Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
1353/2019 AI generated

1353/2019 · 1353/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1353/2019
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 1353 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1353/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1353/2019

Απόφαση 1353 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1353/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)M. K. (Μ. Κ.) του V. (Β.), κατοίκου ..., 2)ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ".... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3)Δ. Μ. του Β., 4)Γ. Β. του Δ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2010 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2017 αίτησή του και τους από 21/2/2019 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς ...42 Δ' και ...46 Δ'/7-2-201910354, καθώς και τις ...51 Δ' και ...57 Δ'/7-3-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 5-12-2017 αίτησης αναίρεσης και των από 21-12-2019 προσθέτων αυτής λόγων, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (9-4-2019), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο δια θυροκολλήσεως στην κατοικία του και στους λοιπούς αναιρεσίβλητους δια επιδόσεως στον παραστάντα στην κατ'έφεση δίκη πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο τους Σπύρο Παυλάτο, νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 129, 128, 143 και 568 του ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 558 και 566 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ` αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ` αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνακόλουθα δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΑΠ 125/2006, ΑΠ 443/2005). Παράλληλα, από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 68 και 74 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί απλής ομοδικίας η αίτηση αναίρεσης δεν επιτρέπεται κατ' αρχήν και απευθύνεται κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, όπως είναι και ο από αδικοπραξία μαζί με αυτόν εναχθείς, ως ενεχόμενος εις ολόκληρον, έναντι του οποίου η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εκτός εάν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, που βλάπτει τον αναιρεσείοντα, οπότε υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εξοβελιστεί η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, που ωφελεί τον ομόδικό του, βλάπτοντας τον ίδιο, αφού, στην περίπτωση αυτή, παρά την ομοδικία, υπήρξαν αντίθετα μεταξύ των ομοδίκων συμφέροντα και η ικανοποίηση με την προσβαλλόμενη απόφαση του συμφέροντος του ενός, έγινε εις βάρος του συμφέροντος του άλλου (ΑΠ 1226/2006, ΑΠ 1227/2007, ΑΠ 292/2009, ΑΠ 785/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 5-12-2017(με αριθμό κατάθ.41/2017)αίτηση αναίρεσης και τους από 21-2-2019 (με αριθμό κατάθ. 30/2019) προσθέτους λόγους, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την εργατική διαδικασία με αριθμό 155/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, συνεκδικάζοντας την από 1-7-2013 έφεση του αναιρεσείοντος, με την από 26-6-2013 έφεση των 2ας έως και 4ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, και αφού απέρριψε αυτές, επικύρωσε την 3/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 28-10-2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, και είχαν υποχρεωθεί οι τρίτη, τέταρτος, πέμπτος και έκτος των εναγομένων και ήδη δεύτερη, τρίτος, τέταρτος των αναιρεσιβλήτων και αναιρεσείων αντίστοιχα, ως ενεχόμενοι εξ αδικοπραξίας, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 12.000 ευρώ, νομιμότοκα, και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να καταβάλουν επιπλέον στον ενάγοντα το ποσό των 48.000 ευρώ, επίσης νομιμότοκα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από το περιγραφέν στην αγωγή εργατικό ατύχημα εις βάρος του, που έλαβε χώρα από συνυπαιτιότητα των εναγομένων κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή. Η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, έναντι του οποίου νικήθηκε ο αναιρεσείων, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν κατά συνεκδίκαση (άρθρο 246 ΚΠολΔ), ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 και 569 ΚΠολΔ).

Αντίθετα, η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον των τρίτης, τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων και ήδη δεύτερης, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, συνεναγομένων ομοδίκων του αναιρεσείοντος στην από 28-10-2010 αγωγή αποζημίωσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πρέπει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αφορούν τους αναιρεσίβλητους αυτούς, ούτε περιέχεται ως προς αυτούς στην αίτηση αναίρεσης άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση και τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους. Δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, και υπέρ των αναιρεσιβλήτων αυτών δεν θα επιβληθούν, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί απουσίαζαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια.

3. Κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην ανωτέρω διαδικασία απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου από το διάδικο που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος υποχρεούται στην απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη τους. Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋποθέσεως υποχρεούται να ερευνήσει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη αλλά ανυπόστατη και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, κατά ρητή εξαίρεση από την καθιερούμενη με το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, γενική αρχή ότι στη διαδικασία αυτή λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (Ολ. Α.Π. 15/2003, Α.Π. 1105/2017, 543/2010). Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη (Ολ. Α.Π. 8/2017, ΑΠ 412/2018, ΑΠ 1076/2010, ΑΠ 172/2003, ΑΠ 659/1988). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 339, 409, 410 και 415-420 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως μάρτυρες, με τις καταθέσεις των οποίων παρέχονται στο δικαστή πληροφορίες για τα αμφισβητούμενα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της επίδικης υποθέσεως, μπορούν να εξετασθούν μόνο τρίτα πρόσωπα και όχι οι διάδικοι, η εξέταση των οποίων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία, αλλά αποτελεί επικουρικό αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο μόνο αν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν ή αποδείχθηκαν ατελώς με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Η ρύθμιση αυτή, για την ταυτότητα του λόγου, προσήκει και επί των προβλεπόμενων στο άρθρο 671 § 1 εδ. δ' ΚΠολΔ ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, με τις οποίες τρίτα πρόσωπα καταθέτουν ό,τι γνωρίζουν για τα αποδεικτέα γεγονότα. Έτσι, ένορκη βεβαίωση διαδίκου στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο είναι νομικώς ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, αλλιώς, αν δηλαδή η εν λόγω ιδιότητα προϋπήρχε ή αποκτήθηκε μεταγενεστέρως, δεν αναιρείται το υποστατό του αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαιώσεως, η οποία, όταν νομίμως προσκομίζεται με επίκληση από τον διάδικο, είναι υποχρεωτικώς ληπτέα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως (ΑΠ 2076/2017, ΑΠ 1010/2009, ΑΠ 248/2009, ΑΠ 1492/2006, ΑΠ1361/2005). Η παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως περί συντρέχουσας αμελούς συμπεριφοράς μεταξύ άλλων και του έκτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Α. Α. στην επέλευση του γενόμενου στις 25-4-2008 εργατικού ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια να τραυματισθεί ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, πλην της με αριθμό 3/2010 ένορκης βεβαίωσης του A. S. του P., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκου Ληξουρίου, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη, αφού "ο πιο πάνω εξεταζόμενος ως μάρτυρας, είχε την ιδιότητα του εργαζομένου-χειριστή πρέσας στην επίδικη οικοδομή και άρα διαδίκου στην επίδικη έννομη σχέση και επομένως ορθά δεν λήφθηκε υπόψη η ένορκη αυτού βεβαίωση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Όμως, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση, την οποία ο αναιρεσείων-εναγόμενος προσκόμισε και επικαλέσθηκε νομίμως τόσο πρωτοβαθμίως όσο και στην έκκλητη δίκη προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί μη συνυπαιτιότητάς του στο ένδικο εργατικό ατύχημα του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, είχε δοθεί από τον άνω μάρτυρα A. S. του P. στις 4-5-2010 με πρωτοβουλία και αίτηση του αναιρεσείοντος, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί κατά την ποινική διαδικασία που είχε ακολουθήσει την από 11-9-2009 μήνυση του ενάγοντος και κατά του αναιρεσείοντος μεταξύ άλλων, δηλαδή στο πλαίσιο άλλης δίκης, και πριν αυτός ο μάρτυρας καταστεί εναγόμενος στην ένδικη υπόθεση, γεγονός που έλαβε χώρα με την κατάθεση της από 28-12-2010(με αριθμό κατάθεσης 3-1-2011) αγωγής του ενάγοντος, η οποία στρεφόταν μεταξύ άλλων και κατά του μάρτυρα αυτού. Επομένως η ένορκη αυτή βεβαίωση, που είχε ληφθεί εξ αφορμής άλλης διαδικασίας (ποινικής δίκης), πριν από την άσκηση της υπό κρίση αγωγής και προσκομίζεται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, αποτελεί απλό έγγραφο που συνεκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατ'ακολουθίαν, εφόσον σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη, δεν υπάρχει κρίση του δικαστηρίου ότι λήφθηκε για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αναιρείται το υποστατό του αποδεικτικού αυτού μέσου, και αφού κατά τα άνω η ιδιότητα του μάρτυρα αυτού ως διαδίκου αποκτήθηκε μεταγενεστέρως, έπρεπε το έγγραφο αυτό υποχρεωτικά να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως. Παραλείποντας έτσι να συνεκτιμήσει την άνω ένορκη βεβαίωση ως απλό έγγραφο, προς συνεκτίμηση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του περί της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην σωματική βλάβη του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο, ως προς τη σχετική αιτίαση, πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.

5. Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον πλην εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Μετά την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως στο σύνολό της παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

6. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθ. 495§4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστεθείσα με το άρθ. 12§2 ν. 4055/2012 ίσχυε (από 2-4-2012) κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200, 300 και 400€ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση δηλ. μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, η υποχρέωση, όμως, αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθ.663 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας (αριθ. 1 της ως άνω διάταξης, όμοια και η ισχύουσα για τα ασκούμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα ρύθμιση των άρθ.495§3 και 614 αριθ.3 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα τρίτο και τέταρτο του άρθ.1 ν.4335/2015). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, αν και δεν υπεχρεούτο, από προφανή παραδρομή κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ` αυτόν ένδικης αναίρεσης, παράβολο ποσού 450 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως στην συνταχθείσα απ` αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου, και επομένως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ` αυτόν (βλ. ΑΠ 2061/2014, 1125/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την 155/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των 450 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ