Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal to pay full statutory severance to long-serving employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Bank of Greece's appeal against a lower court ruling that ordered the bank to pay a significant severance bonus to a long-serving employee. The employee argued that as a private entity, the bank was not bound by public sector restrictions limiting severance payments for those retiring at age 65. The court held that the lower court correctly applied the law, finding the bank's contractual rules valid and the employee's claim for full statutory compensation without limits inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 lit. a) Law 3198/1955; Art. 559 para. 1 Civil Procedure Code: The court ruled that a private employer is not bound by the statutory severance provisions for public servants and may lawfully limit compensation based on its own contractual regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1354 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1354/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευάγγελο Γεωργόπουλο και Θεμιστοκλή Μερσίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1604/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 914/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 26-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του αρθ.559 ΚΠολΔ, συντελείται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου: (Α) Σύμφωνα με την διάταξη του αρθ.8 εδ. α' ν.3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του αρ.6 παρ.1 ν.2112/1920 ή του βδ της 16/18-7-1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν.2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η αποζημίωση δε αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθ. 5 παρ και 2 του ν. 3198/1955.
Σύμβαση εργασίας διεπομένη από συμβατικής ισχύος κανονισμό που προβλέπει την αποχώρηση του εργαζομένου με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας είναι καταρχήν σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν όμως με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί παράλληλα και περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση και εάν αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου.
Προϋπόθεση επίσης για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης αποτελεί και η συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού, η οποία πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, τέτοια δε συγκατάθεση μπορεί να παρασχεθεί εκ των προτέρων ή να συναχθεί από τον κανονισμό, με τον οποίο παραχωρείται στον μισθωτό δικαίωμα παραίτησης σε οποιοδήποτε χρόνο χωρίς να προβλέπεται ότι ο εργοδότης μπορεί να εναντιωθεί ή ν' αποδεχθεί μόνο με την τήρηση ορισμένης διαδικασίας την παραίτηση του υπαλλήλου από την εργασία του, αφού με την ρύθμιση αυτή δεσμεύεται ο εργοδότης να δέχεται την παραίτηση του υπαλλήλου και συνεπώς να παρέχει την συγκατάθεση του σ' αυτήν, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.
Περαιτέρω, με το εδάφιο β' του αυτού ως άνω άρθρου, όπως προστέθηκε με το αρθ.8παρ.4 ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το αρθ. 5 παρ.1 ν. 435/1976, ορίζεται, ότι μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπληρώσουν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ν' αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρούν είτε ν' απομακρύνονται από την εργασία από τον εργοδότη τους, ότι σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους ρου εργοδότη και ότι για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνομένους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των αρθ. 1-9ν. 3198/1955 καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ.
της 16)18-7-1920 πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. (Β) Ως προς το ανώτατο όριο αποζημίωσης, με το αρθ. 2παρ.2 α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κλπ., η από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλομένη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δρχ.
το ανώτατο δε αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά με το αρ. 1 ν.δ. 207/1974 σε 600.000 δρχ., με το αρ. 24 ν. 1082/1980 σε 1.000.000 δρχ., με το αρ. 24 ν. 1545/1985 σε 1.150.000 δρχ. και με το αρθ. 33 ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δρχ., ενώ με το αρθ. 1 παρ.1 και 2 ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλομένης αποζημίωσης στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, Τραπεζών κλπ.
Περαιτέρω από τις διατάξεις του αρ. 103παρ.7 και 8 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των αρ.9παρ.1 ν. 1232/1982, 1παρ.6ε ν. 1256/1982, 51ν. 189211990, 1 παρ., 2παρ.1 εδ. α'-ζ', 4 παρ 1 και 8 παρ 4 του καταστατικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος που κυρώθηκε με το ν. 342711927 και έχει ισχύ νόμου, η αναιρεσείουσα δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου στο σύνολο της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από την φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά τον κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση χρόνο, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου.
Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα αρ. 2παρ1 εδ. α'-ζ' και 4 παρ.1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από την σύσταση της και μεταγενέστερα και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, η Τράπεζα αυτή δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού προσώπου ιδιωτικού μεν δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς την διαχείριση του εξωτερικοί συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής που αποχωρεί από την υπηρεσία του δικαιούται την προβλεπομένη από τις διατάξεις του αρθ.8 εδ. α' και β' ν. 3198/1955, όπως το εδ β αντικαταστάθηκε με το αρ. 5παρ.1 ν. 435/1976, αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 2 παρ.2 και 3 α.ν.173/1967 και 2 ν.δ. 618/1970, όπως τροποποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ ΑΠ 1/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", επί αγωγής του τώρα αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής δέχθηκε με την προσβαλλομένη 914/2008 απόφαση του, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγομένη (αναίρεσείουσα) Τράπεζα της Ελλάδος την ...-7-1974 ως υπάλληλος αυτής εξελιχθείς βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη, ότι τα ζητήματα τα σχετικά με την υπηρεσιακή εξέλιξη του, τις αποδοχές και τα εργασιακά εν γένει δικαιώματα του ερρυθμίζοντο από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξης των υπαλλήλων καθώς και τον Γενικό Κανονισμό Κατάστασης των υπαλλήλων της Τράπεζας, οι οποίοι είχαν συμβατική ισχύ, ότι την 2-3-2006 ο ενάγων με την υπό την αυτή ημεροχρονολογία αίτηση του γνωστοποίησε στην εναγομένη την πρόθεση και θέληση του να παραιτηθεί, ότι η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την ...
πράξη του Διοικητή της εναγομένης και ο ενάγων διεγράφη από την δύναμη του προσωπικού της από 12-4-2006, ότι μέχρι την κατά τα ως άνω αποχώρηση του ο ενάγων είχε συμπληρώσει στην εναγομένη συνολικό χρόνο υπηρεσίας 31 ετών, 9 μηνών και 11 ημερών, είχε δηλ. πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα και οι τακτικές αποδοχές του τον τελευταίο μήνα απασχόλησης ανέρχονταν σε 2586,15 Ευρώ, ότι κατά την αποχώρηση του από την υπηρεσία της εναγομένης ο ενάγων έλαβε το ποσό των 15.000 Ευρώ ως ανώτατο όριο αποζημίωσης, το οποίο είχε καθορισθεί από την εναγομένη για τους αποχωρούντες υπαλλήλους της κατ' εφαρμογή του αρ.2 παρ.2 α.ν. 173/1967, ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει ολόκληρη την προβλεπομένη από τα άρθρα 8 εδ.α' ν.3198/1955 και 5 παρ.1 ν. 435/1976 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.2 και 3 α.ν.173/1967 και 1 παρ.1 και 2 ν.δ. 618/1970, αφού η εναγομένη Τράπεζα δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ότι ο ενάγων, ο οποίος ήταν επικουρικά ασφαλισμένος, κατά την λύση την λύση της εργασιακής του σχέσης τον Απρίλιο του 2006 ελάμβανε ως τακτικές μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 2586,15 Ευρώ, ότι κατά συνέπεια η οφειλομένη καταρχήν σ' αυτόν νόμιμη αποζημίωση ανέρχεται σε 74998,34 Ευρώ και ότι δικαιούται το 40% της αποζημίωσης αυτής, δηλ.
ποσό 29.999,33 Ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι ο ενάγων δικαιούται την διαφορά μεταξύ της ως άνω καταβλητέας, ποσού 29.999,33 Ευρώ, και καταβληθείσης, ποσού 15.000 Ευρώ, αποζημίωσης ανερχομένης σε 14.999,33 Ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι δύο λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και η αίτηση αυτή στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-6-2008 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 914/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ