1353/2025 · 1353/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1353 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1353/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία ΠετÏ...
Full Text of the Judgment · 1353/2025
Απόφαση 1353 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1353/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΧΥΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Νίκαια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ανδρέου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Β.Ε.Α.Ε." (πρώην "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1533/2002 μη οριστική και 4755/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1564/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/7/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 30-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1564/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις της ήδη αναιρεσίβλητης και της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 4755/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 22-12-2000 αγωγή από αδικοπραξία της αναιρεσείουσας κατά της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όριζε ότι "απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μια επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδία στην επιβολή αυθαιρέτων όρων συναλλαγής ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων". Η παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 703/1977, που μετατράπηκε σε αυτοτελές άρθρο 2α, αντικαθιστάμενο δυνάμει της παρ. 2 του άρθ. 1 του Ν. 2296/1995 το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 82 της κωδικοποιημένης ΣυνθΕΚ και ήδη 102 ΣΛΕΕ, καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005 και καταργήθηκε ξανά με το άρθρο 2 του Ν. 3784/2009, ήδη δε ισχύει το όμοιο άρθρο 18α, που προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009 στο Ν. 146/1914, όριζε ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, η καταχρηστική δε εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.
Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθ' εαυτή και όχι το κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Προϋποθέσεις, έτσι, εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, με την οποία δεν απαγορεύεται η ίδια η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι (α) η ύπαρξη μιας ισχυρής επιχείρησης σε θέση πελάτη ή αναλόγως προμηθευτή και μιας εξαρτημένης από αυτή επιχείρησης, όπως συμβαίνει όταν η δεύτερη έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της πρώτης ή διαθέτει κυρίως σ` αυτή τα δικά της προϊόντα, (β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, που υπάρχει όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, δηλαδή αυτή είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να διαθέτει σε τέτοια πηγή προϊόντα ή υπηρεσίες είτε μπορεί μεν να προμηθεύεται από τέτοια πηγή ή να διαθέτει σ` αυτή προϊόντα ή υπηρεσίες, όμως με σημαντικά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα να εξασθενίσει η θέση της έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός το οποίο μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της και (γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης. Η απαγόρευση της κατάχρησης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης αποτελεί προέκταση της απαγόρευσης της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, ενώ υφίσταται ρυθμιστική αυτοτέλεια αυτής σε σχέση με τη γενική ρήτρα του 281 ΑΚ, ενόψει και του ότι η κατάχρηση είναι το νομικό συμπέρασμα του νομικού συλλογισμού, ήτοι της διαδικασίας συγκεκριμενοποίησης και εξειδίκευσης μιας αόριστης νομικής έννοιας και όχι η νομική του βάση. Στο πλαίσιο αυτό, κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει, όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει, έτσι, οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε, αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση. Υπό την έννοια αυτή η παράβαση του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 703/1977, συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, συμπεριφορά, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού παρέχεται, σε όποιον ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 644/2024, ΑΠ 870/2023, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 1196/2018, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 403/2016, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 983/2014).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. . . ". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι προϋποθέσεις γέννησης ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 75/2020, ΑΠ 1/2019). Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 18/2004, ΑΠ 1578/2024, ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015). Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης για την παραπάνω αιτία αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την ηθική βλάβη των φυσικών προσώπων, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 932/2019).
Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 382/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 40/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 706/2022). Επιπροσθέτως, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται μόνο η μία από αυτές , οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ'άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 755/2018). Αλυσιτελείς είναι επίσης οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 65/2023, ΑΠ 1456/2022, ΑΠ 1785/2022, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 656/2021, ΑΠ 238/2020, ΑΠ 981/2019). Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες, οι οποίες εκφέρθηκαν εκ περισσού και δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς και ως εκ τούτου δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία(ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 2017/2022, ΑΠ 1018/2018). Έτσι είναι αλυσιτελής ο λόγος αναίρεσης που πλήττει επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία διατυπώθηκε εκ περισσού, είναι δηλαδή πλεοναστική (ΑΠ 971/2024, ΑΠ 65/2023, ΑΠ 1339/2022, ΑΠ 799/2020). 3. Με τους πρώτο, τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης δεν συνιστά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά και εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, και ειδικότερα ότι δεν υπήρξαν πράξεις υπονόμευσης και δη απειλές της αρχικώς εναγομένης κατά της αναιρεσείουσας εταιρείας ή των μεταποιητικών επιχειρήσεων προς όφελος της ελεγχόμενης από την αρχικώς εναγομένη ομοειδoύς εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΑΛΜΕ", ούτε ότι εξαιτίας των απειλών αυτών προκλήθηκε η οικονομική κατάρρευση της αναιρεσείουσας από το πρώτο κιόλας έτος που λειτούργησε το εργοστάσιό της (1993) και η μετέπειτα, το έτος 1995, διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της, ούτε υπήρχε ανταγωνιστική σχέση των επιχειρήσεων της αναιρεσείουσας και της αρχικώς εναγομένης. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α' έφεσης και ταυτόχρονα εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Β' έφεσης, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και ήδη, κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετονομασθείσα σε "Μ. Α. Ε."(αναιρεσίβλητη), είναι οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση (αριθ. πρωτ. Γ. Ε. ΜΗ. ....2017), της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, κατά την άσκηση της αγωγής, "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στη συνέχεια μετονομασθείσας σε "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Β. Ε. Α. Ε. ". Συστάθηκε σε εκτέλεση του νομοθετικού διατάγματος 4110/1960 (ΦΕΚ Α' 162/9. 10. 1960), με το οποίο κυρώθηκε η από 27.8.1960 σύμβαση μεταξύ αφενός του Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου α) της εδρεύουσας στη Λυών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "PECHINAY COMPANIE DE PRODUITS CHIMIQUES ΕΤ ELECTROMEALLURGIQUES S. A.", β) της εδρεύουσας στο Παρίσι ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "COMPADEC COMPAGNIE POUR L' ETUDE ΕΤ LE DEBELOPPEMENT DES ECHANGES COMERCIAUX S. A. ", γ) της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Βιομηχανικής Αναπτύξεως" και δ) του Σ. Ν. Η σύμβαση αυτή αφορούσε την ίδρυση στην Ελλάδα βιομηχανίας αλουμίνας και αλουμινίου και προέβλεπε προς τούτο την ίδρυση και λειτουργία, από τους συμβαλλόμενους, αντίστοιχου εργοστασίου (άρθρ. 1 της σύμβασης) και τη σύσταση από αυτούς, εντός δέκα μηνών από την κύρωση της σύμβασης, ανώνυμης εταιρίας στην οποία θα μεταβιβάζονταν αυτοδικαίως όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από την παραπάνω σύμβαση, μεταξύ των οποίων και η άδεια μεταλλευτικών ερευνών και οι παραχωρήσεις σε μεταλλευτικούς χώρους βωξίτη (άρθρ. 5 της σύμβασης), ορίστηκε δε ότι οι διατάξεις της σύμβασης, ασχέτως χρόνου διάρκειας της εταιρίας, θα παραμείνουν σε ισχύ σαράντα πέντε έτη από 1.7.1964 (άρθρ. 26 της σύμβασης). Η εναγόμενη ήταν, από την ίδρυσή της, η μοναδική εταιρία παραγωγής πρωτόχυτου αλουμινίου στην Ελλάδα, διατηρώντας εργοστάσιο στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, το δε μερίδιό της στην αγορά κολώνας πρωτόχυτου αλουμινίου στην Ελλάδα, κατά το χρονικό διάστημα 1993-1995 (που αφορά η κρινόμενη αγωγή), κινήθηκε σε πολύ υψηλό ποσοστό, γύρω στο 80-85% (Το υπόλοιπο 15-20% περίπου της αγοράς του πρωτόχυτου αλουμινίου προερχόταν από εισαγωγές της εταιρίας ΒΙΟΧΑΛΚΟ για τις ανάγκες της ίδιας). Το μερίδιο της εναγομένης στην αγορά του πρωτόχυτου αλουμινίου, σε συνδυασμό με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τη λειτουργία της που προβλέπονταν από την παραπάνω σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των λοιπών συνιδρυτών της, καθώς και το γεγονός ότι ήταν οικονομικά ασύμφορη για τις μεταποιητικές επιχειρήσεις αλουμίνιου η εισαγωγή από την αλλοδαπή πρωτόχυτου αλουμινίου, είχε ως αποτέλεσμα ότι η εναγόμενη κατείχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά κολώνας αλουμινίου στην Ελλάδα. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι πρωτόχυτο είναι το αλουμίνιο που παράγεται με την ηλεκτρόλυση της αλουμίνας (οξείδιο του αλουμινίου), η οποία προέρχεται από μηχανική - χημική επεξεργασία του με ορυκτού βωξίτη και δευτερόχυτο είναι το αλουμίνιο που παράγεται από την αναχύτευση και επεξεργασία των υπολειμμάτων ή απορριμμάτων του πρωτόχυτου αλουμινίου (σκραπ) τα οποία προέρχονται από τη βιομηχανία ή την κατανάλωση, ήτοι αφενός από την αναχύτευση των υπολειμμάτων του πρωτόχυτου αλουμινίου που καταλείπονται από τις μεταποιητικές επιχειρήσεις κατά τη βιομηχανική διαδικασία της μεταποίησης του πρωτόχυτου αλουμινίου σε προϊόντα ή κατασκευές αλουμινίου (αμιγώς βιομηχανικά υπολείμματα) και αφετέρου από την αναχύτευση των ήδη χρησιμοποιηθέντων και απορριφθέντων προϊόντων ή κατασκευών αλουμινίου. Εξάλλου, πλάκα αλουμινίου είναι μορφή αλουμινίου, πρωτόχυτου ή δευτερόχυτου, η οποία χρησιμοποιείται στην έλαση, δηλαδή στην κατεργασία του αλουμινίου από την οποία παράγονται τα πλατέα προϊόντα αλουμινίου (φύλλα, ταινίες κλπ), ενώ κολώνα (ή μπιγιέτα) αλουμινίου είναι μορφή αλουμινίου, πρωτόχυτου ή δευτερόχυτου, η οποία χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στη διέλαση, δηλαδή στην κατεργασία του αλουμινίου από την οποία παράγονται επιμήκη προϊόντα αλουμινίου (σωλήνες, αρχιτεκτονικά προφίλ αλουμινίου όπως πόρτες-παράθυρα, κλπ), ενώ, τέλος, χελώνα αλουμινίου είναι μορφή πρωτόχυτου αλουμινίου που αποτελεί πρώτη ύλη για την ανάτηξη και στη συνέχεια την παραγωγή χυτών προϊόντων (κολώνας και πλάκας). Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β' έφεσης και ταυτόχρονα εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Α' έφεσης, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΧΥΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"(αναιρεσείουσα), συστάθηκε το Μάιο του έτους 1988 με καταστατικό σκοπό τη χύτευση, διέλαση, εμπορία, εισαγωγή - εξαγωγή και επεξεργασία κάθε είδους μετάλλου, την αντιπροσώπευση οίκων εξωτερικού και κάθε άλλη συναφή εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα. Η ουσιαστική δραστηριότητα της ενάγουσας ξεκίνησε, ωστόσο, πέντε έτη μετά, περί τα μέσα του έτους 1993, με τη θέση τότε σε λειτουργία του εργοστασίου της (χυτηρίου) στη Εραβιά Φθιώτιδας, συνίστατο δε - όπως και της "ΕΠΑΛΜΕ" ...- στην αναχύτευση και επεξεργασία υπολειμμάτων αλουμινίου για την παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου, είτε για λογαριασμό της είτε για λογαριασμό τρίτων. Η δραστηριότητα αυτή της ενάγουσας και η λειτουργία του εργοστασίου της διήρκεσαν για δύο έτη περίπου και τελικά έπαυσαν περί τα τέλη του θέρους του έτους 1995. Βασικός μέτοχος της ενάγουσας, από την ίδρυσή της, ήταν ο Κ. Χ., με συμμετοχή κατά 98% στο κεφάλαιό της, που ήταν και ο βασικός μέτοχος των ανώνυμων εταιριών "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ" και "ΑΛΚΟΡ", οι οποίες δραστηριοποιούνταν στη μεταποίηση (διέλαση) αλουμινίου και οι οποίες συνεργάστηκαν με τη ενάγουσα για την ανακύκλωση των υπολειμμάτων του αλουμινίου τους. Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ" (εφεξής "ΕΠΑΛΜΕ") συστάθηκε το έτος 1974, από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρίας "Αδελφοί Σ. Ο. Ε.". Η εταιρία αυτή δραστηριοποιείται στην αγορά του δευτερόχυτου αλουμινίου και ειδικότερα στην αναχύτευση και επεξεργασία υπολειμμάτων αλουμινίου (σκράπ) για την παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου, την οποία διενεργεί είτε για λογαριασμό της, πωλώντας στη συνέχεια το δευτερόχυτο αλουμίνιο σε επιχειρήσεις μεταποίησης αλουμινίου, είτε για λογαριασμό των επιχειρήσεων από τις οποίες προέρχονται τα υπολείμματα, έναντι αμοιβής από τις τελευταίες, στις οποίες και επιστρέφει το δευτερόχυτο αλουμίνιο. Η "ΕΠΑΛΜΕ" κατείχε, τα έτη 1993-1995 (που αφορά η κρινόμενη αγωγή), δεσπόζουσα θέση στην αγορά δευτερόχυτου αλουμινίου, διατηρώντας το μεγαλύτερο στην Ελλάδα εργοστάσιο αναχύτευσης υπολειμμάτων αλουμινίου, στον Ασπρόπυργο Αττικής (το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας). Κατά την ίδια παραπάνω χρονική περίοδο, μέχρι και τον Οκτώβριο του 1996, η εναγόμενη κατείχε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΕΠΑΛΜΕ" και από 31.10.1996 μέχρι 3.12.1996 το ποσοστό της ανήλθε σε 43%. Στις ... 1996 η εναγόμενη υπέγραψε συμβολαιογραφικό προσύμφωνο με τις Σ. και Ε. Σ., για την απόκτηση από αυτές πακέτου μετοχών που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό επιπλέον 8% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΕΠΑΛΜΕ". Στις 29.11.1996 η Επιτροπή Ανταγωνισμού (εφεξής "ΕΑ"), με την υπ' αριθ. 44/1996 απόφασή της (ΦΕΚ Β' 1129/18. 12. 1996), χορήγησε άδεια παρέκκλισης, κατά το άρθρο 4ε παρ. 3 του Ν. 703/1977, για την απόκτηση από την εναγόμενη του παραπάνω επιπλέον ποσοστού 8% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΕΠΑΛΜΕ", ενώ στις 17. 2. 1997, με την υπ' αριθ. 52/1997 απόφασή της (ΦΕΚ Β' 243/28. 3. 1997), η "ΕΑ" αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος απαγόρευσης της συγκέντρωσης επιχειρήσεων που πραγματοποιήθηκε με την πιο πάνω απόκτηση μετοχών. Ακολούθησε η από 2. 4. 1997 προσφυγή κατά της τελευταίας παραπάνω απόφασης της "ΕΑ" από τον Γ. Σ., κάτοχο μετοχών που αντιστοιχούσαν στο 7% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΕΠΑΛΜΕ", στο πλαίσιο της οποίας (προσφυγής) εκδόθηκαν αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου και αναιρετικές των τελευταίων αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικράτειας και τελικά το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (Τμήμα 16° Τριμελές), με την υπ' αριθ. 44/1014 απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή. Στις 27. 11. 1998, η ανώνυμη εταιρία "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ" ... υπέβαλε στην "ΕΑ" τη με ημερομηνία 24. 11. 1998 αίτηση - καταγγελία κατά της εναγομένης (η οποία έλαβε αριθ. πρωτ. 2017/27. 11. 1998), ζητώντας να μην επιτραπεί η πιο πάνω απόκτηση, από την εναγόμενη, των μετοχών που αντιπροσώπευαν επιπλέον ποσοστό 8% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΕΠΑΛΜΕ". Η καταγγελία αυτή είχε παρόμοιο περιεχόμενο με την προκειμένη αγωγή η οποία ασκήθηκε στη συνέχεια από την ενάγουσα κατά της εναγομένης και επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Η εν λόγω καταγγελία εξετάστηκε από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (εφεξής "ΓΔΑ"), η έρευνα της οποίας εξελίχθηκε παράλληλα με τη δικαστική διαδικασία της προσφυγής του Γ. Σ. κατά της υπ' αριθ. 52/1997 απόφασης της "ΕΑ" ...και επεκτάθηκε αυτεπάγγελτα και σε φερόμενες αντιανταγωνιστικές πρακτικές της εναγομένης, οι οποίες δεν περιγράφονταν στην ανωτέρω καταγγελία και δεν αφορούσαν μόνο την καταγγέλλουσα "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ" αλλά και τις εταιρίες "ΑΛΚΟΡ" και "ΧΥΤΑΛ".
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. 5576/31. 7. 2014 έκθεση (εισήγηση) της "ΓΔΑ" προς την "ΕΑ", με την οποία προτάθηκε να διαπιστωθούν οι παραβάσεις των άρθρων 2 του Ν. 703/1977 και 102 ΣΛΕΕ από την εναγόμενη, να απειληθεί πρόστιμο και χρηματική ποινή σε βάρος της εναγομένης για κάθε μελλοντική επανάληψη των παραβάσεων αυτών και να της επιβληθεί πρόστιμο, υπολογιζόμενο επί των ακαθάριστων εσόδων της, για κάθε προηγούμενο έτος παράβασης. Κατόπιν αυτού, η "ΕΑ", σε Ολομέλεια, συνήλθε σε συνεδρίαση με το ακόλουθο θέμα: "Λήψη απόφασης επί της καταγγελίας του Κ. Χ. για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ ΑΕΒΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ AΛOYMINIOY" της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΟΡ Α. Ε." και της εταιρίας με την επωνυμία "ΧΥΤΑΛ Α. Β. Ε. Ε.", κατά της εταιρίας "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Β. Ε. Α. Ε." [νυν ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α. Ε.] για πρακτικές εμπίπτουσες στα άρθρα 1 και 2α Ν. 703/1977 και στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 86 ΣυνθΕΟΚ - 82 ΣυνθΕΚ)". Η "ΕΑ" εξέτασε εκ νέου μάρτυρες για την υπόθεση, σε δύο συνεδριάσεις που έγιναν στις 10. 11. 2014 και 24. 11. 2014 αντίστοιχα και συγκεκριμένα τους Κ. Χ., Γ. Σ. και Π. Μ. από την πλευρά των καταγγελλόντων και τους Σ. Ο. και Σ. Μ. από την πλευρά της καταγγελλόμενης. Στη συνέχεια, η "ΕΑ" εξέδωσε την υπ' αριθ. 604/24. 2. 2015 απόφασή της, με την οποία, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση από την εισήγηση, δεν διαπίστωσε παραβάσεις των άρθρων 2, 2α του Ν. 703/1977 και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρ. 82 ΣυνθΕΚ) και απέρριψε την καταγγελία σε βάρος της εναγομένης στο μέγιστο μέρος της (πλην της διαπίστωσης μίας μεμονωμένης παράβασης που αφορούσε στην επιβολή συμβατικού όρου εκ μέρους της εναγομένης, για την οποία δεν επιβλήθηκε ποινή από την "ΕΑ"). Μεταξύ άλλων, η "ΕΑ" απέρριψε (ομόφωνα) την καταγγελία ως προς το σκέλος των αποδιδόμενων πρακτικών περί επιβολής αποκλειστικότητας με όχημα την εταιρία "ΕΠΑΛΜΕ" και της φερόμενης συνακόλουθης υπονόμευσης της εταιρίας "ΧΥΤΑΛ ΑΒΕΕ", δηλαδή εκείνο που είναι παρόμοιο με το αντικείμενο της προκείμενης αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Η παραπάνω απόφαση της "ΕΑ" δεν δεσμεύει βεβαίως το παρόν πολιτικό Δικαστήριο ...εκτιμάται όμως - όπως εξάλλου και η εισήγηση της "ΓΔΑ" προς την "ΕΑ" - ως δικαστικό τεκμήριο.... Σημειώνεται, ότι κατά της παραπάνω απόφασης της "ΕΑ" (604/2015) ασκήθηκε, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η με ημερομηνία 10. 11. 2016 προσφυγή (αριθ. καταχ. ΠΡ1234/11. 11. 2016) από τον Κ. Χ., για λογαριασμό του και για λογαριασμό των εταιριών "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ", "ΑΛΚΟ" και "ΧΥΤΑΛ", ενώ στη σχετική δίκη παρενέβη η εναγόμενη (υπέρ της "ΕΑ"). Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (Τμήμα 18° Τριμελές), με την υπ' αριθ. 4163/2017 απόφασή του, έκρινε ότι, μολονότι στο Ν. 703/1977 δεν προβλέπεται παραγραφή για τις παραβάσεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού ή των άρθρων 81, 82 της ΣυνθΕΚ, είναι ωστόσο αναλογικά εφαρμοστέοι οι κανόνες περί παραγραφής του Κανονισμού 2988/1974 του Συμβουλίου, με βάση τους οποίους έκρινε ότι η εξουσία της "ΕΑ" να διαπιστώσει τις σχετικές παραβάσεις και ενδεχόμενα να επιβάλει κυρώσεις σε βάρος της καταγγελλόμενης, είχε παραγραφεί, δεχόμενο έτσι και τον σχετικό (περί παραγραφής) ισχυρισμό της παρεμβαίνουσας (για τον οποίο το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε επίσης ότι προβλήθηκε με έννομο συμφέρον, επειδή με αυτόν η παρεμβαίνουσα σκοπούσε στη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης απόφασης). Συνακόλουθα το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι ορθά είχε απορριφθεί, έστω και με άλλη αιτιολογία, η ως άνω καταγγελία από την "ΕΑ" και απέρριψε την προσφυγή. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ισχυρισμών της ενάγουσας, όπως αυτοί εκτέθηκαν παραπάνω και αναπτύσσονται στο δικόγραφο της αγωγής, ότι δηλαδή υπήρξαν απειλές της εναγόμενης με σκοπό να αποτραπούν οι μεταποιητικές επιχειρήσεις αλουμινίου να συναλλαχθούν με την ενάγουσα και να ωφεληθεί κατ' αυτόν τον τρόπο η (ελεγχόμενη από την εναγόμενη) "ΕΠΑΛΜΕ" και ότι εξαιτίας των απειλών αυτών προκλήθηκε η οικονομική κατάρρευση της ενάγουσας και η διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της. Ειδικότερα: Δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, κατά τα έτη 1993-1995 (που αφορά η αγωγή) είχε τον έλεγχο στην "ΕΠΑΛΜΕ", αφού μάλιστα η πρώτη κατείχε τότε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης ... και όχι την πλειοψηφία των μετοχών της τελευταίας. Η ύπαρξη τέτοιου ελέγχου δεν θεμελιώνεται επίσης ούτε στο γεγονός ότι η "ΕΠΑΛΜΕ" είχε την ίδια περίοδο οφειλή προς την εναγόμενη ύψους περίπου 700. 000. 000 δραχμών (= 2. 054. 292 ευρώ), δεδομένου μάλιστα ότι το ποσό αυτό, έστω και σημαντικό, ήταν υποπολλαπλάσιο του κύκλου εργασιών της "ΕΠΑΛΜΕ", ο οποίος και ανερχόταν σε 7.030.060,53 ευρώ για το έτος 1993, σε 11.055.745,72 ευρώ για το έτος 1994 και σε 15.069.606, 14 ευρώ για το έτος 1995.
Περαιτέρω, η έλλειψη ελέγχου αποδυναμώνει το υποτιθέμενο κίνητρο της εναγομένης να διαφυλάξει τη θέση της "ΕΠΑΛΜΕ" στην αγορά του δευτερόχυτου αλουμινίου. Δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη σε απειλές κατά της ενάγουσας ή των μεταποιητικών επιχειρήσεων αλουμινίου, ούτε ότι, τυχόν τέτοιες απειλές απέτρεψαν τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις να συνεργαστούν με την ενάγουσα. Οι καταθέσεις των μαρτύρων που πρότεινε η ενάγουσα, Π. Μ. και Γ. Σ. - οι οποίοι εξετάστηκαν στο πλαίσιο της διεξαγωγής των αποδείξεων που διατάχθηκαν με την υπ' αριθ. 1533/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς επίσης ενώπιον της "ΕΔΑ" (αυτές ειδικά δεν προσκομίζονται αλλά το περιεχόμενό τους συνάγεται εν μέρει από την εισήγηση της "ΕΔΑ" προς την "ΕΑ" και από την απόφαση της "ΕΑ") και, τέλος, ενώπιον της "ΕΑ" - αλλά και οι καταθέσεις του καταγγέλλοντος (Κ. Χ.) ενώπιον της "ΓΔΑ" και της "ΕΑ", είναι μη πειστικές, αφού είναι γενικόλογες, αόριστες και εν μέρει αντιφατικές (ιδίως οι τελευταίες ενώπιον της "ΕΑ" σε σχέση με τις προηγούμενες). Οι εν λόγω καταθέσεις, στο μέγιστο μέρος τους, δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, δεν εξειδικεύουν τα εκτιθέμενα κατά τόπο και χρόνο και ιδίως δεν συνοδεύονται από αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα που να απείλησαν εκ μέρους της εναγομένης και πολύ περισσότερο, από αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα επαγγελματιών στο χώρο του αλουμινίου οι οποίοι να απειλήθηκαν από την εναγόμενη και να μην συνεργάστηκαν με την ενάγουσα για τον λόγο αυτόν. Επιπλέον, ως προς τη στάθμιση της κατάθεσης του μάρτυρα Γ. Σ., δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι αυτός βρισκόταν σε μακροχρόνια αντιδικία με την εναγόμενη. Ακόμη πάντως και αν υποτεθεί ότι ο διευθυντής της εναγόμενης, Σ. Μ., είχε πει ενώπιον του συγκεκριμένου μάρτυρα ότι "από σήμερα ξεκινάει ο πόλεμος με τη ΧΥΤΑΛ", όπως ο μάρτυρας ανέφερε στην κατάθεσή του ενώπιον του εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και ενώπιον της "ΕΑ", τούτο δεν σημαίνει από μόνο του ότι η συγκεκριμένη απειλή υλοποιήθηκε, ούτε ότι επηρέασε συγκεκριμένους επαγγελματίες στο χώρο του αλουμινίου.
Εξάλλου, ο μάρτυρας Π. Μ. ισχυρίστηκε μεν στην κατάθεσή του ενώπιον του εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και ενώπιον της "ΕΑ", ότι η εταιρία του "GROUPAL" είχε ειδοποιηθεί ότι "όσο δουλεύεις με τη ΧΥΤΑΛ δεν σου δίνουμε αλουμίνιο", πλην όμως ο ίδιος - πέραν της αοριστίας που επίσης διακρίνει την αναφορά του περιστατικού αυτού - δεν έχει καν προσωπική αντίληψη της εν λόγω απειλής, αφού στην τελευταία χρονικά κατάθεσή του ενώπιον της "ΕΑ" ανέφερε ότι τούτο "το άκουσα από όλους τους μετόχους της GROUPAL σε γενική συνέλευση που είχαμε". Πάντως αξιοσημείωτο είναι ότι ο ίδιος μάρτυρας, στην ίδια κατάθεσή του ενώπιον της "ΕΑ", ανέφερε ότι η εταιρία "GROUPAL" είχε πραγματοποιήσει συναλλαγές τόσο με την "ΕΠΑΛΜΕ" όσο και με την ενάγουσα.
Εξάλλου, προέκυψε ότι πέραν της "GROUPAL" υπήρξαν και άλλες επιχειρήσεις αλουμινίου που συνεργάστηκαν με την ενάγουσα χωρίς να αντιμετωπίσουν από το γεγονός αυτό πρόβλημα στη συνεργασία τους με την εναγόμενη και ότι η τελευταία, όταν η εκάστοτε αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση ήταν απέναντι της οικονομικά συνεπής, δεν της αρνείτο τη συνεργασία, ανεξάρτητα αν η αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση συνεργαζόταν με την ενάγουσα ή/και με την "ΕΠΑΛΜΕ" για την αναχύτευση των υπολειμμάτων της. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι η ανεπιτυχής οικονομική πορεία της ενάγουσας από το πρώτο κιόλας έτος που λειτούργησε το εργοστάσιό της (1993) και η μετέπειτα, το έτος 1995, διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της, συνδέονται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης. Στο ζήτημα αυτό οι μάρτυρες της ενάγουσας περιορίζονται επίσης σε γενικότητες χωρίς να εξειδικεύουν την οικονομική πορεία της ενάγουσας από την έναρξη του εργοστασίου της μέχρι τη διακοπή της λειτουργίας αυτού. Αλλά και η ίδια η ενάγουσα, στην αγωγή της, αναφέρεται επίσης γενικόλογα στην αδυναμία εξυπηρέτησης της χρηματοδότησης που είχε λάβει από την ΕΤΒΑ για την ίδρυση και λειτουργία του εργοστασίου της - η οποία οδήγησε το έτος 1995 στον πλειστηριασμό του εργοστασίου της εκ μέρους της ΕΤΒΑ - χωρίς να προσδιορίζει τα στοιχεία και την πορεία της χρηματοδότησης αυτής (λ. χ. το ποσό της χρηματοδότησης, πότε την έλαβε, πότε καταγγέλθηκε η σχετική σύμβαση, με ποιο χρεωστικό υπόλοιπο). Είναι, εξάλλου, δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η οικονομική πορεία μίας επιχείρησης συναρτάται με πολλούς παράγοντες, είτε γενικότερους είτε ειδικότερους. Τέτοιοι παράγοντες, που να επηρεάσουν αρνητικά την πορεία της ενάγουσας, υπήρχαν αντίστοιχα και στην προκειμένη περίπτωση, όπως ότι η ενάγουσα επιχείρησε να εισέλθει στην αγορά αναχύτευσης και παραγωγής δευτερόχυτου αλουμινίου στην οποία υπήρχε ήδη μία μεγάλη και δεσπόζουσα εταιρία (η "ΕΠΑΛΜΕ"), καθώς και ότι η ενάγουσα, που ήταν συμφερόντων του ίδιου προσώπου (Κ. Χ.) με τις εταιρίες "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ" και "ΑΛΚΟΡ", αναζήτησε τους πελάτες της - στους οποίους να παράσχει υπηρεσίες αναχύτευσης των υπολειμμάτων αλουμινίου -μεταξύ των ανταγωνιστών των συγκεκριμένων εταιριών, οι οποίοι μπορούσαν να αντιληφθούν ότι συνεργαζόμενοι με την ενάγουσα ενισχύουν ουσιαστικά τις εν λόγω ανταγωνίστριες εταιρίες. Εξάλλου, το γεγονός ότι η ενάγουσα, ενώ είχε συσταθεί από το έτος 1988, δραστηριοποιήθηκε, ωστόσο, μετά από πέντε έτη (το 1993), ενισχύει το συμπέρασμα ότι το οικονομικό μέλλον της ήταν από την αρχή αβέβαιο. Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε η αδικοπρακτική - δηλαδή παράνομη (ως αντίθετη στο άρθρο 2 του Ν. 703/1977 και 82 της ΣυνθΕΚ), υπαίτια και συνδεόμενη αιτιωδώς με τη ζημία και την ηθική βλάβη της ενάγουσας - συμπεριφορά της εναγόμενης που περιγράφεται στην αγωγή και αποτελεί τη βάση των αντίστοιχων αξιώσεων της ενάγουσας περί αποζημίωσης και χρηματική ικανοποίησης. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, συνακόλουθα, η μεν έφεση της εναγόμενης να γίνει δεκτή κατ'ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και δικαστεί η αγωγή..., να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε έφεση της ενάγουσας ν'απορριφθεί κατ' ουσίαν...". Έτσι που έκρινε και μ'αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπήρξε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της αρχικώς εναγομένης στην αγορά και εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκονταν προς αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία και ειδικότερα δεν υπήρξαν απειλές της αρχικώς εναγόμενης με σκοπό να αποτραπούν οι μεταποιητικές επιχειρήσεις αλουμινίου να συναλλαχθούν με την αναιρεσείουσα και να ωφεληθεί κατ' αυτόν τον τρόπο η (ελεγχόμενη από την αρχικώς εναγόμενη) "ΕΠΑΛΜΕ" και ότι, σε κάθε περίπτωση, εξαιτίας των απειλών αυτών, προκλήθηκε η οικονομική κατάρρευση της αναιρεσείουσας και η διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφασή του τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή δεν υπήρξε καταχρηστική εκμετάλλευση από την αρχικώς εναγομένη εταιρεία της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκονταν προς αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία, και σε κάθε περίπτωση η οικονομική κατάρρευση της αναιρεσείουσας από το πρώτο κιόλας έτος που λειτούργησε το εργοστάσιό της (1993) και η μετέπειτα, το έτος 1995, διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου δεν έχει ως αιτία τη συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης, με έννομη ως εκ τούτου συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη της αρχικώς εναγομένης από αδικοπραξία, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές, ότι: 1)Η αρχικώς εναγομένη, που ιδρύθηκε το έτος 1960, κατείχε μονοπωλιακή θέση ως προς την παραγωγή του πρωτόχυτου αλουμίνιου στην Ελλάδα και δεσπόζουσα θέση ως προς την εμπορία του πρωτόχυτου αλουμινίου, καθώς κατά τα κρίσιμα έτη κατείχε μερίδιο της τάξης του 80% στο πρωτόχυτο αλουμίνιο, που χρησιμοποιούνταν στη διέλαση και διακινούνταν στην ελληνική αγορά, ενώ το υπόλοιπο 15%-20% προερχόταν από εισαγωγές κυρίως της εταιρίας ΒΙΟΧΑΛΚΟ. 2)Η αναιρεσείουσα(ενάγουσα), που ιδρύθηκε το έτος 1988, δραστηριοποιείται, περί τα μέσα του έτους 1993, με τη θέση τότε σε λειτουργία του εργοστασίου της (χυτηρίου) στη Εραβιά Φθιώτιδας, στην αναχύτευση και επεξεργασία υπολειμμάτων αλουμινίου για την παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου, είτε για λογαριασμό της είτε για λογαριασμό τρίτων και αποτελεί μέλος ομίλου επιχειρήσεων συμφερόντων Κ. Χ., με αδελφές εταιρείες τις BIOΠΡΟΦΑΛ ΑΕ και ΑΛΚΟΡ ΑΕ. 3)Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ", κατείχε τα έτη 1993-1995 δεσπόζουσα θέση στην αγορά δευτερόχυτου αλουμινίου, η δε αρχικώς εναγομένη κατείχε ποσοστό 35% του μετοχικού της κεφαλαίου και δεν είχε τον έλεγχο αυτής, κατά τα ως άνω έτη. 4) Η αγορά, στην οποία και δραστηριοποιείτο η αρχικώς εναγομένη, ήταν η αγορά κολώνας πρωτόχυτου αλουμινίου στην Ελλάδα και η άλλη αγορά, στην οποία δραστηριοποιούνταν τόσο η αναιρεσείουσα όσο και η ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ, ήταν η αγορά του δευτερόχυτου αλουμινίου και ειδικότερα η αναχύτευση και επεξεργασία υπολειμμάτων αλουμινίου (σκραπ) για την παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου, η δε κολώνα (πρωτόχυτου αλουμινίου) διαφοροποιείται σε σχέση με την δευτερόχυτη από πλευράς ζήτησης. 5)Δεν υπήρξαν απειλές της αρχικώς εναγομένης με σκοπό να αποτραπούν οι μεταποιητικές επιχειρήσεις αλουμινίου να συναλλαχθούν με την αναιρεσείουσα και να ωφεληθεί κατ'αυτό τον τρόπο η ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ και ότι σε κάθε περίπτωση, εξαιτίας των απειλών αυτών αποτράπηκαν οι επιχειρήσεις αυτές να συνεργαστούν με την αναιρεσείουσα και προκλήθηκε η οικονομική κατάρρευση της αναιρεσείουσας και η διακοπή της λειτουργίας της. Οι περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου ότι: 1)Η ύπαρξη ελέγχου της "ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ" δεν θεμελιώνεται ούτε στο γεγονός ότι αυτή ("ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ") είχε την ίδια περίοδο οφειλή προς την αρχικώς εναγόμενη ύψους περίπου 700. 000. 000 δραχμών (= 2. 054. 292 ευρώ), δεδομένου μάλιστα ότι το ποσό αυτό, έστω και σημαντικό, ήταν υποπολλαπλάσιο του κύκλου εργασιών της "ΕΠΑΛΜΕ", ο οποίος και ανερχόταν σε 7. 030. 060, 53 ευρώ για το έτος 1993, σε 11. 055. 745, 72 ευρώ για το έτος 1994 και σε 15. 069. 606, 14 ευρώ για το έτος 1995. 2) Η έλλειψη ελέγχου αποδυναμώνει το υποτιθέμενο κίνητρο της αρχικώς εναγομένης να διαφυλάξει τη θέση της "ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ" στην αγορά του δευτερόχυτου αλουμινίου. 3)Πέραν της "GROUPAL" υπήρξαν και άλλες επιχειρήσεις αλουμινίου που συνεργάστηκαν με την αναιρεσείουσα χωρίς να αντιμετωπίσουν από το γεγονός αυτό πρόβλημα στη συνεργασία τους με την αρχικώς εναγόμενη και ότι η τελευταία, όταν η εκάστοτε αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση ήταν απέναντι της οικονομικά συνεπής, δεν της αρνείτο τη συνεργασία, ανεξάρτητα αν η αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση συνεργαζόταν με την ενάγουσα ή/και με την "ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ" για την αναχύτευση των υπολειμμάτων της. 4)Η αναιρεσείουσα επιχείρησε να εισέλθει στην αγορά αναχύτευσης και παραγωγής δευτερόχυτου αλουμινίου στην οποία υπήρχε ήδη μία μεγάλη και δεσπόζουσα εταιρία (η "ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ"). 5) Η αναιρεσείουσα, που ήταν συμφερόντων του ίδιου προσώπου (Κ. Χ.) με τις εταιρίες "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ" και "ΑΛΚΟΡ", αναζήτησε τους πελάτες της - στους οποίους να παράσχει υπηρεσίες αναχύτευσης των υπολειμμάτων αλουμινίου -μεταξύ των ανταγωνιστών των συγκεκριμένων εταιριών, οι οποίοι μπορούσαν να αντιληφθούν ότι συνεργαζόμενοι με την ενάγουσα ενισχύουν ουσιαστικά τις εν λόγω ανταγωνίστριες εταιρίες. 6)Το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα, ενώ είχε συσταθεί από το έτος 1988, δραστηριοποιήθηκε, ωστόσο, μετά από πέντε έτη (το 1993), ενισχύει το συμπέρασμα ότι το οικονομικό μέλλον της ήταν από την αρχή αβέβαιο, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων.
Περαιτέρω, το Εφετείο προέβη, κατά τα προαναφερθέντα, στην οριοθέτηση της αγοράς, όπως άλλωστε η ίδια η αναιρεσείουσα ομολογεί, παραδοχή η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου ως βασιζόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων(άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εφάρμοσε το κριτήριο της λειτουργικής εναλλαξιμότητας των επίμαχων προϊόντων.
Εξάλλου, η αγωγή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, στηρίζεται στην προσπάθεια υπονόμευσης της αναιρεσείουσας από την αρχικώς εναγομένη όχι ευθέως αλλά μέσω της ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, ήλεγχε η αρχικώς εναγομένη, ώστε να ενδιαφέρει το εάν είναι μεταξύ τους ανταγωνίστριες ως δραστηριοποιούμενες στην ίδια αγορά, γι' αυτό και στην αγωγή αναφέρεται ότι η μεν αρχικώς εναγομένη είχε μονοπωλιακή θέση στην αγορά πρωτόχυτου αλουμινίου, οι δε ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ και η αναιρεσείουσα ΧΥΤΑΛ δραστηριοποιούνταν σε διακριτή αγορά, αυτή του δευτερόχυτου αλουμινίου. Ούτε τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ουδεμία αντιφατικότητα υπάρχει στην κρίση του Εφετείου ότι δεν υπήρξαν απειλές και ότι τυχόν τέτοιες απειλές δεν απέτρεψαν τις μεταποιητικές επιχειρήσεις αλουμινίου να συνεργαστούν με την αντίδικο. Πρόκειται για πλεοναστική αιτιολογία που εκφέρθηκε εκ περισσού, και προς ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου περί της σύμφωνης με το δίκαιο του ανταγωνισμού δράσης της αρχικώς εναγομένης. Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη τους , από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 703/1977, σε συνδυασμό με άρθρο 914 του ΑΚ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν διαπιστώθηκε κίνητρο της αρχικώς εναγομένης να διαφυλάξει τη θέση της ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ έναντι της αναιρεσείουσας, έκρινε το κίνητρο και όχι τη συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε επειδή δεν διαπιστώθηκε το συγκεκριμένο κίνητρο πίσω από τη συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης, ενώ, κατά τα προεκτιθέμενα, η αγωγή απορρίφθηκε επειδή η συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης κρίθηκε εν συνόλω νόμιμη και δη επειδή δεν θεμελιώθηκε καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης. Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα χρησιμοποίησε διδάγματα της κοινής πείρας (άρθ. 559 αρ. 1β του ΚΠολΔ), δεχόμενο ότι είναι δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η οικονομική πορεία μίας επιχείρησης συναρτάται με πολλούς παράγοντες, είτε γενικότερους είτε ειδικότερους, όπως ότι η αναιρεσείουσα επιχείρησε να εισέλθει στην αγορά αναχύτευσης και παραγωγής δευτερόχυτου αλουμινίου στην οποία υπήρχε ήδη μία μεγάλη και δεσπόζουσα εταιρία (η "ΕΠΑΛΜΕ"), καθώς και ότι αυτή, που ήταν συμφερόντων του ίδιου προσώπου (Κ. Χ.) με τις εταιρίες "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ" και "ΑΛΚΟΡ", αναζήτησε τους πελάτες της - στους οποίους να παράσχει υπηρεσίες αναχύτευσης των υπολειμμάτων αλουμινίου -μεταξύ των ανταγωνιστών των συγκεκριμένων εταιριών, οι οποίοι μπορούσαν να αντιληφθούν ότι συνεργαζόμενοι με την αναιρεσείουσα ενισχύουν ουσιαστικά τις εν λόγω ανταγωνίστριες εταιρίες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1026/2022). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως επίσης και όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό που προτάθηκε, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1093/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 222/2008,) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008, ΑΠ 105/2005), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 779/2019).
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγηση του και σύγκριση του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 2103/2017). Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/1996, ΑΠ 1535/1995).
Εξ άλλου, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος, απαιτείται, όχι μόνον η επίκληση του μη ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού μέσου αλλά και η προσκομιδή αυτού(ΑΠ 1564/2023). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης , κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν. 703/1977 περί ελέγχου των συγκεντρώσεων, δεχόμενο εσφαλμένα, ότι δεν υπήρχε ούτε έμμεσος έλεγχος της αρχικώς εναγομένης επί της ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι αντικείμενο της ένδικης αγωγής δεν ήταν ο έλεγχος ορισμένης συγκέντρωσης, τον οποίο και μόνο αφορά το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης επιχείρησης και οικονομικής εξάρτησης κατ' άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 σε συνδυασμό με άρθρο 914 ΑΚ, η οποία δεν προϋποθέτει οιονδήποτε έλεγχο συγκέντρωσης επιχειρήσεων. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες από τους αρ. 8β, 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι υπήρχε ανταγωνιστική σχέση των επιχειρήσεων της αναιρεσείουσας και της αρχικώς εναγομένης, διότι η τελευταία ήλεγχε αμέσως αλλά και εμμέσως την ανταγωνιστική επιχείρηση ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρος Γάτου στο πλαίσιο των διεξαγωγών της παρούσας δίκης αλλά και συναφούς άλλης δίκης και του περιεχομένου αυτής σε σχέση με τους "διαρθρωτικούς δεσμούς μεταξύ της αρχικώς εναγομένης και της ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ" και την κατάθεση του μάρτυρος Μ. ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού σε σχέση με το "επενδεδυμένο συμφέρον της αρχικώς εναγομένης στην ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ". Ο από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται εν προκειμένω στην επίκληση και εκτίμηση αποδείξεων (συγκεκριμένα των μαρτυρικών καταθέσεων) και όχι στη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος διότι, από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε, δεχόμενο τα αντίθετα, ενώ ο από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι αβάσιμος, διότι, από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθ. 401/2003 εισηγητική έκθεση - και ειδικότερα των μαρτύρων Π. Μ. και Γ. Σ. που προτάθηκαν από την ενάγουσα και των μαρτύρων Ι. Γ. και Σ. Ο. που προτάθηκαν από την εναγομένη - και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις παρούσες κατ' έφεση προτάσεις τους", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Η μη ρητή μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση της εισηγητικής έκθεσης 400/2003, εξηγείται από το ότι η εν λόγω εισηγητική έκθεση περιελάμβανε τις καταθέσεις των μαρτύρων άλλης δίκης, αυτής που διεξήχθη επί αγωγής εταιρείας του Ομίλου Χ. ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ ΑΕ κατά της αρχικώς εναγομένης, και ως εκ τούτου η λήψη υπόψη και αυτής προκύπτει από την ως άνω βεβαίωση του Εφετείου ότι ελήφθησαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις παρούσες κατ' έφεση προτάσεις τους", αφού μια εισηγητική έκθεση με μαρτυρικές καταθέσεις άλλης δίκης κατατάσσεται στην έννοια των εν γένει αποδεικτικών εγγράφων, όπως και η απόφαση και τα πρακτικά της Επιτροπής Ανταγωνισμού, όπου εμπεριέχεται και η κατάθεση του μάρτυρος Μ. 5. Κατά τη διάταξη του αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008). Πρέπει ακόμη κατά τη συζήτηση να προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο το έγγραφο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση του σφάλματος ανάγνωσης από το δικαστήριο της ουσίας. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη παραμόρφωση της υπ' αριθ. 604/2015 απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού συνεπεία της παράλειψης ανάγνωσης του κρίσιμου περιεχομένου της, ήτοι αφενός της άποψης της μειοψηφίας και αφετέρου της κρίσης της Επιτροπής περί της μεμονωμένης παράβασης που αφορούσε την επιβολή συμβατικού όρου από την αρχικώς εναγομένη. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης. Εξάλλου, ο συγκεκριμένος λόγος δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω και διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα ανάγνωσης, καθώς ουδεμία υποχρέωση είχε να κάνει ειδική μνεία στην άποψη της μειοψηφίας της απόφασης και να εξειδικεύσει σε τι αφορούσε η μεμονωμένη παράβαση που διαπιστώθηκε από την Επιτροπή Ανταγωνισμού αναφορικά με την επιβολή συμβατικού όρου εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης, η οποία, εξάλλου, ήταν αδιάφορη για την κρίση επί της ένδικης διαφοράς, αλλά, αντίθετα, ορθά το περιεχόμενο του εγγράφου ανέγνωσε, το οποίο απλώς συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά μέσα, και συνήγαγε από αυτό αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, κάτι που δεν δύναται να θεμελιώσει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης κατά τα προεκτεθέντα. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες από τους αρ. 8β, 10, 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι υπήρξαν απειλές της αρχικώς εναγομένης κατά της αναιρεσείουσας εταιρείας ή των μεταποιητικών επιχειρήσεων αλουμινίου προς όφελος της ελεγχόμενης από την αρχικώς εναγομένη ομοειδoύς εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΑΛΜΕ", δεν έλαβε υπόψη του 1)την αντίδραση της αρχικώς εναγομένης έναντι των εταιρειών του Ομίλου Χ.(ΑΛΚΟΡ και ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ), αμέσως μόλις ξεκίνησε η λειτουργία της η αναιρεσείουσα εταιρεία το 1993, η οποία διέκοψε αιφνιδίως τη μακροχρόνια συνεργασία της μαζί τους με το πρόσχημα της οφειλής, μη δεχόμενη εξόφληση σε 4 μήνες, 2) τις 2670/2017 και 1879/2018 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι αγωγές των ΑΛΚΟΡ και ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ κατά της αρχικώς εναγομένης, 3)την κατάθεση του μάρτυρα Λ. ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού και 4)τον πίνακα της Επιτροπής Ανταγωνισμού όπου αποτυπώνονται οι πελάτες της αναιρεσείουσας και η συχνότητα της παροχής υπηρεσιών επαναχύτευσης προς αυτούς. Ο ανωτέρω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 8β είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο "πράγματος" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά την εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων. Ο ίδιος λόγος κατά το οικείο σκέλος του, κατ'εκτίμηση από τον αριθ. 11γ και όχι και από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων "και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις παρούσες κατ' έφεση προτάσεις τους", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες από τους αρ. 8β και 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η συμπεριφορά και οι απειλές της αρχικώς εναγομένης κατά της ίδιας (αναιρεσείουσας εταιρείας) ή των μεταποιητικών επιχειρήσεων αλουμινίου, προς όφελος της ελεγχόμενης από την αρχικώς εναγομένη ομοειδoύς εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ", οδήγησαν στην πτωτική πορεία της και στην παύση της λειτουργίας του εργοστασίου της, δεν έλαβε υπόψη του α)το από 16. 6. 1992 εισηγητικό σημείωμα του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, σύμφωνα με το οποίο κρίνεται βιώσιμη η επένδυση της αναιρεσείουσας και αναγνωρίζεται η χρήση της υψηλής τεχνολογίας μεθόδου HOT TOP που επιτυγχάνει καλύτερης ποιότητας αλουμίνιο, β)τις δανειακές συμβάσεις της ΕΤΒΑ, η οποία χρηματοδότησε την αναιρεσείουσα με δύο δάνεια ύψους 200.000.000 δρχ και 80.000.000 δρχ, ήτοι συνολικά 258.000.000 δρχ, γ)τα έγγραφα από όπου προκύπτει ότι ο εκπρόσωπος Χ. διέθεσε για την υλοποίηση του προτύπου χυτηρίου της αναιρεσείουσας ίδια κεφάλαια ύψους 287. 000. 000 δρχ. εκ των οποίων τα 120. 000. 000 δρχ προέρχονταν από συνάλλαγμα, δ)την κατάθεση του μάρτυρα Μ. που υπήρξε πελάτης της αναιρεσείουσας και διαπίστωσε ότι η ποιότητα του προιόντος της αναιρεσείουσας ήταν ανώτερη από της ΕΠΑΛΜΕ, ε)την κατάθεση του μάρτυρα Σ., ο οποίος κατέθεσε ότι ο Χ. ίδρυσε την αναιρεσείουσα εταιρεία για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των εταιρειών του και για να οικειοποιηθεί μερίδιο στην αγορά και ότι η ποιότητα της αναχυτεύσεως της αναιρεσείουσας ήταν υψηλή, στ)την κατάθεση του μάρτυρα Ο., ο οποίος όσον αφορά τη χωρική εγγύτητα της αναιρεσείουσας στις μεγάλες βιομηχανίες αλουμινίου της Β. Ελλάδας κατέθεσε ότι για τις μεγάλες βιομηχανίες αλουμινίου της Β. Ελλάδας που προμηθεύονταν αλουμίνιο σκραπ, σχετικά με την ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ και την αναιρεσείουσα δε γνωρίζει ποια τους συνέφερε περισσότερο στο να προμηθευτούν, ωστόσο η αναιρεσείουσα ήταν πιο κοντά στο Κιλκίς από ότι η ΕΠ. ΑΛ. ΜΕ, στ)τη κατάθεση του μάρτυρος Μ., ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ο οποίος κατέθεσε για την υψηλή ποιότητα της αναχυτεύσεως της αναιρεσείουσας. Ο ανωτέρω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο "πράγματος" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά την εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, αλλά και αβάσιμος ως αλυσιτελής δεδομένου ότι αφορά την ανωτέρω πλεοναστική αιτιολογία. Ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, αφενός αφορά την ανωτέρω πλεοναστική αιτιολογία, αφετέρου από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθ. 401/2003 εισηγητική έκθεση - και ειδικότερα των μαρτύρων Π. Μ. και Γ. Σ. που προτάθηκαν από την ενάγουσα και των μαρτύρων Ι. Γ. και Σ. Ο. που προτάθηκαν από την εναγομένη - και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις παρούσες κατ' έφεση προτάσεις τους", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Πέραν αυτών, ο παραπάνω λόγος ως προς τα υπό στοιχεία α, β και γ έγγραφα είναι και απαράδεκτος διότι αυτά(έγγραφα)δεν προσκομίζονται από την αναιρεσείουσα. 6. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 30-7-2021 αίτηση για αναίρεση της 1564/2021 τελεσίδικης απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2. 700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης