Supreme Court dismisses appeal against insurance company but allows withdrawal against drivers due to lack of payment offer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the insurance company but allowed the appellants to withdraw their lawsuit against the two drivers. The court found the appeal against the insurer inadmissible because the lower court correctly applied mandatory insurance terms regarding drunk driving exclusions. Conversely, the withdrawal against the drivers was permitted because the appellants failed to offer to pay the required court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 296, 297, 573(1) and 495(1) of the Code of Civil Procedure; Withdrawal of appeal is valid via oral declaration without consent if costs are offered, whereas mandatory insurance terms regarding drunk driving are binding contract clauses excluding liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1354 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1354/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Τσώκου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Τσώκου και κατέθεσε προτάσεις, 3) Εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι αυτοί παραιτούνται από το δικόγραφο της από 11/4/2007 κρινόμενης αίτησης ως προς τους 1η και 2ο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
Ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι αυτοί δεν αποδέχονται τη δήλωση παραίτησης καθώς αυτή δεν συνοδεύεται με προσφορά καταβολής της δικαστικής δαπάνης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2003 αγωγή της 1ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, την από 31/3/2003 αγωγή του 2ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 14/5/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1464/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7446/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/4/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 6/2/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/1992), χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου.
Στην προκείμενη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, δήλωσε και η σχετική δήλωση καταχωρίστηκε στα πρακτικά ότι αυτοί παραιτούνται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της πρώτης και του δεύτερου από τους αναιρεσίβλητους (Ψ1, Ψ2).
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι αυτοί δεν αποδέχονται την παραίτηση, εφόσον αυτή δεν συνοδεύεται από την προσφορά των δικαστικών εξόδων. Ανεξάρτητα όμως από την αντίρρηση των αναιρεσιβλήτων η δήλωση παραίτησης, αφού είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις που μνημονεύονται στην αρχή της παραγράφου και μάλιστα ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα (.....
πληρεξούσιο της συμ/φου Πειραιώς Μαγδαληνής Σεφεριάδου - Βογιατζή) επέφερε τα αποτελέσματά της και πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα και να καταργηθεί η δίκη ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους. Για επιδίκαση δικαστικών εξόδων δεν μπορεί να γίνει λόγος στο πλαίσιο της καταργούμενης δίκης, και η εκκαθάριση αυτών θα γίνει κατά τη διαδικασία των άρθρων 679-681 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 192 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 1492/2002, ΑΠ 1602/2001).
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 24-8-2002 και γύρω στις 05.35 η ώρα, ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος Χ1, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ......
ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου πατέρα του Χ2, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη του οδηγού και του ιδιοκτήτη του από ζημιές που θα προκαλούσε με την κυκλοφορία του σε τρίτους στην εναγόμενη-παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητο και εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, έβαινε επί της αερογέφυρας .....
στο .... με κατεύθυνση από ..... προς Πειραιά, κινούμενο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ως άνω οδηγός, ο οποίος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού όπως διαπιστώθηκε από την Τροχαία με αλκοολόμετρο βρέθηκε να εκπνέει οινόπνευμα πάνω από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα και συγκεκριμένα βρέθηκε να εκπνέει 0,49 χιλιοστά του γραμμαρίου οινόπνευμα ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα, έβαινε χωρίς σύνεση και προσοχή με αυξημένη ταχύτητα που δεν του επέτρεπε να ασκεί τον έλεγχο ώστε να μπορεί να εκτελεί τους αναγκαίους προς αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς με συνέπεια να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, να παρεκκλίνει τούτο της πορείας του προς τα αριστερά, να κτυπήσει επί των προστατευτικών σιδερένιων μπαρών της αερογέφυρας και ακολούθως, πλαγιολισθαίνοντας προς τα δεξιά να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του στην αριστερή πλευρά της προπορευόμενης υπ' αριθμ κυκλοφορίας ....
δίκυκλης μοτοσυκλέττας της ιδιοκτησίας του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος Ψ2, την οποία οδηγούσε ο τελευταίος και στην οποία επέβαινε και η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα Ψ1 καθώς επίσης και ο ....., η οποία εκινείτο με μικρή ταχύτητα στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της αερογέφυρας ... στο ...., με κατεύθυνση από ....
προς Πειραιά, προπορευόμενη του αυτοκινήτου, να την συμπιέσει πάνω στις μεταλλικές μπάρες που υπήρχαν δεξιά της και να την παρασύρει στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν ο ενάγων και ήδη εκκαλών οδηγός της και η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα επιβάτης της. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, όπως δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται με έφεση για την κρίση της αυτή, αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος, είναι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος δεν επέδειξε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε την επιμέλεια που θα επιδείκνυε υπό τις ίδιες περιστάσεις ο κάθε μέσος συνετός οδηγός αυτοκινήτου ( άρθρ. 330 εδ β ΑΚ), αλλ' οδηγώντας αμελώς και κατά παράβαση του ΚΟΚ, αφενός μεν ανέλαβε την οδήγηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος που του περιόριζε την ικανότητα ασφαλούς οδηγήσεως, αφετέρου δε οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή με αυξημένη ταχύτητα που δεν του επέτρεπε να έχει τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, με συνέπεια να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, να εκτραπεί τούτο της πορείας του και να επισυμβεί το κατά τα ανωτέρω ατύχημα".
Μετά τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ύπαρξης αιθυλικής αλκοόλης στο αίμα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του ατυχήματος. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και ειδικότερα για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης του αναιρεσείοντος οδηγού (0,49 0/00) και του ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων.
Συγκεκριμένα, αποδίδει την πρόκληση του ατυχήματος στο ότι αυτός κατά παράβαση του άρθρου 42 ΚΟΚ ανέλαβε την οδήγηση παρότι βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, γεγονός που περιόριζε την ικανότητα ασφαλούς οδήγησης και συντέλεσε (το οινόπνευμα) στο ότι οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή, καθώς και με αυξημένη ταχύτητα, που δεν του επέτρεπε να έχει τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου, και να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, με συνέπεια να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, να παρεκκλίνει αρχικά την πορεία του προς τα αριστερά , να κτυπήσει στις προστατευτικές μπάρες της αερογέφυρας και στη συνέχεια πλαγιολισθαίνοντας προς τα δεξιά να επιπέσει επί της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση το χρονικό σημείο που ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου αντιλήφθηκε την παράλληλη (ή εμπρόσθια) κίνηση της μοτοσικλέτας, η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα και η ακριβής ταχύτητα των οχημάτων, διότι η πρόκληση του ατυχήματος οφείλεται στην πλαγιολίσθηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, χωρίς να μεσολαβήσει κάποια συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσικλέτας για να τεθεί και αυτή υπό κρίση, από τις παραδοχές δε αποτυπώνεται ανάγλυφα, με πληρότητα και σαφήνεια, η αιτιώδης συνάφεια του γεγονότος της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος και των επιπτώσεων που είχε αυτό στην αμελή συμπεριφορά του οδηγού κατά την οδήγηση και την εντεύθεν πρόκληση του ατυχήματος.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης υπό στοιχείο ΙΑ, επομένως, από τον αρ. 19 της Κ.Πολ.Δ 559, με τον οποίο προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση των ΑΚ 297, 298, 300, 914 και του άρθρου 42 (ως ισχύει) του ν. 2696/1999, είναι αβάσιμος.
Η σύμβαση ασφαλίσεως, κατά το άρθρο 1 του Ν 2496/1997, ο οποίος ισχύει από 17-11-1997, συνάπτεται με απλή συμφωνία των συμβαλλομένων (πρόταση και αποδοχή), σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του αστικού δικαίου. Το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου, το οποίο ως γενική διάταξη εφαρμόζεται και στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ορίζει στην παράγραφο 1 αυτού ότι "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισής) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".
Περαιτέρω, από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν συντρέξουν οι συμφωνούμενες από τα μέρη περιπτώσεις. Έτσι, κατά το άρθρο 25 περ. 8 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/8-4-1978) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 7 του ν. 489/1976, αποκλείονται από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες, που προξενήθηκαν σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ.
Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης. Τούτο μπορεί να γίνει, είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και συγκεκριμένα στον παραπάνω όρο.
Αρκεί και παραπομπή απευθείας στο ΦΕΚ που περιέχει την άνω υπουργική απόφαση. Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο απ' αυτόν, αλλά αρκεί να καταβάλλει τα ασφάλιστρα και να παραλαμβάνει το ασφαλιστήριο, που είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο.
Οι περιεχόμενοι σ' αυτό γενικοί και ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών, δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε. Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει στον παθόντα τρίτο ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, η έγκυρη όμως συνομολόγηση του ανωτέρω όρου παρέχει στην ασφαλιστική δικαίωμα αναγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου-ασφαλισμένου αξιώνοντας απ' αυτόν να του καταβάλει όσα πλήρωσε στον παθόντα τρίτο.
Περαιτέρω, οι συμβατικές σχέσεις ασφαλιστή αστικής ευθύνης αυτοκινήτων και λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου διέπονται από τον Ασφαλιστικό Νόμο 2496/1997 στο μέτρο που συμβιβάζονται με το ν. 489/1976 και τους ασφαλιστικούς όρους. Έτσι, οι διατάξεις των παραγράφων 2-7 του άρθρου 2 του Ν 2496/1997 δεν εφαρμόζονται στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης εξ αυτοκινήτων, γιατί δεν αρμόζουν με την νομοθετικά προκαθορισμένη ελάχιστη κάλυψη που ο ασφαλιστής παρέχει στον αιτούντα την κάλυψη της αστικής του ευθύνης, σε εκτέλεση σχετικής νομοθετικής υποχρέωσης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά του ασφαλισμένου της. "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει και αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ ..... ασφαλιστήριο συμβόλαιο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕ, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία, μεταξύ αυτής και του παρεμπιπτόντως εναγομένου Χ2 συνήφθη σύμβαση ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από ζημίες που θα προκαλούσε με την κυκλοφορία του σε τρίτους το υπ' αριθμ κυκλοφορίας .....
ΙΧΕ αυτοκίνητο. Από το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο προκύπτει ότι αυτό παραπέμπει ρητά και διέπεται από τους όρους ασφάλισης αυτοκινήτων της υπ' αριθμ Κ4/585/8-4-1978 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου.
Συνεπώς, οι όροι ασφαλίσεως αυτοκινήτων της υπ' αριθμ Κ4/585/8-4-1978 ΑΥΕ που έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 795/1978 "Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ", μεταξύ των οποίων ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ έχουν καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφαλίσεως που συνήψαν οι ως άνω διάδικοι και αποτελούν συμβατικούς όρους στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων, αφού ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος αντισυμβαλλόμενος και λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτά εντός 14 ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου, παρόλο που η παρεμπιπτόντως και εξ αναγωγής ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία τον είχε ενημερώσει γραπτά με ευκρινή σημείωση επί του ασφαλιστηρίου ότι έχει δικαίωμα εναντίωσης και του χορήγησε σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης, αλλ' αντίθετα αποδέχθηκε και σιωπηρά τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με την παραλαβή του και την καταβολή του ασφαλίστρου, με την κατάθεση της οικείας βεβαιώσεως ασφαλίσεως στην αστυνομική αρχή που επιλήφθηκε του τροχαίου ατυχήματος, αλλά και με τη δήλωση του επιγενόμενου ατυχήματος στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία.
Ο περί του εναντίου ισχυρισμός των παρεμπιπτόντως εναγομένων ότι δεν αποτελεί συμβατικό όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως που συνήψε ο δεύτερος απ' αυτούς με την παρεμπιπτόντως και εξ αναγωγής ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία ο όρος που αναφέρεται στο άρθρο 25 παρ. 8 της υπ' αριθμ Κ4/585/8-4-1978 ΑΥΕ ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ και ότι ο τελευταίος δεν αποδέχθηκε τον ασφαλιστικό αυτό όρο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος".
Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι ο όρος για αποκλεισμό της ευθύνης, εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος, της δεν δεσμεύει τον ασφαλισμένο της δεύτερο αναιρεσείοντα.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ισχύ του επίμαχου όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται σε αυτή το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνήφθη, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παραγράφου, δεν εφαρμόζονται κατά σύναψη της σύμβασης ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα που προξενούνται κατά την οδήγηση αυτοκινήτου οι διατάξεις των παραγράφων 2-7 του άρθρου 2 του Ν 2496/1997, αφού δεν αρμόζουν στην νομοθετικά καθορισμένη ελάχιστη κάλυψη.
Επίσης δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει ποιος είναι ο συμβατικός χρόνος ισχύος αυτής και ποιος ο χρόνος παραλαβής του ασφαλιστηρίου από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε από τα διάδικα μέρη η σύναψη και το γεγονός της ισχύος αυτής κατά το χρόνο που έλαβε χώραν το επίδικο ατύχημα, αλλά μόνο η ισχύς ή όχι του επίμαχου όρου του αποκλεισμού της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας σε περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης υπό στοιχείο ΙΒ, επομένως, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τον αρ. 19 της Κ.Πολ.Δ 559 για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν 2496/1997, είναι αβάσιμος.
Από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή. Μια απ' αυτές είναι και η προβλεπόμενη από την παράγραφο 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, όταν η ζημιά προξενείται σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ.
Με την 13382/Φ705.11/4δ/25-11-1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθρου 42 του ΚΟΚ ορίζονται οι διατυπώσεις για τη διαπίστωση της μέθης. Η κοινή αυτή υπουργική απόφαση καταργήθηκε με το άρθρο 7 της 43500/5691/24-7-2002 (ΦΕΚ Β' 1055/12-8-2002) άλλης κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας-Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, η οποία ισχύει από τη δημοσίευσή της στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 7 αυτής, και επομένως και στην υπόθεση που εξετάζεται, αφού το αυτοκινητικό ατύχημα έγινε στις 24-8-2002.
Οι διατάξεις της απόφασης αυτής προσδιορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται για να διαπιστωθεί στην ποινική δίκη αν ο δράστης τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την τέλεση του αδικήματος, και δεν είναι θεμελιωτικές της σχετικής αστικής αγωγής και γι' αυτό η απόδειξη για το αν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε κατά το ατύχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος μπορεί να προκύψει και από άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως ο τρόπος ομιλίας, ο τρόπος οδήγησης, η οσμή οινοπνεύματος, η βάδιση κ.ά.
Τις τυχόν συνταχθείσες εκθέσεις εξέτασης αίματος του εναγόμενου οδηγού και ανίχνευσης οινοπνεύματος, παρά τη μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση, μπορεί να συνεκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια. Η εφαρμογή της κοινής αυτής απόφασης δεν αποτελεί δηλαδή αποκλειστικό τρόπο διάγνωσης, ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Έτσι δεν πάσχει το αποτέλεσμα της διάγνωσης, αν στηρίχθηκε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο στην έκθεση εξέτασης του αίματος που δεν γνωστοποίηθηκε στον ενδιαφερόμενο προκειμένου αυτός να προβάλλει τους ισχυρισμούς του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα αν ο θανών υπαίτιος του ατυχήματος οδηγός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος. "Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει και αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ .....
τεστ εκπνοής οδηγού με αλκοολόμετρο, το οποίο υπογράφεται από τον αστυφύλακα ..... και από τον παρεμπτιπτόντως εναγόμενο Χ1, έγγραφο το οποίο επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα παρεμπιπτόντως και εξ αναγωγής ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος και οδηγός του ζημιογόνου και ασφαλισμένου σ' αυτήν υπ' αριθμ κυκλοφορίας .....
ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού από την εξέταση του εκπνεόμενου απ' αυτόν αέρα που του έγινε με αλκοολόμετρο στις 06:58 η ώρα, δηλαδή μία ώρα και 23 περίπου λεπτά μετά το ατύχημα, προέκυψε ότι η περιεκτικότητα του εκπνεόμενου κατά την εκπνοή του αέρα περιείχε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,49 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, δηλαδή υπερέβαινε το όριο των 0,25 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα που καθορίζεται από τον ισχύοντα ΚΟΚ (βλ άρθρο 42 του Ν 2696/1999, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν 2963/2001) για να θεωρείται αντικειμενικά ότι τελεί ο οδηγός υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
Κατά συνέπεια, ο περί του εναντίου ισχυρισμός των παρεμπιπτόντως και εξ αναγωγής εναγομένων ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο εξ αυτών Χ1 οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος". Επίσης, από τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα περί του ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε κατά τη στιγμή του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος έλαβε υπόψη και τον προεκτιθέμενο τρόπο οδήγησης από αυτόν του εν λόγω αυτοκινήτου, τον οποίο και συνεκτίμησε με το άνω "αλκοολτεστ" ......
Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε σχετικό λόγο έφεσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και απέρριψε ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι δεν αποδεικνύεται πως ο πρώτος από αυτούς οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα αν ο εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου οδηγούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, και έτσι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία μπορεί να επικαλεστεί την εξαίρεση από την κάλυψη της σύμβασης ασφάλισης και να στραφεί αναγωγικά εναντίον αυτού και του συμβαλλομένου της.
Το γεγονός ότι σε άλλο σημείο της απόφασης μνημονεύεται η ποινική απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι δεν ήταν σύννομη η εξέταση και γι' αυτό αθωώθηκε για την παράβαση του άρθρου 42 ΚΟΚ ο εναγόμενος δεν δημιουργεί αντίφαση στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι η τήρηση των διατυπώσεων που ορίζει η ανωτέρω μνημονευόμενη υπουργική απόφαση έχει άλλο δικαιολογητικό λόγο, και συγκεκριμένα τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης, η οποία δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει για τη θεμελίωση της εξαίρεσης από την κάλυψη της σύμβασης.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης υπό στοιχείο ΙΓ, συνεπώς, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ, της 43500/5691/2002 υπουργικής απόφασης και του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/8-4-1978 ΑΥΕ, είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι και ο υπό στοιχεία III Α λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ για ευθεία παράβαση των διατάξεων του άρθρου 42 ΚΟΚ, διότι μνημόνευσε και εφάρμοσε την 13382/Φ/705/11/δ/25-11-1977 ΚΥΑ Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Συγκοινωνιών και όχι την ισχύουσα από 12-8-2002 43500/5691/2002 ΚΥΑ των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως.
Και τούτο διότι για την απόδειξη της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος στην αστική δίκη και την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ισχύουν όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω υπό την ισχύ και των δύο υπουργικών αποφάσεων (προϊσχύσασας και νέας).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 161/2007).
Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Με τον υπό στοιχεία II λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη που πρότειναν νόμιμα και οι οποίοι αν είχαν ληφθεί υπόψη θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υποτιθέμενης μέθης του οδηγού και του αποτελέσματος και ότι ως εκ τούτου θα απορριπτόταν η παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας.
Τα αναφερόμενα όμως στο λόγο αυτό της αναίρεσης, τα οποία αποτελούν περιγραφή της συμπεριφοράς του οδηγού κατά τη διάρκεια του ατυχήματος και μετά από αυτό δεν θεμελιώνουν κάποιο αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς, ως επίσης επιχειρήματα και συμπεράσματα στα οποία προβαίνουν οι ίδιοι από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος της αναίρεσης κατ' ακολουθίαν είναι απαράδεκτος.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Με τον υπό στοιχεία III Γ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο εκείνο παρεβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 8 της υπ' αριθμ Κ4/585/8-4-1978 ΥΑ του υπουργού Εμπορίου, διότι δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω ερμηνευτικές διατάξεις κατά την κρίση του για το ζήτημα αν η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος είχε καταστεί συμβατικός όρος, ενώ συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής των.
Από τις παραδοχές όμως της απόφασης στην οποία αναφέρεται ότι "από το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο προκύπτει ότι αυτό παραπέμπει ρητά και διέπεται από τους όρους ασφάλισης αυτοκινήτων της υπ' αριθμ Κ4/585/8-4-1978 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου.
Συνεπώς οι όροι ασφαλίσεως αυτοκινήτων της υπ' αριθμ Κ4/585/8-4-1978 ΑΥΕ που έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ 795/1978 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, μεταξύ των οποίων ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ έχουν καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφαλίσεως που συνήψαν οι ως άνω διάδικοι και αποτελούν συμβατικούς όρους στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων" προκύπτει ότι δεν δέχθηκε κενό ή αμφιβολία σε σχέση με τον επίμαχο όρο στη σύμβαση ασφάλισης, αφού το δικαστήριο δέχεται ότι γίνεται ρητή παραπομπή στους όρους της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης και δεν προέβη αυτό σε ερμηνεία της σύμβασης με οποιαδήποτε μορφή (ούτε έμμεση). Ο λόγος αναίρεσης επομένως είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον υπό στοιχεία IV λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η 7370/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πταισματοδικείου Πειραιώς με την οποία αθωώθηκε ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος από την κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
Από τη βεβαίωση όμως του δικαστηρίου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και την ανωτέρω απόφαση του Πταισματοδικείου Πειραιώς και ως εκ τούτο και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Τέλος, δεν ερευνάται ο λόγος αναίρεσης που αφορά του δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους (υπό στοιχεία
ΙΙΙ -Β).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Καταργεί τη δίκη που ανοίχθηκε με την από 11-2-2007 αίτηση αναίρεσης των Χ1 και Χ2 κατά της 7446/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που η αναίρεση αυτή στρέφεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (Ψ1 και Ψ2).
Απορρίπτει την άνω αναίρεση κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας "Φοίνιξ Μετρολάϊφ ΑΕΑΕ".
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ