Legislator Case Law & Legislation
1355/2007 AI generated

1355/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1355/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 123/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6917/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

1355/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σχετική αγωγή μπορεί να ασκηθεί είτε κατά του σιδηροδρόμου αποστολής, είτε κατά του σιδηροδρόμου προορισμού ή κατ΄εκείνου του σιδηροδρόμου στον οποίο προέκυψε το γενεσιουργό γεγονός της αγωγής, ενώ ο σιδηρόδρομος προορισμού μπορεί να εναχθεί ακόμη και αν δεν παρέλαβε ούτε το εμπόρευμα ούτε τη φορτωτική (άρθρο 55 παρ.3).

Keywords

AI generated
international carriage by road freight forwarding contract transport law rail transport contract of carriage freight carrier liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1355 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1355/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημοσίας Επιχειρήσεως με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" και με διακριτικό τίτλο "ΟΣΕ ΑΕ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Τζέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρία Ελληνικών και Διεθνών Μεταφορών ΠΡΟΟΔΟΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Τζοβάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 123/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6917/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 35, 36 παρ.1 και 3, 37 παρ.2 και 55 παρ.3 του Β' παραρτήματος της από 9.5.1980 Σύμβασης της Βέρνης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων (CΟΤΙF - CΙΜ), η οποία κυρώθηκε με το ν. 1593/1986, θεσπίζεται συλλογική ευθύνη για την εκτέλεση της μεταφοράς τόσο του σιδηροδρόμου ο οποίος αποδέχεται το εμπόρευμα προς μεταφορά μαζί με τη φορτωτική, όσο και καθενός από τους κατά σειρά επόμενους σιδηροδρόμους με μόνο το γεγονός της παραλαβής του εμπορεύματος μαζί με τη φορτωτική και της συμμετοχής του στη σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου αυτού.

Η σχετική αγωγή μπορεί να ασκηθεί είτε κατά του σιδηροδρόμου αποστολής, είτε κατά του σιδηροδρόμου προορισμού ή κατ΄εκείνου του σιδηροδρόμου στον οποίο προέκυψε το γενεσιουργό γεγονός της αγωγής, ενώ ο σιδηρόδρομος προορισμού μπορεί να εναχθεί ακόμη και αν δεν παρέλαβε ούτε το εμπόρευμα ούτε τη φορτωτική (άρθρο 55 παρ.3).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1 και 4,12 παρ.1, 18 και 20 του ανωτέρω παραρτήματος της Σύμβασης συνάγεται ότι, ναι μεν για κάθε αποστολή πρέπει να συντάσσεται μία φορτωτική και αυτή δεν μπορεί παρά να αφορά στο φορτίο ενός μόνο βαγονιού (άρθρο 12 παρ.1), όμως η φορτωτική που εκδίδεται δεν είναι συστατικό έγγραφο της σύμβασης μεταφοράς, αλλά μόνο αποδεικτικό μέσο των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων στη μεταφορά μερών, ώστε, ατελής εγγραφή στη φορτωτική σχετικών με τη μεταφορά γεγονότων δεν αποκλείει την απόδειξη αυτών με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας επί της από 15-7-2002 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος Οργανισμού, υποχρέου από την αναφερόμενη σ'αυτή σύμβαση διεθνούς μεταφοράς, ως σιδηροδρόμου του τόπου προορισμού, για καταβολή αποζημιώσεως 3.466,80 ευρώ εξαιτίας απώλειας των αναφερομένων στην αγωγή εμπορευμάτων, κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταφοράς από τη Γερμανία στην Αθήνα, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεων παραγγελίας μεταφοράς, η εδρεύουσα στη Γερμανία εταιρία με την επωνυμία "PROCTER & CAMΒLE" ανέθεσε στην ενάγουσα εταιρία διεθνών μεταφορών, που εδρεύει στην Αθήνα, τη φροντίδα για τη μεταφορά σιδηροδρομικώς από τη Γερμανία στην Αθήνα, έξι παρτίδων προϊόντων της (χάρτινες πάνες διαφόρων τύπων) για λογαριασμό της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρίας με την επωνυμία "PROCTER & GAMBLE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.".

Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών η ενάγουσα ανέθεσε στους Γερμανικούς Σιδηροδρόμους τη μεταφορά των 6 αυτών παρτίδων του εμπορεύματος αυτού, συσκευασμένων σε 125 χαρτοκιβώτια, που περιείχαν τις κατωτέρω ποσότητες και οι οποίες φορτώθηκαν σε αντίστοιχο αριθμό (6) βαγονιών στα εργοστάσια της άνω εταιρίας στην πόλη Derkum, της Γερμανίας, κατά το χρονικό διάστημα από 25.5.2001 έως 21.8.2001.

Για κάθε μία από τις παρτίδες αυτές, που φορτώθηκαν κατά πλήρες φορτίο στα αντίστοιχα βαγόνια, οι πόρτες των οποίων (6 τον αριθμό), σφραγίσθηκαν με μολυβδοσφραγίδες του εργοστασίου της αποστολέα αυτής πωλήτριας εταιρίας, εκδόθηκαν δύο για κάθε παρτίδα σιδηροδρομικές φορτωτικές και δη μία μέχρι τα αυστροουγγρικά σύνορα (Derkum/Sopron) από την άνω αποστολέα και μία από την πόλη αυτή μέχρι την Αθήνα, στις οποίες αναφέρεται ως παραλήπτρια η ενάγουσα και, εκτός άλλων, ο αριθμός του βαγονιού, ο αριθμός των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν και το βάρος τους σε χιλιόγραμμα.

Η έκδοση αυτών των δύο φορτωτικών για κάθε παρτίδα αποδείχθηκε ότι γίνεται διότι στην πόλη Sopron λειτουργεί διαμετακομιστικός εμπορευματικός σταθμός, όπου συγκεντρώνονται όλα τα βαγόνια με προορισμό τις Βαλκανικές χώρες, τα οποία στη συνέχεια αφού διανεμηθούν ανάλογα με τη χώρα προορισμού τους, συγκροτούν ένα συρμό με προορισμό τη συγκεκριμένη χώρα.

Η αναχώρηση των βαγονιών αυτών γίνεται συνήθως την ίδια ημέρα της αφίξεώς τους, ή την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια δε της διαδικασίας αυτής και για όσες ώρες απαιτήθηκαν να παραμείνουν τα βαγόνια στον άνω σταθμό, την υποχρέωση φυλάξεως τους έχει ο Σιδηρόδρομος που συνεργάζεται με τον εναγόμενο Σιδηρόδρομο και όχι ο αποστολέας ή παραλήπτης αφού δεν έγινε επαναφόρτωση σε άλλα βαγόνια.

Συνεπώς από την έκδοση των δύο αυτών φορτωτικών δεν αποδεικνύεται ότι για τη μεταφορά κάθε παρτίδας συνήφθηκαν δύο αυτοτελείς συμβάσεις μεταφοράς αλλά για τη μεταφορά κάθε παρτίδας συνήφθη μια ενιαία σύμβαση σιδηροδρομικής μεταφοράς. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ναι μεν η φόρτωση των ανωτέρω 6 παρτίδων έγινε αποκλειστικά από την άνω πωλήτρια εταιρία στα ανωτέρω εργοστάσια της, χωρίς καμία ανάμειξη των Γερμανικών Σιδηροδρόμων, οι οποίοι και δεν επαλήθευσαν τον αριθμό των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν, ώστε κατ" αρχήν και σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 4 της Σύμβασης της Βέρνης (από 9.5.1980 COTIF-CIM που κυρώθηκε με το ν. 1593/1986) η σχετική εγγραφή στις φορτωτικές του αριθμού των χαρτοκιβωτίων να μην αποτελεί απόδειξη σε βάρος των Σιδηροδρόμων, πλην η ακρίβεια των εγγραφών αυτών αποδείχθηκε επιτρεπτά από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δη την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και τα τιμολόγια πωλήσεως, που συνόδευαν κάθε παρτίδα και που συμπίπτουν κατά τον αριθμό των χαρτοκιβωτίων με τις αντίστοιχες δύο για κάθε παρτίδα σιδηροδρομικές φορτωτικές (άρθρο 11 παρ. 4 εδ.

β' COTΙF CIM). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι στις ανωτέρω φορτωτικές που εκδόθηκαν για τη διαδρομή από τα αυστροουγγρικά σύνορα μέχρι την Αθήνα αναφέρονται διαφορετικοί αποστολείς είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από αυτές (φορτωτικές), στην φορτωτική από Derkum προς Sopron αναγράφεται ως αποστολέας η εταιρία "ΠΡΟΟΔΟΣ Α.Ε." και στη δεύτερη η ίδια εταιρία "τη φροντίδι Gysev-Sopron" που σημαίνει ότι αποστολέας είναι η εταιρία "ΠΡΟΟΔΟΣ Α.Ε." και η εταιρία Gysev ενεργεί για λογαριασμό της τις απαραίτητες διατυπώσεις επανεκδόσεως της φορτωτικής, αφού ουδεμία μεταφόρτωση λαμβάνει χώρα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι 4 από τα επίδικα βαγόνια ανεχώρησαν από τα αυστροουγγρικά σύνορα αυθημερόν και τα λοιπά 2 την επομένη της αφίξεώς τους. Κατά την άφιξη των εμπορευμάτων αυτών στην Αθήνα, με τη συνεργασία και του εναγομένου, ως σιδηροδρόμου προορισμού, με τα βαγόνια στα οποία είχαν εξ αρχής (στη Γερμανία) φορτωθεί, μερικές από τις μολυβδοσφραγίδες που είχαν τεθεί στις πόρτες των βαγονιών είχαν κατά τη μεταφορά παραβιασθεί και αφαιρεθεί και είχαν τεθεί άλλες από τις αρχές των ενδιάμεσων στη μεταφορά ανατολικών χωρών.

Ειδικότερα, από κάθε παρτίδα είχε κλαπεί από άγνωστους δράστες, που διέρρηξαν τις μολυβδοσφραγίδες κατά τη μεταφορά, αριθμός χαρτοκιβωτίων και αξίας ανταποκρινόμενης στη συνήθη τιμή εμπορευμάτων της αυτής φύσεως και ποιότητας στον τόπο και χρόνο αποστολής, ελλείψει χρηματιστηριακής ή τρέχουσας τιμής (άρθρο 40 παρ. 1 COTIF-CIM) ως κατωτέρω...

Για τα απολεσθέντα μάλιστα χαρτοκιβώτια συνετάγησαν από τον εναγόμενο, κατά την άφιξη των βαγονιών στην Αθήνα, τα αντίστοιχα πρωτόκολλα βεβαίωσης ζημιών και δη τα με αριθμούς 121/1.8.2001, 124/7.8.2001, 125/8.8.2001, 129/16.8.2001, 130/24.8.2001 και 135/29.8.2001 πρωτόκολλα, σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 1 της COTIF-CIM, με την παρατήρηση ότι τα φορτία δεν είχαν καταμετρηθεί από το Σιδηρόδρομο στο σταθμό αποστολής, πλην η παρατήρηση αυτή δεν ασκεί επιρροή, αφού η φόρτωση των άνω παρτίδων, στις οποίες περιλαμβάνοντα και τα απολεσθέντα κατά τη μεταφορά αυτή εμπορεύματα, αποδείχθηκε, ως ελέχθη, από τα άλλα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω ο εναγόμενος (ΟΣΕ) δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του ότι η απώλεια των ανωτέρω εμπορευμάτων μπορούσε να προκύψει κατά τη φόρτωση με ενέργειες της άνω αποστολέως και δη με μη φόρτωση στα βαγόνια ή εσφαλμένη καταμέτρηση κατά τη φόρτωση ή κατά την εκφόρτωση, ώστε να ισχύει το κατά το άρθρο 36 παρ. 3 γ' της COTIF-CIM τεκμήριο απαλλαγής του εναγομένου από την ευθύνη για την απώλεια των άνω εμπορευμάτων, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 3 γ' και 37 παρ. 2 της ίδιας Συμβάσεως, η απαλλαγή του σιδηροδρόμου από την ευθύνη δεν επέρχεται χωρίς άλλο από μόνο το γεγονός ότι οι ενέργειες φορτώσεως έγιναν από τον αποστολέα και εκφορτώσεως από τον παραλήπτη, αλλά πρέπει ο σιδηρόδρομος να αποδεικνύει ότι η απώλεια του εμπορεύματος μπορούσε να προκύψει από τον πιο πάνω ειδικό κίνδυνο, ήτοι απαιτείται η απόδειξη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η απώλεια συνέβη κάτω από συνθήκες που θα ήταν δυνατό να αποδοθούν στον επικαλούμενο ειδικό κίνδυνο, ήτοι κάποιας ζημιογόνου ενεργείας (πλημμέλειας) που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των εργασιών φόρτωσης ή εκφόρτωσης....

Τέλος αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διαπίστωσε το έλλειμμα πριν από την παραλαβή του εμπορεύματος, η οποία έγινε μετά τη σύνταξη των άνω πρωτοκόλλων και, συνεπώς, η αξίωσή της δεν αποσβέσθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος (άρθρο 57 παρ. 2 εδ. α.1 COTIF-CIM). Έτσι λοιπόν η ενάγουσα, ως παραλήπτρια των εμπορευμάτων αυτών, αναλαβούσα τις φορτωτικές και παραλαβούσα αυτά, έχει απαίτηση αποζημιώσεως για το ανωτέρω έλλειμμα (άρθρα 54 παρ. 3 εδ.

β, 36 παρ. 1 και 40 παρ. 1 της COTIF-CIM) κατά του εναγομένου, ως σιδηροδρόμου προορισμού των εμπορευμάτων (άρθρο 55 παρ. 3 COTIF-CIM).

Συνεπώς, εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις σχετικές ενστάσεις του άρθρου 36 παρ. 3 εδ. γ τις COTIF-CIM και ανεπιφύλακτης παραλαβής (άρθρο 57 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως) και δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το άνω ποσό των 3.466,80 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της, ορθά τις αποδείξεις εξετίμησε και ως εκ τούτου ·οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, συνακολούθως δε και η έφεση στο σύνολο της". Μετά αυτά που δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ότι καίτοι εκδόθηκαν δύο φορτωτικές για τον ως άνω λόγο, πρόκειται για μία (ενιαία) σιδηροδρομική μεταφορά από Γερμανία στην Αθήνα, για την οποία έχει ευθύνη ο αναιρεσείων Οργανισμός, ως σιδηρόδρομος προορισμού, και κατόπιν αυτού απέρριψε την ένσταση ελλείψεως, παθητικής νομιμοποιήσεως, που αυτός είχε προβάλλει, ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 35, 55 παρ.3 του ν.1593/1986, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, ως και αυτές των άρθρων 12 παρ.1 εδ.2, 11 παρ.1,2,3,4,5 και 13 παρ.1 και 3 του ίδιου νόμου. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατ΄ ορθή υπαγωγή, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.1.2006 αίτηση της Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", με τον διακριτικό τίτλο "ΟΣΕ ΑΕ", για αναίρεση της 6917/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Οργανισμό στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ