Legislator Case Law & Legislation
1354/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence assessment and inadmissible claims.

Case Number 1354/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant company's appeal against the Larissa Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to evaluate specific documents and accepted unproven facts about corporate acquisition, but the court found these arguments legally unfounded. The court ruled that the lower court properly considered all submitted evidence and that accepting unproven facts without proof constitutes an inadmissible appeal ground rather than a reviewable error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to evaluate specific documents is not a ground for appeal if the decision states all documents were considered, and accepting unproven facts without proof constitutes an inadmissible appeal ground.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence assessment unproven facts corporate acquisition lower court review legal insufficiency

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 562(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 128/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1354 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1354/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Γ. του Σ., 2) Λ. Γ. του Α., 3) Λ. Γ. του Δ. και 4) Π. Γ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2008? αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 416/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/11/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 6/5/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 416/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε επί της υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθεσης 173/23-12-2010 έφεσης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και επί των υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθεσης 822/19-10-2012 πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της υπ’ αριθμ. 181/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία απορρίφθηκε η υπ’ αριθμ.

εκθ. κατάθεσης 361/2008 αγωγή των τελευταίων. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι στην ένδικη αγωγή τους ιστορούσαν, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι "διατηρούν μονάδες εκτροφής γαλακτοπαραγωγών αγελάδων, και ότι κατάρτισαν με την εναγομένη που παρασκευάζει και εμπορεύεται γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας γάλακτος που διήρκεσαν για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στην αγωγή.

Ότι ο προσδιορισμός της τιμής του γάλακτος ανατέθηκε κατά δίκαιη, κρίση στην εναγομένη που τους ανακοίνωνε τη διαμορφωθείσα τιμή το πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μηνός από τη λήψη του γάλακτος. Ότι η εναγομένη προσδιόριζε την τιμή του γάλακτος σε πολύ χαμηλά μη εύλογα επίπεδα. Ότι περαιτέρω η εναγομένη (μέσω της θυγατρικής της εταιρίας ...

που ανήκει στον ίδιο με αυτή όμιλο) είχε προβεί σε εμποδίζουσα τον ανταγωνισμό συμφωνία με τις γαλακτοβιομηχανίες ... σχετικά με τη συγκράτηση - μείωση των τιμών αγοράς νωπού γάλακτος από τους παραγωγούς / κτηνοτρόφους και με την αποφυγή μετακινήσεων παραγωγών νωπού γάλακτος με συνέπεια να δύναται να διαμορφώνει τις τιμές σε αδικαιολόγητα χαμηλά επίπεδα σε σχέση με αυτά που θα υπήρχαν αν λειτουργούσε επαρκώς ο ανταγωνισμός μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών.

Ότι η εναγομένη εκμεταλλευόμενη καταχρηστικά την οικονομική εξάρτηση από αυτή των παραγωγών που δε διαθέτουν ισοδύναμη εναλλακτική λύση και τη δεσπόζουσα θέση που μαζί με τις ως άνω γαλακτοβιομηχανίες κατέχει στη σχετική αγορά του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων στην Ελλάδα επέβαλε στους παραγωγούς, κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος μη δίκαιες υπερβολικά χαμηλές τιμές αγοράς.

Ότι η εναγόμενη καθόρισε την τιμή του γάλακτος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε 0,23-0,30 ευρώ ανά λίτρο (όπως η τιμή αυτή εξειδικεύεται για κάθε παραγωγό και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα), ενώ αν η τιμή είχε προσδιορισθεί κατά δίκαιη κρίση, σύμφωνα με τους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη θα διαμορφώνονταν σε 0,50 ευρώ ανά λίτρο, άλλως σε 0,45 ευρώ ανά λίτρο, άλλως σε 0,40 ευρώ ανά λίτρο, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη τιμών καταναλωτή για τα εν γένει γαλακτοκομικά προϊόντα, την αύξηση των τιμών των προϊόντων της εναγομένης και τη σχέση τιμής παραγωγού και τιμής καταναλωτή που ανέρχεται σε 1/2.

Περαιτέρω εκθέτουν ότι έκαστος των εναγόντων πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη κατά το διάστημα της συνεργασίας του τα αναφερόμενα στην αγωγή λίτρα γάλακτος και έλαβε το τίμημα που αναφέρεται στην αγωγή. Με βάση τα παραπάνω οι ενάγοντες ζητούν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη, που υπαιτίως ζημίωσε τους ενάγοντες, υποχρεούται να καταβάλει Α) ως ζημία που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του συνολικού τιμήματος που έλαβε έκαστος των εναγόντων για το γάλα που πώλησε και του τιμήματος που θα λάμβανε αν η τιμή του γάλακτος είχε προσδιορισθεί αντίστοιχα σε 0,50 ευρώ ανά λίτρο, άλλως 0,45 ευρώ ανά λίτρο, άλλως σε 0,40 ευρώ ανά λίτρο α) στον πρώτο ενάγοντα 109.151,92 ευρώ, άλλως 76.704,92 ευρώ, άλλως 44.257,92 ευρώ, β) στο δεύτερο ενάγοντα 37.255,42 ευρώ, άλλως 27.136,27 ευρώ, άλλως 17.017,12 ευρώ, γ) στον τρίτο ενάγοντα 12.257,53 ευρώ, άλλως 8.548,03 ευρώ, άλλως 4.838,53 ευρώ, δ) στην τέταρτη ενάγουσα 6.118 ευρώ, άλλως 4.469,54 ευρώ, άλλως 2.821,74 ευρώ και ε) στον πέμπτο ενάγοντα 26.260,14 ευρώ, άλλως 19.168,74 ευρώ άλλως 12.077,34 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 8.2.2002 από 1 Ιανουαρίου της λήξασας χρήσης, και από 9.8.2002 και εφεξής από την παρέλευση 30 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου αγοράς πώλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής, Β) ως διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν λόγω της συμπεριφοράς της εναγομένης δεν είχαν υποχρεωθεί να διακόψουν τη συνεργασία τους με αυτή και να πουλήσουν τις εκμεταλλεύσεις τους α) στο δεύτερο ενάγοντα 33.915 ευρώ, άλλως 30.523,5 ευρώ, άλλως 27.132 ευρώ, β) στον τρίτο ενάγοντα 111.285 ευρώ, άλλως, 100.156,5 ευρώ, άλλως 89.028 ευρώ και γ) στον πέμπτο ενάγοντα 61.668 ευρώ, άλλως 55.501,20 ευρώ, άλλως 49.334,40 ευρώ, τα ως άνω ποσά αντιστοιχούν στο τίμημα που θα λάμβανε κάθε ένας από τους ως άνω ενάγοντες για την πώληση στην εναγομένη ποσοτήτων γάλακτος ίσων με αυτές που πραγματοποίησε το τελευταίο έτος της συνεργασίες, στα επίπεδα που το τίμημα έπρεπε να διαμορφωθεί ανά λίτρο κατά δίκαιη κρίση, σύμφωνα με τους κανόνες του ανταγωνισμού, την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και Γ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια πράξη της εναγομένης που προσέβαλε την προσωπικότητα τους το ποσό των 80.000 ευρώ σε έκαστο, τα δε υπό Β και Γ ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση των αναιρεσιβλήτων πραγματικά περιστατικά. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας, απαιτώντας για το ορισμένο αυτής στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση, 1, 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση.

Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο". Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση.

Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ’ έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ’ άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπλήρωσής της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Εξάλλου, ο προσδιορισμός της παροχής δύναται να συμφωνηθεί ότι αφήνεται στην κρίση και των δύο μερών και είναι δυνατόν να ανατέθηκε με τη συμφωνία από κοινού στους συμβαλλομένους Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο.

Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Επίσης το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου.

Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδ. 2 του άρθρου 371 ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη (ΑΠ 110/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.

β’ , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και μόνη δεν συνιστά άνευ άλλου και αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί.

Οι αξιώσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία είναι δυνατόν να συρρέουν και να ασκηθούν παράλληλα, δεν μπορούν όμως εφόσον αλληλοκαλύπτονται και να ικανοποιηθούν μαζί, αφού η ικανοποίηση της μιας καθιστά χωρίς αντικείμενο την άλλη, εκτός εάν από την τελευταία παρέχεται πρόσθετη έννομη προστασία, μη παρεχόμενη από τη συρρέουσα αντικειμενικά (ΑΠ 737/2011).

Επιπλέον, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) Να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον. 4) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημιάς.

Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ δεν αποκλείεται αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Ως προσβολή της προσωπικότητας θεωρείται κάθε διατάραξη από πράξεις τρίτων των επιμέρους εκφάνσεων αυτής, όπως είναι η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία ανάπτυξης επαγγελματικής, οικονομικής, επιστημονικής δραστηριότητας. Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας όταν η βλαπτική πράξη του τρίτου απαγορεύεται από διάταξη νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξεως, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει κατά του υπαιτίου αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που έπαθε, η οποία (ικανοποίηση) συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού ή σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις (Ολ ΑΠ 13/1999).

Στο άρθρο 81 § 1της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 2009, πριν δηλαδή την τροποποίησή του με το άρθρο 101 της συνθήκης της Λισσαβώνας, η οποία υπογράφηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2007, ορίζεται ότι "Είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:

α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής..". Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 "για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ορίζεται ότι "Οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 της συνθήκης, στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές..".

Στο άρθρο 1 §§ 1 και 2 του Ν 703/1997 "Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ (πρώην 81 της ΣυνθΕΚ), όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του Ν 2000/1991, ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύονται πάσαι αι συμφωνίαι μεταξύ επιχειρήσεων, πάσαι αι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οιασδήποτε μορφής ενηρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, αι οποίαι έχουν ως αντικείμενον ή αποτέλεσμα την παρακώλυσιν, τον περιορισμόν ή την νόθευσιν του ανταγωνισμού ιδία δε αι συνιστάμενοι εις:

α) τον άμεσον ή έμμεσον καθορισμόν των τιμών αγοράς ή πωλήσεων ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές στο εμπόριο, κατά τρόπο που να δυσχεραίνεται η λειτουργία του ανταγωνισμού, ιδίως δε στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή συναλλαγής, ε) στην εξάρτηση σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων πρόσθετων παροχών που από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2.

Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγορευμένες συμφωνίες και αποφάσεις είναι απόλυτα άκυρες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο". Η παράβαση του άρθρου 1 § 1 του Ν 703/1977 συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, κατά τρόπο, ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, η παραβίαση από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (ΑΠ 903/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες, οι οποίοι διατηρούν μονάδες εκτροφής γαλακτοπαραγωγών αγελάδων κατάρτισαν με την εναγομένη που είναι εταιρία γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων ατομικές άτυπες συμβάσεις αποκλειστικής προμηθείας γάλακτος αορίστου χρόνου δυνάμει των οποίων πωλούσαν και παρέδιδαν αποκλειστικά στην εναγομένη το γάλα που παρήγαγαν.

Στα πλαίσια αυτά ο πρώτος ενάγων προμήθευε την εναγομένη από τον Ιανουάριο του 2000 έως το Νοέμβριο του 2005, ο δεύτερος ενάγων από τον Ιανουάριο του 2000 έως το Νοέμβριο του 2005, ο τρίτος ενάγων από τον Ιανουάριο του 2004 μέχρι το Δεκέμβριο του 2004 κα η τέταρτη ενάγουσα από το Φεβρουάριο του 2005 έως τον Απρίλιο του 2005.

Ειδικότερα οι εκκαλούντες - ενάγοντες συνέλεγαν και διατηρούσαν το παραγόμενο γάλα σε παγολεκάνες που τους προμήθευε η εναγομένη η οποία στη συνέχεια το παραλάμβανε με ισόθερμο βυτίο κάθε ημέρα ή ανά δυο ημέρες. Με τη παραλαβή εκδίδονταν από τον οδηγό του βυτιοφόρου δελτίο ποσοτικής παραλαβής γάλακτος ή σε ορισμένες περιπτώσεις ο παραγωγός εξέδιδε δελτίο αποστολής.

Τα δελτία αποστολής και τα έντυπα του μετρητή καταχωρούνταν σε καρτέλα του παραγωγού που διατηρούσε η εναγομένη. Η εναγομένη κατέβαλε το τίμημα στο τέλος του μήνα ή στις αρχές του επομένου για τον προηγούμενο μήνα. Η τιμή του παραδιδόμενου γάλακτος δεν καθορίστηκε επαρκώς από τους συμβαλλόμενους αλλά ανατέθηκε στην εναγομένη να την προσδιορίσει κατά δικαία κρίση.

Έτσι οι ενάγοντες ανέμεναν ότι η εναγομένη θα καθόριζε την τιμή του γάλακτος ελευθέρως αλλά εντός του σκοπού της ενοχής και δη της σύμβασης και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων. Λαμβάνοντας υπόψη το διά της συμβάσεως επιδιωκόμενο σκοπό των μερών ή τη συνομολογηθείσα αντιπαροχή η οποία σε μία σύμβαση αποκλειστικής προμηθείας γάλακτος μεταξύ κτηνοτρόφων και γαλακτοβιομηχανίας αποβλέπει στον σκοπό του εμπορικού κέρδους που επιδιώκει το κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Βέβαια η τιμή αγοράς του γάλακτος διαμορφωνόταν κατά τη συμφωνία των μερών με βάση: 1) την ποιότητα του εισκομιζόμενου γάλακτος (χημική σύσταση γάλακτος, μικροβιακή κατάσταση, αντιβιοτικά), β) την ποσότητα, γ) το μέγεθος της κτηνοτροφικής μονάδας, δ) τις προοπτικές ανάπτυξης της μονάδας και ε) την εποχικότητα.

Συγκεκριμένα όσον αφορά την ποιότητα του γάλακτος, το γάλα που παράγεται από αγελάδες με ολική μικροβιακή χλωρίδα (ΟΜΧ) έως 100.000, λίπος από 4,10 έως 4,20% γρ /100γρ και πρωτεΐνη από 3,40 έως 3,50 γρ/100γρ χαρακτηρίζεται ως γάλα πρώτης κατηγορίας και χρησιμοποιείται για την παραγωγή φρέσκων προϊόντων δηλαδή για την παραγωγή φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος και για την παραγωγή γιαουρτιού, ενώ το γάλα που παράγεται από αγελάδες με ΟΜΧ 101.000 έως 400.000, λίπος από 3, 60 έως 4,10 % γρ/100γρ και πρωτεΐνη από 3,10 έως 3,40 γρ/100 γρ χαρακτηρίζεται ως γάλα δεύτερης κατηγορίας και χρησιμοποιείται ως γάλα τυροκόμησης για την παραγωγή διάφορων ειδών τυριού.

Σύμφωνα με τις οδηγίες 92/46, 92/47 και το προεδρικό διάταγμα 56/95 το γάλα κάθε μονάδας παραγωγής πρέπει να ελέγχεται μηνιαίως (τουλάχιστον) δύο φορές για τον προσδιορισμό της ΟΜΧ και μία φορά για τη μέτρηση της χημικής σύστασης, του σημείου πήξης, του αριθμού των σωματικών κυττάρων και την παρουσία ή μη αντιβιοτικών.

Έτσι κατά την παραλαβή του γάλακτος η εναγόμενη λάμβανε δείγμα αυτού, το οποίο ανέλυε στο εγκεκριμένο εργαστήριο αυτοελέγχου που διατηρεί και με βάση τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του γάλακτος και τα υπόλοιπα κριτήρια που παραπάνω αναφέρονται προσδιόριζε ανά μήνα την τιμή του γάλακτος. Όμως τα ανωτέρω στοιχεία τα οποία λάμβανε υπόψη της η εναγομένη για να καθορίσει τη τιμή του γάλακτος ήταν μεν αντικειμενικά, όμως δεν καθόριζαν και την παροχή ως ορισμένη ή οριστή διότι με βάση τα ανωτέρω κριτήρια θα κυμαινόταν η τιμή του γάλακτος μέσα στα πλαίσια της ανώτερης τιμής που ανατέθηκε στην εναγομένη ο καθορισμός της κατά δικαία κρίση με σκοπό την ικανοποίηση και των δύο αντισυμβαλλομένων μερών.

Όμως η εναγομένη δεν καθόρισε την ανώτερη τιμή της αγοράς του γάλακτος με δίκαιη κρίση. Αντίθετα όπως αποδείχθηκε προκειμένου εν γνώσει της να προκαλέσει βλάβη στους ενάγοντες συμμετείχε σε συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες σχετικά με τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς, και την κατανομή πηγών εφοδιασμού του αγελαδινού γάλακτος, έτσι προσδιόρισε την τιμή αγοράς του γάλακτος σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα που δεν αντιστοιχούσαν σ’ αυτά που θα διαμορφώνονταν αν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Προσδιόριζε αυτοτελώς και αυτόνομα τη συμπεριφορά της έναντι των παραγωγών. Ειδικότερα από τον Ιούνιο του 2005 διαβιβάστηκαν στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (ΓΔΑ) δελτία τύπου σχετικά με διαμαρτυρίες αγελαδοτρόφων καθώς και πλήθος κοινοβουλευτικών ερωτήσεων σχετικά με πιθανές στρεβλώσεις στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων (διαμόρφωση τιμών από τον παραγωγό μέχρι τον καταναλωτή).

Κατόπιν αυτού η ΓΔΑ ξεκίνησε το Μάρτιο του 2006 διαδικασία αυτεπάγγελτης έρευνας σε επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων με στόχο τη διερεύνηση τυχόν παραβάσεων των άρθρων 1 και 2 ν 703/1977 και των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους τομείς της παραγωγής νωπού γάλακτος, της χονδρικής πώλησης γαλακτοκομικών προϊόντων και της λιανικής πώλησης γαλακτοκομικών προϊόντων.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../2007 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού με την οποία διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, οριζόντια συμφωνία το 2004 μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών ... ..., ... περί συγκράτησης και μείωσης των τιμών αγοράς νωπού γάλακτος από τους παραγωγούς-κτηνοτρόφους και αποφυγής- περιορισμού μετακινήσεων των παραγωγών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών (συμφωνία της Λάρισας) κατά παράβαση των άρθρων 1 ν 703/1977 και 81 ΣΕΚ και απόφαση/πρακτική το 2001 στο πλαίσιο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ) περί καθορισμού κατώτατων και ανώτατων τιμών αγελαδινού γάλακτος.

Επεβλήθη δε πρόστιμο στην εταιρεία <...> από την ως άνω επιτροπή ποσού 3.168.806,01 ευρώ για παράβαση του άρθρου 1 του ν 703/ 1077 και 81 παρ Ι ΣυνθΕΚ, ενώ με την υπ’ αριθμ. 15/2010 απόφαση του ΔΕΦ Αθηνών έγινε δεκτή κατά ένα μέρος προσφυγή της "..." και περιορίστηκε το ως άνω πρόστιμο στο ποσό των 1.584.403 ευρώ. Βέβαια όπως ισχυρίζεται η εναγομένη- εφεσίβλητος αυτή δεν συμμετείχε στην ως άνω συμφωνία, αφού δεν έλαβε μέρος στην συνάντηση των ως άνω εταιρειών, και ότι με την εταιρεία "..." δεν τη συνδέει καμία σχέση διότι πρόκειται για δύο εντελώς ανεξάρτητα αυτοτελή και διαφορετικά νομικά πρόσωπα.

Όμως αποδείχθηκε ότι η εταιρεία ... ΑΕ εξαγοράστηκε από την εναγομένη το έτος 2000, γεγονός που δέχθηκε και η ως άνω απόφαση ότι και οι δύο εταιρείες έχουν παρεμφερή αντικείμενα ήτοι αγοράζουν από παραγωγούς γάλα το μεταποιούν και το διαθέτουν στην αγορά, ενώ μέτοχοι της "... ΑΕ" και της εναγόμενης είναι οι αδελφοί Σ., όπως κατέθεσε πρωτοδίκως ο μάρτυρας της εναγομένης.

Αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δύο εταιρείες, η μία εταιρεία αγορασθείσα από την άλλη, με ίδια ή συναφή αντικείμενα, των οποίων οι μέτοχοι είναι κοινοί να συμμετέχει η μία (η ... ΑΕ) στη συμφωνία της Λάρισας σχετικά με τον έλεγχο των τιμών του γάλακτος και η άλλη να ασκεί διαφορετική πολιτική σε σχέση με την αγορά του (γάλακτος).

Εξάλλου ότι η εναγομένη ήταν γνώστης της σχετικής συμφωνίας της Λάρισας και την ακολουθούσε επιβεβαιώνει το γεγονός ότι πρακτικό της ως άνω συνάντησης στις 31.5.2004 απεστάλη με τηλεομοιοτυπία από την ... στην ... ΑΕ, όπως αναφέρεται στην σελίδα 54 της ως άνω απόφασης ανταγωνισμού. Μάλιστα στην ίδια σελίδα, ως και στη σελίδα 83 χαρακτηρίζεται η εναγομένη μητρική της <...

ΑΕ>. Επίσης ότι ακολουθούσε και αυτή την ως άνω συμφωνία επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι τιμές του γάλακτος για το έτος 2005 ήταν μειωμένες σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω η εναγομένη αντί να καθορίσει με δίκαιη κρίση την ανώτερη τιμή πώλησης του γάλακτος, προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκονταν προς αυτή οι γαλακτοπαραγωγοί, μη διαθέτοντας ισοδύναμη εναλλακτική λύση, να μεταβούν σε άλλες γαλακτοβιομηχανίες αφού είχε συμφωνηθεί η απαγόρευση της μετακίνησής τους, ενεργώντας πράξη ανταγωνισμού αντικείμενη στα χρηστά ήθη με πρόθεση επαγωγής ζημίας στους ενάγοντες, δεδομένου ότι η συμπεριφορά της συναρτάται με τη συμμετοχή της σε συμφωνία με άλλους γαλακτοπαραγωγούς σχετική όχι μόνο με την συγκράτηση των τιμών, αλλά και με τη μείωση αυτών κατά 1,5% και την αποφυγή της μετακίνησης των παραγωγών και τη λόγω αυτής διαμόρφωση της τιμής αγοράς του γάλακτος από τους παραγωγούς σε υπερβολικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με αυτά που θα διαμορφώνονταν αν λειτουργούσε επαρκώς ο ανταγωνισμός, στην παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του οποίου απέβλεπαν οι ανωτέρω επιχειρήσεις με την συμφωνία της Λάρισας όπως επονομάστηκε.

Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός, το οποίο κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγόντων-εκκαλούντων, ότι κατά το έτος 2004 και 2005 η εταιρεία <...> που δεν συμμετείχε στην ανωτέρω συμφωνία κατά μέσο όρο καθόριζε τη τιμή του γάλακτος σε 0,50 ευρώ, ενώ όπως προκύπτει από τον με αριθμό πρωτοκ. .../4.11.2009 πίνακα του ΕΛΟΓΑΚ η μέση τιμή του γάλακτος κατά το έτος 2.004 ανήρχετο στο ποσό των 0,36 ευρώ ανά κιλό και το έτος 2005 σε 0,36 ευρώ ανά κιλό.

Ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή η μέση τιμή για τον πρώτο ενάγοντα- εκκαλούντα κατά τα έτη 2004, 2005 ήταν κατά μέσο όρο 0,33 ευρώ, για τον δεύτερο εκκαλούντα κατά μέσο όρο 0,327 ευρώ για το έτος 2004 και 0,30 ευρώ για το έτος 2005, για τον τρίτο ενάγοντα για το έτος 2004 κατά μέσο όρο 0,336 ευρώ και για την τέταρτη ενάγουσα για το διάστημα από 28.2.2005 έως 30.4.2005 κατά μέσο όρο 0,314 ευρώ ανά κιλό γάλακτος.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω κατά εύλογη κρίση έπρεπε να καθοριστεί και η τιμή του γάλακτος των εναγόντων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα 2004, 2005 στο ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό κατ’ άρθρο 371 ΑΚ ενώ για τα προηγούμενα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 το δικαστήριο κρίνει ότι η καταβαλλόμενη τιμή γάλακτος στους ενάγοντες γινόταν με δίκαιη κρίση από την εναγομένη, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι τόσο αυτή όσο και η ...

ΑΕ συμμετείχαν στη συμφωνία που έγινε το 2001 και ότι τηρούσαν τους όρους αυτής οι οποίοι όπως αναφέρει η επιτροπή ανταγωνισμού ήταν ίδιοι με την συμφωνία της Λάρισας. Γι’ αυτό οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για τα έτη 2000 έως και 2003 πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Επί πλέον δε η συμπεριφορά της εναγομένης για τα έτη 2004 και 2005 σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα συνιστά και αδικοπραξία.

Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται για το ως άνω χρονικό διάστημα τη διαφορά της καταβληθείσας σ’ αυτούς ως άνω τιμής κατά μέσο όρο ανά κιλό γάλακτος με την εύλογη τιμή την οποία καθορίζει το δικαστήριο στο ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό και πρέπει να λαμβάνουν ως αποζημίωση για την σε βάρος τους αδικοπραξία.

Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων πώλησε το έτος 2004 στην εναγομένη 102.841 κιλά γάλα και έλαβε 34189,43 ευρώ ενώ έπρεπε να λάβει με εύλογη τιμή 0,40 ευρώ το κιλό 41136,4 ευρώ. Ζημιώθηκε την διαφορά των 6946,97 ευρώ. Για το έτος 2005 πώλησε στην εναγομένη 112.552 κιλά γάλα και έλαβε 36962,64 ευρώ ενώ έπρεπε να λάβει 45020,8 ευρώ. Ζημιώθηκε τη διαφορά 8.058,16 ευρώ.

Ο δεύτερος ενάγων πώλησε το έτος 2004 στην εναγομένη 36193 κιλά γάλα και έλαβε το ποσό των 11856,33 ευρώ ενώ έπρεπε να λάβει το ποσό των (36193 χ 0,40=) 14472,2 ευρώ. Ζημιώθηκε λοιπόν 14472,2 - 11856,33 = 2620,87 ευρώ. Το έτος 2005 για 19338 κιλά γάλακτος και έλαβε το ποσό των 5883,37 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 7735,2 ευρώ. Ζημιώθηκε λοιπόν 1851,83 ευρώ.

Ο τρίτος πώλησε στην εναγομένη συνολικά 74.190 κιλά και έλαβε 24837,47 ευρώ. Με εύλογη τιμή 0,40 ευρώ κατά μέσο όρο έπρεπε να λάβει 29676 ευρώ, ζημιώθηκε λοιπόν το ποσό των 4.838,53 ευρώ. Η τέταρτη πώλησε από 28.2.2005 έως 30.4.2005 συνολικά 32956 κιλά γάλα και εισέπραξε 10360,66 ευρώ. Με εύλογη τιμή κατά μέσο όρο έπρεπε να λάβει για 13.182,40 ευρώ.

Ζημιώθηκε λοιπόν το ποσό των 2821,74 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς από μέρους της εναγομένης, οι ενάγοντες υπέστησαν παράνομα προσβολή της προσωπικότητάς τους, η οποία συνιστά και αδικοπραξία. Δικαιούνται λοιπόν σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ να αξιώσουν απ’ αυτήν, για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ύψος της οποίας πρέπει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού και κατόπιν στάθμισης του βαθμού πταίσματος της εναγομένης, του μεγέθους της προσβολής και των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτή, και τέλος λαμβανομένης υπόψη της κοινωνικοοικονομικής θέσεως και κατάστασης των μερών, να καθοριστεί στο ποσό των 9.000 ευρώ για τον πρώτο, 5.000 ευρώ για τον δεύτερο και τον τρίτο και 3.000 για την τέταρτη, η καταβολή του οποίου, αν και δεν μπορεί να εξαφανίσει τη ζημία επί του καθαρώς ηθικού αγαθού της τιμής των εναγόντων κρίνεται ικανό συμβολικά, σύμφωνα με τον σκοπό του, να αμβλύνει τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκάλεσε στους ενάγοντες η προσβολή, χωρίς υποβάθμιση της απαξίας αυτής και χωρίς, από την άλλη, να καταλήγει σε εξουθένωση της εναγομένης...".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες νομιμοτόκως τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια οι πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σημειώνεται εδώ ότι σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Εξάλλου, το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Ειδικότερα, την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) οι αναιρεσίβλητοι συνέλεγαν και διατηρούσαν το παραγόμενο γάλα σε παγολεκάνες που τους προμήθευε η αναιρεσείουσα, η οποία στη συνέχεια το παραλάμβανε με ισόθερμο βυτίο κάθε ημέρα ή ανά δυο ημέρες, β) τιμή του παραδιδόμενου γάλακτος δεν καθορίστηκε επαρκώς από τους συμβαλλόμενους, αλλά ανατέθηκε στην αναιρεσείουσα να την προσδιορίσει κατά δικαία κρίση, γ) η τελευταία δεν καθόρισε την ανώτερη τιμή της αγοράς του γάλακτος με δίκαιη κρίση και προκειμένου εν γνώσει της να προκαλέσει βλάβη στους αναιρεσιβλήτους συμμετείχε σε συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες σχετικά με τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς, και την κατανομή πηγών εφοδιασμού του αγελαδινού γάλακτος και έτσι προσδιόρισε την τιμή αγοράς του γάλακτος σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα που δεν αντιστοιχούσαν σ’ αυτά που θα διαμορφώνονταν αν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού και δ) οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται για το ως άνω χρονικό διάστημα τη διαφορά της καταβληθείσας σ’ αυτούς τιμής κατά μέσο όρο ανά κιλό γάλακτος με την εύλογη τιμή την οποία καθορίζει το δικαστήριο στο ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό και συνεπώς δικαιούνται αποζημίωσης για την σε βάρος τους αδικοπραξία.

Κατόπιν τούτων, οι περί του αντιθέτου προαναφερόμενοι πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού σκέψεις εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 2α του Ν. 703/1977.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007). Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με τις συγκεκριμένες παραδοχές του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί ως προς το θέμα της ύπαρξης μεταξύ αυτής και της εταιρείας "...

Α.Ε." οικονομικής ενότητας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 10/2012, ΑΠ 131/2015).

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 89/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα νομίμως εκ μέρους του ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Ειδικότερα, στις παραδεκτά επισκοπούμενες έγγραφες προτάσεις, που ο αναιρεσείων κατέθεσε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "...

Οι αντίδικοι εντελώς καταχρηστικά ασκούν την εν λόγω αγωγή τους, η οποία αντίκειται στους κανόνες της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών, του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους λόγους: α) διότι όπως αναφέραμε και παραπάνω, οι ενάγοντες καθ’ όλη τη διάρκεια της εξαετούς συνεργασίας μας ουδέποτε και με κανέναν τρόπο διαμαρτυρήθηκαν προς την εταιρεία μας για το οτιδήποτε, ούτε βέβαια και για την τιμή την οποία τους αποδίδαμε για το γάλα με το οποίο μας προμήθευαν.

Είναι λοιπόν καταχρηστική η συμπεριφορά τους η οποία εκφράζεται μέσω της κρινόμενης αγωγής, αφού ουδέποτε οι ίδιοι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους μας παραπονέθηκαν ή διαμαρτυρήθηκαν για τις τιμές αγοράς του γάλακτος, ούτε προφορικά ούτε εγγράφως. Οι τιμές τις οποίες όπως αναφέραμε και ανωτέρω δεν καθορίζαμε μονομερώς αλλά προέκυπταν βάσει ορισμένων προϋποθέσεων, ήταν σύννομες και σύμφωνες με τις οδηγίες της Ελληνικής Νομοθεσίας, αλλά και σύμφωνες πάντα με αυτές που ο Ε.Λ.

Ο.Γ. καθόριζε για την τιμή του αγελαδινού γάλακτος μηνιαίως για όλη την Ελλάδα. Αν συγκρίνουμε λοιπόν ή αν ρωτήσουμε τους ενάγοντες για τις τιμές που αυτοί έπαιρναν από τις άλλες βιομηχανίες γάλακτος πριν και μετά την συνεργασία μας, θα προκύψει ότι η εταιρεία μας τους απέδιδε τις υψηλότερες τιμές αγοράς, λόγος για τον οποίο άλλωστε μόνοι τους προσήλθαν και αποζήτησαν τη συνεργασία.

Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο Σας και ο χρόνος άσκησης της κρινομένης αγωγής. Δηλαδή, η "καταχρηστικότητα" προκύπτει αβίαστα, από το ότι οι ίδιοι ενώ θα έπρεπε άμεσα μετά τη λύση της μεταξύ μας συνεργασίας και της αποχώρησης από την εταιρεία μας, να ασκήσουν τα δικαιώματα τους, αυτοί άσκησαν την υπό κρίση αγωγή μετά την παρέλευση τριετίας, εφόσον συνεργάστηκαν και με άλλες γαλακτοβιομηχανίες μετά την αποχώρησή τους από τη δική μας, αλλά κύρια λαμβάνοντας ερέθισμα από την απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού που αφορά τη σύμπραξη "καρτέλ" κάποιων άλλων γαλακτοβιομηχανιών, με την εκ των οποίων και δη την ...

Α.Ε. επιχειρούν μάταια να μας συσχετίσουν.

Συνεπώς, η ως άνω αγωγή πρέπει να απορριφθεί και ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, αντιβαίνουσα στα όσα είχαμε συμφωνήσει, αλλά και αντιβαίνουσα στη συνήθη πρακτική πορεία των μέχρι και σήμερα πραγμάτων...". Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ήταν νόμιμος, διότι τα άνω επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του με την αγωγή ασκηθέντος δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, προεχόντως δε διότι δεν συντρέχει το στοιχείο της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ’ ουσίαν τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τον συγκροτούν. Κατά συνέπεια ο ανωτέρω (τέταρτος) λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα αντίγραφα των καταστατικών τόσο της ίδιας όσο και της εταιρείας με την επωνυμία "Γαλακτοβιομηχανία ...

Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "...". Όμως, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο απόφασης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

O από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όχι όμως και όταν τούτο με εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά το άρθρου 562 § 1 του ιδίου Κώδικα.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη δέχθηκε ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Γαλακτοβιομηχανία ... Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "..." εξαγοράστηκε από την αναιρεσείουσα και ότι η τελευταία είναι μητρική της εταιρεία, χωρίς απόδειξη, ως εκ του ότι από τα αναφερόμενα στο συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο και μνημονευόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύονταν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε σχετικά το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των άνω πραγμάτων κρίση της πληττόμενης απόφασης. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ