Legislator Case Law & Legislation
1354/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court decision due to procedural default and lack of admissible grounds.

Case Number 1354/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member Court of Appeals' judgment. The appellant argued the lower court's reasoning was unclear and contradictory regarding the transfer of goods, but the Court found these claims inadmissible as they merely challenged the appellate court's fact-finding. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 576, 226, 226, 559, 561, 176, 180, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged contradictions in the lower court's reasoning is inadmissible if it merely contests the appellate court's evaluation of facts and evidence without meeting statutory requirements.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contradictory reasoning fact-finding review legal costs award procedural default Code of Civil Procedure appellate jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 576, 226, 559, 561, 176, 180, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1354 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1354/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΟΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΛΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ - ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ», που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσίβλητης:

Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ - ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και το δ.τ. «ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ - ... ΑΕ», που εδρεύει στο 6ο χλμ. Παλαιάς Εθνικής οδού Λάρισας - Τρικάλων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τσιτώτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.03.2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 379/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, λόγω αναβολής της υποθέσεως και εγγραφής της στο πινάκιο, είναι, είτε ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως για να παραστεί σ’ αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι «στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνον πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και, σε περίπτωση μονομερούς δήλωσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Στις παραπάνω περιπτώσεις, η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή. Μπορεί όμως το δικαστήριο, αν προβάλλονται άλλοι διαδικαστικοί ισχυρισμοί, να αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί. Στη δικάσιμο αυτή καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή, ενώ οι παρόντες οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς κλήτευση και αν δεν παραστούν κατά τη νέα δικάσιμο δικάζονται ερήμην».

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 παρ. 2, 498, 226 και 573 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά την προσδιοριζόμενη για τη συζήτηση της αναιρέσεως δικάσιμο, αρχική ή μεταγενέστερη, αναβληθεί αυτή για νέα μεταγενέστερη δικάσιμο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά την νέα αυτή δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ’ εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η υπόθεση, εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, οι διάδικοι όμως που κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία δόθηκε νέα αναβολή, δεν ήταν παρόντες, αλλά είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες, με επίδοση σ' αυτούς πρακτικού αναβολής ή πιστοποιητικού του αρμόδιου γραμματέα περί της νέας αυτής αναβολής.

Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4690/2020 «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα» ορίζεται ότι:

«2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου. Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα».

Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ’ αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής. Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 22.10.2018 (αρ. κατ. 60/2018) αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΟΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΛΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ- ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ» κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ- ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ- ... Α.Ε.», με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 379/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε, κατ’ άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 10.01.2020, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας (βλ. την υπ' αριθμ. .../4-10-2019 έκθεση επιδόσεως προς την αναιρεσίβλητη, της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λαρίσης Αγλαΐας Νάκα).

Κατά την ως άνω δικάσιμο η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διαμαντή Παπανικολάου, στον οποίο είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/8.10.2018 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ειρήνης Ζαχαριάδου.

Κατόπιν αιτήματος της αναιρεσίβλητης, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19.02.2021, η τελευταία δε επέδωσε στην αναιρεσείουσα πιστό αντίγραφο της υπ’ αριθμ. πρωτ. 21/22-1-2020 βεβαίωσης αναβολής για τη δικάσιμο αυτή, όπως τούτο προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. …/12-6-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείου Λαρίσης Ασημίνας Δημ.

Κυπραίου. Κατά τη δικάσιμο όμως της 19.02.2021 ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4690/2020.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η αναιρεσείουσα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, παρέστη δε νομίμως και προσηκόντως μόνον η αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα, να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία της, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, η με πρωτοβουλία δε του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση αυτής.

Η κρινόμενη από 22.10 2018 και με αριθμό κατάθεσης 60/2018 αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 379/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν το Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995 «Περί κωδικοποίησης διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων», όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2741/1999:

«1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μισθώσεις ακινήτων οι οποίες συνάπτονται για:

α. επιχείρηση σ’ αυτά εμπορικών πράξεων ή για άσκηση επαγγέλματος ή δραστηριότητας που προστατεύεται από το παρόν,

β. εγκατάσταση γενικώς εκπαιδευτηρίων και παιδικών σταθμών,

γ. στέγαση κλινικών και κάθε φύσης νοσηλευτικών ιδρυμάτων,

δ. χρησιμοποίησή τους ως εντελώς απαραίτητων βοηθητικών χώρων άλλων ακινήτων, στα οποία ασκούνται οι δραστηριότητες που προβλέπονται από το παρόν άρθρο. Διακοπή της άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών μέχρι έξι (6) μήνες δεν αίρει την προστασία που παρέχει το παρόν,

ε. στέγαση και λειτουργία φαρμακείων και φαρμακαποθηκών,

στ. στέγαση οίκων ευγηρίας».

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι εμπορική και συνεπώς προστατευόμενη από το εν λόγω Π.Δ/μα θεωρείται η μίσθωση ακινήτου η οποία συνάπτεται για επιχείρηση σ’ αυτό εμπορικών πράξεων ή για άσκηση επαγγέλματος ή δραστηριότητας που προστατεύεται ρητώς από αυτό. Δεν θεωρείται όμως εμπορική μίσθωση και δεν υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του παραπάνω π.δ/τος η μίσθωση αποθηκευτικού χώρου αυτοτελώς, χωρίς δηλαδή ο χώρος αυτός να εξυπηρετεί κύριο κατάστημα (άρθρο 1 παρ. 1 περιπτ. δ'). Για να υπαχθεί δηλαδή ο αποθηκευτικός αυτός χώρος στην προστασία του παραπάνω νόμου, πρέπει, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 δ', να είναι εντελώς απαραίτητος βοηθητικός χώρος άλλου ακινήτου, στο οποίο ασκούνται δραστηριότητες που προστατεύονται από το άρθρο 1 του π.δ/τος. Τούτο κρίνεται κάθε φορά από τη στάθμιση των ιδιαίτερων περιστάσεων και τις λειτουργικές ανάγκες του κυρίου ακινήτου.

Συνεπώς, όταν ζητείται με αγωγή η υπαγωγή μίας μίσθωσης χώρου αποθήκης στην προστασία του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν, αλλά και να αποδεικνύεται στη συνέχεια, ότι ασκούνται σ' αυτήν (αποθήκη) εμπορικές πράξεις ή άλλη δραστηριότητα που προστατεύεται ρητώς από το νόμο, ή ότι αυτή αποτελεί αποθηκευτικό βοηθητικό χώρο όλως απαραίτητο για το κύριο ακίνητο, στο οποίο ασκείται η πιο πάνω εμπορική δραστηριότητα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου ως άνω π.δ/τος, δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτού οι μισθώσεις οι οποίες, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συνάπτονται συνήθως για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το έτος. Τα πιο πάνω κριτήρια του νόμου, δηλαδή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, είναι αντικειμενικά και δεν λαμβάνεται υπόψη η βούληση των συμβαλλομένων σε σχέση με τη διάρκεια της μίσθωσης.

Επομένως, μόνον το γεγονός ότι η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε μέχρι ένα έτος, δεν είναι αρκετό για να εξαιρεθεί αυτή από την προστασία του νόμου, ως βραχυχρόνια μίσθωση. Αντικειμενικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη, με πρωτεύουσα θέση, είναι η έλλειψη αναγκαιότητας για μόνιμη και σταθερή εγκατάσταση του μισθωτή στο ακίνητο (ΑΠ 157/1987, 1958/1986).

Έμμεσα επίσης λαμβάνεται υπόψη η φύση και ο προορισμός του μισθίου, σε συνάρτηση με τη συμφωνημένη χρήση, καθώς και το γεγονός της διενέργειας δαπανών σημαντικού ύψους για τη διαμόρφωση και λειτουργία του μισθίου σε μόνιμη βάση (ΑΠ 157/1987). Πρέπει να σημειωθεί ότι και το κριτήριο αυτό είναι αντικειμενικό, αφού με βάση το πραγματικό γεγονός της διενέργειας των συγκεκριμένων δαπανών θα κριθεί αν αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, σύμφωνα με τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας στις συναλλαγές σε όμοιες περιπτώσεις, συντρέχει ή λείπει η αναγκαιότητα μόνιμης και σταθερής εγκατάστασης για διάστημα που υπερβαίνει ή όχι το έτος (βλ.

Χαρ. Παπαδάκη, Σύστημα Εμπορικών Μισθώσεων, τ. Α, έκδ. 2η, σελ. 317 επ.).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικά ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2013, ΟλΑΠ 7-8/2006). Σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν ή απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα, και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας -με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 54.000 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της εκ μέρους της καταγγελίας των μεταξύ τους εμπορικών μισθώσεων έξι συνεχόμενων αποθηκών- ήταν απορριπτέα κατ’ ουσίαν, δεχθέν ότι δεν επρόκειτο για εμπορικές μισθώσεις, αλλά για βραχυχρόνιες μισθώσεις βοηθητικών χώρων, όχι εντελώς απαραίτητων για την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 περ. δ' και 4 παρ. 1 περ. α' του π.δ. 39/1995. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά:

«| Με τα από 02.06.2008 και 10.06.2008 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων και θεωρήθηκαν νόμιμα από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ (άρθρο 77 παρ. 1 του ν. 2238/94, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4172/2013) η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εκμίσθωσε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αποθηκευτικούς χώρους ιδιοκτησίας της, που βρίσκονται στο … χιλιομετρικό σημείο της οδού Λάρισας - Φαλάνης.

Ειδικότερα εκμίσθωσε με το από 02.06.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τέσσερις, συνεχόμενους αποθηκευτικούς χώρους, εμβαδού 520 τετρ. μέτρων ο καθένας και με το από 10.06.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό δύο συνεχόμενους αποθηκευτικούς χώρους, εμβαδού 520 τετρ. μέτρων ο καθένας. Επίσης, με τα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικό ορίσθηκε η διάρκεια της μίσθωσης, της πρώτης (μίσθωσης) για χρονικό διάστημα ενός έτους, ήτοι από 01.06.2008 έως 31.05.2009 και της δεύτερης (μίσθωσης) για το χρονικό διάστημα από 01.08.2008 έως 31.05.2009, καθώς και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 1.000 ευρώ για τον κάθε αποθηκευτικό χώρο, καταβαλλόμενο στην αρχή κάθε μήνα.

Τα μίσθια συμφωνήθηκε ότι θα χρησιμοποιήσει η εναγομένη αποκλειστικά ως αποθηκευτικούς χώρους στα πλαίσια της δραστηριότητάς της, καθόσον πρόκειται για μία ανώνυμη εταιρία και έμπορο κατά το τυπικό κριτήριο, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία γεωργικών φαρμάκων, λιπασμάτων σπόρων, αγροεφοδίων και άλλων υλικών, την λειτουργία συσκευαστηρίου λιπασμάτων, την καλλιέργεια εισαγωγή και εξαγωγή πάσης φύσεως οπωροκηπευτικών και άλλων προϊόντων.

Για τη συμφωνία αυτή γίνεται ρητή αναφορά στα μισθωτήρια συμβόλαια (όρος 4 αυτών). Ακόμη, η εκμισθώτρια παραχώρησε στη μισθώτρια δωρεάν τη χρήση της γεφυροπλάστιγγας και ενός γραφείου που βρισκόταν εντός του συγκροτήματος των αποθηκών (όρος 6 των μισθωτηρίων συμφωνητικών). Επίσης, σε κάθε συμφωνητικό προβλέφθηκε ότι για το χρονικό διάστημα μέχρι και τις 31.05.2010, σε περίπτωση παράτασης των μισθώσεων, το μίσθωμα θα παρέμενε το ίδιο το συμφωνηθέν, ενώ από 01.06.2010 θα προσαυξάνονταν ετησίως κατά ποσοστό ίσο με τον τιμάριθμο του κόστους ζωής.

Στα πλαίσια της παραπάνω συμφωνίας που περιλαμβάνονταν στα μισθωτήρια η εκμισθώτρια παρέδωσε στην ενάγουσα τη χρήση των μισθωμένων χώρων που βρίσκονταν στο συγκρότημα των αποθηκών της. Έτσι λειτούργησε η μίσθωση, όταν στις 30.11.2009, και ενώ είχε παρέλθει ο συμβατικός χρόνος κάθε μίσθωσης που ήταν ο Μάιος του 2009, και συνεπώς οι μισθώσεις είχαν ήδη καταστεί αορίστου χρόνου, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα δύο εξώδικες προσκλήσεις με τις οποίες δήλωνε ότι καταγγέλλει την κάθε συναφθείσα μεταξύ τους μίσθωση, κατ' άρθρο 609 ΑΚ και ότι θα αποχωρήσει από τα μίσθια στις 31.12.2009.

Ευθύς μόλις κοινοποιήθηκαν στην ενάγουσα οι καταγγελίες των μισθώσεων, απάντησε και αυτή στην εναγομένη με την από 09.12.2009 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία της, εκθέτοντάς της ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν εμπορικές, ότι δεν είχε παρέλθει η διετία από την έναρξη των μισθώσεων, ώστε να δύναται η μισθώτρια να τις καταγγείλει και ότι η ίδια (εκμισθώτρια) προτίθετο να αναζητήσει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση.

Στις 31.12.2009, ήτοι ένα μήνα μετά την καταγγελία, η εναγομένη, όπως άλλωστε είχε κάνει γνωστό στην ενάγουσα με τις εξώδικες προσκλήσεις της, θεωρώντας ότι οι ένδικες μισθώσεις είναι αστικές στηριζόμενες στην ως άνω διάταξη του ΑΚ, ότι καλώς είχε προβεί στην καταγγελία αυτών και ότι ουδέν ποσό όφειλε στην ενάγουσα (τα μισθώματα είχαν ήδη καταβληθεί), αποχώρησε από τα μίσθια και παρέδωσε στην ενάγουσα τη χρήση αυτών.

Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 193/2012) αγωγή (σημειωτέον μετά την παρέλευση ικανού χρόνου) και όπως προκύπτει από το κείμενο αυτής, αλλά και όσα ομολογεί με τις προτάσεις της, θεώρησε και η ίδια ότι η μίσθωση, είχε λήξει λόγω της καταγγελίας εκ μέρους της μισθώτριας και ότι είχαν επέλθει τα αποτελέσματά της, με βάση τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995.

Πλην όμως, χαρακτηρίζοντας τη μίσθωση ως προστατευόμενη από το άνω π.δ/μα, ζήτησε την καταβολή των μισθωμάτων του ένδικου χρονικού διαστήματος και κατ' αποκοπή αποζημίωση και συνολικά το ποσό των 54.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη- μισθώτρια ανώνυμη εταιρία εδρεύει στο … χιλιομετρικό σημείο της περιφερειακής οδού Λάρισας-Τρικάλων, εκεί βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της και στο χώρο εκείνο διαθέτει δικές της αποθήκες.

Οι αποθήκες αυτές των κύριων εγκαταστάσεών της, είναι ο εντελώς απαραίτητος βοηθητικός χώρος του καταστήματος και εξυπηρετούν το κύριο κατάστημα στο οποίο ασκούνται εκ μέρους της εναγομένης οι δραστηριότητες που προστατεύονται από το πδ/μα 34/1995. Επίσης, η εναγομένη διατηρεί και δεύτερο κατάστημα (υποκατάστημα) στην Παλαιά Εθνική Οδό Λάρισας- Βόλου.

Ο λόγος για τον οποίο προέβη στην μίσθωση των αποθηκευτικών χώρων από την ενάγουσα ανάγεται στην εξεύρεση επιπλέον χώρου, αποκλειστικά και μόνο όμως, για την εναπόθεση και αποθήκευση εμπορευμάτων της επιχείρησής της. Για το λόγο αυτό οι μισθώσεις των αποθηκών του συγκροτήματος της ενάγουσας τις οποίες συνήψε η εναγομένη ήταν βραχυχρόνιες, καθόσον οι χώροι αυτοί δεν ήταν εντελώς απαραίτητοι βοηθητικοί χώροι, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ίδια η εναγομένη διέθετε αποθηκευτικούς χώρους στην έδρα της εταιρίας της για την εξυπηρέτησή της.

Άλλωστε, οι μισθωμένες αποθήκες βρίσκονται σε απόσταση αρκετών χιλιομέτρων τόσο από την έδρα της εταιρίας όσο και από το δεύτερο κατάστημα αυτής και σε διαφορετική εντελώς κατεύθυνση από τα παραπάνω και δεν είναι δυνατόν λόγω και της απόστασης να έχουν τη θέση των απαραίτητων αποθηκευτικών χώρων για τις ανάγκες της εμπορίας της εναγομένης και να μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα.

Στους μίσθιους αυτούς αποθηκευτικούς χώρους η εναγομένη εναπέθετε και αποθήκευε τα προϊόντα κυρίως συσκευασμένα και σπανιότερα σιτηρά, στη συνέχεια δε τα παραλάμβανε και τα μετέφερε στην προαναφερθείσα έδρα της επιχείρησης της από όπου έκανε και τη διακίνηση δηλαδή την αποστολή και πώληση των εμπορευμάτων.

Στους χώρους των μισθωμένων αποθηκών ουδεμία εμπορική πράξη ασκείτο εκ μέρους της εναγομένης, τέτοια, η οποία να συνεπάγεται την αυτοτελή προστασία της μίσθωσης με βάση το πδ/μα 34/1995. Οι συμβάσεις πώλησης συνάπτονταν από το κυρίως κατάστημά της. Άλλωστε, στους χώρους αυτούς δεν υπήρχε προσωπικό για να εξυπηρετεί τους πελάτες.

Επίσης, δεν υπήρχε λογιστήριο, η ύπαρξη του οποίου είναι αναγκαία όταν ασκούνται εμπορικές πράξεις και όταν μάλιστα το ένα εκ των συμβαλλομένων μελών είναι η εναγομένη που είναι ανώνυμη εταιρία (βλ. την από 11.06.2008 βεβαίωση εγκαταστάσεων εσωτερικού προσκομισθείσα από την εναγομένη στην οποία αναγράφεται ότι η εγκατάσταση αυτή δεν εξάγει λογιστικό αποτέλεσμα).

Οι πελάτες προσέρχονταν στο χώρο μόνο για να δουν τα προϊόντα. Τα λιπάσματα και τα συσκευασμένα προϊόντα δεν χρειάζονταν ζύγιση. Ζυγίζονταν μόνο τα σιτηρά. Τα εμπορεύματα παραλαμβάνονταν από τους χώρους της έδρας της εναγομένης (6ο χιλιόμετρο Λάρισας- Τρικάλων), και από το λογιστήριο που βρίσκεται εκεί εκδίδονταν και τα απαραίτητα τιμολόγια.

Βέβαια, ο μάρτυρας της ενάγουσας καταθέτει ότι όλες οι συναλλαγές με τρίτους πραγματοποιούνταν από τους ως άνω αποθηκευτικούς χώρους εξυπηρετώντας έτσι η εναγομένη τις λειτουργικές ανάγκες της κύριας εγκατάστασής της και ότι οι έξι αυτές αποθήκες βρίσκονται σε έκταση τριάντα στρεμμάτων στην οποία επιπλέον υπάρχουν οκτώ μεταλλικά σιλό χωρητικότητας 1375 μετρικών τόνων το καθένα, δύο μικρά μεταλλικά σιλό φορτώσεως, δυο σιλό υγρού αραβοσίτου 700 μερικών τόνων έκαστο, δύο χοάνες εκφορτώσεως και μία γεφυροπλάστιγγα.

Πλέον του γεγονότος ότι η διενέργεια εμπορικών πράξεων όχι μόνο δεν επιρρωνύεται από οποιοδήποτε προσκομιζόμενο έγγραφο (παραλαβή, διανομή, πώληση, αποστολή σε τρίτους εμπόρους και παραγωγούς), αλλά αντίθετα αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης- υπαλλήλου της, ο οποίος γνωρίζει τη δομή της εταιρίας και τον τρόπο λειτουργίας της και ο οποίος μετά λόγου γνώσεως καταθέτει ότι λόγω της ύπαρξης κύριας εγκατάστασης (γραφεία και αποθηκευτικοί χώροι), ουδεμία αναγκαιότητα υπήρχε για σταθερή και μόνιμη εγκατάσταση στις μίσθιες αποθήκες, ουδέποτε διενεργήθηκαν εμπορικές πράξεις από αυτές, χρησίμευαν δε μόνο για την εναπόθεση και αποθήκευση των προϊόντων, η ύπαρξη στο χώρο όλων των υπολοίπων εγκαταστάσεων, για τις οποίες κάνει αναφορά ο μάρτυρας της ενάγουσας, ουδεμία επιρροή ασκεί, αφού η εναγομένη προέβη στη μίσθωση μόνο των αποθηκών.

Άλλωστε και από το περιεχόμενο των μισθωτηρίων συμβολαίων συνάγεται ότι οι αμφότεροι οι διάδικοι γνώριζαν ότι οι βραχυχρόνιες συναφθείσες μεταξύ τους μισθώσεις δεν ήταν εμπορικές, ότι από τα μίσθια δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθούν εμπορικές πράξεις και ότι η συμφωνημένη τους χρήση ήταν αποθήκες. Γι’ αυτό εξάλλου, θεσπίστηκε ρητά ο παραπάνω μεταξύ τους όρος (όρος 4 αυτών) για τη χρήση των μισθίων.

Εκτός δε από την αναγραφή της χρήσης των μισθίων στα ιδιωτικά συμφωνητικά αυτή συνομολογείται και από την ενάγουσα, αφού η τελευταία στα δικόγραφα της αναφέρεται στη μίσθωση αποθηκών. Μάλιστα, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, το αντικείμενο των εργασιών της οποίας είναι πλην των άλλων και η πώληση αγροτικών προϊόντων, ιδιοκτήτρια των μισθίων, γνωρίζει πολύ καλά τον απαιτούμενο χρόνο για την αποθήκευση των συγκεκριμένων προϊόντων (αγροτικών) εμπορίας της εναγομένης και με βάση τη γνώση αυτή, όπως άλλωστε απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προέβη στη σύναψη της βραχύχρονης μίσθωσης.

Με βάση τα παραπάνω η μίσθωση δεν συνήφθη για την άσκηση εκ μέρους της εναγομένης στο μίσθιο εμπορικής δραστηριότητας. Οι συγκεκριμένοι αποθηκευτικοί χώροι δεν αποτελούσαν κατά το χρόνο που μισθώθηκαν απολύτως αναγκαίο βοηθητικό χώρο για τις ανάγκες της εμπορίας της εναγομένης, ήτοι χώρο απολύτως αναγκαίο για την εμπορική της δραστηριότητα.

Ούτε υπήρχε τέτοια πρόθεση από την τελευταία, αφού όπως προαναφέρθηκε υπήρχε κύρια εγκατάσταση με αποθηκευτικό χώρο στο … χιλιομετρικό σημείο της περιφερειακής οδού Λάρισας- Τρικάλων και υποκατάστημα στην Παλαιά Εθνική Οδό Λάρισας- Βόλου, από όπου διεξαγόταν η δραστηριότητά της και μεταξύ των χώρων αυτών και των αποθηκών της ενάγουσας, υφίστατο ικανή χιλιομετρική απόσταση.

Ούτε όμως τέτοια πρόθεση εκδήλωσε και η ενάγουσα, η οποία λόγω και του συναφούς υπό ευρεία άποψη αντικειμένου εργασιών, αν πράγματι είχε την θέληση για μόνιμη και σταθερή εγκατάσταση της εναγομένης στο μίσθιο θα είχε περιλάβει σχετικό όρο στο μισθωτήριο συμβόλαιο. Η συμβατική λοιπόν χρήση των μισθίων ήταν η συνήθης και καθιερωμένη στις συναλλαγές, με βάση τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, δηλαδή των αυτοτελών αποθηκών, με την έννοια αποκλειστικό της εναπόθεσης και φύλαξης πραγμάτων.

Εξάλλου, αν η εναγομένη ήθελε οι χώροι αυτοί να χρησιμεύσουν για σταθερή και μόνιμη εγκατάσταση, τότε θα είχε διενεργήσει (σημαντικές) δαπάνες και θα είχε προβεί και στις απαραίτητες προσθήκες και βελτιώσεις για τη διαμόρφωση και λειτουργία του μισθίου σε μόνιμη βάση, αποβλέποντας σαν έμπορος και στο μέλλον, πρόθεση την οποία ουδόλως επέδειξε για την πραγματική αλλαγή του προορισμού τους.

Στην έλλειψη αναγκαιότητας για μόνιμη και σταθερή εγκατάσταση συνηγορεί και το γεγονός ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρία προέβη στην παραπάνω βραχύχρονη μίσθωση των ένδικων αποθηκών. Και βέβαια, όπως εκτέθηκε και στην αρχή της παρούσας μείζονα σκέψη, σύμφωνα με τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την αντίληψη χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου, ναι μεν μισθώσεις που συνομολογούνται για βραχύχρονο διάστημα δεν υπάγονται στην προστασία του πδ/τος 34/1995, πλην όμως, πρέπει, να συντρέχουν και αντικειμενικά κριτήρια μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση έχει η έλλειψη αναγκαιότητας για μόνιμη (γενική) και σταθερή εγκατάσταση.

Το γεγονός τούτο (έλλειψη αναγκαιότητας για μόνιμη (γενική) και σταθερή εγκατάσταση), που αποτελεί το κυριότερο αντικειμενικό κριτήριο προσδιορισμού της βραχύχρονης μίσθωσης, για τους αναφερόμενους παραπάνω λόγους, πλήρως αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καθόσον ουδόλως ήταν αναγκαία η σταθερή εγκατάσταση της εναγομένης στις μίσθιες αποθήκες και ουδεμία εμπορική πράξη ή άλλη δραστηριότητα ασκήθηκε σ' αυτές η οποία να προστατεύεται από το προαναφερόμενο πδ/μα.

Συνεπώς, από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης αυτής, από τη συμφωνηθείσα χρήση των μισθίων, τις επιμέρους συμφωνίες των συμβαλλομένων όπως αποτυπώθηκαν στα συμφωνητικά, τη μη άσκηση εκ μέρους της εναγομένης εμπορικής δραστηριότητας από τα μίσθια και λαμβάνοντας υπόψη και το χρόνο που εν τέλει λειτούργησαν οι ως άνω μισθώσεις αποδείχθηκε ότι οι μισθώσεις αυτές δεν προστατεύονταν από το προαναφερόμενο π.δ/μα. Ο ισχυρισμός λοιπόν της εναγομένης τον οποίο βάσιμα πρόβαλε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει ως λόγο και με την παρούσα έφεσή της, ότι οι επίδικες μισθώσεις δεν είναι εμπορικές και δεν εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του πδ/τος 34/1995 αλλά αστικές που υπάγονται στις σχετικές διατάξεις περί μισθώσεως πράγματος του ΑΚ (άρθρα 608,609 ΑΚ), πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος|».

[IV] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε ότι οι ένδικες μισθώσεις αποθηκών δεν είναι εμπορικές, αλλά αστικές μισθώσεις αποθηκευτικών χώρων, μη εμπίπτουσες στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995, ενόψει του ότι α) συνήφθησαν για βραχύχρονο διάστημα ενός έτους η πρώτη και δέκα μηνών η δεύτερη (οι οποίες, μετά την παρέλευση του συμβατικού χρόνου διάρκειάς τους, κατέστησαν αορίστου χρόνου και λύθηκαν εν τέλει με καταγγελία μετά την παρέλευση 18 και 16 μηνών αντίστοιχα), β) δεν συνήφθησαν για την άσκηση σ' αυτές εμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης- αναιρεσίβλητης, και δεν αποτελούσαν κατά το χρόνο που μισθώθηκαν απολύτως αναγκαίο βοηθητικό χώρο για τις ανάγκες της εμπορίας της, ενόψει του ότι υπήρχε κύρια εγκατάσταση με αποθηκευτικό χώρο στο … χιλιομετρικό σημείο της περιφερειακής οδού Λάρισας- Τρικάλων, και υποκατάστημα στην Παλαιά Εθνική Οδό Λάρισας- Βόλου, από όπου διεξαγόταν η δραστηριότητά της και γ) χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά και μόνο για την εναπόθεση και φύλαξη πραγμάτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 περ.

δ' και 4 παρ. 1 περ. α' του π.δ. 39/1995, με ορθή υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, χωρίς να αξιώσει λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους, τους οποίους, επομένως, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε πλαγίως, εφόσον, πράγματι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, οι ένδικες μισθώσεις είναι αστικές μισθώσεις αποθηκευτικών χώρων, που δεν ήταν απολύτως αναγκαίοι βοηθητικοί χώροι για τις ανάγκες της εμπορίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και χρησιμοποιήθηκαν από αυτή αποκλειστικά και μόνο για την εναπόθεση και φύλαξη αγροτικών προϊόντων της, μη εμπίπτουσες στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995.

Διέλαβε δε περαιτέρω το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, σχετικώς με το υπόψη ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται, το Εφετείο αν και δέχθηκε ότι εν προκειμένω: α) οι μισθώσεις λειτούργησαν για 18 και 16 μήνες αντίστοιχα, χαρακτήρισε αυτές βραχυχρόνιες, β) ενώ δέχεται ότι δεν ασκούνταν στα μίσθια εμπορικές πράξεις, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο με τις μισθωτικές συμβάσεις παραχωρήθηκαν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη η γεφυροπλάστιγγα και το γραφείο που υπήρχαν στο χώρο των επίδικων αποθηκών και γ) ενώ δέχεται ότι οι πελάτες προσέρχονταν στις επίμαχες αποθήκες και ότι ζυγίζονταν τα σιτηρά, δεν αιτιολογεί πώς μεταφέρονταν τα εμπορεύματα από τις αποθήκες στις εγκαταστάσεις της εναγομένης- αναιρεσίβλητης, που βρισκόταν σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από τις αποθήκες.

Τούτο δε διότι οι ως άνω αναφορές δεν συνιστούν, ενόψει των προεκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αντιφατικές αιτιολογίες, αντίθετα οι ανωτέρω φερόμενες ως αντιφάσεις στην αιτιολογία της αποφάσεως ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής (της άσκησης δηλαδή στους μίσθιους αποθηκευτικούς χώρους εμπορικής δραστηριότητας, προστατευόμενης από διατάξεις του π.δ. 34/1995), η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Σε κάθε περίπτωση όλες οι αναφερόμενες στους προαναφερομένους συναφείς αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Επομένως, οι συναφείς λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

[V] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.10.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 60/2018 αίτηση για αναίρεση της 379/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ