Supreme Court allows appeal against land ownership decision regarding Ottoman-era public land expropriation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding land ownership. The appellant argued that the lower court failed to address aerial photography evidence contradicting its findings on Ottoman-era public land usage. The court found this omission fatal, ruling the lower court's reasoning incomplete and the appeal admissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 9 para. 2 of Law 1909/1939; Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure: When a lower court decision fails to address specific evidence submitted by the appellant that contradicts its premises, the appeal is admissible and the case must be remitted for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1354 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1354/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην ... το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παναγιώτα Παρασκευοπούλου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ συζ. Ζ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γουλιέλμο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12209/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 1551/2001 μη οριστική, 1493/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-12-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-1-2009 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγμένων μουσουλμάνων" επιτράπηκε μεν η με βασιλικά διατάγματα επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του β.δ/τος της 24-10/31-10-1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποι-ήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939" ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και εφεξής καταλαμβάνονται ως ανταλλάξιμα από την ΥΔΑΜΚ, πρέπει μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 5 αυτού οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιου-Λογιστικού στο, κατά το άρθρο 6 του από 29-9-1939 β.δ/τος "περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλ-λαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων", Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, επί απαιτήσεων κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας.
Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6), υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ' αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους.
Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η παραπάνω αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σχετική αγωγή, παραγράφονται ..... Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι με αυτές θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη παραγραφή, με βάση την οποία αποσβήνονται τα εμπράγματα δικαιώματα που προβάλλονται επί των ανταλλάξιμων κτημάτων, με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής αγωγής, η οποία (παραγραφή) αρχίζει, προκειμένου για τα κτήματα που καταλαμβάνονται από την ΥΔΑΜΚ ως ανταλλάξιμα, από την έναρξη της ισχύος του β.δ.
της 24-10/31-10-1940 και στο εξής από την, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 1 οριστικοποίηση του πρωτο-κόλλου κατάληψης σ' αυτόν στην πρώτη περίπτωση ή με την κοινοποίηση σ' αυτόν που υπέβαλε την αίτηση αναγνώρισης της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, στη δεύτερη περίπτωση. Όπως, δηλαδή, προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, στις αμέσως πιο πάνω περιπτώσεις αφετηρία του χρόνου της ετήσιας παραγραφής των επί των ανταλλάξιμων κτημάτων αξιώσεων αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία να προκύπτει από τις παρακάνω κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της παραγραφής, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου.
Οι προϋποθέσεις αυτές της έναρξης του χρόνου της ετήσιας παραγραφής δεν άλλαξαν με το ν.δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας η άλλου εμπράγματου δικαιώματος μέσα σε έξι μήνες από της ισχύος του, ούτε και με το ν.2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου, παρατάθηκε γία ένα ακόμη έτος από την έναρξη της ισχύος του ο χρόνος άσκησης της αγωγής και, στη συνέχεια, με το άρθρο μεν 15 παρ. 4 του ν.δ. 547/1970 για έξι μήνες, ενώ με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 357/1976 για άλλους έξι μήνες η έγερση της αγωγής αυτής, αφού, για να συμπληρωθεί ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής, που ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις.
Ειδικότερα, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης που χορηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία καθιερώθηκε από το άρθρο 3 του από 24-10-1940 β.δ/τος εξώδικη διαδικασία επίλυσης των διαφορών από τη διαχείριση των ανταλλάξιμων κτημάτων και τάχθηκε ετήσια προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω β.δ/τος στους προσφεύγοντες στα τακτικά δικαστήρια προς διεκδίκηση των τμημάτων αυτών να υποβάλλουν την κατά το άρθρο 6 του από 29-9-1939 β.δ/τος αίτηση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, οι απαγγελλόμενες όμως κυρώσεις της παραγραφής του περί διεκδίκησης δικαιώματος του αιτούντα και της κατάργησης της εκκρεμούς δίκης, σε περίπτωση παραμέλησης των πιο πάνω προθεσμιών, κείνται εκτός της εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε, για την οποία δεν χορηγείται στην εκτελεστική εξουσία τέτοιο δικαίωμα και στερούν το διάδικο οριστικά της προστασίας των τακτικών δικαστηρίων, η οποία ρητά επιφυλάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1909/1939 και, συνακόλουθα, δεν συνεπάγονται καμιά επιζήμια έννομη συνέπεια (ΑΠ 125/1965).
Το Εφετείο, επομένως, το οποίο, με τη 1551/2000 μεν εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αντιδίκου του αναγνώρισης της κυριότητάς της στο επίδικο ανταλλάξιμο κτήμα λόγω της άπρακτης παρέλευσης της εκούσιας προθεσμίας από την κοινοποίηση σ' αυτή της με αριθμό ΕΔΚ 6497, 6498/12-2-1986 απορριπτικής απόφασης του τμήματος ΔΑΠ της Εφορίας Δημόσιων Κτημάτων Θεσσαλονίκης άσκησης της αίτησης ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου του άρθρου 6 του από 29-9-1939 δ/τος, καθώς και της οριστικοποίησης του 1545/16-9-1985 πρωτοκόλλου κατάληψης της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία, ότι η διάταξη του άρθρου 3§1 γ' του β.δ/τος της 24-10/31-10-1940 με την οποία απαγγέλεται ως κύρωση, σε περίπτωση παραμέλησης της εκούσιας προθεσμίας για διοικητική αναγνώριση του προβαλλόμενου δικαιώματος ή για άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι ανίσχυρη, γιατί θεσπίστηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, εξαφα-νίζοντας της πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση, ακολούθως δε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την εν λόγω ένσταση με την ίδια πιο πάνω αιτιολογία, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων που τάχθηκαν με την προηγούμενη απόφασή του σε βάρος των διαδίκων, απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, ανεπίδεκτο ή εξαιρεμένο χρησικτησίας, επίσης, ως δημόσιο κτήμα, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της αντένστασης της αναιρεσίβλητης, περί διηνεκούς εξουσίασης του εν λόγω ακινήτου με καλλιέργειά του για δέκα τουλάχιστον χρόνια, χωρίς αμφισβήτηση πριν την 20-5-1917 από τους μακρινούς δικαιοπαρόχους της, που έτσι, με βάση το δ/μα 2468/1917 της προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, των άρθρων 49 και 50 του ν. 2052/1920 και του δ/τος της 11/12-11-1929, έγιναν κύριοι του ακινήτου αυτού, δέχθηκε δε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, παρ. 1 περίπτ.
γ' του β.δ/τος της 24-10/31-10-1940 και 9 παρ. 2 περίοδος 2 του α.ν., 1909/1939, γι' αυτό και ο αντίθετος σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 14/20051 με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 498/1970).
Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για τη θεμελίωση, εξάλλου, του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών περί του εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, με επίκληση, προς απόδειξη ή αντα-πόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 432 και 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι νόμιμα αποδεικτικά μέσα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι κι οι εξομοιούμενες με ιδιωτικά έγγραφα φωτογραφίες στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών εικόνων με μηχανικά μέσα, από τις οποίες μπορεί να συναχθούν περαιτέρω δικαστικά τεκμήρια.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της απόρριψης ως και κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένστασης του αναιρεσείοντος περί ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, -το οποίο, επίσης, είναι ανεπίδεκτο ή εξαιρεμένο χρησικτησίας ως δημόσιο κτήμα- και παραδοχής ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της αντένστασης της αναιρεσίβλητης περί του ότι οι φερόμενοι ως απώτεροι δικαιοπάροχοί της εξουσίαζαν συνεχώς και χωρίς καμία αμφισβήτηση το εν λόγω ακίνητο ως καλλιεργήσιμη δημόσια γαία επί μια δεκαετία πριν από τις 20-5-1917 και, ως εκ τούτου, νόμιμα έγιναν κύριοι του τελευταίου, ακολούθως δε, της παραδοχής ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τη με αριθμό Πρωτ.
ΔΔ 2895/8-10-2001 έκθεση ερμηνείας αεροφωτο-γραφιών της Διεύθυνσης Δασών Θεσσαλονίκης (Τμήμα δασικών χαρτογραφήσεων), σύμφωνα με την οποία, στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 δεν φέρει "το μείζον ακίνητο με ΑΚ 9684/4", στο οποίο εμπίπτει το επίδικο, κανένα κτίσμα και αποτελεί κοίτη και πρανές του χειμάρρου της ...
με υδροχαρή βλάστηση στην κοίτη και γυμνό πρανές", την οποία επικαλέστηκε το αναιρεσείον, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, ότι το επίδικο ακίνητο, κατά την κρίσιμη πριν από τις 20-5-1917 δεκαετία, ήταν ανεπίδεκτο οποιασδήποτε καλλιέργειας και, επομένως, δεν ανήκει στην κατηγορία των καλλιεργήσιμων δημόσιων λαών επί των οποίων ήταν δυνατή η κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης με την ανεπίληπτη επί μία συνεχή 10ετία πριν από τις 20-5-1917 εξουσίαση με καλλιέργεια, ως τέτοιο δε δεν εξουσιάστηκε ποτέ από τους φερόμενους ως δικαιο-παρόχους της αντιδίκου του ή από οποιουδήποτε άλλο, καλλιεργούμενο με σιτηρά.
Από μόνη όμως τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω δικανική του κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και "όλα τα έγγραφα που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων αντίγραφα των....... εισηγητικών εκθέσεων σε υποθέσεις για γειτονικά του επιδίκου ακίνητα, αντίγραφα των.....
αποφάσεων του Δικαστηρίου αυτού για όμοια ακίνητα τρίτων, αντίγραφο της από 29-10-1990 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Π, που είχε διενεργηθεί βάσει της 708/1987 πράξης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε υπόθεση ... κατά του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία (έγγραφα) χρησιμεύουν για άμεση απόδειξη ή εκτιμώντας ως δικαστικά τεκμήρια...", το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της τελευταίας, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την επίμαχη έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών.
Ειδικότερα, το Εφετείο, μολονότι δέχεται ότι "το επίδικο ακίνητο .... στην εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας αποτελούσε καλλιεργήσιμη δημόσια γαία της κυριότητας του Οθωμανικού Κράτους, που μαζί με ευρύτερη έκταση εδαφικής λωρίδας κειμένης μεταξύ των δύο κλάδων του χειμάρρου ... που ξαναενώνοντο και διερχόμενος δυτικά του 424 Στρατιωτικού Νοσοκομείου χυνόταν κοντά στο ..., είναι δε γνωστός ως χείμαρρος ....
Η ευρύτερη αυτή έκταση, μαζί με το επίδικο, εξουσιάστηκε συνεχώς για δέκα και πλέον χρόνια πριν την 20.5.1917 χωρίς αμφισβήτηση, καλλιεργούμενος με σιτάρι ή κριθάρι, από τους κατοίκους της ... ..., οι οποίοι, βάσει των διατάξεων του άρθρ 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (=1856), που διατηρήθηκε σε ισχύ στις "νέες χώρες" όπου κείται και το επίδικο με το άρθρ 2 παρ 4 του ν. 147/1914, καθώς και των άρθρ 2 του 2468/20.5.1917 διατάγματος της προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, 49 και 50 το ν. 2052/1920, απέκτησαν αυτοδικαίως πλήρες και αμετάκλητο δικαίωμα κυριότητας κατά τα 4/5 στο επίδικο, το υπόλοιπο δε 1/5 αυτού, που είχε παρακρατήσει κατά συγκυριότητα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθε στη συγκυριότητα των άνω ασκησάντων δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) και κατά τα 4/5 συγκυρίων αυτοδικαίως και χωρίς μεταγραφή από και δια της ισχύος των αρθρ. 101-104 του δ/τος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα αρθρ. 17 έως 19 του ν. 1540/1938.
Συνεπώς το Ελληνικό Δημόσιο, που δικαιώματι πολέμου και βάσει του άρθρου 60 της κυρωθείσας με το άρθρ 1 του νδ της 28.8.1923 συνθήκης της Λωζάνης, απέκτησε την κυριότητα στο επίδικο και την άνω ευρύτερη έκταση, με την ισχύ των παραπάνω αναφερθεισών διατάξεων (του ν. 2052/1920 και του δ/τος της 11/12.11.1929) απώλεσε την κυριότητα στο επίδικο, την οποία απέκτησαν οι προαναφερθέντες εξουσιαστές...", δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην απόφασή του για την προμνημονευόμενη έκθεση ερμηνείας αερο-φωτογραφιών της Δ/νσης Δασών Θεσσαλονίκης, όπως έπραξε και για άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι, υπό το εκτιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενό της, η εν λόγω έκθεση δεν συμπορεύεται με τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, αλλά αντίθετα αντιστρατεύεται τις τελευταίες. Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1493/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ