λεωφορείου επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, δέχεται σαφώς ότι το λεωφορείο πριν από τη σύγκρουση έβαινε στο δεξιό μέρος του ρεύματος πορείας του· ε) το ίδιο δικαστήριο δέχεται ότι ο προς τα αριστερά ελιγμός, που ο οδηγός του λεωφορείου πραγματοποίησε για να αποφύγει τη σύγκρουση, ήταν ενδεδειγμένη και αποτελεσματική κίνηση, αφού δέχεται ότι το ανωτέρω αποτέλεσμα θα είχε επιτευχθεί, εάν ο οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου ακινητοποιούσε τούτο πριν παρεμβληθεί στην πορεία του λεωφορείου, πράγμα που δεν έγινε.
στ) τέλος δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, που αφορούν την αμελή οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου οδηγού του λεωφορείου, και της παραδοχής της ότι η ανίχνευση στο αίμα του οδηγού αυτού μικρής ποσότητας οινοπνεύματος, ήτοι 0,3 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ούτε υπάρχουν στην απόφαση αντιφατικές παραδοχές όσον αφορά το μέρος επί της οδού, στο οποίο βρισκόταν το αυτοκίνητο του θανόντος κατά τη σύγκρουση, καθώς και ως προς το χρόνο (πριν ή μετά τη σύγκρουση), κατά τον οποίο ο οδηγός του λεωφορείου έκανε χρήση των φρένων του.
Κατόπιν αυτών, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τους πιο κάτω παραδεκτώς προβληθέντες ενώπιόν του ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης, που αναφέρονται στον καταλογισμό της υπαιτιότητας για την πρόκληση του ατυχήματος, ήτοι α) ότι η απόσταση των 4,60 μ., που το επιβατικό αυτοκίνητο είχε διανύσει πριν από τη σύγκρουση, ήταν μετά το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του λεωφορείου, β) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως επαγγελματίας οδηγός λεωφορείου του ΚΤΕΛ, όφειλε, ενόψει της ιδιότητάς του αυτής, να καταβάλλει ιδιαίτερη και πλέον της συνήθους προσοχής περί την οδήγηση του λεωφορείου και γ) ότι το επιβατικό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο σύζυγος της αναιρεσειούσης, κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, ήταν ακινητοποιημένο στη διαχωριστική των δύο ρευμάτων οδού νησίδα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με βάση τα εκτιθέμενα στην απόφασή του πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε και πιο πάνω έχουν παρατεθεί, έλαβε υπόψη τους επίμαχους ισχυρισμούς και τον μεν υπό στοιχείο β' τον δέχθηκε ως βάσιμο, τους δε υπό στοιχεία α' και γ' τους απέρριψε. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη της καταθέσεως της μάρτυρα της αναιρεσειούσης .....
που έδωσε την 59/2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τριπόλεως για τις συνθήκες του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη ρητώς βεβαιώνεται ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έχει ληφθεί υπόψη και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο. Επειδή με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο του πρόσθετου δικογράφου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα και προσκομισθείσα ενώπιόν του εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, που περιέχεται στο από 4-9-2001 σημείωμα, που κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων σε άλλη μεταξύ τους δίκη (ασφαλιστικών μέτρων) και αφορά την επιδικασθείσα κατά ένα μέρος στην αναιρεσείουσα απαίτηση αποζημιώσεως για στέρηση της παρεχομένης από τον θανόντα σύζυγό της διατροφής και ειδικότερα το είδος και το ύψος των εισοδημάτων, που αυτός αποκόμιζε πριν από το ατύχημα και η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από το προσκομιζόμενο δικόγραφο των αναιρεσιβλήτων, στο οποίο φέρεται ότι περιέχεται η εξώδικη ομολογία, δεν προκύπτει τέτοια ομολογία αυτών, αλλά απλή αναφορά τους στον ισχυρισμό της αναιρεσειούσης για τα εισοδήματα του συζύγου της χωρίς πρόθεση ομολογίας αυτού.
Επειδή μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αποφαίνεται καταργημένη τη δίκη ως προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ".
Απορρίπτει την από 27-11-2006 αίτηση και το από 8-2-2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων της Χ1 για αναίρεση της 223/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης ως προς τους άλλους αναιρεσιβλήτους. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ