1353/2021 · 1353/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1353 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - ΒαÏ...
Full Text of the Judgment · 1353/2021
Απόφαση 1353 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1353/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Β., κατοίκου …, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Εταιρεία" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD", καθώς και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENNIUM BANK", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Αλεύρωντα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 16-8-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 10-9-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 3η, δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2013 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9339/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 2.11.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 165/2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 9339/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των εκ των εφεσιβλήτων: δεύτερης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "HELLENIC POSTBANK", τρίτης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", υπό την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD") και τέταρτης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENNIUM BANK". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον των: δεύτερης αναιρεσίβλητης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", υπό την ιδιότητά της ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "HELLENIC POSTBANK" και τρίτης αναιρεσίβλητης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", υπό την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD", καθώς και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τράπεζα MILLENIUM BANK", διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 153/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμ. 5771/4-1-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Δ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 2-11-2018 (αριθμ. καταθ. 103695/165/2018) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 10-1-2020, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", υπό την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD", καθώς και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα MILLENIUM BANK". Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, ανεβλήθη από το πινάκιο, λόγω σοβαρού κωλύματος της ορισθείσας Εισηγήτριας, για τη δικάσιμο της 19-2-2021, κατά την οποία όμως ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 (άρθρο 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021) και επαναπροσδιορίστηκε κατ' άρθρο 83 παρ. 2 και 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ., το άρθρο 26 του ν. 4792/2021 και την υπ' αριθμ. 39/12-4-2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, για την παρούσα δικάσιμο (10.9.2012). Κατά συνέπειαν, αφού η ως άνω τρίτη αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή της, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 1446/2018). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 681/2020). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματος του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει. Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ.) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 90/2020,ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα). Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών του από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει: α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018). Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής Τ.Π.Δ.) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την Υ.Α.2/19843/0094, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ., μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους. Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Τ.Π.Δ. Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.Δ. από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, καθ' όσον οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις, ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010. Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010. Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το Τ.Π.Δ. από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το Τ.Π.Δ. σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν.3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ. λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Α.Π. 1326/2015) Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (6-11-2018), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 109/2020). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 1266/2011). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 198/2015, Α.Π. 271/2013), σημειουμένου επίσης ότι η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ολ.ΑΠ 27/1998), ούτε και με τις πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 109/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος - αιτών την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 α' του ν. 3869/2010. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως, γιατί δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών, ούτε προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση της προπαρατεθείσας διατάξεως οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της ή ψευδή ερμηνεία, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής θεμελιώσεώς τους στις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης 9339/2018 αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. Κ.Πολ.Δ.), το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο αιτών γεννηθείς την 8.6.1967, κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης 46 ετών και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης 51 ετών είναι έγγαμος από το έτος 2001 με την Ε. Γ. γεννηθείσα την 20.10.1978, ηλικίας κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης 35 ετών και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης 40 ετών, με την οποία έχει αποκτήσει ένα τέκνο, την Α., γεννηθείσα την 6.5.2008, ηλικίας κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης πέντε ετών και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης 10 ετών. Ο αιτών εργάζεται στην Ελληνική Αστυνομία, στην Υπηρεσία της Γενικής Ασφάλειας Αττικής, με το βαθμό του Αρχιφύλακα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αιτών στις 20-2-2008 κατήρτισε με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων σύμβαση στεγαστικού δανείου με την οποία συμφωνήθηκε η παροχή σε αυτόν από το Ταμείο τοκοχρεολυτικού δανείου, ύψους 147.328 ευρώ, η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει σε 60 ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, ποσού εκάστης εξ αυτών 4.712.46 ευρώ, που θα καταβάλονταν την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, αρχομένης της πρώτης την 31η Δεκεμβρίου 2008, δόσεις, οι οποίες θα εξοφλούνταν μέσω μηνιαίας παρακράτησης, λόγω εκχώρησης από τον αιτούντα, κατ' άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, ποσοστού εκ του μηνιαίου μισθού του, που αντιστοιχούσε αρχικά στο ποσό των 785,41 ευρώ και στη συνέχεια στο ποσό των 796,42 ευρώ. Η απορρέουσα από την ανωτέρω σύμβαση με αριθμ. Λογαριασμού …/… οφειλή του αιτούντος ανέρχονταν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης στο ποσό των 136.892,52 ευρώ και δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, σύμφωνα με την από 26.9.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών του, διότι οι δόσεις παρακρατούνταν από τη μηνιαία μισθοδοσία του αιτούντος. Σημειώνεται ότι ο αιτών με το ανωτέρω αναφερθέν στεγαστικό δάνειο, που έλαβε από το πρώτο καθ' ου πιστωτή και ήδη εκκαλούν, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-1-2007 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αθηνάς Μοσχονά μια οριζόντια ιδιοκτησία- διαμέρισμα, υπό στοιχεία (Α3), του πρώτου πάνω από το ισόγειο-πυλωτή ορόφου σε πολυκατοικία κείμενη επί της οδού ..., στην …, αποτελούμενη από δύο υπνοδωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, λουτρό, WC, οφφις και δύο εξώστες, επιφάνειας 82,50 τμ. Επιπλέον δυνάμει του ίδιου ως άνω τίτλου απέκτησε την υπό στοιχεία (ΥΑ-5) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη, επιφάνειας 9,61 τμ, ευρισκόμενη στο υπόγειο της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, ενώ παρακολούθημα, συστατικό και αναπόσπαστο μέρος του προαναφερθέντος διαμερίσματος και την υπό στοιχεία (ΙΡ7) θέση στάθμευσης, επιφάνειας 10,13 τμ, ευρισκόμενη στην πυλωτή της ως άνω αναφερθείσας πολυκατοικίας. Στο ανωτέρω περιγραφέν ακίνητο η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται σύμφωνα με τη δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων του έτους 2014 στο ποσό των 62.244 ευρώ και το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειας του έχει εγγραφεί υπέρ του χορηγούντος το εν λόγω δάνειο Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και προς εξασφάλιση αυτού υποθήκη για το ποσό των 147.328 ευρώ. Πέραν από το προαναφερθέν δάνειο, ο αιτών συνήψε με το δεύτερο των κάθ' ων "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", το έτος 2008, την υπ' αρ. ….-…-… σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δυνάμει της οποίας έλαβε, ως δάνειο, το ποσό των 5.000 ευρώ, προκειμένου να ενισχύσει οικονομικά την αδελφή του, η οποία εμφάνισε καρκίνο του στομάχου και ήταν διαζευγμένη, μητέρα τριών τέκνων και είχε άμεση ανάγκη μετρητών, απεβίωσε δε το έτος 2012 και του οποίου δανείου η μηνιαία δόση ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 62,17 ευρώ, η δε απορρέουσα από αυτό οφειλή του αιτούντος ανερχόταν στις 25-9- 2013 στο ποσό των 3.312,87 ευρώ και δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, καθόσον οι δόσεις παρακρατούνταν από την μηνιαία μισθοδοσία του αιτούντος. Επίσης ο αιτών συνήψε το Νοέμβριο του έτους 2009 με τη τρίτη καθ' ής πιστώτρια, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" την υπ αρ. … σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού 5.000 ευρώ, το οποίο έλαβε, προκειμένου να αποπληρώσει τα έξοδα επισκευής του αυτοκινήτου του, που είχε υποστεί ζημίες από τροχαίο ατύχημα και του οποίου δανείου η μηνιαία δόση ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 55,59 ευρώ, η δε απορρέουσα από αυτό οφειλή του αιτούντος ανερχόταν στις 25-9-2013 στο ποσό των 2.803,78 ευρώ και, ως ομολογεί ο ίδιος ο αιτών στην αίτησή του (βλ. σελ. 9 αυτής) η εν λόγω οφειλή του δεν ήταν ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης και τέλος ο αιτών συνήψε με την τέταρτη πιστώτρια MARFIN EGNATIA BANK σύμβαση χορήγησης της υπ' αρ. … πιστωτικής κάρτας, η απορρέουσα από την οποία οφειλή του ανερχόταν, στις 24-9-2013, στο ποσό των 3.082,26 ευρώ και ως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της 24.9.2013 της ως άνω Τράπεζας η εν λόγω οφειλή του ήταν ληξιπρόθεσμη. Από την επισκόπηση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων του αιτούντος και της συζύγου τουρτών οικονομικών ετών 2009 και εφεξής, προκύπτει ότι 1) το ατομικό ετήσιο εισόδημά του το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008), όταν και έλαβε το ανωτέρω στεγαστικό δάνειο, ανήλθε στο ποσό των 24.398,34 ευρώ, ήτοι τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 2.033,195 ευρώ (24.398,34 ευρώ:12 μήνες), ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικό, είχε δε επιστροφή φόρου γύψους 576,62 ευρώ, 2) το ατομικό ετήσιο εισόδημά του το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009) ανήλθε στο ποσό των 25.729,50 ευρώ, ήτοι τα μηνιαία εισοδήματα του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 2.144,125 ευρώ (25.729,50 ευρώ: 12 μήνες), ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικό, είχε δε επιστροφή φόρου )ύψους 995,25 ευρώ, 3) το ατομικό ετήσιο εισόδημά του το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) ανήλθε στο ποσό των 23.820,76 ευρώ, ήτοι τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.985,063 ευρώ (23.820,76 ευρώ: 12 μήνες), ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικό, είχε δε επιστροφή φόρου, ύψους 1.909,53 ευρώ, 4) το ατομικό ετήσιο εισόδημά του το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) ανήλθε στο ποσό των 22.541,86 ευρώ, ήτοι τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.878,488 ευρώ (22.541,86 ευρώ: 12 μήνες), ενώ της συζύγου του ήταν 1.728 ευρώ, ήτοι 144 ευρώ κατά μέσο όρο το μήνα (1.728 ευρώ: 12 μήνες), ήτοι το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα ανερχόταν κατά μέσο όρο στο συνολικό ποσό των 2.022,488 ευρώ, υποχρεώθηκε δε σε καταβολή φόρου, ύψους 573,76 ευρώ, 5) το ατομικό ετήσιο εισόδημά του το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) ανήλθε στο ποσό των 21.515,76 ευρώ, ήτοι τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.792,98 ευρώ (21.515,76 ευρώ: 12 μήνες), ενώ της συζύγου του ήταν 3.456 ευρώ, ήτοι 288 ευρώ κατά μέσο όρο το μήνα (3.456 ευρώ: 12 μήνες), ήτοι το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα ανερχόταν κατά μέσο όρο στο συνολικό ποσό των 2.080,98 ευρώ, υποχρεώθηκε δε σε καταβολή φόρου, ύψους 411,32 ευρώ, 6) το ατομικό ετήσιο εισόδημά του το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013), έτος κατά το οποίο και υπέβαλε την αίτησή του, ανήλθε στο ποσό των 19.843,61 ευρώ, ήτοι τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.653,634 ευρώ (19.843,61 ευρώ: 12 μήνες), ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικά, καθόσον αυτή απελύθη από την εργασία της ως οικιακής βοηθού, υποχρεώθηκε δε σε καταβολή φόρου, ύψους 466,46 ευρώ, 7) το ατομικό ετήσιο εισόδημά του το φορολογικό έτος 2014 (χρήση 2014) ανήλθε στο ποσό των 20.052,16 ευρώ, ήτοι τα μηνιαία εισοδήματα του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.671,013 ευρώ (20.052,16 ευρώ: 12 μήνες), ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικά, καθόσον αυτή εξακολουθούσε να είναι άνεργη, υποχρεώθηκε δε σε καταβολή φόρου, ύψους 343,23 ευρώ, 8) το ατομικό ετήσιο εισόδημά του το φορολογικό έτος 2015 (χρήση 2015) ανήλθε στο ποσό των 20.694,25 ευρώ, ήτοι τα μηνιαία εισοδήματα του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.724,520 ευρώ (20.694,25 ευρώ: 12 μήνες), ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικά, καθόσον αυτή εξακολουθούσε να είναι άνεργη, υποχρεώθηκε δε σε καταβολή φόρου, ύψους 177,08 ευρώ, 9) το ατομικό ετήσιο εισόδημά του το φορολογικό έτος 2016 (χρήση 2016) ανήλθε στο ποσό των 21.304,91 ευρώ, ήτοι τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.775,409 ευρώ (21.304,91 ευρώ:12 μήνες), ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικά, καθόσον αυτή εξακολουθούσε να είναι άνεργη, υποχρεώθηκε δε σε καταβολή φόρου, ύψους 122,32 ευρώ. Σημειώνεται ότι ο αιτών έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του και ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας …, μάρκας HONDA, τύπου CIVIC, 1590 κυβικών εκατοστών και έτους πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2004, η εμπορική αξία του οποίου ανέρχεται κατ' εκτίμηση του ίδιου, στο ποσό των 3.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι τόσο κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης, τα έξοδα του αιτούντος για την κάλυψη των πάγιων βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του ανέρχονταν στο ποσό των 1.020 ευρώ, εκ των οποίων 400 ευρώ διατίθενται για τη διατροφή, 100 ευρώ για κοινόχρηστα, 300 ευρώ για την εξόφληση λειτουργικών δαπανών (ηλεκτρικό ρεύμα, παροχή ύδατος, τηλέφωνο), 20 ευρώ για ένδυση και υπόδηση, 10 ευρώ για κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών του τέκνου του, 30 ευρώ για την κάλυψη ιατρικών δαπανών, δεδομένου μάλιστα ότι το ανήλικο τέκνο τους πάσχει από "τοπική δερματίτιδα και χρήζει αγοράς ειδικών προϊόντων που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό του φορέα, 120 ευρώ για μετακίνηση και συντήρηση του αυτοκινήτου και 30 ευρώ για διάφορα άλλα έξοδα. Ως εκ τούτου αποδείχθηκε ότι καθόλο το χρονικό διάστημα που είτε μόνο το ατομικό εισόδημα του αιτούντος είτε το συνολικό οικογενειακό εισόδημα αυτού και της συζύγου του υπερέβαιναν το ποσό των 2.000 ευρώ, αυτός ήταν σε θέση να καλύπτει τόσο τις δαπάνες συντήρησης και κάλυψης των βιοτικών αναγκών των δικών του και τις οικογένειάς του, όσο και τις μηνιαίες δόσεις των δανείων του και της πιστωτικής του κάρτας, που ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 950 ευρώ, αφού το σύνολο των μηνιαίων δόσεων μόνο των ως άνω τριών δανείων, δίχως τον υπολογισμό της ελάχιστης καταβολής που έπρεπε να δίνει για την κάλυψη της πιστωτικής κάρτας του ανέρχονταν στο ποσό των 914,18 ευρώ (796,42 ευρώ + 62,17 ευρώ + 55,59 ευρώ). Έτσι, το έτος 2013 που αφενός ο αιτών υπέστη μείωση στις αποδοχές του και, κατά τα προαναφερόμενα, τα μηνιαία εισοδήματά του, αφαιρουμένου του φόρου που έπρεπε να καταβάλει για το έτος αυτό ανήλθαν στο ποσό των 1.625,03 ευρώ [1.653,63 ευρώ-28,60 ευρώ (343,23 εύροι:12 μήνες)] και αφετέρου η σύζυγός του ήδη από τις 23-7- 2012 απελύθη από την εργασία της και έκτοτε είναι άνεργη, εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, χωρίς να λαμβάνει επίδομα ανεργίας, περιήλθε σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, με αποτέλεσμα να περιέλθει, χωρίς υπαιτιότητά του, σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του προς τις πιστώτριες του, εκ των οποίων, κατά τα προαναφερόμενα, κατέστη ληξιπρόθεσμη η οφειλή του από την ανωτέρω σύμβαση πιστωτικής κάρτας, που είχε συνάψει με την τέταρτη των καθών η αίτηση, ενώ τα δάνεια που είχε συνάψει με το πρώτο και τη δεύτερη των καθών δεν κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, επειδή είχε εκχωρηθεί ο μισθός του αιτούντος και καταβάλονταν απευθείας από τη μηνιαία μισθοδοσία του, πλην όμως μετά την υποβολή της ως άνω αίτησης λογίζονται πλέον ληξιπρόθεσμες και οι υπόλοιπες ανωτέρω οφειλές του. Επομένως, αποδείχτηκε ότι ο αιτών από το έτος 2013 που υπέβαλε και την υπό κρίση αίτηση βρισκόταν σε μόνιμη αδυναμία κάλυψης των οφειλών του προς τις πιστώτριές του, αφού, καλύπτοντας τις ανωτέρω δανειακές του υποχρεώσεις, το ποσό που απέμενε μηνιαία δεν επαρκούσε για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας του αιτούντος και των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, τόσο κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αίτησης όσο και στο χρόνο συζήτησης της έφεσης αλλά και στο εγγύς μέλλον, δεν αναμένεται να βελτιωθεί, λόγω της οικονομικής κρίσης που υπάρχει στη χώρα τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της οποίας επιβλήθηκαν και οι μειώσεις στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, όπως ο αιτών, χωρίς να προβλέπεται ότι οι τελευταίες θα αποκατασταθούν στα προ κρίσης επίπεδα και δίχως να εμφανίζεται ευχερής η εξεύρεση εργασίας εκ μέρους της συζύγου του, καθόσον, λόγω της ηλικίας, στην οποία αυτή βρίσκεται, ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ατόμων που πλήττονται περισσότερο από την ανεργία, ενώ η τυχόν οικονομική ενίσχυση που ελάμβαναν από τους γονείς, τόσο τους δικούς του, όσο και της συζύγου του, οι οποίες εδίδονταν στα πλαίσια της ελευθεριότητας αυτών και δεν δύναται να συνεκτιμηθούν στα πάγια μηνιαία εισοδήματα του αιτούντος, από την κατάθεση της αίτησης και εντεύθεν έπαυσε να υφίσταται, καθόσον οι συντάξεις των ανωτέρω περικόπηκαν σημαντικά, ως κατέθεσε εξετασθείσα η μάρτυρας απόδειξης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σύζυγος του αιτούντος, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον εφικτό και σε αυτούς να συνδράμουν οικονομικά τον αιτούντα και την οικογένειά του, ενώ παράλληλα οι δανειακές υποχρεώσεις του αιτούντος θα συνεχίσουν να αυξάνονται, λόγω της επιβάρυνσης των δανείων του με τόκους υπερημερίας. Σημειώνεται δε ότι και από την επισκόπηση των εκκαθαριστικών των φορολογικών ετών 2015 και 2016 αποδείχθηκε ότι από τον χρόνο υποβολής της αίτησης έως και της συζήτηση της ένδικης έφεσης, παρά το γεγονός ότι παρήλθε χρονικό διάστημα μίας πενταετίας, ούτε ο μηνιαίος μισθός του αιτούντος παρουσίασε οιαδήποτε αξιοσημείωτη αύξηση, ούτε φυσικά η σύζυγος του εξηύρε οιαδήποτε απασχόληση, παρά μόνο εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη ως άνεργη, στα μητρώα το ΟΑΕΔ.
Συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010.
Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου - αιτούντος στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ. και 27 Π.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι. Ειδικότερα, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, έστω και αν τα δάνειά του προς το Τ.Π.Δ. και την τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "HELLENIC POSTBANK" είναι ενήμερα, εξυπηρετούμενα κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως ποσοστού από το μισθό του, ενώ οι οφειλές του προς τους λοιπούς πιστωτές του ανέρχονται σε πολύ μικρά ποσά, μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του. Το γεγονός ότι το Τ.Π.Δ. παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη - αναιρεσιβλήτου σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του Τ.Π.Δ. και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Περαιτέρω, και καθ' όσον αφορά στην ύπαρξη του δόλου, που, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προαναφερόμενη νομική σκέψη της παρούσας, υποδεικνύει ο πιστωτής και το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά το θέμα αυτό όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνον κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως του πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει, όπως έχει αναλυτικά αναφερθεί παραπάνω, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ούτε από τα με αριθμό 29/2016 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, ούτε από τις, από 21-10-2015, ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, αλλά ούτε και από το δικόγραφο της από 22-6-2016 εφέσεώς του κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αριθμ. 2 ΚΠολΔ.), προκύπτει ότι το αναιρεσείον προέβαλε ένσταση περί του ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων προς αυτό χρηματικών οφειλών του από ενδεχόμενο δόλο. Αντίθετα από την επισκόπηση των προαναφερομένων δικογράφων προκύπτει ότι το ήδη αναιρεσείον είχε προτείνει τον ισχυρισμό περί της μη συνδρομής της προϋποθέσεως της περιελεύσεως του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμής των προς αυτό ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του, επειδή ο τελευταίος, παρά την επικαλούμενη τεράστια μείωση των αποδοχών του από το έτος 2010, δεν υπέβαλε, όπως όφειλε, αίτηση σ' αυτό να υπαχθεί σε κάποια από τις θεσμοθετηθείσες, δυνάμει του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, ειδικές ρυθμίσεις για τα δάνεια που έχει χορηγήσει το Ταμείο σε δημοσίους υπαλλήλους, προς διευκόλυνσή τους, λόγω ακριβώς των περικοπών στις αποδοχές τους, ισχυρισμός που απερρίφθη από την προσβαλλομένη απόφαση, με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του αιτούντος την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, να υποβάλει προηγουμένως αίτηση στο Τ.Π.Δ. για την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3867/2010. Κατ' ακολουθίαν, οι προεκτεθέντες λόγοι, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι περαιτέρω δε σκέψεις του παραπάνω Δικαστηρίου ότι ο προβληθείς ως άνω από το εκκαλούν Τ.Π.Δ. ισχυρισμός είναι αόριστος, αφού τούτο (Τ.Π.Δ.) ουδόλως εξειδικεύει ούτε τη ρύθμιση που θα επιλεγόταν, αλλά ούτε και το ποσό στο οποίο τυχόν θα διαμορφωνόταν η δόση του στεγαστικού δανείου του αιτούντος προς το Τ.Π.Δ., είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού προς άντληση επιχειρήματος, υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή (περί αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού του), επειδή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πέραν της αοριστίας του, εφ' όσον ουδόλως προσδιορίζεται, έστω και συνοπτικά, ποια "πράγματα" δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, κρίνεται, προεχόντως, αβάσιμος και απορριπτέος (Α.Π. 1008/2007). Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά την διάταξη του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2018 (αριθμ. καταθ. 103695/165/2018) αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9339/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ