Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on construction contract liability and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Regional Government against the Lamia Court of Appeal's decision regarding a construction contract dispute. The lower court found the contractor not liable for delay due to the employer's fault and rejected the claim for penalty clauses, while also addressing issues regarding work acceptance and payment terms. The Court upheld the lower court's reasoning, noting that the appeal arguments lacked legal basis and that the lower court did not deprive its decision of a legal foundation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on valid reasoning regarding contract liability and that the appellant must bear the costs of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1354 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1354/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ" που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, αυτοδικαίως υπεισερχομένου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της καταργούμενης "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ" (δυνάμει του άρθρου 283 παρ.2 εδ.3 του Ν.3852/2010), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευθύμιο Καραΐσκο και Φωτεινή Κανέτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΡΕΥΝΩΝ" που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπρούζο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 22/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2/1/2014 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2113/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 11/10/2016 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 26/8/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Γεώργα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης με αριθμό 179/2011 του Εφετείου Λαμίας και αφορούν το σκέλος της συνεκδικασθείσας αγωγής της "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ" κατά του "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΡΕΥΝΩΝ" Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 11.10..2016 κλήση του αναιρεσίβλητου, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως αυτής με την 2113/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 179/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσία την έφεση που είχε ασκήσει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδας, στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε το αναιρεσείον, κατά της 10/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 22.12.2004 αγωγή του αναιρεσίβλητου και εν μέρει δεκτή η από 15.11.2004 αγωγή της άνω Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και μετά την κατ' ουσίαν εκδίκαση της διαφοράς απέρριψε την αγωγή του αναιρεσίβλητου και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτής περί καταβολής αποζημίωσης από ελλείψεις εκτελεσθέντος έργου και καταβολής ποινικής ρήτρας λόγω μη έγκαιρης παράδοσης του συμφωνηθέντος έργου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 210/2016).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 20/2008). Εξάλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στη δε παράγραφο 2 ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.
Το άρθρο 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε προς εφαρμογή της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή. Περαιτέρω, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο 1), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 29/2009, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000).
Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως διοικητικής, δεν αρκούν οι ιδιότητες των συμβαλλόμενων ως Ο.Τ.Α. ή ν.π.δ.δ. και η δια της μεταξύ τους σύμβασης επιδίωξη δημόσιου σκοπού, αλλά θα πρέπει να συντρέχει και η υπερέχουσα θέση του ενός εκ των συμβαλλόμενων έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του άλλου.
Είναι, επομένως, ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική η σύμβαση με την οποία οι συμβαλλόμενοι Ο.Τ.Α. ή τα συμβαλλόμενα ν.π.δ.δ. διαχειρίζονται την ιδιωτική περιουσία τους καθώς και εκείνη με την οποία υπάγουν οικειοθελώς τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, προβλέποντας ρήτρες επαρκώς σαφείς και υποχρεωτικές (ΑΕΔ 18/2009).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/2012, ΑΕΔ 28/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της από 22.12.2004 αγωγής του, το αναιρεσίβλητο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ισχυριζόμενο ότι συνήψε με την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδας την 27.12.1999 σύμβαση με την οποία ανέλαβε να εκπονήσει ερευνητικό έργο με τίτλο "Μελέτη ορεινής υδρονομίας για την αντιπλημμυρική διευθέτηση και την οικολογική διαχείριση του ποταμού Σπερχειού" και την εκτέλεση και παράδοση του αναληφθέντος έργου, ζητούσε να υποχρεωθεί η εργοδότης να του καταβάλει το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, σε απάντηση ισχυρισμού περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της αγωγής αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το εφεσίβλητο "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΡΕΥΝΩΝ", ζητώντας, με την ως άνω από 22.12.2004 αγωγή του, την καταβολή της αμοιβής του (υπόλοιπης) για το έργο που, κατά την ένδικη σύμβαση, εκτέλεσε και παρέδωσε στο εναγόμενο (εκκαλούν) ΝΠΔΔ "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", εξέθετε αφενός ότι το έργο αφορούσε την εκπόνηση απ' αυτό (Πανεπιστήμιο) ερευνητικού έργου (μελέτης με τίτλο "Μελέτη ορεινής υδρονομίας για την αντιπλημμυρική διευθέτηση και την οικολογική διαχείριση του ποταμού Σπερχειού", το οποίο (έργο) αποσκοπώντας με την εκτέλεσή του στη σύνταξη ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για τη διαχρονική αντιμετώπιση των προβλημάτων του Σπερχειού ποταμού, περιελάμβανε τις περιγραφόμενες ειδικότερα μελέτες και αφετέρου ότι η διαχείριση της χρηματοδότησης του έργου ορίστηκε ότι θα γίνει μέσω της Επιτροπής Ερευνών του Παν/μίου.
Με τα εκτιθέμενα παραπάνω, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από τα νομίμως προσκομιζόμενα, μετ' επικλήσεως, έγγραφα και ιδιαίτερα την έγγραφη σύμβαση έργου, η απαίτηση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, αφορώσα αμοιβή από την εκτέλεση του πιο πάνω ερευνητικού έργου, δεν πηγάζει από διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη, ως τέτοια, κατ' άρθρ. 94 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1, 2 του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, καθόσον η μεταξύ των συμβαλλομένων σχέση, στο πλαίσιο της ανάθεσης εκπόνησης της σχετικής μελέτης, έστω και αν φορέας και κύριος του έργου (μελέτης) είναι το εκκαλούν (εναγόμενο) ΝΠΔΔ, όχι μόνο δεν διεπόταν από κανονιστικό καθεστώς αναγκαστικού δικαίου (και δη αυτό της νομοθεσίας περί δημοσίων μελετών του Ν. 716/1977), εξασφαλίζον σε κάθε περίπτωση την υπερέχουσα θέση της αναθέτουσας αρχής (του εκκαλούντος), που αποτελεί αναγκαία, εκτός των άλλων, προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό της σύμβασης, στην οποία τουλάχιστον το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση δημοσίου σκοπού, ως διοικητικής, αλλά αντίθετα διεπόταν, κατά σαφή πρόβλεψη της ένδικης σύμβασης, από το κανονιστικό καθεστώς λειτουργίας της Επιτροπής Ερευνών του Παν/μίου, σύμφωνα με την ως άνω Κ.Υ.Α. 679/1996, κατ' αποκλεισμό, έτσι, των σχετικών διατάξεων του Ν. 716/1077 "περί μητρώου μελετητών και αναθέσεως και εκπονήσεων μελετών".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχεται ότι με την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου εισάγεται διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική διαφορά ουσίας και η εκδίκαση αυτής υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, το πρωτοβάθμιο δε Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας το οποίο, έστω και χωρίς αιτιολογία, δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης, δεν έσφαλε και έτσι απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης.
Έτσι, με την ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η μεταξύ των συμβαλλόμενων συμβατική σχέση, δεν διέπεται από κανονιστικό καθεστώς αναγκαστικού δικαίου και συγκεκριμένα εκείνο της νομοθεσίας περί δημόσιων μελετών, αλλά κατά σαφή συμβατική πρόβλεψη από εκείνο της λειτουργίας των Επιτροπών Ερευνών των Α.Ε.Ι., ώστε να μη περιάγεται η αντισυμβαλλόμενη του αναιρεσίβλητου, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδας, σε υπερέχουσα θέση έναντι αυτού, και συνεπώς της έλλειψης ενός εκ των σωρευτικά απαιτούμενων στοιχείων για το χαρακτηρισμό της σύμβασης ως διοικητικής, εν τέλει δε ότι συνεπεία τούτου η επίδικη είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και η διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων, και γι' αυτό ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από το άρθρο 62 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος για την έγκυρη διεξαγωγή της δίκης. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρίες, που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Με τη διάταξη αυτή η ικανότητα του διαδίκου ρυθμίζεται σε άμεση συσχέτιση με το ουσιαστικό δίκαιο και επομένως, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34, 35, 61, 72 και 748 ΑΚ, ανήκει σε οποιονδήποτε έχει κατά το ουσιαστικό δίκαιο την ικανότητα δικαίου, δηλαδή την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Συνεπώς, διάδικος μπορεί να είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων, που επιδιώκουν κάποιο σκοπό χωρίς να είναι σωματεία ή εταιρίες, που δεν έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ή σύνολο περιουσίας, η οποία έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, εφόσον όμως έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, κατά τους όρους του νόμου (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1286/2012).
Τα νομικά πρόσωπα αποκτούν, σύμφωνα με το άρθρο 61 ΑΚ προσωπικότητα με την τήρηση των όρων που προβλέπει ο νόμος για κάθε ένα από αυτά. Εξ άλλου, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 614/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΑΠ 1728/2009).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 270/2015).
Από την ΚΑ/679/22.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων "Τροποποίηση και αντικατάσταση της απόφασης με αριθμό Β1/819 "Σύσταση ειδικών λογαριασμών για τη χρηματοδότηση Ερευνητικών Έργων και σχετικών Υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων, που εκτελούνται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ή Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας", που εκδόθηκε, σύμφωνα με την οδηγία 9250 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992, κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 50 του ν. 2413/1006, προκύπτει ότι στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της χώρας συνεστήθησαν Ειδικοί Λογαριασμοί για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας και παροχής υπηρεσιών, ότι η διοίκηση και η διαχείριση του Λογαριασμού πραγματοποιείται από τα όργανά του, μεταξύ των οποίων η Επιτροπή Εκπαίδευσης και Ερευνών και η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού ("Επιτροπή"), η οποία έχει την αρμοδιότητα, εκτός των άλλων, να αναθέτει μελέτες με αμοιβή για εξυπηρέτηση των σκοπών της στο προσωπικό ή τρίτους και ότι πόροι του Λογαριασμού μπορεί να είναι έσοδα και από παροχές υπηρεσιών προς τρίτους (με την εκπόνηση και ειδικών μελετών).
Οι άνω Λογαριασμοί έχουν μεν ευρεία διοικητική, διαχειριστική και δημοσιονομική αυτοτέλεια και αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας των Α.Ε.Ι., γι' αυτό και η διοίκησή τους και διαχείρισή τους είναι ανεξάρτητη από τη διοίκηση και τη διαχείριση του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. και γίνεται από τα όργανα του, που είναι οι άνω Επιτροπές, πλην όμως, δεν έχουν αυτοτελή νομική προσωπικότητα και αποτελούν απλώς αυτόνομη, λογιστικά και διαχειριστικά, υπηρεσία του αντίστοιχου Α.Ε.Ι.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, σχετικά με τη νομιμοποίηση του αναιρεσίβλητου στην άσκηση της ως άνω αγωγής του, τα ακόλουθα: "Τέλος, από την ΚΥΑ 679/22.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων "Τροποποίηση και αντικατάσταση της απόφασης με αρ.
Β1/819 "Σύσταση ειδικών λογαριασμών για τη χρηματοδότηση Ερευνητικών έργων και σχετικών Υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που εκτελούνται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ή Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας", που εκδόθηκε σύμφωνα με την οδηγία 92/50 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992, κατ' εξουσιοδότητση των διατάξεων του άρθρου 50 του ν. 2413/1996, προκύπτει ότι στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της χώρας συνεστήθηκαν ειδικοί λογαριασμοί για την αξιοποίηση των κονδυλίων Επιστημονικής έρευνας και παροχής υπηρεσιών, ότι η διοίκηση και διαχείριση του λογαριασμού πραγματοποιείται από τα όργανά του, μεταξύ των οποίων η Επιτροπή Εκπαίδευσης και Ερευνών και η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού ("Επιτροπή"), η οποία έχει την αρμοδιότητα, εκτός των άλλων, να αναθέτει μελέτες με αμοιβή για εξυπηρέτηση των σκοπών της στο προσωπικό ή σε τρίτους και ότι πόροι του Λογαριασμού μπορεί να είναι έσοδα και από παροχές υπηρεσιών προς τρίτους (με την εκπόνηση και ειδικών μελετών).
Οι ως άνω Λογαριασμοί έχουν μεν ευρεία διοικητική, διαχειριστική και δημοσιονομική αυτοτέλεια και αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας των Α.Ε.Ι., γι' αυτό και η διοίκησή τους και διαχείρισή τους είναι ανεξάρτητη από τη διοίκηση και διαχείριση του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. και γίνεται από τα όργανά του που είναι οι άνω Επιτροπές, πλην, όμως, δεν έχουν αυτοτελή νομική προσωπικότητα και αποτελούν απλώς αυτόνομη λογιστικά και διαχειριστικά, υπηρεσία του αντίστοιχου Α.Ε.Ι....
Περαιτέρω, το ενάγον Παν/μιο στην αγωγή του εκθέτει τα περιστατικά που δικαιολογούν την ενεργητική νομιμοποίησή του, χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή ο ισχυρισμός (άρνηση) του εναγομένου ότι το ενάγον κατά την κατάρτιση της σύμβασης ενεργούσε δια του Εργαστηρίου Ιχθυολογίας - Υδρολογίας, καθόσον η Επιτροπή Ερευνών και το Εργαστήριο Ιχθυολογίας - Υδρολογίας δεν έχουν, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αυτοτελή νομική προσωπικότητα και αποτελούν απλώς αυτόνομες, λογιστικά και διαχειριστικά, υπηρεσίες του ενάγοντος Παν/μίου".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη κρίνοντας ότι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονταν τα αντίθετα. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη κρίνοντας ότι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της από 22.12.2004 αγωγής του, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονταν τα αντίθετα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προεκτέθηκαν καθώς και εκείνες της διάταξης του άρθρου 686 ΑΚ, εφόσον το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας", ως αντισυμβαλλόμενο μέρος στην κατάρτιση της σύμβασης εκπόνησης των μελετών και δικαιούχος της αμοιβής από την εκτέλεσή της, σύμφωνα και με τις ως άνω διατάξεις των υπουργικών αποφάσεων που προαναφέρθηκαν, νομιμοποιείται έναντι της εργοδότου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας να ζητήσει την καταβολή της αμοιβής, ενόψει, μάλιστα, του ότι, όπως σαφώς συνάγεται από την επισκόπηση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, τούτο είναι το νομικό πρόσωπο που συμβλήθηκε στη σύμβαση και ασκεί την αγωγή, αφού μόνο αυτό είχε νομική αυτοτέλεια, ενώ οι υπηρεσίες αυτού ήτοι η Επιτροπή Ερευνών και το Εργαστήριο Ιχθυολογίας - Υδροβιολογίας, στερούνται αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας και δεν μπορούν να είναι διάδικοι.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, δεχόμενο ότι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής, καθόσον αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση είναι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας δια του Εργαστηρίου "Ιχθυολογίας - Υδροβιολογίας", είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που επικουρικά προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω μη απόρριψης ως απαράδεκτης της αγωγής, συνεπεία της επικαλούμενης από το αναιρερεσείον μη ενεργητικής νομιμοποίησης, είναι απαράδεκτος, καθόσον η εφαρμογή της πλημμέλειας αυτής εφαρμόζεται όταν υπάρχει παράβαση δικονομικών κανόνων και όχι ουσιαστικών, όπως εν προκειμένω, είναι οι κανόνες που αφορούν τη νομιμοποίηση των διαδίκων.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με το οποίο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, όχι μόνο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, αλλά κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΟλΑΠ 20/2005). Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. (ΑΠ 1126/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του και κατά το πρώτο σκέλος του δεύτερου μέρους αυτού, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 686 εδ. τελευταίο, 343 παρ. 1, 383 επ., 387, 689-690 και 700 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 80 και 85 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974 αναφορικά με τις κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης α) περί απόρριψης της από 15.11.2004 αγωγής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας, ως μη νόμιμης, κατά την αξίωση της ποινικής ρήτρας από τη μη έγκαιρη παράδοση του μη εκτελεσθέντος έργου της περιοχής Αρχανίου και απόρριψης του σχετικού λόγου της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που όμοια είχε κρίνει και β) περί της κατ' ουσίαν απόρριψης της αξίωσης καταβολής εύλογης αποζημίωσης κατ' άρθρο 387 ΑΚ, μετά την υπαναχώρησή της από τη σύμβαση αναφορικά με το μερικότερο έργο του χείμαρρου Αρχανίου.
Ο λόγος αυτός κατά τα άνω μέρη του είναι απαράδεκτος, καθόσον το αναιρεσείον, ενώ παραθέτει τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως εξειδικεύει το νομικό σφάλμα του Εφετείου στην ερμηνεία και εφαρμογή των επικαλούμενων διατάξεων. Ο ίδιος λόγος, ως προς την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 80 και 85 του ν. 2361/1995 και 41 του ν.δ. 496/1974, καθόσον δέχθηκε ότι έγινε τροποποίηση της αρχικής σύμβασης με προφορική συμφωνία, του αναιρεσίβλητου εργολάβου με το αναιρεσείον εργοδότη, μολονότι το τελευταίο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και συνεπώς, τέτοια συμφωνία είναι άκυρη, είναι αβάσιμος.
Τούτο διότι, το Εφετείο, το αποδεικτικό του πόρισμα περί της κατ' ουσίαν απόρριψης της αξίωσης καταβολής εύλογης αποζημίωσης μετά την υπαναχώρηση από τη σύμβαση του συγκεκριμένου μερικότερου έργου που αφορούσε το χείμαρρο Αρχανίου, δεν στήριξε σε προφορική τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου και την προφορική ανάθεση από το αναιρεσείον της εκτέλεσης άλλου έργου αντί του αρχικά συμφωνηθέντος, αλλά στην παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του κατ' ένσταση προβληθέντος από το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο ισχυρισμού ότι η μη εκτέλεση της σύμβασης κατά το μερικότερο τούτο έργο οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη και ειδικότερα στην ακαταλληλότητα της περιοχής Αρχανίου για κατασκευή φράγματος λόγω σαθρότητας του εδάφους που καθιστούσε αδύνατη την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου και συνεπώς δεν κατέστη υπερήμερο, λόγος για τον οποίο, παρά την υπαναχώρηση της ενάγουσας εργοδότη από τη σύμβαση ως προς το έργο αυτό, δεν μπορεί η τελευταία να αξιώσει εύλογη αποζημίωση.
Ιστορικά, μόνον, αναφέρεται η προσβαλλόμενη στην προφορική ανάθεση από την άνω εργοδότη στο αναιρεσίβλητο εργολάβο, μετά τη διαπίστωση της αδυναμίας αυτής, τη διερεύνηση της δυνατότητας κατασκευής φράγματος σε άλλη θέση της ευρύτερης περιοχής και την με βάση την προφορική τροποποιητική αυτή σύμβαση διερεύνηση της δυνατότητας κατασκευής φράγματος στις περιοχές Ψαροφωλιά, Ποταμιά και Γραμμένη, ενώ ρητά χαρακτηρίζει ότι η προφορική αυτή ανάθεση είναι άκυρη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 27.12.1999 έγγραφη σύμβαση μισθώσεως έργου, το εναγόμενο (εκκαλούν) ΝΠΔΔ "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδος" ανέθεσε στο ενάγον (εφεσίβλητο) ΝΠΔΔ "Παν/μιο Θεσσαλίας - Επιτροπή Ερευνών", όπως αυτό εκπροσωπούμενο νόμιμα από τον τότε αντιπρύτανή του, ενεργούσε δια του μη αυτοτελούς, κατά τα παραπάνω, τμήματός του Εργαστηρίου Ιχθυολογίας - Υδροβιολογίας, την εκπόνηση ερευνητικού έργου με τίτλο "Διευθέτηση των χειμάρρων Αρχανίου, Περιβολίου και Ρεγκινίου και οριστική μελέτη ενός ανά χείμαρρο αντιπλημμυρικού φράγματος πολλαπλών σκοπών".
Με τη σύμβαση ορίστηκε ότι η διαχείριση και η χρηματοδότηση του έργου θα γίνει μέσω της, κατά τα άνω Κ.Υ.Α. 679/1996, Επιτροπής Ερευνών του εναγομένου Παν/μίου, σύμφωνα με τους όρους αυτής, στις διατάξεις της οποίας η άνω μελέτη, ως ερευνητικού έργου, υπόκειται, κατ' αποκλεισμό, έτσι, των σχετικών διατάξεων του ν. 716/1977 "περί μητρώου μελετητών και αναθέσεως και εκπονήσεων" (6ος όρος).
Σκοπός του έργου ήταν, κατά τη σύμβαση, ο σχεδιασμός της ορεινής υδρονομικής διευθέτησης των χειμάρρων Αρχανίου, Περιβολίου και Ρεγκινίου του Ν. Φθιώτιδας και η οριστική μελέτη (εφαρμογής) τριών ειδικών, ορεινών, αντιπλημμυρικών φραγμάτων πολλαπλών σκοπών (ένα φράγμα ανά χείμαρρο), με τα οποία θα επιδιώκονταν :
η αντιπλημμυρική προστασία (ανάσχεση, ελεγχόμενη αποφόρτιση και ρύθμιση των πλημμυρικών αιχμών κ.λ.π., η αντιδιαβρωτική προστασία των κοιτών, η ορθολογική αξιοποίηση των υδάτινων πλεονασμάτων και η κατά το δυνατό προσαρμογή των προτεινόμενων έργων αντιπλημμυρικής - αντιδιαβρωτικής προστασίας στον εν γένει περιφερειακό σχεδιασμό ανάπτυξης της περιοχής (ιχθυοπονία, ενέργεια, οικοτουρισμό, αναψυχή, άθληση κ.λ.π.).
Για την επίτευξη των τεθέντων στόχων το όλο ως άνω έργο περιελάμβανε τα περιεχόμενα στις ακόλουθες επί μέρους μελέτες αντικείμενα : 10 Την αναγνωριστική μελέτη διευθέτησης των τριών μελετούμενων χειμάρρων, η οποία περιελάμβανε ειδικότερα, εκτός των άλλων, την έρευνα των συνθηκών των λεκανών απορροής και του προβλήματος των μελετούμενων χειμάρρων (μορφομετρία, υδρογραφία, κλίμα, γεωπόθεμα, ανάγλυφο, συνθήκες βλάστησης, χειμαρρικός τύπος), την υδρολογία λεκανών (κατακρημνίσματα, απώλειες, απορροές, υδατικό ισοζύγιο, μέγιστες υδατοπαροχές, υδατοφορτία, εστίες πλημμυρογόνου απορροής), τα φερτά υλικά (γενική περιγραφή εστιών παραγωγής φερτών υλών, μέγιστη στερεοπαροχή, υποβάθμιση λεκάνης, κινητοί πυθμένες, αποθετικοί χώροι), τη χειμαρρική επικινδυνότητα, τις αρχές και το σύστημα διευθέτησης (προτεινόμενα έργα, ιεράρχισή τους), το προεκτιμόμενο κόστος και τα οφέλη του συστήματος διευθέτησης, 2) την έκθεση σκοπιμότητας - επιλεξιμότητας για τη χρηματοδότηση των προτεινόμενων έργων διευθέτησης, η οποία αποτελούσε ουσιαστικό συνοδευτικό στοιχείο θεμελίωσης για την έγκριση της χρηματοδότησης του συνόλου των προτεινόμενων έργων, 3) τη μελέτη προέγκρισης χωροθέτησης της κατασκευής των τριών προτεινόμενων αντιπλημμυρικών φραγμάτων, 4) τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων, η οποία θα συντασσόταν κατά τον τύπο
ΙΙ της Α' κατηγορίας της σχετικής Κ.Υ.Α. 69269/5387/1990 και 5) την οριστική μελέτη (με πληρότητα εφαρμογής) των τριών αντιπλημμυρικών έργων, η οποία θα συνοδευόταν από δύο φακέλους και δέκα τεύχη και δη : α) το φάκελο Α' (καθορισμός των θέσεων ίδρυσης τριών αντιπλημμυρικών φραγμάτων πολλαπλών σκοπών στα πλαίσια της άνω αναγνωριστικής μελέτης διευθέτησης των χειμάρρων) και β) το φάκελο Β' (οριστική μελέτη των τριών αντιπλημμυρικών φραγμάτων) με τεύχη :
της τεχνικής έκθεσης, των τοπογραφικών εργασιών, της υδρολογικής μελέτης, των υδραυλικών υπολογισμών, της γεωλογικής - γεωτεχνικής μελέτης, των στατικών, γεωστατικών και υδραυλικοστατικών υπολογισμών, της μελέτης προστατευτικών, συνοδών ή συμπληρωματικών, έργων, της ανάλυσης τιμών, του προϋπολογισμού και της δημοπράτησης (4ο και 5ος όροι).
Η διάρκεια εκτέλεσης και παράδοσης του έργου ορίστηκε σε δέκα μήνες αφότου θα καταβαλλόταν η πρώτη δόση της αμοιβής ποσού 40.000.000 δρχ (10ος όρος), η οποία (καταβολή) θα γινόταν κατά τη σύμβαση με την κατάρτιση αυτής (9ος όρος). Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του άνω ερευνητικού έργου, με βάση τα αντικείμενα των μελετών, συμφωνήθηκε, ειδικότερα, για την εκπόνηση των οριστικών μελετών :
α) σε 2,5 και 4,5 μήνες από την έναρξη, αντίστοιχα, για το χείμαρρο Αρχανίου, β) σε 4 και 8 μήνες, αντίστοιχα, για το χείμαρρο Περιβολίου και γ) σε 5 και 10 μήνες, αντίστοιχα, για το χείμαρρο Ρεγκινίου (7ος όρος). Ως αμοιβή του εναγομένου για την εκτέλεση του έργου ορίστηκε το ποσό, μαζί με το ΦΠΑ (18%), των 150.000.000 δρχ (ήδη 440.205,43 Ευρώ), από το οποίο, κατά τον προϋπολογισμό του έργου, 60.000.000 δρχ αφορούσαν τις μελέτες (αναγνωριστική και οριστική) του χειμάρρου Αρχανίου (10.000.000+50.000.000 δρχ, αντίστοιχα) και 45.000.000 δρχ (10.000.000+35.000.000 δρχ, αντίστοιχα) και 45.000.000 δρχ (10.000.000+35.000.000 δρχ, αντίστοιχα) αφορούσαν τις μελέτες καθένα των υπόλοιπων δύο χειμάρρων Περιβολίου και Ρεγκινίου (8ος όρος).
Τέλος με τη σύμβαση ορίστηκε αφενός υπεύθυνος παρακολούθησης του έργου από πλευράς του ενάγοντος ο τότε διευθυντής των Τεχνικών Υπηρεσιών και αφετέρου ότι σε περίπτωση αντικειμενικών δυσκολιών που θα οφείλονται σε αίτια ανεξάρτητα της θέλησης της επιστημονικής ομάδας (που θα εκτελούσε το έργο) του εναγομένου (π.χ.
τραχείς κλιματολογικές συνθήκες κ.λ.π.), τότε η διάρκεια εκτέλεσης του έργου θα παρατεινόταν για όσο χρόνο υπήρχαν οι άνω δυσκολίες, ενώ σε περίπτωση μη αιτιολογημένης καθυστέρησης στην παράδοση του έργου συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα 400.000 δρχ (=1173,88 Ευρώ) για κάθε μήνα καθυστέρησης (11ος όρος). Το εναγόμενο (εφεσίβλητο), στα πλαίσια της πιο πάνω σύμβασης, εκτέλεσε και παρέδωσε το έργο ως ακολούθως :
Α) Σε σχέση με τις μελέτες των χειμάρρων Περιβολίου και Ρεγκινίου : 1) Με το υπ' αριθμ. …9/24-10-2000 έγγραφό του παρέδωσε (το εναγόμενο) την αναγνωριστική μελέτη, τη μελέτη περιβαντολογικών επιπτώσεων και τη μελέτη προέγκρισης - χωροθέτησης για τα φράγματα των άνω δύο χειμάρρων (Περιβολίου και Ρεγκινίου), 2) με το υπ' αρ.
…3/3-4-2001 έγγραφό του παρέδωσε την οριστική μελέτη του φράγματος Ρεγκινίου και 3) με το υπ' αριθμ. πρωτ. …0/12-7-2001 έγγραφό του παρέδωσε την οριστική μελέτη του φράγματος Περιβολίου (Μπουγάζι). Και τα δύο επί μέρους έργα (μελέτες κ.λ.π.) των δύο παραπάνω χειμάρρων είχαν, κατά την παράδοσή τους, ελλείψεις, κατά τα αναφερόμενα παρακάτω.
Ωστόσο, και τα δύο έργα, παρά τις ελλείψεις τους, θεωρούνται ότι, κατά τους ως άνω χρόνους, παράδοσής τους, οπότε και αυτά, με την υποβολή των μελετών κ.λ.π. δια των άνω εγγράφων, περιήλθαν στη σφαίρα εξουσιάσεως του ενάγοντος (εργοδότη), ήταν περατωμένα (εκτελεσμένα) κατά την έννοια που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη.
Η κατά τα παραπάνω παράδοσή τους έγινε μέσα στον ως άνω συμβατικό χρόνο, δηλαδή μέσα σε δέκα μήνες από την έναρξή τους από την ημέρα καταβολής της πρώτης δόσης της αμοιβής), καθόσον, όπως συνομολογείται, το ως άνω ποσό της πρώτης δόσης (των 40.000.000 δρχ) καταβλήθηκε στις 19/12/2000 και τα έργα παραδόθηκαν (κατά το σύνολο των άνω αντικειμένων μελέτης) στις 24/10/200 (οι πρώτες μελέτες) και στις 3-4-2001 και 12-7-2001 (οι οριστικές μελέτες).
Συνεπώς, δεν υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοση αυτών των έργων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το ενάγον και το αιτούμενο κονδύλιο της ποινικής ρήτρας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και τα δύο, ως άνω, έργα (μελέτες) δεν εκπονήθηκαν σύμφωνα με τις παραπάνω συμβατικές προδιαγραφές και παρουσίαζαν ελλείψεις, όπως αυτές διαπιστώθηκαν από τη συγκροτούμενη από το ενάγον ομάδα παρακολούθησης των μελετών του άνω ερευνητικού προγράμματος του εναγομένου (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. …2/22-3-2001 απόφαση του διευθυντή τεχνικών υπηρεσιών του ενάγοντος) και γνωστοποιήθηκαν, στη συνέχεια, στο εναγόμενο (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ….4/11-1-2002 και ….2/14-10-2003 έγγραφο του άνω διευθυντή του ενάγοντος προς το εναγόμενο). Οι ελλείψεις στην οριστική μελέτη του φράγματος Ρεγκινίου (κατά τα επί μέρους αντικείμενα :
Οριζοντιογραφία σε κλ. 1:1000, αντισεισμική μελέτη, νεοτεκτονική μελέτη νεογενών ιζημάτων, γεωφυσικές διασκοπήσεις στην περιοχή έδρασης και μελέτη περιμετρικών δρόμων, όπως καταγράφονται στις από 10-1-2002 παρατηρήσεις της άνω ομάδας παρακολούθησης των έργων), τις οποίες άλλωστε αποκατέστησε στη συνέχεια, το εναγόμενο, συμπληρώνοντας τις άνω μελέτες του προαναφερόμενου φράγματος της Ρεγκίνας (βλ.
και το υπ' αριθμ. πρωτ. …3/13-11-2001 έγγραφο του εναγομένου με το οποίο το τελευταίο υπέβαλε συμπληρωματικές μελέτες σύμφωνα με προηγούμενες παρατηρήσεις του ενάγοντος), δεν ενδιαφέρουν (οι ελλείψεις) στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον το ενάγον δεν αξιώνει αποζημίωση γι' αυτές (τις ελλείψεις του άνω φράγματος).
Το άλλο έργο (μελέτες κ.λ.π.) του φράγματος Περιβολίου, για τις ελλείψεις του οποίου αξιώνει αποζημίωση το ενάγον, παρουσίαζε, κατά την παράδοσή του, όπως αναφέρθηκε, ελλείψεις συμφωνημένων προδιαγραφών, οφειλόμενες σε υπαιτιότητα του εναγομένου, καθόσον αυτό (το έργο) για να είναι σύμφωνο με τους όρους της σύμβασης θα έπρεπε να συμπληρωθούν τα ακόλουθα : 1.
Οριζοντιογραφία σε κλίμακα 1:1000όλων των προτεινόμενων έργων με τις θέσεις υδροληψίας, καθορισμού, ασφαλείας, ερευνητικών γεωτρήσεων, αγωγού εκκένωσης, αγωγού υδροληψίας και λεκάνης καταστροφής ενέργειας. Επίσης, έργα εκτροπής ροής κανονικών και πλημμυρικών παροχών και ζωνών προσωρινών και μονίμων καταλήψεων και ακόμη, απεικόνιση όλων των απαιτούμενων έργων για την εξασφάλιση απρόσκοπτης πρόσβασης προς όλες τις ιδιοκτησίες που επηρεάζονται από την κατασκευή του έργου. 2.
Οριζοντιογραφία σε κλίμακα 1:1000 πασσαλωθέντων αξόνων. 3. Οριζοντιογραφία σε κατάλληλη κλίμακα θέση λήψεως αδρανών υλικών και μελέτη σύνδεσης σκυροδέματος. 4. Συντεταγμένες διατομών ανάντι και κατάντι της ζώνης κατάκλισης των ρευμάτων. 5. Σχέδια οργάνων παρακολούθησης της συμπεριφοράς του φράγματος (παραμορφώσεις, καθιζήσεις κ.λ.π.), όπως επίσης σχέδια οργάνων μέτρησης και ελέγχου παροχής. 6.
Διαμόρφωση της στέψης του φράγματος για την κυκλοφορία οχημάτων. Και 7. Έκθεση, στο περιεχόμενο της οποίας θα έπρεπε να αναφέρονται : οι επιπτώσεις της κατάκλισης σε σχέση με τις θιγόμενες γειτονικές περιοχές (αρδευτικά δικαιώματα, χρήση νερού κ.λ.π.), τα απαιτούμενα έργα για την προσαρμογή στο τοπίο, οι προστατευτικές λωρίδες και οι περιμετρικοί οδοί, οι εγκαταστάσεις για την πληροφόρηση των αρμοδίων επί επερχόμενης πλημμύρας με συνέπειες κατάντι του φράγματος (βλ.
για τις απαιτούμενες, από τη σύμβαση, συμπληρώσεις, ιδία το άνω υπ' αριθμ. πρωτ. …2/14-10-2003 έγγραφο του τότε διευθυντή Τ.Υ. του εναγομένου προς το Χρ. Νεοφύτου, καθηγητή του εναγομένου Παν/μιου και επιστημονικά υπεύθυνο του έργου, κατά τη σύμβαση). Το εναγόμενο τις ελλείψεις αυτές δεν συμπλήρωσε στη συνέχεια, παρά τις οχλήσεις του ενάγοντος, όπως αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το ενάγον την 1-4-2004, με έγγραφη προγραμματική σύμβαση, ανέθεσε, κατά τα παρακάτω, στην εταιρία με την επωνυμία "ΦΘΙΩΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ" την τροποποίηση και συμπλήρωση της άνω μελέτης (του έργου) για την κατασκευή του αντιπλημμυρικού φράγματος πολλαπλών σκοπών στο χείμαρρο του Περιβολίου (Μπουγάζι), αντί αμοιβής ποσού 44.000 Ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18% (=7920 Ευρώ) και συνολικά 51.920 Ευρώ, το οποίο και, όπως δεν αμφισβητείται ειδικότερα (άρθρ. 261 του ΚΠολΔ), κατέβαλε το ενάγον (βλ.
την από 1/4/2004 έγγραφη σύμβαση και την υπ' αριθμ. 178/14-11-2003 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου του ενάγοντος για την κατάρτιση της άνω σύμβασης). Το ως άνω έργο, που ανατέθηκε στην προαναφερόμενη εταιρία, αφορούσε σαφώς και μόνο τη συμπλήρωση των παραπάνω ελλείψεων και δη την τροποποίηση και τη συμπλήρωση της επίδικης, άνω, μελέτης του φράγματος Περιβολίου και όχι την εκτέλεση εργασιών, διάφορων και πέραν των καθοριζόμενων με την επίδικη σύμβαση έργου.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το ως άνω έργο "φράγμα πολλαπλών σκοπών στο χείμαρρο Μπουγάζι Περιβολίου Ν. Φθιώτιδας", εν τέλει, μετά τη συμπλήρωση των άνω ελλείψεων, με την υπ' αριθμ. 2987/3-4-2007 απόφαση του γενικού γραμματέα της Περιφέρειας Σ. Ελλάδος, εντάχθηκε, το έτος 2007, στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα "Αγροτική Ανάπτυξη - Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000 - 2006", αν και αρχικά το Μάιο του έτους 2002, με την υπ' αριθμ.
πρωτ. …2/15-5-2002 απόφαση του άνω γενικού γραμματέα, απορρίφθηκε η ένταξή του στο ως άνω πρόγραμμα γιατί δεν πληρούσε (για διαφόρους - και άλλους- λόγους) τις προϋποθέσεις θετικής αξιολόγησης σε συγκεκριμένες κατηγορίες κριτηρίων. Κατά το παραπάνω ποσό των 51920 Ευρώ, το οποίο δαπάνησε το ενάγον (εργοδότης) για την αποκατάσταση των ελλείψεων του άνω παραδοθέντος έργου, ζημιώθηκε το τελευταίο (ενάγον), δικαιούμενο να αξιώσει ως αποζημίωσή του (άρθρ. 690 ΑΚ), κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Ο ισχυρισμός που προβάλει το εναγόμενο (εργολάβος), κατ' ένσταση..., ότι το ενάγον (εργοδότης), με την υπ' αριθμ. 7/3-3-2003 απόφαση της αρμόδιας Νομαρχιακής Επιτροπής του ενέκρινε, χωρίς επιφύλαξη, το άνω έργο και έτσι απαλλάσσεται αυτό από την ευθύνη του για τις άνω ελλείψεις (άρθρ. 692 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση, το ενάγον ενέκρινε μεν, δια της αρμόδιας επιτροπής του, το ως άνω έργο, πλην όμως με επιφύλαξη, όπως τέτοια (επιφύλαξη) αποτελεί, με σαφήνεια και χωρίς κάποιο κενό για τη δήλωση βουλήσεως του ενάγοντος, ο αναγραφόμενος στην απόφαση όρος ότι το έργο εγκρίνεται "με τον όρο, εάν κατά τη διαδικασία δημοπράτησης και κατασκευής των έργων προκύψει ανάγκη για διευκρινίσεις ή τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις τμημάτων της μελέτης, αυτές θα γίνουν από τον ανάδοχο χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή".
Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη υπάρχει αμφιβολία ως προς την έννοια της ως άνω δηλώσεως και έτσι προκύπτει ανάγκη ερμηνείας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αποδεικνύεται από το σύνολο των άνω αποδεικτικών στοιχείων - και πέραν του περιεχομένου της άνω απόφασης.....- ότι το ενάγον με τον ως άνω όρο διατυπώνει την επιφύλαξή του, καθόσον το ίδιο, ενέκρινε μεν το έργο για τις ανάγκες δημοπράτησής του, πλην όμως συγχρόνως, μόλις λίγους μήνες μετά (τον Οκτώβριο του έτους 2003), με το ως άνω υπ' αριθμ.
πρωτ. ...2/14-10-2003 έγγραφό του γνωστοποιεί στο εναγόμενο τις ελλείψεις του έργου και την ανάγκη της, κατά τις προδιαγραφές της σύμβασης, συμπλήρωσής του, καλώντας το να τις αποκαταστήσει, το δε τελευταίο ανέλαβε να τις αποκαταστήσει, χωρίς εν τέλει να το πράξει. Έννομη συνέπεια της άνω επιφυλάξεως είναι ότι ο εργοδότης διατηρεί τα δικαιώματά του από τις ΑΚ 688 - 690 (και άρα και της αποζημιώσεως) και δεν εγκρίνει το έργο με τις συνέπειες της ΑΚ 692 .....και επομένως το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στο ενάγον το άνω ποσό των 51920 Ευρώ, ως αποζημίωση για τις ελλείψεις του άνω έργου (του φράγματος Περιβολίου).
Και Β) Σε σχέση με τις μελέτες κ.λ.π. του χειμάρρου της περιοχής Αρχανίου: Από τα ίδια, όπως παραπάνω, αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο, άρχισε, στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης, την εκπόνηση των, κατά τη σύμβαση, μελετών για τη διευθέτηση του χειμάρρου Αρχανίου. Προέβη στις απαιτούμενες προκαταρκτικές εργασίες της εκπόνησης της προμελέτης, της γεωφυσικής έρευνας και της τοπογραφικής αποτύπωσης, πλην όμως κατά τη διάρκεια εκτέλεσής τους διαπιστώθηκε η ακαταλληλότητα του εκεί εδάφους για την κατασκευή αντιπλημμυρικού φράγματος.
Το εναγόμενο, άμεσα, γνωστοποίησε, προφορικά και εγγράφως, στο ενάγον την ακαταλληλότητα της περιοχής του Αρχανίου για κατασκευή φράγματος, λόγω σαθρότητας του εδάφους, αυτό δε (το ενάγον) αποδέχθηκε ότι από την άνω σαθρότητα του εδάφους δεν ήταν δυνατή πλέον η εκτέλεση του άνω συμφωνημένου μερικότερου έργου και προφορικά ανέθεσε, ακύρως κατά τα παραπάνω, στο εναγόμενο τη διερεύνηση της δυνατότητας κατασκευής φραγμάτων στην ευρύτερη περιοχή.
Το εναγόμενο, στα πλαίσια της άνω προφορικής τροποποιητικής σύμβασης, προχώρησε αρχικά στη διερεύνηση δύο χειμάρρων της περιοχής Πλατυστόμου (Ψαροφωλιά και Ποταμιάς), όπου και πάλι διαπιστώθηκε η σαθρότητα του εδάφους και στη συνέχεια στη διερεύνηση του χειμάρρου της Γραμμένης, συντάσσοντας μόνο τις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων και προέγκρισης χωροθέτησης, τις οποίες και υπέβαλε στο ενάγον με το υπ' αριθμ. 216/5-4-2992 έγγραφό του.
Άλλες εργασίες δεν εκτέλεσε το εναγόμενο και δεν περάτωσε (και δεν παρέδωσε) το άνω μερικότερο έργο του χειμάρρου Αρχανίου. Το ενάγον, αν και παρήλθε ο ως άνω χρόνος παράδοσης του έργου αυτού, δεν απαίτησε την εκπλήρωση της παροχής ούτε και έταξε προθεσμία προς εκτέλεση του άνω έργου, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, αποδέχθηκε την αδυναμία εκτέλεσής του από λόγους για τους οποίους δεν είχε ευθύνη το εναγόμενο (εργολάβος), γι' αυτό και, όπως αναφέρθηκε, με προφορική τροποποιητική συμφωνία, ανέθεσε στο ενάγον την εκπόνηση μελετών διευθέτησης άλλων (των ως άνω) χειμάρρων.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος, κατ' ένσταση...., ισχυρισμός του εναγομένου ότι η μη εκτέλεση της συμβάσεως κατά το παραπάνω μερικότερο έργο (του Αρχανίου) οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη και, ως, επί πλέον, της άνω τροποποιητικής συμφωνίας, δεν κατέστη υπερήμερο, αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμος και γι' αυτό, παρότι το ενάγον υπαναχώρησε, κατά τα παραπάνω, από τη σύμβαση κατά το μερικότερο αυτό έργο, το τελευταίο (ενάγον) δεν μπορεί να αξιώσει το αιτούμενο ποσό των 80.000 Ευρώ, ως εύλογη, κατ' άρθρ. 387 ΑΚ, αποζημίωση.
Ωστόσο, επειδή το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για την αιτία αυτή, επιδίκασε το ποσό των 4.000 Ευρώ, θα πρέπει για να μη χειροτερέψει η θέση του ενάγοντος (εκκαλούντος), εφόσον δεν προσβάλλεται η περί τούτου διάταξη της εκκαλούμενης με έφεση ή αντέφεση του εναγομένου (άρθρ. 536 ΚΠολΔ), να μη εξαφανιστεί η εκκαλούμενη κατά το παραπάνω μέρος της, απορριπτομένου, ως αβασίμου, του συναφούς λόγου της εφέσεως του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείται για τη μη επιδίκαση ολόκληρου (και πλέον των 4.000 Ευρώ) του αιτούμενου ποσού της εύλογης αποζημίωσης".
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι στερείται ατιολογιών και διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της έγκαιρης παράδοσης του έργου χωρίς ελλείψεις και της υπαναχώρησης μετά το χρόνο παράδοσης του έργου.
Με βάση, όμως, τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στο πόρισμά του, αφενός μεν για την έγκαιρη, ήτοι εντός του προβλεπόμενου από τη σύμβαση χρόνου, εκτέλεση και παράδοση του έργου των περιοχών Περιβολίου και Ρεγκινίου, ανεξαρτήτως των ελλείψεων αυτού και εντεύθεν στην απόρριψη της αξίωσης της εργοδότη ενάγουσας για καταβολή ποινικής ρήτρας για το μέρος αυτού του έργου εξαιτίας της επικαλούμενης μη εμπρόθεσμης παράδοσής του, αφετέρου για την παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης ότι η μη εκτέλεση της σύμβασης κατά το μερικότερο έργο της περιοχής Αρχανίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη το αναιρεσίβλητο - εργολάβος, και, με βάση αυτή την κρίση, την κατ' ουσίαν απόρριψη της αξίωσης του αναιρεσείοντος περί καταβολής εύλογης αποζημίωσης για τη μη εκτέλεση της σύμβασης.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς δέχεται εκτέλεση και παράδοση του συμφωνηθέντος με τη σύμβαση έργου κατά τα προβλεπόμενα συμβατικά στάδια αυτού, αλλά και στο σύνολό του, αναφέροντας ρητά το χρόνο παράδοσης των μελετών (αρχικών και οριστικών), ήτοι του συμφωνηθέντος έργου, εντός του συμβατικού χρόνου των δέκα μηνών από την έναρξη της εκτέλεσης, που συμπίπτει με τον προσδιοριζόμενο χρόνο καταβολής της πρώτης δόσης της αμοιβής και συνεπώς την εμπρόθεσμη παράδοση αυτού.
Δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου, ότι ως προς το μερικότερο έργο της περιοχής Αρχανίου το αναιρεσίβλητο δεν κατέστη υπερήμερο, με την παραδοχή ότι το αναιρεσίβλητο υπαναχώρησε από τη σύμβαση κατά το έργο αυτό. Τούτο διότι, η μεν κρίση περί μη ευθύνης του εργολάβου λόγω υπερημερίας του στηρίζεται στην παραδοχή ότι η μη εκτέλεση της σύμβασης οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, ενώ ως προς την υπαναχώρηση δέχεται την υποβολή της σχετικής δήλωσης της εργοδότριας ενάγουσας, όπως διελάμβανε στην αγωγή της για να κρίνει το αγωγικό αίτημα περί καταβολής ποινικής ρήτρας για το συγκεκριμένο έργο, ενώ ως προς το εκτελεσθέν έργο των περιοχών Περιβολίου και Ρεγκινίου δέχεται ότι δεν έχει το δικαίωμα της υπαναχώρησης.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται στην προφορική από την εργοδότη ανάθεση στο αναιρεσίβλητο της διερεύνησης δυνατότητας κατασκευής φραγμάτων σε άλλες περιοχές, μετά τη διαπίστωση αδυναμίας εκτέλεσης του έργου στην περιοχή Αρχανίου, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίσει ποιο όργανο του αναιρεσείοντος ανέθεσε προφορικά την εκτέλεση αυτού του έργου, ούτε τη διαδικασία ανάθεσης, δεδομένου ότι ιστορικά μόνο γινόταν η αναφορά χωρίς να συνδέεται με στήριξη στην παραδοχή αυτή αγωγικής αξίωσης ή ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου και δεν είχε ουσιώδη επίδραση στο σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, ο λόγος κατά το παράπονο ότι δεν περιέχει η προσβαλλόμενη καθόλου αιτιολογίες, αναφορικά με το γεγονός αν υπήρξε παράδοση και παραλαβή του έργου και έγκριση αυτού, από ποιο όργανο έγινε και με ποια διαδικασία, καθώς και πως καθορίστηκε η αμοιβή που θα καταβάλλονταν, είναι απαράδεκτος, καθόσον συνάπτεται με το αίτημα καταβολής της αμοιβής για την εκτέλεση του έργου, το οποίο όμως, ζήτημα, δεν αποτελούσε αντικείμενο της κατ' ουσίαν έρευνας της διαφοράς από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου που αφορούσε καταβολή αμοιβής για έργο της περιοχής Γραμμένης, είχε απορριφθεί ως αόριστη.
Με βάση τα ως άνω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 2.1.2014 αίτηση για αναίρεση της 179/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Το αναιρεσείον που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν όμως μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 99 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ν. 2503/1997), 283 και 285 του Ν. 3852/2010 και 22 του Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.1.2014 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας" για αναίρεση της 179/2014 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ