Legislator Case Law & Legislation
1354/2014 AI generated

1354/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1354/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1354/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής, κυριότητας ακινήτου, αγωγής, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφό της, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, των οποίων η συνδρομή είναι αναγκαία, κατά το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, για τη γέννηση ή μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας στο πρόσωπο του ενάγοντος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1354 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Απόφαση 1354 / 2014 (Γ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1354/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Φ. - Ά. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτρη Σαραφιανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3811/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1761/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 12/3/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 19/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς το νόμο βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔικ, ενώ ο αναιρετικός λόγος διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται επί ουσιαστικής έρευνας της διαφοράς.

Περαιτέρω επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής, κυριότητας ακινήτου, αγωγής, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφό της, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, των οποίων η συνδρομή είναι αναγκαία, κατά το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, για τη γέννηση ή μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας στο πρόσωπο του ενάγοντος.

Αν το δικαίωμα περιήλθε στον ενάγοντα κατά τρόπο παράγωγο, δηλαδή με μεταβίβαση εν ζωή ή αιτία θανάτου, αρκεί η παράθεση στην αγωγή των μεταβιβαστικών, της κυριότητας, περιστατικών. Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, οφείλει ο τελευταίος, συμπληρώνοντας, παραδεκτός, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης την αγωγή του, να αναφέρει περιστατικά που επάγονται την κτήση της κυριότητας, κατά πρωτότυπο τρόπο, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του αμέσου ή απωτέρου.

Ακόμη ο ενάγων οφείλει να περιγράψει το επίδικο ακίνητο, εκθέτοντας με λεπτομέρεια τη θέση, την έκταση, την ιδιότητά του ως οικοπέδου, αγρού κλπ, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, η δε περιγραφή μπορεί να γίνει και με παραπομπή σε προσαρτημένο στο αγωγικό δικόγραφο τοπογραφικό διάγραμμα.

Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικουμένου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο. Στην προκειμένη περίπτωση με τις υπό στοιχεία I έως V αιτιάσεις της αναιρέσεως, από τους 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι εσφαλμένα η αγωγή κρίθηκε ορισμένη, αφού δεν καθοριζόταν στο δικόγραφό της ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους φερομένους ως δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, καθώς και τα περιστατικά εκείνα, που συγκροτούν, στο πρόσωπο αυτής και των δικαιοπαρόχων της, την συνδρομή όλων των αναγκαίων όρων για τη θεμελίωσή της χρησικτησίας και για τη προσμέτρηση στο χρόνο χρησικτησίας της ενάγουσας του, τυχόν, χρόνου χρησικτησίας των φερομένων ως δικαιοπαρόχων της.

Επίσης ότι στην αγωγή δεν προσδιοριζόταν η ακριβής θέση των επιδίκων τμημάτων, σε σχέση με τη θέση και τα όρια της ευρύτερης έκτασης, από την οποία φέρεται ότι αυτά προέρχονται. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής και των προτάσεων των διαδίκων στα δικαστήρια της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), τα επίδικα ακίνητα περιγράφονται κατά τρόπο σαφή ως προς τη θέση και τα όριά τους, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους.

Ειδικότερα αναφέρονται τα όρια του όλου ακινήτου των 17.200 τμ, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι αγρός, που ανήκει κατά κυριότητα στην ενάγουσα, στον οποίο περιλαμβάνονται τα τρία, επαρκώς ως προς τα όριά τους, περιγραφόμενα επίδικα τμήματα των 7500 τμ 1250 τμ και 4000 τμ, που μετά το 1960 δασώθηκαν, ενώ στην αγωγή ήταν ενσωματωμένο και το από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ.

Κ., όταν εμφαίνονται τα επίδικα τμήματα και τα όρια τους. Επίσης αναφέρεται επαρκώς στην αγωγή με ποιο τρόπο η ενάγουσα, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί της απέκτησαν την κυριότητα του όλου ενιαίου αγρού της στον οποίο περιλαμβάνονται και τα επίδικα, προ σαράντα και πλέον πριν από την άσκηση της αγωγής ετών, ενώ μετά την αμφισβήτηση από το εναγόμενο της κυριότητας των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, η τελευταία παραδεκτά, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔικ, με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης και συγκεκριμένα με την προσθήκη τους, Συμπλήρωσε την αγωγή με την αναφορά ότι ο δικαιοπάροχός της Σ.

Κ. είχε αγοράσει, πριν από εβδομήντα και πλέον χρόνια, όλα τα λαχίδια "εδαφικά τμήματα" που ήταν αγροί που συνενώθηκαν και αποτέλεσαν την ενιαία, από εβδομήντα και πλέον ετών, έκταση των 17200 τμ, στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα. Ενόψει τούτων, ορθά, με την προσβαλλομένη απόφαση, η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και δεν αρκέστηκε αυτή ούτε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της αναγνωριστικής της κυριότητάς ακινήτου αγωγής, τα οποία και κατά το πραγματικό τους μέρος, επαρκώς προσδιοριζόντουσαν στην αγωγή και γι αυτό οι ερευνώμενες από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, υπό στοιχ.

Iα, II, III, IV και Vα αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ περαιτέρω δεν στοιχειοθετούνται οι περιεχόμενες στις υπό στοιχ. Iα και II αιτιάσεις και από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. β του ίδιου άρθρου πλημμέλειες, περί μη λήψεως υπόψη των προαναφερθέντων περί αοριστίας ισχυρισμών, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση και απορρίφθηκαν.

Περαιτέρω η υπό στοιχ. VΒ αιτίαση, κατά την οποία και με την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ το Εφετείο, κατά παραβίαση των επικαλουμένων διατάξεων του ΒΡΔ, δέχθηκε ότι έλαβε χώρα υπεισέλευση στην κληρονομιά, χωρίς να αναφέρει τις υλικές πράξεις, που φανερώνουν τη βούληση για την απόκτηση της κληρονομιάς, είναι αβάσιμη, γιατί στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρονται οι πράξεις νομής που διενεργήθηκαν στα επίδικα διανοία κληρονόμου δια αναμείξεως, ενώ επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι και η υπό στοιχ.

IΒ αιτίαση, κατά την οποία και με την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ το Εφετείο δεν αιτιολογεί την κρίση του περί παραδεκτής συμπλήρωσης του ορισμένου της αγωγής περιοριζόμενη στην αναφορά των 34 εγγράφων "όπου περιλαμβάνονται τίτλοι ιδιοκτησίας και πιστοποιητικά μεταγραφής αυτών" καθόσον η στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης πλημμέλειας απαιτεί ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, αλλά και γιατί στηρίζεται, στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η επίμαχη παραδοχή, αφορά στο ορισμένο της αγωγής, ενώ αυτή αφορά στα προς απόδειξη της αγωγής προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.

Επειδή από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 " περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτοκόλλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κων/λεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 " περί διακρίσεως κτημάτων" προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταληφθεί από τους (αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατεχόνταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.

Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητά του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κων/λεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης Τούρκικης κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παρεχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κων/λεως.

Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.2.1946), σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41.3), 3 και 5 παρ. 1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ. 7 και 4 παρ. 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι της 11.9.1915, όπως αυτό προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 " περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", πλην όμως προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1913, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις. Εξάλλου από το άρθρο 65 του ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι αν η έκτακτη χρησικτησία άρχισε πριν από τον ΑΚ και συμπληρώνεται υπό το καθεστώς του, από την έναρξη ισχύος του ΑΚ εφαρμόζονται οι διατάξεις του, οπότε απαιτείται εικοσαετής χρόνος νομής από τις 23.2.1946.

Στην περίπτωση αυτή, η καλή πίστη για την έκτακτη χρησικτησία απαιτείται να υπάρχει μέχρι την έναρξη ισχύος του ΑΚ. Αν η έκτακτη χρησικτησία άρχισε και συμπληρώνεται πριν από τον ΑΚ, εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις του παλαιού δικαίου τριακονταετία και καλή πίστη.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011).

Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή είναι αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, οι παραπάνω λόγοι, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως, θα απορριφθούν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ ως απαράδεκτοι γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ' αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως προς την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης επί τριών εδαφικών τμημάτων εκτάσεως 2850, 1250 και 4000 τ.μ, που αποτελούν τμήματα μεγαλυτέρου ακινήτου εκτάσεως 17200 τ.μ, που αποκτήθηκαν με παράγωγο τρόπο άλλως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στη θέση "Πάτημα Χατζησταύρου" Βαρυμπόμπης της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών Αττικής βρίσκεται έκταση 17200,85 τ.μ, η οποία εμφαίνεται με τα στοιχεία Α1-Α2-Α3-Α4-Α1 στο από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ.

Κ. και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά μήκους 89,85 μέτρων με την οδό Τατοΐου ... Εντός της άνω έκτασης βρίσκονται τα τρία επίδικα εδαφικά τμήματα. Το πρώτο από αυτά, με στοιχείο I εμβαδού 2.850 τ.μ, εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα ... Το δεύτερο τμήμα, με στοιχείο II, εμβαδού 1250 τ.μ ... Το τρίτο επίδικο τμήμα, με στοιχείο III, εμβαδού 4000 τ.μ ...

Τα παραπάνω επίδικα τμήματα περιήλθαν στην κυριότητα της ενάγουσας ως ακολούθως: Με το υπ' αριθμ. .../29.1.1964 συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Γεωργίου Κωστόπουλου, μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και με αριθμό 366 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, η ενάγουσα αγόρασε από κοινού με τον πατέρα της Γ.

Β. του Π. και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, από την Α. χήρα Σ. Κ., θυγατρός Ι. και Σ. Κ., το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο (αγρός), εμβαδού 17.163 τ.μ., που εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 1963 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Κ. Λ., προσαρτώμενο στο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα.

Στην ανωτέρω δικαιοπάροχο Α. χήρα Σ. Κ. είχε περιέλθει ο αγρός αυτός από κληρονομία του αποβιώσαντος συζύγου της Σ. Κ. του Κ., στις 7-4-1961, δυνάμει της από 7-2-1957 μυστικής διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 27-4-1961, με το υπ' αριθμ. 2892 πρακτικό του, σε συνδυασμό με την ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, γενομένη με την υπ' αριθμ. .../21-8-1961 δήλωση αποποίησης της θυγατέρας του κληρονομουμένου Μ.

Σ. Λ. και της υπ' αριθμ. .../21-8-1961 πράξης αναγνώρισης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Τσιχριτζή, με την οποία, οι άλλες δύο (2) θυγατέρες του κληρονομουμένου Σ. Κ., Σ. συζ. Κ. Α. και Γ. συζ. Λ. Δ. ανεγνώρισαν την ως άνω διαθήκη, ως έγκυρη, ισχυρή και απρόσβλητη. Η Α. χήρα Σ. Κ. αποδέχθηκε την κληρονομιά του Σ. Κ. με την υπ' αριθμ..../28-11-1963 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κωστόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..., με αριθμό 426 των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών Αττικής, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. .../27-1-1964 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..., με αριθμό 365 των αυτών ως άνω βιβλίων Μεταγραφών.

Μετά τη γενομένη αγορά από την ενάγουσα και τον πατέρα της του ως άνω αναφερομένου και περιγραφομένου αγρού, ο υιός της αποποιηθείσας την κληρονομιά του Σ. Κ., Μ. συζ. Σ. Λ., Κ. Σ. Λ., με την υπ' αριθμ. 111/1965 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης της Α. χήρας Σ. Κ., κατά της υπ' αριθμ. 1573/1964 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε συγκληρονόμος μετά της Α.

χήρας Σ. Κ., ως άνω πωλήτριας του εν λόγω αγρού, κατά ποσοστό ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου, ως εγγονός του Σ. Κ. και συγκύριος επί του ως άνω αγρού κατά ποσοστό ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου. Την κληρονομιά του εκ μητρός παππού του αποδέχθηκε ο Κ. Σ. Λ., με την υπ' αριθμ. .../1966 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Τσιχριτζή, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...

με αριθμό 490 των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. .../1966 πράξη του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά βιβλία Μεταγραφών. Στο συγκύριο, κατά ποσοστό ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου Κ. Σ. Λ., ανήλικο τότε, μετά την υπ' αριθμ. 1525/1966 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε κατά την έκταση του περιγραφομένου σ' αυτή ακινήτου, με την υπ' αριθμ. 25594/1966 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, επετράπη η εκποίηση του κληρονομικού του μεριδίου από τον παππού του Σ.

Κ.. Έτσι, αυτός πώλησε και μεταβίβασε με το υπ' αριθμ. .../25-1-1967 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ευγενίου Κωστόπουλου, που νόμιμα μεταγράφηκε στον τόμο ... με αριθμό 388 των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών Αττικής στην ενάγουσα και τον πατέρα της το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου, κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Με το υπ' αριθμ. .../1970 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικολάου Επαμεινώνδα Σαρλή, που νόμιμα μεταγράφηκε στον τόμο ..., με αριθμό 253, ο Γ. Π. Β. πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα το ανήκον σ' αυτόν ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου του ως άνω αγρού και, έτσι, η ενάγουσα κατέστη κυρία, νομέας και κάτοχος ολοκλήρου του άνω αναφερομένου και περιγραφομένου αγρού.

Στο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Σ. Κ. Κ. είχε περιέλθει ολόκληρος ο αγρός αυτός, ως ακολούθως: Με το υπ' αριθμ. .../1937 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Βασιλείου Αποστολάκη, που νόμιμα μεταγράφηκε στον τόμο ..., με αριθμό 74 των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Αχαρνών Αττικής, ο Σ.

Κ. Κ. αγόρασε από την ανήλικη Σ. θυγατέρα Κ. Χ., νόμιμα εκπροσωπούμενη, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας έναν αγρό έκτασης τεσσάρων (4) στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "Πάτημα Χ." της Κτηματικής Περιφερείας της Κοινότητας Αχαρνών Αττικής του τέως Δήμου Αχαρνών Αττικής και οριζόμενο ανατολικά με οδό Κηφισίας επί προσόψεως 19 μέτρων, δυτικά με οδό Αθηνών-Τατοΐου επί προσόψεως 19 μέτρων, βόρεια με κληρονόμους Ι.

Φ. και νότια με κληρονόμους Σ. Χ.. Στην πωλήτρια Σ. Κ. Χ. είχε περιέλθει ο άνω αγρός από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος εκ μητρός παππού της Χ. Γ. Χ., πατρός της προαποβιωσάσης αυτού μητρός της, Σ. συζ. Κ. Χ.. Η εκποίηση του ανωτέρω αγρού επετράπη στην ανήλικη πωλήτρια με την υπ' αριθμ. 4692/1937 απόφαση των Δικαστηρίων των εν Αθήναις Πρωτοδικών.

Στο Χ. Γ. Χ. και στις αδελφές του Α. χήρα Ι. Φ., Ε. χήρα Χ. Κ., το γένος αμφοτέρων Γ. Χ., καθώς και στη μητέρα τους Μ. χήρα Γ. Χ., το γένος Α. Φ., είχε περιέλθει αγρός αυτός σε μεγαλύτερη έκταση συγκείμενη από το 1/3 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος με την τοπωνυμία "Πάτημα Χ.", ως εξής: Αφενός, μεν, στο Χ. Γ. Χ.: α) Από κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το έτος 1872 πατέρα του, Γ.

Χ. και του οποίου την κληρονομία είχε αποδεχθεί και αναμιχθεί και επί του ως άνω αγρού, β) Από δωρεά εν ζωή από τη μητέρα του Μ. χήρα Γ. Χ., το γένος Α. Φ., δυνάμει του με αριθμό .../2-11-1897 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Μπάρδη, νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο ..., με αριθμό 101, των βιβλίων Μεταγραφών του τέως Δήμου Αχαρνών και Φυλής.

Με το παραπάνω συμβόλαιο δόθηκε και μετεβιβάσθηκε ένας αγρός, έκτασης 2.000 στρεμμάτων, κειμένου στη θέση "Πάτημα" ή "Κατοντίστεζα" της περιφερείας του χωρίου Μενιδίου του Δήμου Αχαρνών Αττικής, συνορευομένου ανατολικά με σύνορο Τατοΐου (Δεκέλειας), δυτικά με όριο ή σύνοδο "Κιμπεζί", βόρεια με σύνορο Τατοΐου (Δεκέλειας) και νότια με θέση "Ντζιράνθη", γ) Από ανταλλαγή κτημάτων, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8-3-1898 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδου, νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία των Μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών, γενομένης της ανταλλαγής αυτής μεταξύ αφενός του Βασιλέως Γεωργίου του Α', ο οποίος δίδει και παραχωρεί με το συμβόλαιο αυτό στο άλλο μέρος των συμβαλλομένων ένα μέρος εκ 1.000 περίπου στρεμμάτων από το κτήμα του, το καλούμενο "Μπάφι", το οποίο περιήλθε σ' αυτόν από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του παραχωρητηρίου νόμου ΦΗΘ της 17-2-1877, κείμενο στη θέση "Αδάμαις" και οριζόμενο δυτικά με ρέμα Αγίου Αθανασίου, νότια με κτήμα "Αδάμαις", ιδιοκτησίας Ι.

Κ. Γ. και με Κηφισό ποταμό μέχρι της λιθόκτιστης γέφυρας Μαυροειδή και Ανατολικά και βόρεια με τη δημόσια οδό Κηφισίας - Τατοΐου από της ανωτέρω γέφυρας μέχρι της γέφυρας του ανωτέρω ρέματος Αγίου Αθανασίου και αφετέρου: α) Των τριών προαναφερθέντων τέκνων και κληρονόμων του Γ. Χ. και της Μ. χήρας Γ. Χ., το γένος Α.

Φ. και συγκεκριμένα την Α. χήρα Ι. Φ., το Χ. Γ. Χ. και την Ε. χήρα Χ. Κ., β) των τέκνων και κληρονόμων του υιού αυτού Α. Δ. ή Μ. Χ., ο οποίος απεβίωσε το 1898, ήτοι προ της ανωτέρω ανταλλαγής των κτημάτων και γ) των τέκνων και κληρονόμων του Σ. ή Σ. Γ. Χ., οι οποίοι δίδουν και παραχωρούν με το πιο πάνω συμβόλαιο, σε αντάλλαγμα, στο Βασιλέα Γεώργιο τον Α' "ένα μέρος" από το κτήμα τους, που κείται στη θέση "Πάτημα Χ." ή "Ντζιράνθη" 1.000 στρέμματα έκταση, όπως αναφέρεται ρητά στο ανωτέρω συμβόλαιο, το οποίο συνορεύει προς νότο με τη δημόσια οδό Κηφισίας-Τατοΐου και με οδό αποτελούμενη από την ένωση της οδού αυτής με την οδό Δεκελείας-Τατοΐου, βορειοανατολικά με κτήμα "Τατοΐου" και ρέμα Αγίου Αθανασίου και νοτιοδυτικά με την (παλαιά) οδό Χαλκίδος.

Στους ανωτέρω δικαιοπαρόχουςς γονείς του Χ. Γ. Χ. και της Α. Φ., ήτοι στη μητέρα του πρώτου Μ. χήρα Γ. Χ., το γένος Α. Φ. και στον πατέρα της δεύτερης Γ. Χ., η καταληφθείσα περιουσία είχε περιέλθει: Στη Μ. Γ. Χ.: α) Από αγορά από το σύζυγο της Γ. Χ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../17-11-1869 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Κονδύλη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό 35 των βιβλίων Μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών, β) Από κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1872 χωρίς διαθήκη συζύγου της Γ.

Χ., την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε δι' αναμείξεως σ' αυτή και γ) Από αγορά από τον Α. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-3-1872 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Ανδρουλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό 23 των αυτών ως άνω βιβλίων Μεταγραφών, στον οποίο Α. Π. είχε περιέλθει από αγορά από το Γ.

Χ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1-12-1866 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Ανδρουλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό 100 των αυτών ως άνω βιβλίων Μεταγραφών. Στο Γ. Χ. το 1/3 εξ αδιαιρέτου του όλου αγροκτήματος "Πάτημα Χ." είχε περιέλθει: α) Από κληρονομιά, την οποία αποδέχθηκε δι' αναμείξεως του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη προ του έτους 1844, πατρός του Γ.

Χ., κληρονομηθέντος από κοινού από τον προαναφερόμενο Γ. Χ., τα δύο αδέλφια του Δ. ή Μ. Χ. και Σ. ή Σ. Γ. Χ., ως και της μητέρας τους Μ. χήρας Γ. Χ., ο οποίος το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς μέχρι το θάνατο του, β) Από ανταλλαγή των κτημάτων, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../15-10-1844 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Πιτάρη, το οποίο δεν μεταγράφηκε, καθόσον συντάχθηκε προ του νόμου μεταγραφών το έτος 1856, η οποία ανταλλαγή έγινε μεταξύ των ανωτέρω και του Σ.

Α. Σ., ο οποίος δίδει και παραχωρεί με το συμβόλαιο αυτό στο άλλο μέρος των συμβαλλομένων ένα μέρος από 1.000 στρέμματα από το κτήμα του "Λιόπεσι", στη θέση "Ντζιράνθη", το οποίο περιήλθε σ' αυτόν από αγορά από το Γ. Λ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19-5-1842 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Πιτάρη, κείμενο στη θέση "Ντζιράνθη" και οριζόμενο δυτικά με ιδιόκτητα της οικογένειας Χ., νότια με το κτήμα "Αδάμαις" και το Μονομάτι, ανατολικά με τη Μονή Μπάφι και βόρεια με ιδιοκτησία του Σ.

Σ. και αφετέρου των τριών αδελφών Χ., ήτοι του Γ., του Δ. ή Μ. και του Σ. ή Σ. Γ. Χ., ως και της μητέρας τους Μ. Χ., οι οποίοι δίδουν και παραχωρούν με το άνω συμβόλαιο, σε αντάλλαγμα στον Σ. Α. Σ. τετρακόσια (400) στρέμματα, κείμενα στη θέση "Κατοντίστεζα" και οριζόμενα δυτικά με (παλαιά) δημόσια οδό Χαλκίδος, νότια με ιδιόκτητα οικογένειας Χ., ανατολικά και βόρεια με ιδιοκτησία του Σ.

Σ. και γ) Από κληρονομιά, την οποία αποδέχθηκε, δι' αναμείξεως της αποβιωσάσης χωρίς διαθήκη το έτος 1844 μητέρας του Μ. χήρας Γ. Χ., η οποία κληρονομήθηκε από κοινού από το Γ. Χ. και τα δύο αδέλφια του Δ. ή Μ. Χ. και Σ. ή Σ. Γ. Χ. και η οποία το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το θάνατο της. Στο δικαιοπάροχο του Γ.

Χ. και της μητέρας του Μ. Χ. ανήκε κατά κυριότητα,( νομή και κατοχή, προ του έτους 1844, που νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ολόκληρο το αγρόκτημα υπό την τοπωνυμία "Κατοντίστεζα" ή "Ντζιράνθη", που εκτεινόταν από βορείως κειμένη θέση "Κατοντίστεζα" μέχρι τη νοτίως κειμένη θέση "Ντζιράνθη" της κτηματικής περιφερείας του χωρίου Μενιδίου του Δήμου Αχαρνών Αττικής και συνόρευε ανατολικώς εν μέρει με το κτήμα "Λιόπεσι" και το ρέμα του Αγίου Αθανασίου, εν μέρει με το κτήμα "Μπάφι" και τη θέση "Αδάμαις" και εν μέρει με το κτήμα "Λιόπεσι" και τη θέση "Ντζιράνθη", δυτικά εν μέρει με το "Πάτημα Κιμπεζή" και εν μέρει με την οδό Αθηνών-Τατοΐου, βόρεια με το κτήμα "Λιόπεσι" και τη θέση "Κατοντίστιζα" και νότια με το Μονομάτι και τον Κηφισό ποταμό. 2) Με το υπ' αριθμ. .../6-4-1938 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικολάου Αποστολάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..., με αριθμό 138 των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, ο Σ.

Κ. αγόρασε από τον Ε. Σ. Ν. έναν αγρό εκτάσεως 4 στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "Πάτημα Χ." της περιφερείας της Κοινότητας Αχαρνών Αττικής, συνορευομένου ανατολικά με δρόμο Κηφισίας-Τατοΐου, δυτικά με δρόμο Τατοΐου, βόρεια με έκταση αγοραστή Σ. Κ. και νότια με κληρονόμους Σ. Γ.. Στον πωλητή Ε. Ν. είχε περιέλθει από αδιατίμητη προίκα με το υπ' αριθμ. .../22-4-1923 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κ.

Αθανασιάδου, που νόμιμα είχε μεταγραφεί στον τόμο ..., με αριθμό 170, στα βιβλία Μεταγραφών του τέως Δήμου Αχαρνών, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. 6186/1937 απόφαση εκποίησης του Πρωτοδικείου Αθηνών. 3) Με το υπ' αριθμ. .../25-1-1939 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικολάου Βασιλείου Αποστολάκη, που έχει μεταγραφεί στον τόμο ..., με αριθμό 124, ο Σ.

Κ. Κ. απέκτησε από το Χρήστο Ι. Φ. με ανταλλαγή δύο αγρούς, κείμενους στη θέση "Πάτημα Χ." της περιφέρειας της κοινότητας Αχαρνών Αττικής, από τους οποίους ο ένας αγρός είναι έκτασης ενός και ημίσεως στρεμμάτων, οριζομένου ανατολικά με οδό Αθηνών-Τατοΐου, δυτικά με παλαιά οδό Χαλκίδας, βόρεια και νότια με αγρούς του Σ.

Κ. και ο έτερος αγρός είναι έκτασης ενός στρέμματος, οριζόμενος ανατολικά με οδό Κηφισίας-Τατοΐου, δυτικά με οδό Αθηνών-Τατοΐου, βόρεια με ιδιοκτησία εταιρίας "ΕΒΓΑ" και νότια με ιδιοκτησία Σ. Κ.. Οι ως άνω αγροί είχαν περιέλθει στο Χ. Ι. Φ. από κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος πατρός του Ι. Γ. Φ., που νεμόταν και κατείχε αυτούς με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο. 4) Με το υπ' αριθμ. .../29-5-1940 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικολάου Βασιλείου Αποστολάκη, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στον τόμο ..., με αριθμό 292 των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, ο Σ.

Κ. Κ. αγόρασε κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τον Ι. Χ. Σ. δύο (2) αγρούς, που βρίσκονται στη θέση "Πάτημα Χ." ή Βαρυμπόμπη, της περιφερείας της Κοινότητας Αχαρνών Αττικής, από τους οποίους ο ένας αγρός είναι έκτασης ημίσεως (1/2) στρέμματος, οριζόμενος ανατολικά με οδό Αθηνών-Τατοΐου, δυτικά με παλαιά οδό Χαλκίδας, βόρεια με ιδιοκτησία του αγοραστή Σ.

Κ. και νότια με κληρονόμους Ν. και Ε. Μ. και ο έτερος αγρός είναι έκτασης ενός τετάρτου (1/4) του στρέμματος, οριζόμενος ανατολικά με την οδό Κηφισίας-Τατοΐου, δυτικά με την οδό Αθηνών-Τατοΐου, βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Κ. και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Νίκα. Στον πωλητή Ι. Χ. Σ. οι ανωτέρω πωληθέντες αγροί είχαν περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Χ.

Σ. Σ., του οποίου την κληρονομιά είχε αποδεχθεί αυτός και αναμιχθεί σε αυτή. 5) Με το υπ' αριθμ..../2-8-1949 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικολάου Βασιλείου Αποστολάκη, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό 248 των βιβλίων Μεταγραφών του τέως Δήμου Αχαρνών και Φυλής, ο Σ. Κ. Κ. αγόρασε από την Α.

σύζυγο Χ. Σ., το γένος Σ. Σ., έναν αγρό, έκτασης έξι (6) στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, κείμενο στη θέση "Πάτημα Χ." της περιφερείας του Δήμου Αχαρνών, διαιρούμενο από τη διερχόμενη μέσω αυτού δημόσια οδό Αθηνών-Τατοΐου σε δύο (2) ίσα περίπου τμήματα, εκ των οποίων το προς Ανατολάς ορίζεται ανατολικά με την οδό Κηφισίας, επί προσώπου 13 μέτρων, δυτικά με την οδό Αθηνών-Τατοΐου, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.

Γ. και νότια με ιδιοκτησία Ι. Λ.. Στην πωλήτρια Α. συζ. Χ. Σ. είχε περιέλθει από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος πατρός της Σ. Σ. και κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ αυτής και των λοιπών συγκυρίων, κατέχουσα και νεμομένη τον ως άνω αγρό καλή τη πίστει και διανοία κυρίου πλέον της τεσσαρακονταετίας.

Στον πατέρα της Σ. Σ. είχε περιέλθει, δυνάμει του ως άνω υπ' αριθμ. .../1898 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών, στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό 112 και 6) Με το υπ' αριθμ. .../27-3-1952 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικολάου Βασιλείου Απστολάκη, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στον τόμο ..., με αριθμό 1149 των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, ο Σ.

Κ. Κ. αγόρασε από τους Σ. Ι. Γ., Θ. Ι. Γ., Φ. συζ. Ι. Κ., το γένος Ι. Γ., Μ. χήρα Δ. Γ., το γένος Ι. Θ., ενεργούσα ως πληρεξούσια του υιού της, Ι. Δ. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../16-11-1950 πληρεξουσίου εγγράφου του πιο πάνω Συμβολαιογράφου και ως νόμιμη επίτροπος των ανηλίκων και ορφανών πατρός τέκνων της, Π. Δ. Γ., Ν. Δ. Γ. και Α.

Δ. Γ., έναν αγρό έκτασης έξι και ημίσεως (6 1/2) στρεμμάτων πλέον ή έλαττον ή όσης έκτασης είναι, κειμένου στη θέση "Πάτημα Χ." ή "Πάτημα Γ." της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Αχαρνών Αττικής και συνορευομένου ανατολικά με οδό Κηφισίας, δυτικά με παλαιά οδό Χαλκίδας, βόρεια με ιδιοκτησία αγοραστή Σ. Κ. κατά ένα μέρος από της οδού Τατοΐου μέχρι της οδού Κηφισίας και κατά ένα μέρος με κληρονόμους Χ.

από της οδού Τατοΐου μέχρι της παλαιάς οδού Χαλκίδας και νότια με ιδιοκτησία αγοραστή Σ. Κ. Κ.. Ο εν λόγω αγρός διαχωρίζεται σε δύο άνισα τμήματα, με τη διερχόμενη στα ως άνω τμήματα οδό Αθηνών-Τατοΐου. Στους ως άνω πωλητές είχε περιέλθει στους τρείς πρώτους ομού και κατ' ισομοιρία στον καθένα, κατά τα τρία τέταρτα (3/4) εξ αδιαιρέτου και στους τέσσερεις τελευταίους, που εκπροσωπήθηκαν από τη Μ Δ.

Γ., τέκνα αυτής, κατά το υπόλοιπο ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου στην κληρονομιά του κατά το έτος 1944 αποβιώσαντος εξ αδιαθέτου πατρός των τριών πρώτων και πάππου των τεσσάρων τελευταίων Ι. Γ. Γ., ως τέκνων των τριών πρώτων του αποβιώσαντος, ως κληρονόμοι και τέκνα του προαποβιώσαντος πατρός τους Δ. Ι. Γ., υιού του άνω αποβιώσαντος Ι.

Γ. Γ.. Η ανωτέρω πώληση επετράπη για τους τρεις (3) τελευταίους ανηλίκους τότε, με την υπ' αριθμ. 2526/1952 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Τα παραπάνω αγορασθέντα αγροτεμάχια, που αγόρασε ο Σ. Κ., απετέλεσαν τον ανωτέρω περιγραφόμενο ενιαίο αγρό, 17.200 τ.μ., τμήματα του οποίου είναι τα επίδικα.

Πρέπει να σημειωθεί, εδώ, ότι μετά την ανταλλαγή κτημάτων, που έλαβε χώρα με το υπ' αριθμ. .../1898 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδη, οι κληρονόμοι των τριών (3) αδελφών Χ., ήτοι του Γ., του Δ. ή Μ. και του Σ. ή Σ. Γ., της Μ. χήρας Γ. Χ., το γένος Α. Φ., ως και οι κληρονόμοι του Α. Δ. ή Μ. Χ. (ο οποίος απεβίωσε το έτος 1896), ήτοι προ της ανωτέρω ανταλλαγής, οι οποίοι ήταν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του συγκροτήματος "Πάτημα Χ.", διένειμαν μεταξύ τους ολόκληρο το ανωτέρω αγρόκτημα, προφορικά και άτυπα, διαχωρίσαντες τούτο κατά πλάτος, σε "Λαχίδια αγρών", έκαστο των οποίων είχε πλάτος 38 μέτρων ή το ήμισυ (1/2) αυτού, ήτοι πλάτος 19 μέτρων ή και το τέταρτο (1/4) αυτού, ήτοι πλάτος 9,5 μέτρων και μήκος "όσον και αν είναι", ήτοι μήκος, όσον ήταν το πλάτος του αγροκτήματος "Πάτημα Χ." στο σημείο του εκάστοτε λαχιδίου αγρού.

Η ανωτέρω κτηματική διανομή πραγματοποιήθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε έκαστος εκ των αναφερθέντων ανωτέρω κληρονόμων, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων κληρονόμων, να έχει λαχίδια αγρών σε κάθε σημείο του αγροκτήματος "Πάτημα Χ.", έλαβε, δε, έκαστος εξ αυτών, λαχίδια αγρών, συνολικής έκτασης όση η έκταση η αντιστοιχούσα στην εξ αδιαιρέτου μερίδα του επί ολοκλήρου του διανεμηθέντος αγροκτήματος "Πάτημα Χ.", αλλά και συγκεκριμένη και διαιρετή ιδιοκτησία.

Συνεπεία της ανωτέρω διανομής, περιήλθαν στους, εκ των ανωτέρω κληρονόμων, απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας διάφορα λαχίδια αγρών, μεταξύ των οποίων και το πωληθέν και μεταβιβασθέν από το Χ. Γ. Χ. προς τον ως άνω δικαιοπάροχο της Σ. Κ. Κ. αγρόκτημα. Τα ανωτέρω για τα λαχίδια αγρών αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 9300/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη και αφορά τους ίδιους απώτερους δικαιοπαρόχους στα επίδικα τμήματα και τις εκτάσεις επί ομοίας αγωγής των Ν.

Κ. και λοιπών, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς επίσης και στην από 25-5-1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού ΕΜΠ Α. Α., η οποία διετάχθη με την υπ'αριθμ. 3464/11-12-1987 απόφαση του Πολ/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, στην ως άνω αγωγή των Ν. Κ. και λοιπών κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Στην από 10-11-2004 τεχνική έκθεση του Τοπογράφου και Αγρονόμου Μηχανικού ΕΜΠ Α.

Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, αναφέρεται ότι, το εν θέματι ακίνητο, όπως αυτό απεικονίζεται με τα περιμετρικά στοιχεία (Α1-Α2-Α3-Α4-Α1), εμβαδού 17.200 τ.μ., στο από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Τεχνολόγου Τοπογράφου Μηχανικού Χ. Κ., περιλαμβάνεται εντός της περιμέτρου του μείζονος αγροδασοκτήματος υπό τον τίτλο "Βαρυμπόμπη", στην επί μέρους ειδική θέση "Πάτημα Χ." ή "Γ.", το οποίο ανεγνωρίσθη ως ιδιωτικό, δυνάμει της υπ' αριθμ. 9846/18-4-1914 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας.

Το εν λόγω ακίνητο, το οποίο αποτελείτο από έξι (6) επί μέρους συνεχόμενες αγροτικές εδαφικές λωρίδες, οι οποίες κατά την περίοδο (1937-1952) συνενώθηκαν σ' ένα ενιαίο αγροτικό ακίνητο, υπό του απωτάτου δικαιοπαρόχου της σημερινής ιδιοκτήτριας Σ. Κ., τουλάχιστον από το έτος 1898 (που έγινε η διανομή των αγρών του αγροδασοκτήματος σε λαχίδια υπό των αρχικών τριών συγκυριών του) είχε τη μορφή αγροτικής έκτασης, καλλιεργούμενης με δημητριακά, οπωροφόρα και καρποφόρα δένδρα, για τους εξής αληθείς και πραγματικούς λόγους:

α) Διότι το έδαφος του ακινήτου είναι βαθύ, εύφορο και έχει μικρή κλίση (μέχρι 2%), δηλαδή είναι επίπεδο, β) Διότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των σημερινών ιδιοκτητών του ακινήτου, οι οποίοι πώλησαν τα αγροτικά τους λαχίδια στο Σ. Κ., κατάγονται όλοι από τους τρεις αρχικούς συγκυρίους του κτήματος Ι.

Α. Μ., Α. Α. Μ. και Δ. Χ., οι οποίοι με το υπ' αριθμ. .../13-7-1888 συμβόλαιο διένειμαν τους εντός του αγροδασοκτήματος αγρούς σε λαχίδια, δηλαδή σε αγροτικές εδαφικές λωρίδες, τα οποία κληρονομήθηκαν από τους ως άνω κληρονόμους, που τα μεταβίβασαν στο Σ. Κ., 3) Διότι από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1960, διαπιστώθηκε, ότι ολόκληρο το ακίνητο είχε τη μορφή αγρού καλλιεργημένου με δημητριακά προϊόντα και με οπωροφόρα και καρποφόρα δέντρα και 4) Διότι και σήμερα στο ακίνητο, το οποίο τελεί σε μακρά αγρανάπαυση, υπάρχουν οπωροφόρα και καρποφόρα δένδρα και ίχνη παλαιάς αγροτικής καλλιέργειας.

Στο υπ' αριθμ. πρωτ. 9846/18-4-1914 έγγραφο του τότε Υπουργού Εθνικής Οικονομίας προς το Δασάρχη Αττικής, αναφέρεται ότι: "Εις απάντησιν του υπ' αριθμ. 3502 (1912) από 11 Μαρτίου ε.ε αναφοράς σας, γνωρίζομεν ότι λαμβάνοντας υπ' όψιν την αναφοράν του αρχιφύλακος δασών Ι. Ε., ως και τας ληφθείσας μαρτυρικός καταθέσεις και λοιπά έγγραφα, επείσθημεν ότι το Δημόσιον ουδέν δικαίωμα δύναται να εξασκήσει επί του εν λόγω δάσους "Πάτημα Χ.

ή Γ." και παραγγέλομεν, όπως θεωρήτε τούτο ως ιδιόκτητον ανήκον τοις κληρονόμοις Χ. Δ. Ρ., Χ.Σ. Χ., κ.λπ. ανακοινούντες αυτοίς την παρούσαν διαταγήν ημών".

Πρέπει να αναφερθεί ακόμη εδώ, ότι επί ομοίας αγωγής των Ν. Κ., Μ. θυγατρός Θ. Κ., Α. χήρας Φ. Μ. και Ε. χήρας Γ. Κ., το γένος Θ. Κ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αφορούσε τμήματα διασωθέντος αγρού της αυτής θέσης, όπου και τα επίδικα τμήματα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9300/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1789/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου και έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα κυριότητας επί μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου στη θέση "Πάτημα Χ." Βαρυμπόμπης της περιφερείας του Δήμου Αχαρνών Αττικής και ότι αυτό ανήκε αρχικά στον Γ.

Χ., ο οποίος απεβίωσε πριν το έτος 1844 και κληρονομήθηκε από κοινού από το Γ. Χ., το Δ. ή Μ. Χ. και το Σ. ή Σ. Γ. Χ., κατά ποσοστό ένα τρίτο (1/3) εξ αδιαιρέτου εις έκαστον, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτού, αναμιχθέντες σ' αυτή και νεμήθηκαν έκτοτε με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο συνεχώς και αδιαλείπτως τη μεγαλύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα, αλλά και μετά από ανταλλαγή κτημάτων, που έγινε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../15-10-1844 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Πιτάρη, μη μεταγραφέντος, καθόσον συντάχθηκε προ του Νόμου περί μεταγραφών, ήτοι προ του έτους 1856, η οποία ανταλλαγή έγινε μεταξύ αφενός μεν του Σ.

Α. Σ., ο οποίος παραχωρεί στο άλλο μέρος των συμβαλλομένων ένα μέρος από 1.000 στρέμματα από το κτήμα "Λιόπεσι-Μαχώνια", το οποίο περιήλθε σ' αυτόν από αγορά από Γ. Λ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19-5-1842 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Πιτάρη,κείμενο στη θέση "Ντζιράνθη" και στο οριζόμενο δυτικά με ιδιόκτητα της οικογένειας Χ., νότια με το κτήμα "Αδάμαις" και το Μονομάτι, ανατολικά με τη Μονή Μπάφι και βόρεια με ιδικτησία του Σ.

Σ., αφετέρου, δε των τριών αδελφών Χ., ήτοι του Γ., του Δ. ή Μ. και του Σ. ή Σ.υ Γ., ως και της μητέρας τους Μ. Χ., οι οποίοι παραχωρούν με το άνω συμβόλαιο, σε αντάλλαγμα στο Σ. Α. Σ. 400 περίπου στρέμματα, κείμενα στη θέση "Κατοντίστεζα" και οριζόμενα δυτικά με (παλαιά) δημόσια οδό Χαλκίδας, νότια με ιδιόκτητα οικογένειας Χ., ανατολικά και βόρεια με ιδιοκτησία του Σ.

Σ.. Στη συνέχεια, νεμήθηκαν οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι των άνω τριών αδελφών, όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο Γ. Χ. και τα ως άνω τρία αδέλφια τυγχάνουν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι και των επιδίκων τμημάτων. Η παραπάνω μεγαλύτερη έκταση, όπου περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα, με βάση τα προαναφερόμενα στα συμβολαιογραφικά έγγραφα (όρια, τοπωνύμια, δρόμοι, γέφυρα-ρέμα Αγίου Αθανασίου), εμφαίνεται σε χάρτη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, που συνετάγη κατά τα έτη 1878-1890 από τον Α.

Kaurett, και ήταν ανέκαθεν αγροί και όχι δασική έκταση. Στη με ημερομηνία 25-5-1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών πραγματογνώμονα Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Ε.Μ.Π., Α. Α., με το συνοδεύοντα αυτή χάρτη, που συνέταξε ο Α. Kaurert, κατά το χρονικό διάστημα 1878-1890, το από Μαρτίου 1998 τοπογραφικό χωροθετικό διάγραμμα και τον από Απριλίου 1998 τοπογραφικό χάρτη του αυτού πραγματογνώμονα, η οποία πραγματογνωμοσύνη διεξήχθη, κατόπιν της υπ' αριθμ. 3464/1987 πράξης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στην ως άνω δίκη επί αγωγής των Ν.

Κ. και λοιπών κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί ομοίας αγωγής επί του αυτού κτήματος "Πάτημα Χ." του Δήμου Αχαρνών Αττικής, εμφαίνεται, ότι στον τοπογραφικό χάρτη Kauert, ο ανωτέρω πραγματογνώμων είχε τοποθετήσει υπόμνημα, με το οποίο προσδιορίζει τις εκτάσεις του μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου "Πάτημα Χ.", στο οποίο περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα, βάσει των τίτλων ιδιοκτησίας και των γενομένων ανταλλαγών κτημάτων και ήταν ανέκαθεν αγρός καλλιεργούμενος γεωργικώς.

Η ενάγουσα άσκησε κατά της υπ' αριθμ. 1279/29-8-2000 πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πάρνηθας, με την οποία τα επίδικα εδαφικά τμήματα χαρακτηρίσθηκαν ως διακατεχόμενη δημόσια δασική έκταση, τις υπ' αριθμ. πρωτ. 1539/5-12-2000 αντιρρήσεις της ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ανατολικής Αττικής.

Επί των αντιρρήσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 20/2005 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, στην οποία αναφέρεται ότι τα επίδικα τμήματα σύμφωνα με την προσβαλλόμενη πράξη χαρακτηρισμού, όπως αυτά εμφαίνονται στο προσαρτόμενο στην απόφαση αυτή απόσπασμα πινακίδας Γ.Υ.Σ., είναι οι εκτάσεις με στοιχεία (Ι) εμβαδού 2850 στρεμμάτων, (ΙΙ) εμβαδού 1.250 στρεμμάτων και (III) εμβαδού 4.000 στρεμμάτων, ήτοι συνολικού εμβαδού 8.100 στρεμμάτων, κατ' ορθή εμβαδομέτρηση αντί 9.700 στρεμμάτων, που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 3321/2001 έγγραφο του Δασάρχη Πάρνηθας.

Όπως προέκυψε και από την αυτοψία, εντός του επιδίκου τμήματος υπό στοιχείο (I) φύονται 5 περίπου άτομα χαλεπίου πεύκης χωρίς υπόροφη βλάστηση, στο υπό στοιχείο (II) φύονται 15 περίπου άτομα χαλεπίου πεύκης, χωρίς υπόροφη βλάστηση και στο υπό στοιχείο (III) υπάρχει δάσος χαλεπίου πεύκης, ερχόμενο σε συνέχεια ομοίας έκτασης από Βορρά.

Από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1938, 1945, 1960, 1978, 1983, 1987 και 1992, το τμήμα υπό στοιχείο (Ι), εμβαδού 2.850 στρεμμάτων "αποτελούσε αγροτική έκταση, περιβαλλόμενη από ευρύτερες αγροτικές εκτάσεις, αφού τα ελάχιστα αραιώς φυόμενα δένδρα χαλεπίου πεύκης, τα οποία υφίστανται και σήμερα, δεν μπορούν να μεταβάλλουν τον αγροτικό χαρακτήρα του παραπάνω τμήματος.

Περαιτέρω, "το τμήμα υπό στοιχείο II, εμβαδού 1.250 στρεμμάτων, στις αεροφωτογραφίες των ετών 1938, 1945 και 1960, αποτελούσε αγροτική έκταση με κάποια διάσπαρτα αραιώς φυόμενα δένδρα χαλεπίου πεύκης". Στη συνέχεια, όμως και συγκεκριμένα στις αεροφωτογραφίες των ετών 1978, 1983, 1987 και 1992 απέκτησε δασική βλάστηση, σε ποσοστό άνω του 30%".

Το τμήμα υπό στοιχείο (III) εμβαδού 4,000 στρεμμάτων φαίνεται να καλύπτεται διαχρονικά από δάσος χαλεπίου πεύκης, με υπόροφη βλάστηση αειφύλλων πλατύφυλλων σε ποσοστό άνω του 40%, ερχόμενο σε συνέχεια προς βορρά με δάσος χαλεπίου πεύκης. Κατόπιν αυτών, δέχθηκε εν μέρει τις αντιρρήσεις της ενάγουσας κατά της υπ' αριθμ. 1279/29-8-2000 Πράξης Χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πάρνηθας και την ακύρωσε εν μέρει και χαρακτήρισε ως αγροτικό το τμήμα της επίδικης έκτασης υπό στοιχείο (Ι), εμβαδού 2.850 στρεμμάτων.

Στην υπ' αριθμ. 59/2005 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Αθηνών, αναφέρεται ότι: "Από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών ετών λήψεως 1937, 1945, 1962, 1978 και 1989 και την επιτόπια θεώρηση της επίδικης έκτασης από τα μέλη της Επιτροπής, θεωρούμε ότι ορθώς η Α' ΕΕΔΑ Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής ακύρωσε εν μέρει την 1279/29-8-2000 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πάρνηθας, για το τμήμα (Ι), εμβαδού 2.850 στρεμ., διότι η έκταση αυτή είναι μη δασική διαχρονικά σε όλες τις αεροφωτογραφίες από το 1938 μέχρι σήμερα, περιβαλλόμενη από ευρύτερες αγροτικές εκτάσεις, αφού τα αραιώς φυόμενα άτομα χαλεπίου πεύκης, τα οποία υφίστανται και σήμερα, δεν μπορούν να μεταβάλλουν τον αγροτικό χαρακτήρα του παραπάνω τμήματος.

Τα επίδικα τμήματα (II) και (III), που αναφέρονται στο ίδιο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, τα έτη 1938, 1945 και 1960 αποτελούσαν αγροτικές εκτάσεις με κάποια διάσπαρτα δένδρα χαλεπίου πεύκης, στη συνέχεια, όμως, εγκαταλείφθηκαν και απέκτησαν δασική βλάστηση, σε ποσοστό πάνω από 40%, όπως εμφανίζονται στις αεροφωτογραφίες ετών λήψεως 1978, 1983, 1987 και 1992 και κατά την αυτοψία διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για εκτάσεις, που εφάπτονται με δάση χαλεπίου πεύκης, έχουν αποκτήσει παρόμοια σύνθεση βλαστήσεως και αποτελούν ενιαία οργανική ενότητα με τα όμορα δάση και χαρακτηρίζονται ως δάση της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3208/2003.

Οι εκτάσεις αυτές (II) και (III) εμπίπτουν στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 12 του ν. 320/2003". Στη συνέχεια, η ως άνω Επιτροπή απέρριψε την προσφυγή της ενάγουσας για τα επίδικα τμήματα (II) και (III) εμβαδού 1,250 στρεμμάτων και 4,000 στρεμ. και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 20/2005 απόφαση της Α/θμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων για την επίδικη έκταση 2,850 στρεμ., η οποία χαρακτηρίσθηκε ως αγροτική.

Όμως, όπως προαναφέρθηκε, τα επίδικα τμήματα (II) και (III) αποτελούσαν αγροτικές εκτάσεις, που μετά το έτος 1960 απέκτησαν δασική βλάστηση.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα και οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι της νεμήθηκαν ολόκληρη την ευρύτερη έκταση των 17.200 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα, συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την πεποίθηση, ότι δεν προσβάλουν εμπράγματα δικαιώματα τρίτων επ' αυτών και στην προκειμένη περίπτωση του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και ανεξάρτητα από την καλή πίστη μετά τις 23-2-1946, συνολικά, δε, από το έτος 1844 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα, τα επίδικα τμήματα ήταν αγροί, που οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας επέβλεπαν, οριοθετούσαν, περιέφραξαν και καλλιεργούσαν μέχρι το έτος 1960, όπως με βεβαιότητα κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας, που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ι. Δ.. Στη συνέχεια, οι δικαιοπάροχοι της και η ενάγουσα συνέχισαν να επιβλέπουν και οριοθετούν τα επίδικα, χωρίς, όμως, να καλλιεργούν αυτά, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να φυτρώνουν άτομα χαλεπίου πεύκης. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, Μ. Κ., η οποία κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι τα πεύκα, που βρίσκονται στα επίδικα τμήματα είναι ηλικίας 40 έως 50 ετών.

Δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τους ως άνω χρόνους, νεμήθηκε δια των οργάνων του τα επίδικα τμήματα, ούτε ότι άσκησε πράξεις νομής επ' αυτών, η, δε, έκδοση απαγορευτικών διατάξεων, η υποβολή μηνύσεων και η κήρυξη τμημάτων ως αναδασωτέων, δεν συνιστούν πράξεις δηλωτικές της βούλησης του Ελληνικού Δημοσίου, να έχει αυτά ως κύριος.

Το Ελληνικό Δημόσιο, με το δεύτερο λόγο της έφεσης του, ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς νόμιμη αιτιολογία και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, των σχετικών διατάξεων του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, του άρθρου 21 του νόμου της 21-6/10-7-1937 "περί διακρίσεως κτημάτων", του Ν. ΔΞΗ'/1912 και του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 Ν.Δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", δέχθηκε ότι η εφεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοι της νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1844 έως την άσκηση της αγωγής, καθώς και ότι κατέστη η ενάγουσα και, ήδη, εφεσίβλητη κυρία των, περιγραφομένων στην εκκαλουμένη, επιδίκων εδαφικών τμημάτων, ενώ, έπρεπε να δεχθεί, ότι οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητου, δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο και ότι, επομένως, ούτε η εφεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου είτε με παράγωγο είτε με πρωτότυπο τρόπο, άλλως ότι τυχόν πράξεις νομής, κατά το κρίσιμο νομικά χρονικό διάστημα (1885-1915), ασκήθηκαν στο επίδικο δίχως καλή πίστη, αφού η εφεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοι της γνώριζαν ότι το επίδικο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.

Ακόμη, το Ελληνικό Δημόσιο με τον τέταρτο λόγο της έφεσης του ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και, ειδικότερα, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, των από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, του από 3/12-12-1833 Β.Δ.

και του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως των κτημάτων", απέρριψε την ένσταση του περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο, ως αβάσιμη, ενώ, έπρεπε να δεχθεί ότι το επίδικο ανήκε παλιά σε Οθωμανούς και το κατέλαβε στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας και το δήμευσε, άλλως ότι εγκαταλήφθηκε απ' αυτούς, άλλως ότι ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και το δήμευσε το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και των από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ότι περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου βάσει των άρθρων 1, 2 και 3 του από 17/29-11-1836 Β.Δ. (νόμου) "περί ιδιωτικών δασών", ως δάσος, άλλως ως δασική έκταση, άλλως ότι περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει του άρθρου 1 του από 3/15-12-1833 Β.Δ. (ΦΕΚ 40/1833), που είχε ισχύ νόμου, ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως ότι περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, γιατί το νεμόταν ανέκαθεν και εξακολουθεί να το νέμεται με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο συνεχώς και αδιαλείπτως από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα, άλλως ότι περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτο, βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων".

Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, σε συνδυασμό με όσα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν ανωτέρω, οι ισχυρισμοί του εναγομένου Δημοσίου ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα τούτου ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 6/7-7-1830 και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του 1832 άλλως ότι ήταν δασική και δεν τηρήθηκε η διαδικασία, που προβλεπόταν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29-11-1836 Β.Δ., άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος, δυνάμει του από 3/12-12-1833 Β.Δ., άλλως ως αδέσποτο, βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 Β.Δ.

άλλως με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, καθώς κατέλαβε και εξακολουθεί να έχει τη νομή αυτού με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, αφού δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι τα ευρισκόμενα στην Αττική Οθωμανικά κτήματα, δεν περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833, με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών (βλ ΑΠ 1018/2007 ΝοΒ 55 2436), ενώ εξάλλου κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25-5-1827 έως 31-3-1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παρεχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων απ' αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά, δε, ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν, ακολούθως, με το από 21-1/3-2-1830 πρωτόκολλο ανεξαρτησίας της Ελλάδας και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (βλ ΕΑ 4153/07 ΝοΒ 55.2073".Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις περί παραγώγου και πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητας επί ακινήτου του ισχύοντος και προϊσχύσαντος δικαίου, ενώ η επίκληση των επικαλουμένων και αναφερομένων στη νομική σκέψη Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, ως προς τη διαδοχή του αναιρεσείοντος στα κτήματα του Οθωμανικού Δημοσίου ή στα εγκαταλειφθέντα από τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με θέσπισμα του Σουλτάνου του 1829 η κυριότητα των κατεχομένων από τους Αθηναίους (Έλληνες και Οθωμανούς) εδαφών παραχωρήθηκε σ' αυτούς, πράγμα το οποίο στη συνεχεία αναγνωρίστηκε με το προαναφερθέν Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας και τη Συνθήκη της Κων/λεως.

Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, αφού διέλαβε σ' αυτήν (απόφαση) χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα οποία ήταν ικανά να προσπορίσουν στην ενάγουσα- αναιρεσίβλητη την κυριότητα των επιδίκων, με παράγωγο τρόπο και δη αδιάλειπτη σειρά μεταβιβαστικών τίτλων από το 1964 μέχρι το 1842, αλλά και με τακτική, καθώς και έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος και προϊσχύσαντος δικαίου.

Ενόψει τούτων οι υποστηρίζουσες τα αντίθετα υπό στοιχεία V1, VII, VIII και IX και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Περαιτέρω η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια, με την υπό στοιχ. VI αιτίαση, κατά την οποία κατά παραβίαση των παραπάνω Πρωτοκόλλων και Συνθήκης το Εφετείο δέχθηκε ότι αρχικοί (απώτατοι) δικαιοπάροχοι της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης ήταν, με επικαλούμενους τίτλους, ο Γ.

Λ. και η Μ. χα Γ. Χ., καθόσον κατά τους χρόνους αυτούς το μεγαλύτερο ακίνητο, στο οποίο περιέχονται και τα επίδικα ανήκε σύμφωνα με τα εν λόγω Πρωτόκολλα και Συνθήκης στο αναιρεσείον Δημόσιο είναι απαράδεκτη, καθόσον υπό την επίφαση της παραβιάσεως των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 632/2013, ΑΠ 309/2012) διατάξεων, πλήττει, την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί των εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Εξάλλου η πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης ως προς τις αποδεικνύουσες τις περί πρωτοτύπου τρόπου αποκτήσεως κυριότητας βάσεις της αγωγής, δεν απαιτεί τον ημερολογιακό προσδιορισμό των πράξεων νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ούτε των επί μέρους πράξεων που ο κάθε δικαιοπάροχος διενέργησε μέσα στο χρόνο αυτό (ΑΠ 1454/2013, ΑΠ 847/2013, ΑΠ 92/2013), αλλά ούτε και η ιδιαίτερη αναφορά στο πρόσωπο του καθενός από τους δικαιοπαρόχους αυτούς του στοιχείου της καλής πίστης ( για τον χρόνο που αυτή χρειαζόταν) και ενόψει τούτων οι οικείες πλημμέλειες της υπό στοιχ.

VII (α και β) αιτίασης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ η επικαλούμενη αντίφαση στην υπό στοιχ. VIII, αιτίαση κατά την οποία ο απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Σ. Κ. δεν είχε συμπληρώσει τριακονταετή νομή, στο μείζον ακίνητο, πριν τις 11.9.1915, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι πρόκειται περί νομής σε δημόσιο κτήμα, ως προς το οποίο και μόνο απαιτείται η προϋπόθεση αυτή, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη.

Τέλος η περιεχόμενη πλημμέλεια στην υπό στοιχ. IX αιτίαση, κατά την οποία, κατά παραβίαση των περί νομής διιατάξεων των άρθρων 976, 981 και 983 ΑΚ, έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοι της, ασκούσαν στα επίδικα πράξεις νομής και μετά το 1960, που αυτά δασώθηκαν, καθόσον οι επικαλούμενες πράξεις νομής μετά το χρόνο αυτό, ήτοι οι εμβαδομετρήσεις και οριοθετήσεις δεν συνιστούν πράξεις νομής, είναι απαράδεκτη για τον ίδιο λόγο με εκείνο που αναφέρεται παραπάνω για την υπό στοιχείο VI αιτίαση.

Ενόψει των προεκτεθέντων οι υπό στοιχεία VI έως και IX αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν, όπως επίσης πρέπει να απορριφθεί και η υπό στοιχ. XIIΒ αιτίαση, κατά την οποία η παραδοχή της αποφάσεως, ότι τα επίδικα ακίνητα είναι ιδιωτικές αγροτικές εκτάσεις που μετά το 1960 δασώθηκε, αντιφάσκει με την παραδοχή ότι αυτά εμπίπτουν στην περίμετρο του μείζονος αγροδασοκτήματος "Βαρυμπόμπη" το οποίο αναγνωρίστηκε ως ιδιωτικό, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι δασικές εκτάσεις είναι μόνο δημόσιες και δεν μπορεί να είναι ιδιωτικές.

Επειδή κατά το άρθρο 2 του ΚΠολΔικ τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχή, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σε αυτά κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔικ ιδιωτικές διαφορές επιτρέπεται να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Τα τελευταία περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Έλεγχο δε της νομιμότητας συνιστά και η εξέταση της καθ' υπέρβαση εξουσίας εκδόσεως και της αντισυνταγματικότητας της διοικητικής πράξης, καθώς και η εξέταση της ύπαρξης ή μη αιτιολογίας, όταν επιβάλλεται ειδικώς από το νόμο ή από τη φύση της υποθέσεως.

Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την προσφυγή ή την αίτηση ακύρωσης ενώπιον του εκάστοτε αρμοδίου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό στοιχ. X αιτίαση της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων, οι από τις διατάξεις τω αριθμών 2 και 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλειες, κατά τις οποίες το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία του και έκρινε παρεμπιπτόντως το κύρος της υπ' αριθμ. 1279/29.8.2000 Πράξεως Χαρακτηρισμού του Δασάρχη της Πάρνηθας ως προς την οποία έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 59/2005 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Δασάρχη Πάρνηθας, με την οποία και κατά μερική ακύρωση της πράξεως αυτής, τα υπό στοιχεία II και III επίδικα ακίνητα χαρακτηρίζονται δασικά και ότι η κρίση αυτή μολονότι είναι απρόσβλητη και δεσμευτική, αφού η οικεία προθεσμία προσφυγής στο ΣΤΕ έχει παρέλθει δεν έγινε δεκτή από την προσβαλλομένη απόφαση που έκρινε ότι τα ακίνητα αυτά είναι αγροτικά.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος για την υποβολή του, γιατί όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως (φύλλα 22 και 23α) το Εφετείο δέχθηκε το πόρισμα της επίμαχης πράξεως χαρακτηρισμού, δηλαδή δέχθηκε ότι τα επίδικα υπό στοιχεία II και III ακίνητα είναι δασικά, που απέκτησαν τη μορφή αυτή μετά το 1960, καθόσον προγενέστερα, όπως ανέλεγκτα έχει γίνει δεκτό (180 φύλλο), αυτά ήταν αγροτικά.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί για έλλειψη εννόμου συμφέροντος και ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Επειδή από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, ανάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων, για το αποδεικτέο γεγονός, φράσεων αυτού, που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το είχε συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό στοιχείο XI αιτίαση της αναιρέσεως και υπό την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 59/2005 αποφάσεως της Α/θμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.

Ανατολικής Αττικής με το να παραλείψει την ανάγνωση κρισίμων φράσεων αναφορικά με τον χαρακτήρα των υπό στοιχείο II και III εδαφικών τμημάτων ως δασικών και προσέτι να δεχθεί διαφορετικά πράγματα από το ότι το έγγραφο αυτό παρέχει, ως προς τον εν λόγω χαρακτήρα επιδίκων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και κατά τις δύο αιτιάσεις του και ειδικότερα κατά την πρώτη γιατί από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το επίμαχο έγγραφο αναγνώσθηκε ως προς όλο το περιεχόμενό του και μάλιστα κατά το σκεπτικό του αντιγράφηκε στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά δε τη δεύτερη αιτίασή του γιατί ως προς τον χαρακτήρα των επιδίκων δέχεται το συμπέρασμα του εγγράφου αυτού, κατά το οποίο το υπό στοιχείο I ακίνητο είναι αγροτικό και τα υπό στοιχείο I και III δασικά, τα οποία από την εκτίμηση των λοιπών στοιχείων προέκυψε ότι απέκτησαν δασική βλάστηση από το 1960 και μετά, ενώ προγενέστερα ήταν αγροτικές εκτάσεις.

Τούτο ανεξάρτητα από το ότι ο χαρακτήρας των επιδίκων ως αγροτικών ή δασικών δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, της οποίας αντικείμενο ήταν η κυριότητα της εφεσίβλητης, η απόκτηση της οποίας δεν εμποδιζόταν από το αν τα επίδικα είχαν δασικό χαρακτήρα, αφού ανέλεγκτα έγινε δεκτό ότι η νομή των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας εξικνείται μέχρι το 1844.

Με την υπό στοιχείο XIIα αιτίαση και με την επίκληση της ίδιας διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. πρωτ. 9846/18.4.1914 εγγράφου του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, στο οποίο αναφέρεται ότι το μεγαλύτερο ακίνητο στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα είναι ιδιωτικό και έχει τη μορφή δάσους.

Από το προεκτεθέν, περιεχόμενό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου σωστά αναγνώσθηκε, παρατιθεμένου μάλιστα και του περιεχομένου του, το οποίο (περιεχόμενο) ως προς το ιδιοκτησιακό, ότι δηλαδή το ακίνητο είναι ιδιωτικό και ανήκει στους κληρονόμους Χ. κ.λπ. έγινε δεκτό, ενώ ως προς το χαρακτήρα του ακινήτου έγινε συνεκτίμηση του εγγράφου αυτού με τις λοιπές αποδείξεις και το Εφετείο ως προς τη μορφή των επιδίκων - εδαφικών τμημάτων δέχθηκε ότι το πρώτο από αυτά ήταν αγροτικό και τα δυο άλλα αγροτικά μέχρι το 1960, που έκτοτε διασώθηκαν.

Δηλαδή ως προς τη μορφή του επίδικου το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό αλλά το συνεκτίμησε ανεξάρτητα από το ότι, όπως προαναφέρθηκε έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης ασκούσε το ιδιοκτησιακό και όχι η μορφή του επιδίκου, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν εμπόδιζε την άσκηση νομής και την απόκτηση κυριότητας.

Ενόψει τούτων οι ερευνώμενες υπό στοιχεία XI και XII αιτιάσεις της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008), καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κλπ).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 87, 483, 1022/2013). Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό στοιχείο XIII αιτίαση της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το επαναφερθέν νόμιμα στο Εφετείο με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008) υπ' αριθμ.

πρωτ. 3950/9.1.2007 έγγραφο του Δασαρχείου Πάρνηθας και τη συνημμένη σ' αυτό έκθεση αντίκρουσης της δασολόγου Μ. Κ. κατά το οποίο το επικαλούμενο στην απόφαση υπ' αριθμ. .../1898 συμβόλαιο δεν περιέχει τις επίδικες εκτάσεις καθόσον "δεν κάνει μνεία περί αυτού, αλλά ούτε και αποκρούει το περιεχόμενό του". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαρτήτως των έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, ενώ κατά αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν χρειαζόταν ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει το αναιρεσείον.

Ενόψει τούτων και η αιτίαση αυτή, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.3.2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Φ. - Ά. θυγ. Γ. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1761/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ