1353/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1353 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 1353 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1353/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) …… και 9)….., απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δικαίο. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα με την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ - Αικατερίνη Γρατσία - Πλατή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από την από 8-10-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 852/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2569/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ,αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως ,αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97, 98 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, προς τον οποίο η πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερόμενου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1059/2019, ΑΠ 1054/2014), υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο απολειπόμενος αναιρεσείων ,είτε επισπεύδει αυτός εγκύρως τη συζήτηση είτε έχει κλητευθεί νόμιμα, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1269/2019, ΑΠ 240/2014, ΑΠ 1852/2007). Περαιτέρω, σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΟλΑΠ 4/1994, ΟλΑΠ 2/1992, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 60/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση από τη σειρά του οικείου πινακίου της από 29/11/2018 ένδικης αίτησης αναίρεσης οι επισπεύδοντες την συζήτησή της αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δικαίο, ο οποίος για την νομιμοποίησή του προσκόμισε το υπ. αριθμ. ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ε. Ι. Π., από το οποίο προκύπτει ότι μόνον οι επτά πρώτοι αναιρεσείοντες του χορήγησαν την ειδική πληρεξουσιότητα να παρασταθεί και να τους εκπροσωπήσει κατά την συζήτησή της αίτησης αναίρεσης, εγκρίνοντας και την άσκησή της, όχι όμως και η όγδοη και ένατος των αναιρεσειόντων. Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται η χορήγηση, από αυτούς, νόμιμης πληρεξουσιότητας στον εν λόγω δικηγόρο, με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι ανωτέρω όγδοη και ένατος των αναιρεσειόντων θεωρούνται ότι δεν παρίστανται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και είναι δικονομικά απόντες. Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι παραπάνω αναιρεσείοντες είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δικαίο πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, ούτε, επίσης, προκύπτει ότι οι εν λόγω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από το αναιρεσίβλητο. Πρέπει, συνεπώς, ως προς τους όγδοη και ένατο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, να κηρυχθεί, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' ΚΠολΔ, απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός της υπόθεσης. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 643 και 591 παρ. α', σε συνδυασμό με το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο συζήτησης της ανακοπής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), υπ' αριθμ.2569/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 852/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 8/10/2010 ανακοπή κατά της αρξαμένης αναγκαστικής εκτελεσης του αναιρεσιβλήτου, στρεφόμενη κατά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και ένατου των αναιρεσειόντων και κατά του αποβιώσαντος μετά την άσκηση της ανακοπής Β. Λ., για τον οποίο συνεχίζουν την δίκη οι νόμιμοι κληρονόμοι του πέμπτη, έκτος, έβδομη και όγδοη των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή ως προς τους επτά πρώτους αναιρεσείοντες και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν η δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο (2) έτη ,που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη" . Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση , η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια , που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές" , ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016" . Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: "Με τις παραγράφους 1 - 4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης" . Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1-1-2016 δεν είναι σαφής και γι' αυτό από την φραστική διατύπωση της ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου τόσον στο δίκαιο της έφεσης, όσον και στο δίκαιο της αναίρεσης κατά την ερμηνεία της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που αφορά στην μείωση της καταχρηστικής προθεσμίας της αναίρεσης επίσης από τα 3 στα 2 έτη, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ενδίκου αυτού μέσου, από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά την γραμματική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ., το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του. Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης και της αναίρεσης θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες. Προκειμένου να καταστεί αντιληπτή η λειτουργία της παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι υπό την ισχύ της ΠολΔ/1835 δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης ή της αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 752 ΠολΔ/1835 οριζόταν τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που αφετηριαζόταν από την επίδοση της απόφασης, η οποία παρατεινόταν για επιπλέον 30 ημέρες ,αν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ήταν εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή ή ήταν αγνώστου διαμονής (άρθρο 754 ΠολΔ/1835). Αν παραλειπόταν η επίδοση ή η τυχόν γενόμενη ήταν ελαττωματική, το δικαίωμα άσκησης έφεσης υπέκειτο στη "συνήθη" παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 756 ΚΠολΔ/1835). Ανάλογη ρύθμιση ίσχυε και αναφορικά με την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (άρθρο 520 ΚΠολΔ/1835). Κατ' αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ αποβλέπει να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα, τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων. Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ και γι' αυτό δεν αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου. Υπό την ισχύ του ν. 4335/2015, με αφορμή τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης ή της αναίρεσης, υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική εκδοχή ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 (ΑΠ 1640/2017, 1176/2017). Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υποστηρίζεται ότι ο δικονομικός νομοθέτης απέκλινε με το ν. 4335/2015 συνειδητά από την ως άνω διαχρονικού δικαίου αρχή του ΕισΝΚΠολΔ, χωρίς να αφήσει το ζήτημα αρρύθμιστο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί το κενό μέσω της προσφυγής στο άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ., η οποία εξαρτούσε το παραδεκτό της αναίρεσης από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έπραξε ο νομοθέτης του ν. 3994/2011, ο οποίος ρητά επανέλαβε την ως άνω διάταξη του ΕισΝΚΠολΔ στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του νόμου εκείνου, ορίζοντας ειδικότερα ότι "Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση". Ωστόσο, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι' αυτούς τους λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ., δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων ,που δεν έχουν επιδοθεί, ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος. Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (πρβλ Ολ ΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του" (ΟλΑΠ 10 /2018, ΑΠ 933/2020, ΑΠ 817/2020, 471/2020, ΑΠ 712/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 144 παρ.1 και 145 παρ.1 ΚΠολΔ "οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος, που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα τη επομένης μη εξαιρετέας ημέρας "(άρθρο 144 παρ.1) και "η προθεσμία που προσδιορίζεται σε έτη λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους" (αρθρο 145 παρ. 1). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτό απέρριψε την από 10/12/2016 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκαλουμένης υπ. αριθμ. 852/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την ακόλουθη αιτιολογία: << Η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 10-2-2017, ενώ η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 11- 2-2014 και οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα ότι επιδόθηκε.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της διετούς προθεσμίας για την άσκησή της, η οποία (διετής προθεσμία) έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον το ένδικο μέσο ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015, δηλαδή μετά την 1/1 2016, και πρέπει, για τον λόγο αυτό, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γενομένης δεκτής της σχετικής ένστασης που παραδεκτά προβάλλεται από το εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο) με τις προτάσεις του>>. Έτσι που έκρινε το Έφετείο, το οποίο απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση των αναιρεσειόντων, παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 2 του Ν. 4335/2015, η οποία εφαρμόστηκε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και των άρθρων 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015 και 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν, ενώ ήσαν εφαρμοστέες, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, καθόσον, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δημοσιεύτηκε στις 11-2-2014, χωρίς να λάβει χώρα επίδοσή της, και η ένδικη έφεση ασκήθηκε στις 10-2-2017, δηλαδή εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, και συνεπώς αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης και πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, ήταν παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Επομένως, το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε την ένδικη έφεση απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και ο μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από το άρθρο 559 παρ. 14 ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση και όχι και από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολ), πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους επτά πρώτους των αναιρεσειόντων, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των επτά πρώτων αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν, αλλά δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29/11/2018 αίτησης για αναίρεση της υπ. αριθμ. 2569/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την όγδοη αναιρεσείουσα Ε. Λ. και ως προς τον ένατο αναιρεσείοντα Δ. Β. Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους επτά πρώτους αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος, που έγινε δεκτή η αναίρεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των επτά πρώτων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ