Legislator Case Law & Legislation
1355/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify facts and legal error details.

Case Number 1355/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the petitioners' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership and usucaption. The appellants argued the lower court erred by accepting facts not proven and incorrectly applying usucaption rules starting from 1989 instead of 1996. The court ruled the appeal inadmissible because the petition failed to clearly identify the specific facts and legal provisions violated as required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(1), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal for retrial is inadmissible if the petition fails to clearly and concisely specify the legal error and the specific facts relied upon to establish it.

Keywords

AI generated
appeal for retrial inadmissibility Code of Civil Procedure usucaption property ownership legal error specification Court of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 25/2003
Supreme Court Case 12/2000
Supreme Court Case 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1355 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1355/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) ........, που ενεργεί στην προκειμένη περίπτωση τόσο για δικό του λογαριασμό, όσο και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης του ......... 2) ..... , 3) ........και 4) ......., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ....... με την ιδιότητα της ως επιτρόπου του υπό δικαστική απαγόρευση (συμπαράσταση) τελούντος γιου της ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μπουρδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 18-3-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-6-2003 αίτησης για αναίρεση της 117/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι από το έτος 1989, οπότε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος νόμιμα εκπροσωπείται από τη διορισμένη με δικαστική απόφαση, επίτροπο, μητέρα του, .........

και ήδη, από το χρόνο ισχύος του ν. 2447/1996 και εφεξής, κατά τη διάταξη του άρθρου 1666 παρ. 1 ΑΚ, δικαστική συμπαραστάτριά του, δεν χωρούσε χρησικτησία στα ακίνητα του τελευταίου λόγω της δικαστικής απαγόρευσής του και, επομένως, από τις 11-4-1986 και 14-12-1981, δηλαδή, τους χρόνους περιέλευσης στους αναιρεσείοντες και τον άμεσο του πρώτου απ' αυτούς και απώτερο των λοιπών, αντίστοιχα, δικαιοπάροχό τους ............, της κυριότητας του επίδικου ακινήτου και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, δεν συμπληρώθηκε δεκαετής νομή στο πρόσωπο των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και, ακολούθως, κατά παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσιβλήτου από το άρθρο 1055 ΑΚ, να απορρίψει την ένσταση των αναιρεσειόντων περί κτήσης ίδιας κυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική χρησικτησία, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη του αμέσως πιο πάνω άρθρου (1055) του ΑΚ.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί, μολονότι εκτίθεται στο αναιρετήριο οι απόψεις των αναιρεσειόντων σε σχέση με την έννοια της διάταξης του άρθρου 1055 ΑΚ και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν παρατίθενται σ' αυτό όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του τελευταίου, δηλαδή, όλα τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, με βάση τα οποία κατέληξε αυτό στην κρίση για την συνδρομή της αμέσως πιο πάνω διάταξης, ώστε έτσι να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

2. Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, απαιτείται όπως η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 33/2005, 19/1998, 17/1995). Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησής του να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ.

ΑΠ 62/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρότειναν, προς απόκρουση της σε βάρος τους διεκδικητικής αγωγής, ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου τους είναι καταχρηστική, αφού η έγερση της εν λόγω αγωγής έλαβε χώρα μετά την πάροδο δεκαετίας και πλέον από την περιέλευση στον πρώτο απ' αυτούς της κυριότητας του επίδικου ακινήτου και ότι ο εν λόγω εναγόμενος – αναιρεσείων επισκεπτόταν το ακίνητο αυτό, το φύτευσε με ελαιόδενδρα και προέβαινε κατά καιρούς στη συντήρηση και αντικατάσταση της περίφραξης που είχε ο ίδιος κατασκευάσει ευθύς εξαρχής, η δικαστική, όμως, συμπαραστάστριά του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, μολονότι γνώριζε τα γεγονότα αυτά, δεν προέβη εγκαίρως σε καμιά ενέργεια διεκδίκησης του ακινήτου ή σε καμιά διαμαρτυρία προς αυτούς.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος ως νομικά αβάσιμη. Την εν λόγω ένσταση επανέφεραν οι ενιστάμενοι εναγόμενοι προς νέα κρίση στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους. Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι, και αν ακόμη υποτεθούν ως αληθινά τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση της ένστασης πραγματικά περιστατικά, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού μόνη η αδράνεια της νόμιμης συμπαραστάτριας του εφεσιβλήτου – αναιρεσιβλήτου επί 12ετία, χωρίς να συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του ένδικου δικαιώματος θα επιφέρει ιδιαιτέρως επαχθείς και αφόρητες για τους ενιστάμενους – εκκαλούντες – αναιρεσείοντες επιπτώσεις, τέτοια δε επίπτωση δεν αποτελεί η κατασκευή της περίφραξης του ακινήτου, η οποία, ενόψει και του κόστους κατασκευής της, δεν είναι ικανή να θεμελιώσει την καταχρηστική άσκηση της αγωγής.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τον αριθμό 8 περίπτ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο δέχθηκε πράγματα, τα οποία δεν αποδείχθηκαν αληθινά και δεν δέχθηκε πράγματα, τα οποία αποδείχθηκαν αληθινά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δέχθηκε ότι το έτος 1989, που ο νόμιμα εκπροσωπούμενος αναιρεσίβλητος τέθηκε υπό δικαστική απαγόρευση, είχε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 4.033 τετρ.

μέτρων και με την προϋπόθεση αυτή εφάρμοσε το άρθρο 1055 Α.Κ., ενώ το αληθές είναι ότι το έτος 1989 το επίδικο ακίνητο δεν του ανήκε, αφού το με αριθμό ....... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ........ ακυρώθηκε το έτος 1996 με την 340/1996 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Επομένως, μέχρι το έτος 1996 το επίδικο ακίνητο ανήκε σ΄αυτούς αναιρεσείοντες κατά πλήρη κυριότητα, οι οποίοι το είχαν αποκτήσει με νόμιμο τίτλο από 11-4-1986, νόμιμα μεταγεγραμμένο και από τότε μέχρι την έκδοση της 340/1996 απόφασης του Εφετείου Κρήτης με την οποία ακυρώθηκε το συμβόλαιο του δικαιοπαρόχου τους, αλλά και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής, την κυριότητα την είχαν αυτοί και, συνακόλουθα, η εξαίρεση χρησικτησίας από το επίδικο ακίνητο έπρεπε να αρχίζει από την έκδοση της 340/1996 απόφασης και εντεύθεν, αφού από τότε και μετά επανέκτησε ο αναιρεσίβλητος την κυριότητα του ακινήτου του και όχι από του έτους 1989 και εντεύθεν που τέθηκε υπό δικαστική απαγόρευση.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται σ΄ αυτόν «τα πράγματα», που λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση, γιατί, υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 8 περιπτ. α΄ και β΄ ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

4. Ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος διεκδίκησης του επίδικου ακινήτου, χωρίς να λάβει υπόψη την ιδιαίτερα επαχθή για τους αναιρεσείοντες οικονομική βλάβη που θα υποστούν από την παραδοχή της σε βάρος τους διεκδικητικής αγωγής και την εντεύθεν απώλεια του καταβληθέντος τιμήματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ουσιώδης, ενόψει του ότι είναι δυνατή η αναζήτηση του καταβληθέντος τιμήματος για την αγορά του επιδίκου ακινήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2003 αίτηση για αναίρεση της 117/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ