1353/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1353 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1353/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1353 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1353 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1353/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ" που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, αυτοδικαίως υπεισερχομένου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της καταργούμενης "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ" (δυνάμει του άρθρου 283 παρ.2 εδ.3 του Ν.3852/2010), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευθύμιο Καραΐσκο και Φωτεινή Κανέτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΡΕΥΝΩΝ" που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπρούζο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 22/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2/1/2014 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2041/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 11/10/2016 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 15/9/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Μαγγίνα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 11.10.2016 κλήση του αναιρεσίβλητου, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως αυτής με την 2041/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 180/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσία την έφεση που είχε ασκήσει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδας, στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε το αναιρεσείον, κατά της 11/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε απορριφθεί η από 11.4.2005 αγωγή της ως άνω Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και είχε γίνει δεκτή η από 22.12.2004 αγωγή του αναιρεσίβλητου για καταβολή υπολοίπου αμοιβής από σύμβαση έργου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 210/2016). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 20/2008). Εξάλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στη δε παράγραφο 2 ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας. Το άρθρο 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε προς εφαρμογή της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή. Περαιτέρω, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο 1), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση. Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 29/2009, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000).
Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως διοικητικής, δεν αρκούν οι ιδιότητες των συμβαλλόμενων ως οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και η δια της μεταξύ τους σύμβασης επιδίωξη δημόσιου σκοπού, αλλά θα πρέπει να συντρέχει και η υπερέχουσα θέση του ενός εκ των συμβαλλόμενων έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του άλλου. Είναι, επομένως, ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική η σύμβαση με την οποία οι συμβαλλόμενοι Ο.Τ.Α. ή τα συμβαλλόμενα ν.π.δ.δ. διαχειρίζονται την ιδιωτική περιουσία τους καθώς και εκείνη με την οποία υπάγουν οικειοθελώς τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, προβλέποντας ρήτρες επαρκώς σαφείς και υποχρεωτικές (ΑΕΔ 18/2009). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/2012, ΑΕΔ 28/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της από 22.12.2004 αγωγής του, το αναιρεσίβλητο, ισχυριζόμενο ότι συνήψε με την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδας, την 27.12.1999, σύμβαση με την οποία ανέλαβε να εκπονήσει ερευνητικό έργο με τίτλο "Μελέτη ορεινής υδρονομίας για την αντιπλημμυρική διευθέτηση και την οικολογική διαχείριση του ποταμού Σπερχειού" και την εκτέλεση και παράδοση του αναληφθέντος έργου, ζητούσε να υποχρεωθεί η εργοδότης να του καταβάλει το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής. Η προσβαλλόμενη απόφαση, σε απάντηση ισχυρισμού περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της αγωγής αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το εφεσίβλητο "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΡΕΥΝΩΝ", ζητώντας, με την ως άνω από 22.12.2004 αγωγή του, την καταβολή της αμοιβής του (υπόλοιπης) για το έργο που, κατά την ένδικη σύμβαση, εκτέλεσε και παρέδωσε στο εναγόμενο (εκκαλούν) ΝΠΔΔ "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", εξέθετε αφενός ότι το έργο αφορούσε την εκπόνηση απ' αυτό (Πανεπιστήμιο) ερευνητικού έργου (μελέτης με τίτλο "Μελέτη ορεινής υδρονομίας για την αντιπλημμυρική διευθέτηση και την οικολογική διαχείριση του ποταμού Σπερχειού", το οποίο (έργο) αποσκοπώντας με την εκτέλεσή του στη σύνταξη ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για τη διαχρονική αντιμετώπιση των προβλημάτων του Σπερχειού ποταμού, περιελάμβανε τις περιγραφόμενες ειδικότερα μελέτες και αφετέρου ότι η διαχείριση της χρηματοδότησης του έργου ορίστηκε ότι θα γίνει μέσω της Επιτροπής Ερευνών του Παν/μίου. Με τα εκτιθέμενα παραπάνω, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από τα νομίμως προσκομιζόμενα, μετ' επικλήσεως, έγγραφα και ιδιαίτερα την έγγραφη σύμβαση έργου, η απαίτηση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, αφορώσα αμοιβή από την εκτέλεση του πιο πάνω ερευνητικού έργου, δεν πηγάζει από διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη, ως τέτοια, κατ' άρθρ. 94 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1, 2 του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, καθόσον η μεταξύ των συμβαλλομένων σχέση, στο πλαίσιο της ανάθεσης εκπόνησης της σχετικής μελέτης, έστω και αν φορέας και κύριος του έργου (μελέτης) είναι το εκκαλούν (εναγόμενο) ΝΠΔΔ, όχι μόνο δεν διεπόταν από κανονιστικό καθεστώς αναγκαστικού δικαίου (και δη αυτό της νομοθεσίας περί δημοσίων μελετών του Ν. 716/1977), εξασφαλίζον σε κάθε περίπτωση την υπερέχουσα θέση της αναθέτουσας αρχής (του εκκαλούντος), που αποτελεί αναγκαία, εκτός των άλλων, προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό της σύμβασης, στην οποία τουλάχιστον το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση δημοσίου σκοπού, ως διοικητικής, αλλά αντίθετα διεπόταν, κατά σαφή πρόβλεψη της ένδικης σύμβασης, από το κανονιστικό καθεστώς λειτουργίας της Επιτροπής Ερευνών του Παν/μίου, σύμφωνα με την ως άνω Κ.Υ.Α. 679/1996, κατ' αποκλεισμό, έτσι, των σχετικών διατάξεων του Ν. 716/1077 "περί μητρώου μελετητών και αναθέσεως και εκπονήσεων μελετών". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχεται ότι με την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου εισάγεται διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική διαφορά ουσίας και η εκδίκαση αυτής υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, το πρωτοβάθμιο δε Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας το οποίο, έστω και χωρίς αιτιολογία, δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης, δεν έσφαλε και έτσι απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης. Έτσι, με την ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η μεταξύ των συμβαλλόμενων συμβατική σχέση, δεν διέπεται από κανονιστικό καθεστώς αναγκαστικού δικαίου και συγκεκριμένα εκείνο της νομοθεσίας περί δημόσιων μελετών, αλλά κατά σαφή συμβατική πρόβλεψη από εκείνο της λειτουργίας των Επιτροπών Ερευνών των Α.Ε.Ι., ώστε να μη περιάγεται η αντισυμβαλλόμενη του αναιρεσίβλητου, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδας σε υπερέχουσα θέση έναντι αυτού, και συνεπώς της έλλειψης ενός εκ των σωρευτικά απαιτούμενων στοιχείων για το χαρακτηρισμό της σύμβασης ως διοικητικής, εν τέλει δε ότι συνεπεία τούτου η επίδικη είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και η διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων, και γι' αυτό ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από το άρθρο 62 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος για την έγκυρη διεξαγωγή της δίκης.. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρίες, που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Με τη διάταξη αυτή η ικανότητα του διαδίκου ρυθμίζεται σε άμεση συσχέτιση με το ουσιαστικό δίκαιο και επομένως, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34, 35, 61, 72 και 748 ΑΚ, ανήκει σε οποιονδήποτε έχει κατά το ουσιαστικό δίκαιο την ικανότητα δικαίου, δηλαδή την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Συνεπώς, διάδικος μπορεί να είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων, που επιδιώκουν κάποιο σκοπό χωρίς να είναι σωματεία ή εταιρίες, που δεν έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ή σύνολο περιουσίας, η οποία έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, εφόσον όμως έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, κατά τους όρους του νόμου (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1286/2012). Τα νομικά πρόσωπα αποκτούν, σύμφωνα με το άρθρο 61 ΑΚ προσωπικότητα με την τήρηση των όρων που προβλέπει ο νόμος για κάθε ένα από αυτά. Εξ άλλου, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 614/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΑΠ 1728/2009). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 270/2015). Από την ΚΑ/679/22.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων "Τροποποίηση και αντικατάσταση της απόφασης με αριθμό Β1/819 "Σύσταση ειδικών λογαριασμών για τη χρηματοδότηση Ερευνητικών Έργων και σχετικών Υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων, που εκτελούνται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ή Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας", που εκδόθηκε, σύμφωνα με την οδηγία 9250 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992, κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 50 του ν. 2413/1006, προκύπτει ότι στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της χώρας συνεστήθησαν Ειδικοί Λογαριασμοί για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας και παροχής υπηρεσιών, ότι η διοίκηση και η διαχείριση του Λογαριασμού πραγματοποιείται από τα όργανά του, μεταξύ των οποίων η Επιτροπή Εκπαίδευσης και Ερευνών και η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού ("Επιτροπή"), η οποία έχει την αρμοδιότητα, εκτός των άλλων, να αναθέτει μελέτες με αμοιβή για εξυπηρέτηση των σκοπών της στο προσωπικό ή τρίτους και ότι πόροι του Λογαριασμού μπορεί να είναι έσοδα και από παροχές υπηρεσιών προς τρίτους (με την εκπόνηση και ειδικών μελετών). Οι άνω Λογαριασμοί έχουν μεν ευρεία διοικητική, διαχειριστική και δημοσιονομική αυτοτέλεια και αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας των Α.Ε.Ι., γι' αυτό και η διοίκησή τους και διαχείρισή τους είναι ανεξάρτητη από τη διοίκηση και τη διαχείριση του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. και γίνεται από τα όργανα του, που είναι οι άνω Επιτροπές, πλην όμως, δεν έχουν αυτοτελή νομική προσωπικότητα και αποτελούν απλώς αυτόνομη, λογιστικά και διαχειριστικά, υπηρεσία του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, σχετικά με τη νομιμοποίηση του αναιρεσίβλητου στην άσκηση της ως άνω αγωγής του, τα ακόλουθα: "Τέλος, από την ΚΥΑ 679/22.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων "Τροποποίηση και αντικατάσταση της απόφασης με αρ. Β1/819 "Σύσταση ειδικών λογαριασμών για τη χρηματοδότηση Ερευνητικών έργων και σχετικών Υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που εκτελούνται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ή Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας", που εκδόθηκε σύμφωνα με την οδηγία 92/50 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992, κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 50 του ν. 2413/1996, προκύπτει ότι στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της χώρας συνεστήθηκαν ειδικοί λογαριασμοί για την αξιοποίηση των κονδυλίων Επιστημονικής έρευνας και παροχής υπηρεσιών, ότι η διοίκηση και διαχείριση του λογαριασμού πραγματοποιείται από τα όργανά του, μεταξύ των οποίων η Επιτροπή Εκπαίδευσης και Ερευνών και η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού ("Επιτροπή"), η οποία έχει την αρμοδιότητα, εκτός των άλλων, να αναθέτει μελέτες με αμοιβή για εξυπηρέτηση των σκοπών της στο προσωπικό ή σε τρίτους και ότι πόροι του Λογαριασμού μπορεί να είναι έσοδα και από παροχές υπηρεσιών προς τρίτους (με την εκπόνηση και ειδικών μελετών). Οι ως άνω Λογαριασμοί έχουν μεν ευρεία διοικητική, διαχειριστική και δημοσιονομική αυτοτέλεια και αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας των Α.Ε.Ι., γι' αυτό και η διοίκησή τους και διαχείρισή τους είναι ανεξάρτητη από τη διοίκηση και διαχείριση του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. και γίνεται από τα όργανά του που είναι οι άνω Επιτροπές, πλην, όμως, δεν έχουν αυτοτελή νομική προσωπικότητα και αποτελούν απλώς αυτόνομη λογιστικά και διαχειριστικά, υπηρεσία του αντίστοιχου Α.Ε.Ι.... Περαιτέρω, στην άσκηση της ένδικης αγωγής.... νομιμοποιείται ενεργητικά το ενάγον Παν/μιο, καθόσον τα εκτιθέμενα από το τελευταίο, όπως άλλωστε προκύπτει και από το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης, αυτό (ενάγον Παν/μιο), ως συμβαλλόμενο με το εναγόμενο, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου, χωρίς, εφόσον ρητώς ορίζεται στη σύμβαση ότι η διαχείριση της χρηματοδότησης του έργου θα γίνει μέσω της Επιτροπής Ερευνών του Παν/μίου, σύμφωνα με την Κ.Υ.Α. 679/1996, να ασκεί ουσιώδη νομική επιρροή το γεγονός ότι στη μεν σύμβαση γίνεται αναφορά ότι το ενάγον, κατά την κατάρτισή της, ενεργούσε για του Εργαστηρίου Ιχθυολογίας - Υδροβιολογίας, ενώ στην αγωγή γίνεται αναφορά στην Επιτροπή Ερευνών του ενάγοντος, αφού και στις δύο περιπτώσεις, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν υφίσταται οποιαδήποτε νομική αυτοτέλεια των άνω δύο τμημάτων του ενάγοντος Παν/μίου". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη κρίνοντας ότι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονταν τα αντίθετα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προεκτέθηκαν καθώς και εκείνες της διάταξης του άρθρου 686 ΑΚ, εφόσον το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας", ως αντισυμβαλλόμενο μέρος στην κατάρτιση της σύμβασης εκπόνησης των μελετών και δικαιούχος της αμοιβής από την εκτέλεσή της, σύμφωνα και με τις ως άνω διατάξεις των υπουργικών αποφάσεων που προαναφέρθηκαν, νομιμοποιείται έναντι της εργοδότου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας να ζητήσει την καταβολή της αμοιβής, ενόψει, μάλιστα, του ότι, όπως σαφώς συνάγεται από την επισκόπηση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, τούτο είναι το νομικό πρόσωπο που συμβλήθηκε στη σύμβαση και ασκεί την αγωγή, αφού μόνο αυτό είχε νομική αυτοτέλεια, ενώ οι υπηρεσίες αυτού ήτοι η Επιτροπή Ερευνών και το Εργαστήριο Ιχθυολογίας - Υδροβιολογίας, στερούνται αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας και δεν μπορούν να είναι διάδικοι. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, δεχόμενο ότι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής, καθόσον αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση είναι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας δια του Εργαστηρίου "Ιχθυολογίας - Υδροβιολογίας", είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που επικουρικά προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω μη απόρριψης, ως απαράδεκτης της αγωγής, συνεπεία της επικαλούμενης από την αναιρερεσείουσα μη ενεργητικής νομιμοποίησης, είναι απαράδεκτος, καθόσον η εφαρμογή της πλημμέλειας αυτής εφαρμόζεται, όταν υπάρχει παράβαση δικονομικών κανόνων και όχι ουσιαστικών, όπως εν προκειμένω, είναι οι κανόνες που αφορούν τη νομιμοποίηση των διαδίκων. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχεται, αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς, είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 686 ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου, ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από το πταίσμα του εργολάβου, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου. Σε περίπτωση υπαναχώρησης, η σύμβαση καταργείται αναδρομικά και επέρχεται απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, οι δε παροχές των μερών αποδίδονται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, η οποία επέρχεται, κατ' άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται από το άρθρο 383 του ΑΚ. Η δήλωση βούλησης του εργοδότη περί υπαναχώρησης ή καταγγελίας μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 233/2006). Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα άρθρα 686 εδ. τελευταίο, 343 παρ. 1 και 383 επ. ΑΚ, ο εργοδότης, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου περί την εκτέλεση και παράδοση του έργου, μπορεί: α) να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής (εκτέλεση και παράδοση του έργου) και ακόμη αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη από τη μη περάτωση του έργου μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία (άρθρο 343 παρ. 1 ΑΚ) ή β) να τάξει, κατά το άρθρο 383 ΑΚ, στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση δηλώνοντας συνάμα, ότι μετά την πάροδό της αποκρούσει την παροχή, οπότε, σε περίπτωση που η προθεσμία θα παρέλθει άπρακτη (ή που δεν θα απαιτείται να ταχθεί λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 385 ΑΚ), μπορεί περαιτέρω, επιλεκτικά, ή να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αξιώσει, τότε, μόνο εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 387 ΑΚ. Ό,τι ισχύει στην ολική ισχύει και στη μερική υπερημερία του εργολάβου ύστερα από ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 383 και 385 ΑΚ.
Συνεπώς, και στη μερική υπερημερία του εργολάβου μπορεί ο εργοδότης, ως προς το καθυστερούμενο μέρος της παροχής, να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από το άρθρο 343 παρ. 1 ΑΚ ή σε περίπτωση συνδρομής των όρων των άρθρων 383 και 385 ΑΚ, να ζητήσει (αποκρούοντας πάντοτε το μη εκπληρωθέν μέρος της παροχής) αποζημίωση ή να προβεί σε μερική υπαναχώρηση και να ζητήσει εύλογη αποζημίωση, εκτός αν αυτός, λόγω της καθυστέρησης του μέρους, δεν έχει πλέον συμφέρον, ούτε στη γενόμενη μερική εκπλήρωση, οπότε, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 384 και 386 ΑΚ, του παρέχονται ευρύτερα δικαιώματα. Τέλος, κατά το άρθρο 690 ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα αντί για αναστροφή ή μείωση, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, αν οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου. Ως ελλείψεις του έργου, κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται τόσο τα πραγματικά ελαττώματα, ουσιώδη και επουσιώδη, όσο και η στέρηση των συμφωνημένων ιδιοτήτων. Προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης κατά την ίδια διάταξη είναι η ύπαρξη υπαιτιότητας από την πλευρά του εργολάβου, την οποία δεν υποχρεούται να αποδείξει ο εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του προς απαλλαγή του (ΑΠ 1271/2003). Ο ενάγων επιδιώκοντας αποζημίωση βάσει του άρθρου 690 ΑΚ υποχρεούται να αποδείξει μόνο τη σύμβαση και την ύπαρξη ελλείψεων. Η έγκριση του έργου παρεχόμενη από τον εργοδότη στον εργολάβο, έχει ως έννομη συνέπεια, κατά το άρθρο 692 ΑΚ, ότι ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη των ελλείψεων αυτού, διότι η παραλαβή και η έγκριση του έργου από τον εργοδότη θεωρείται κατά νόμο ως πλήρης εκτέλεση της σύμβασης. Όταν όμως ο εργοδότης παραλάβει το έργο με επιφύλαξη διατηρεί τα από τα άρθρα 688-690 ΑΚ δικαιώματά του κατά του εργολάβου λόγω των ελλείψεων του έργου, διότι η παραλαβή αυτού με επιφύλαξη δεν περιέχει έγκριση του έργου. Τέλος, κατά το άρθρο 202 ΑΚ "αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική) μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση", κατά δε το άρθρο 206 του ίδιου Κώδικα, "μετά την πλήρωση της αίρεσης κάθε διάθεση του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, που επιχειρήθηκε όσο εκκρεμούσε η αίρεση, είναι αυτοδικαίως άκυρη, εφόσον ματαιώνει ή βλάπτει το αποτέλεσμα που εξαρτάται από την αίρεση..". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας το δικόγραφο της αγωγής τόσο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας όσο και εκείνης του Πανεπιστήμιου Θεσσαλίας, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το εκκαλούν ΝΠΔΔ "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ", με την άνω, από 11.4.2005, αγωγή του, ισχυριζόμενο κατά τα παραπάνω, ότι το έργο (μελέτες) που το ήδη εφεσίβλητο του παρέδωσε το έτος 2002 δεν ήταν ολοκληρωμένο και είχε τις αναφερόμενες ειδικότερα ελλείψεις, τις οποίες και δεν συμπλήρωσε μέσα στην τασσόμενη προθεσμία και ότι το Μάρτιο 2004, μετά την πάροδο της προθεσμίας, υπαναχώρησε από την άνω σύμβαση, ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο (εφεσίβλητο) να του καταβάλει τα ποσά: α) των 75.000 Ευρώ, ως εύλογη αποζημίωσή του και β) των 5.869,94 ευρώ, ως ποινική ρήτρα, κατά ρητό όρο της σύμβασης, λόγω καθυστέρησης στην παράδοση του έργου επί πέντε (5) μήνες (=1173,88 Ευρώ μηνιαίως). Η αγωγή, με αυτό το περιεχόμενο κρίνεται απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη κατά το πρώτο αιτούμενο κονδύλιο των 75.000 Ευρώ (της εύλογης αποζημίωσης), διότι η άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης δεν επέφερε τις συνέπειες του άρθρου 387 του ΑΚ, που προβλέπει την καταβολή της εύλογης αποζημίωσης.... γιατί, το εκκαλούν (ενάγον), εφόσον, όπως το ίδιο εκθέτει στην αγωγή του, το έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε, έστω και με ελλείψεις, ακόμη και ουσιώδεις, δεν είχε το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ενόψει, επί πλέον, ότι δεν γίνεται επίκληση αφενός αντίθετης συμφωνίας με τη σύμβαση και αφετέρου ότι το έργο που παραδόθηκε ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε. Εκθέτοντας δε το ενάγον ότι το έργο (μελέτη) που παραδόθηκε δεν ήταν σύμφωνο με τις, κατά τη σύμβαση, προδιαγραφές και παρουσίαζε ελλείψεις, όπως τις προσδιορίζει, δεν μπορεί, ως εκ της φύσεως του συμφωνημένου έργου (εκπόνησης μελέτης ορεινής υδρονομίας για την αντιπλημμυρική διευθέτηση και την οικολογική διαχείριση του ποταμού Σπερχειού), να γίνει λόγος για εκτέλεση μέρους, μόνο του έργου ή για μερική εκπλήρωσή του, έτσι ώστε το ενάγον (εκκαλούν) να έχει δικαίωμα, ως εκ της μερικής υπερημερίας του εργολάβου, να υπαναχωρήσει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 εδάφιο τελευταίο, 343 παρ. 1, 383, 385, 387 του ΑΚ.... ως προς το τμήμα του έργου που δεν έχει εκτελεσθεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης. Αντίθετα, κατά το δεύτερο αιτούμενο κονδύλιο της ποινικής ρήτρας, κρίνεται η αγωγή νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη, καθόσον η επικαλούμενη μετά την, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, παράδοση του έργου, δεν επέφερε τις ως άνω προβλεπόμενες συνέπειες, μεταξύ των οποίων, όπως αναφέρθηκε, και την απόσβεση και της άνω παρεπόμενης, από τη σύμβαση, υποχρέωσης καταβολής της ποινικής ρήτρας". Με βάση τις νομικές ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε αβάσιμο και απέρριψε το λόγο της έφεσης της εκκαλούσας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας με τον οποίο εκφράζονταν παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης για την απόρριψη, ως μη νόμιμης της αγωγής, κατά το κονδύλιο της εύλογης αποζημίωσης που συναρτάτο με την επικαλούμενη υπαναχώρησή της από τη σύμβαση. Το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της αίτησης και κατά το πρώτο μέρος αυτού, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τον εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 343, 383, 385, 387, 686, 688-690, 692 και 700 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 202 και 206 ΑΚ, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ανεξαρτήτως της μη εξειδίκευσης στην αναίρεση του νομικού σφάλματος το οποίο αποδίδεται στην απόφαση, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων δικαίου, έτσι που έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την εκφερθείσα κρίση της για το νομικό μέρος της αγωγής, και ειδικότερα ως προς το αίτημα καταβολής εύλογης αποζημίωσης, κατά το οποίο η αγωγή απορρίφθηκε ως μη θεμελιούμενη στο νόμο, ως προς το οποίο το αναιρεσείον έχει έννομο συμφέρον προσβολής της απόφασης, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δε αντίθετος τρίτος λόγος της έφεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, περαιτέρω, ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 202 και 206 ΑΚ, δεδομένου ότι αυτές, με βάση τα περιεχόμενα στο δικόγραφο πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά δέχθηκε το Εφετείο ότι περιέχονται στο δικόγραφο και θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής ως προς τη σχετική αξίωση, προκύπτουν δε και από το παραδεκτά επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσείοντος, δεν είχαν εφαρμογή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017). Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 27.12.1999 έγγραφη σύμβαση μισθώσεως έργου, το εναγόμενο (εκκαλούν) ΝΠΔΔ "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδος" ανέθεσε στο ενάγον (εφεσίβλητο) ΝΠΔΔ "Παν/μιο Θεσσαλίας - Επιτροπή Ερευνών", όπως αυτό εκπροσωπούμενο νόμιμα από τον τότε αντιπρύτανή του, ενεργούσε δια του μη αυτοτελούς, κατά τα παραπάνω, τμήματός του Εργαστηρίου Ιχθυολογίας - Υδροβιολογίας, την εκπόνηση ερευνητικού έργου με τίτλο "Μελέτη ορεινής υδρονομίας για την αντιπλημμυρική διευθέτηση και την οικολογική διαχείριση του ποταμού Σπερχειού". Με τη σύμβαση ορίστηκε ότι η διαχείριση και η χρηματοδότηση του έργου θα γίνει μέσω της, κατά τα άνω Κ.Υ.Α. 679/1996, Επιτροπής Ερευνών του ενάγοντος Παν/μίου, σύμφωνα με τους όρους αυτής, στις διατάξεις της οποίας η άνω μελέτη, ως ερευνητικού έργου, υπόκειται, κατ' αποκλεισμό, έτσι, των σχετικών διατάξεων του ν. 716/1977 "περί μητρώου μελετητών και αναθέσεως και εκπονήσεων" (6ος όρος). Αντικείμενο του έργου ήταν η διεκπεραίωση και ολοκλήρωση όλων εν γένει των νόμιμων και αναγκαίων εργασιών για την εκπόνηση της ως άνω μελέτης. Για την επίτευξη των τεθέντων, με τη σύμβαση, στόχων, η μελέτη (το έργο) περιελάμβανε τα περιεχόμενα, στις ακόλουθες επί μέρους μελέτες, αντικείμενα: Μελέτη 1 : Περιγραφή των υφιστάμενων συνθηκών πλημμυρογένεσης του Σπερχειού και των επιπτώσεων στον ορεινό, πεδινό και δελταϊκό χώρο. Μελέτη
ΙΙ : Μελέτη υδρονομικού χειρισμού των ορεινών λεκανών απορροής των συμβαλλόντων του Σπερχειού. Μελέτη
ΙΙΙ : Οριστική μελέτη τεσσάρων (4) επιλεγμένων έργων του συστήματος υδρονομικού χειρισμού στους κυριότερους χείμαρρους τροφοδότες του Σπερχειού (επίπεδο μελέτης εφαρμογής). Μελέτη IV : Μελέτη των δυνατοτήτων ανάπτυξης και βελτίωσης του περιβάλλοντος στην πεδινή κοίτη και στην παράκτια δελταϊκή ζώνη του Σπερχειού. Και Μελέτη V : Περιφερειακή ανάπτυξη και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων ορεινής υδρονομίας στην κοίτη του Σπερχειού (4ος όρος). Το έργο θα διαρθρώνονταν ως εξής : Φάση Α' , η οποία περιελάμβανε την παράδοση της οριστικής μελέτης τεσσάρων αντιπροσωπευτικών φραγμάτων στερέωσης της κοίτης σε επίπεδο μελέτης εφαρμογής. Τα έργα αυτά αποτελούν τμήμα της μελέτης
ΙΙΙ. Η χρονική δε διάρκεια παράδοσης ανερχόταν σε οκτώ μήνες από την έναρξη του όλου έργου, η οποία (έναρξη) συμφωνήθηκε ότι θα ήταν η ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης αμοιβής. Φάση Β', η οποία περιελάμβανε την παράδοση των αποτελεσμάτων των μελετών I, II, IV και V. Η χρονική διάρκεια παράδοσης των μελετών αυτών ανερχόταν σε 20 μήνες από την άνω έναρξη του έργου. Και Φάση Γ', η οποία περιελάμβανε την παράδοση της μελέτης
ΙΙΙ. Η χρονική διάρκεια παράδοσης της μελέτης αυτής ανερχόταν σε 30 μήνες από την έναρξη του έργου (7ος όρος). Η διάρκεια εκτέλεσης και παράδοσης του όλου έργου ορίστηκε σε 30 μήνες από την άνω έναρξή του (7ος όρος), αμοιβή δε για την εκτέλεσή του ορίστηκε το ποσό, μαζί με το Φ.Π.Α. 18%, των 150.000.000 δρχ (ήδη 440.205,43 Ευρώ), το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά και δη : 60.000.000 δρχ (ή 176.082 Ευρώ) με την υπογραφή της σύμβασης και πριν την έναρξη των εργασιών του έργου, 30.000.000 δρχ (ή 88.041 Ευρώ) μέσα σε δύο μήνες από την παράδοση των αποτελεσμάτων της άνω Α' Φάσης, 40.000.000 δρχ (ή 117.388 Ευρώ) μέσα σε δύο μήνες από την παράδοση των αποτελεσμάτων της άνω Γ' Φάσης. Το ενάγον, στα πλαίσια της πιο πάνω σύμβασης, εκτέλεσε και παρέδωσε στο εναγόμενο το άνω έργο ως ακολούθως : 1) Με το υπ' αριθμ. 18/8-2-2001 έγγραφο παρέδωσε την οριστική μελέτη 14 φραγμάτων του συστήματος υδρονομικού χειρισμού (=3 φράγματα συγκράτησης φερτών υλών και 11 φράγματα στερέωσης κοίτης) στο χείμαρρο Φυσίνα περιοχής Πλατυστόμου, που είναι από τους κυριότερους τροφοδότες του Σπερχειού ποταμού. Η οριστική αυτή μελέτη αφορούσε την άνω Φάση Α' και τη μελέτη
ΙΙΙ, βάσει της οποίας έπρεπε να παραδοθούν 4 φράγματα του συστήματος υδρονομικού χειρισμού στους κυριότερους χείμαρρους τροφοδότες του Σπερχειού (επίπεδο μελέτης εφαρμογής). 2) Με το υπ' αριθμ. 113/23-3-2001 έγγραφο παρέδωσε την οριστική μελέτη τριών (3) αυτοτελών υψηλών φραγμάτων του συστήματος υδρονομικού χειρισμού στην αντιπλημμυρική τάφρο Μάκρης. Η οριστική αυτή μελέτη αφορούσε τη Φάση Α' και τη μελέτη
ΙΙΙ βάσει της οποίας έπρεπε να παραδοθούν τα φράγματα του συστήματος υδρονομικού χειρισμού στους κυριότερους χείμαρρους τροφοδότες του Σπερχειού (επίπεδο μελέτης εφαρμογής). 3) Με το υπ' αριθμ. πρωτ. 69/24-1-2002 έγγραφο παρέδωσε τη συμπληρωματική μελέτη, που αφορούσε την οριστική μελέτη έξι (6) αυτοτελών φραγμάτων συγκράτησης φερτών υλών του συστήματος υδρονομικού χειρισμού στην αντιπλημμυρική τάφρο Μάκρης. Η οριστική αυτή μελέτη αφορούσε τη Φάση Α' και τη μελέτη
ΙΙΙ, βάσει της οποίας έπρεπε να παραδοθούν τα φράγματα του συστήματος υδρονομικού χειρισμού στους κυριότερους χείμαρρους τροφοδότες του Σπερχειού (επίπεδο μελέτης εφαρμογής). 4) Με το υπ' αριθμ. πρωτ. 247/25-4-2002 έγγραφο παραδόθηκαν οι οριστικές μελέτες για την κατασκευή στην κεντρική κοίτη του χείμαρρου Ρουστιανίτη : α) δύο ειδικών υψηλών φραγμάτων στερέωσης της κοίτης μετά προφράγματος, β) δύο χαμηλών φραγμάτων στερέωσης τα κοίτης και γ) ενός οδού και ενός ζωστήρα, στο πλαίσιο της άνω μελέτης, προκειμένου να ολοκληρωθεί η μελέτη
ΙΙΙ. Με όλες τις παραπάνω μελέτες περαιώθηκαν οι Φάσεις Α' και Γ' της σύμβασης. 5) Με το υπ' αριθμ. πρωτ. 248/25-4-2002 έγγραφο παρέδωσε τη μελέτη προέγκρισης χωροθέτησης της αντιπλημμυρικής τάφρου Μάκρης. 6) Ακόμη, το ενάγον, συμμορφούμενο σε προηγούμενες παρατηρήσεις της ομάδας παρακολούθησης των μελετών του άνω ερευνητικού προγράμματος, η οποία (ομάδα) είχε οριστεί, σύμφωνα και με τη σύμβαση, από τον αρμόδιο διευθυντή της Τεχνικής Υπηρεσίας του εναγομένου, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 281/17-6-2002 έγγραφό του, υπέβαλε τις, κατά την άνω ομάδα, αναγκαίες διευκρινίσεις - διορθώσεις των μέχρι τότε υποβληθεισών ερευνητικών μελετών εφαρμογής σε σχέση κυρίως με τους χειμάρρους Πλατυστόμου - Φυσίνας, ενώ απάντησε εγγράφως σε σχέση με τις παρατηρήσεις της άνω Ομάδας για ελλείψεις των μελετών της οικολογικής διαχείρισης του χειμάρρου Ρουστιανίτη. Και 7) Με το υπ' αριθμ. πρωτ. 279/17-6-2002 έγγραφο παρέδωσε και τις μελέτες υπό άνω στοιχεία I, II, IV και V. Με την παράδοση, στις 17-6-2002, των ως άνω τελευταίων μελετών, το ενάγον, παρέδωσε στο εναγόμενο περατωμένο ολόκληρο το συμφωνημένο έργο. Η παράδοση, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, του άνω έργου, ολόκληρου και όχι τμήματός του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εναγόμενο, και μάλιστα εντός του άνω συμβατικού χρόνου των 30 μηνών από την έναρξη του έργου στις 23-6-2000 (οπότε και, όπως δεν αμφισβητείται, καταβλήθηκε η πρώτη, κατά τη σύμβαση, δόση της αμοιβής), αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το εναγόμενο στις 3-3-2003 ενέκρινε, με ρητή επιφύλαξη, το ως άνω έργο (βλ. τα υπ' αριθμ. 7/3-3-2003 πρακτικά και αποφάσεις της αρμόδιας Νομαρχιακής Επιτροπής του εναγομένου). Το εναγόμενο, έναντι της ως άνω οφειλόμενης, από τη σύμβαση, αμοιβής των 150.000.000 δρχ (ήδη 440,205,43 Ευρώ), κατέβαλε στο ενάγον τα ποσά : των 14.673,51 Ευρώ, στις 23-6-2000, των 209.449,7 Ευρώ, στις 24-4-2002 και των 88.041 Ευρώ, στις 22-11-2002 και συνολικά 352.164,25 Ευρώ και συνεπώς οφείλει ακόμη το ποσό των 88.041,09 Ευρώ. Το εναγόμενο, συνομολογώντας ότι δεν κατέβαλε το παραπάνω υπόλοιπο, ισχυρίζεται ότι το έργο που παραδόθηκε είχε τις επικαλούμενες ελλείψεις σε σχέση με τις μελέτες του μερικότερου φράγματος του χειμάρρου Ρουστιανίτη (ήταν ελλιπή τα τοπογραφικά στοιχεία εφαρμογής, τα σχεδιαγράμματα κ.λ.π.), όπως αυτές κλήθηκε το ενάγον να αποκαταστήσει με το υπ' αριθμ. πρωτ. 3561/4-6-2002 έγγραφο της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών του. Όμως, ακόμη και αν το έργο που το ενάγον εκτέλεσε και, κατά τα παραπάνω, παρέδωσε, παρουσίαζε τις επικαλούμενες ελλείψεις, το εναγόμενο, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι ελλείψεις αυτές δεν καθιστούν το έργο εντελώς διαφορετικό του συμφωνηθέντος, ώστε να θεωρηθεί ότι το ενάγον (εργολάβος) δεν εκπλήρωσε πρώτος τη βαρύνουσα αυτό υποχρέωση, εξακολουθεί να οφείλει τη συμφωνημένη αμοιβή, χωρίς να δικαιούται να προτείνει την ένσταση της μη (προσήκουσας) εκπλήρωσης της σύμβασης (άρθρ. 374 ΑΚ). Επομένως, η εκκαλούμενη, η οποία δέχθηκε τα ίδια και κάνοντας δεκτή, έστω και εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία και αντικαθίσταται, κατά το παραπάνω μέρος της, από την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων, ως αβασίμων, των αντίθετων λόγων της εφέσεως του άνω εναγομένου (εκκαλούντος). Ωστόσο, δεχόμενο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη, κατά τα παραπάνω, εκτίμηση των αποδείξεων, ότι το εναγόμενο ενέκρινε χωρίς επιφύλαξη το έργο στις 3-3-2003, επιδίκασε το ως άνω ποσό των 88.041,09 Ευρώ (υπόλοιπο αμοιβής), νομιμότοκα από την ημερομηνία (3-3-2003) της ως άνω έγκρισης. Με την κρίση του αυτή δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις και γι' αυτό, ενόψει ότι το εναγόμενο αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ.... και ως τέτοιο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", οφείλει νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...., πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο του νομίμου του άνω αιτήματος της τοκοδοσίας (για το πριν από την επίδοση της αγωγής χρόνο), και εφόσον με την έφεση προβάλλεται λόγος, ο οποίος, αναφέρεται στη μη έγκριση του έργου στις 3-3-2003, χρόνο δηλαδή έναρξης, κατά την εκκαλούμενη, της τοκοδοσίας, και επομένως, συναπτόμενο με την ουσία της υπόθεσης... πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως προς τον εμμέσως πλην σαφώς προβαλλόμενο σχετικό λόγο αυτής και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, για το ενιαίο του τίτλου, στο σύνολό της (δηλαδή όχι μόνο κατά τη διάταξη της επιδίκασης τόκων, αλλά και για την άνω καταψηφιστική της επιδίκαση της απαίτησης) κατά το μέρος (κεφάλαια και διατάξεις) που αφορά την άνω αγωγή του ήδη εφεσιβλήτου (υπ' αριθμ. εκθ. 3948/30.1.2004) και εκείνη των δικαστικών εξόδων. Ακολούθως, αφού το Δικαστήριο κρατήσει την υπόθεση προς εκδίκασή της (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 88.041,09 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω, εφόσον, κατά τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο (εφεσίβλητο) Παν/μιο έγκαιρα εκπλήρωσε την παροχή του, παραδίδοντας το άνω έργο μέσα στο συμβατικό χρόνο, η αιτούμενη ποινική ρήτρα, η οποία είχε συμφωνηθεί μόνο για την περίπτωση της υπαίτιας μη έγκαιρης παράδοσης του έργου, δεν κατέπεσε και γι' αυτό πρέπει η αγωγή του ήδη εκκαλούντος να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το παραπάνω δεύτερο αιτούμενο κονδύλιο (της ποινικής ρήτρας), έστω και αν η απόφαση, με την απόρριψη του άνω κονδυλίου ως αβασίμου κατ' ουσία (ενώ με την εκκαλούμενη απορρίφθηκε ως μη νόμιμο), είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα καθόσον, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης κατά την παραπάνω διάταξή της, δεν έχει εφαρμογή η κατά το άρθρ. 536 παρ. 1 ΚΠολΔ απαγόρευση επιβλαβέστερης, για τον εκκαλούντα, απόφασης χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση...". Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες, αφενός μεν εκ του αρ. 1, αφετέρου δε εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση α) ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 686, 343, 383, 387, 404-407, 689, 690, 692 και 700 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, εκείνες των άρθρων 202 και 206 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και με την εφαρμογή του άρθρου 692 ΑΚ, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού και β) διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της έγκαιρης παράδοσης του έργου χωρίς ελλείψεις και της υπαναχώρησης μετά το χρόνο παράδοσης του έργου. Ανεξαρτήτως του ότι το αναιρεσείον δεν εξειδικεύει στην αναίρεση το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων δικαίου, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, έτσι που έκρινε το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, τόσο ως προς την αξίωση του υπόλοιπου της αμοιβής από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, όσο και ως προς την αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή σ' αυτό ποινικής ρήτρας, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δε αντίθετος τρίτος λόγος της έφεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, περαιτέρω, ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 202 και 206 ΑΚ, δεδομένου ότι αυτές, με βάση τις παραδοχές του δεν είχαν εφαρμογή, ενώ, τέλος, η αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η κρίση του Εφετείου ως προς την επιδίκαση του υπολοίπου της αμοιβής του αναιρεσίβλητου εκ της εκτελέσεως του έργου, δεν στηρίζεται στην έγκριση του έργου από το αναιρεσείον εργοδότη, ούτε υπάρχει στις παραδοχές της απόφασης απαλλαγή του αναιρεσίβλητου από την ευθύνη για τις ελλείψεις του έργου. Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στο πόρισμά του αφενός μεν για την υποχρέωση του αναιρεσείοντος για καταβολή του υπόλοιπου της συμφωνημένης αμοιβής, αφετέρου για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αξίωσης του αναιρεσείοντος περί καταβολής ποινικής ρήτρας, λόγω μη έγκαιρης παράδοσης του έργου για την οποία περίπτωση είχε συμφωνηθεί. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς δέχεται εκτέλεση και παράδοση του συμφωνηθέντος με τη σύμβαση έργου και ως συνέπεια την υποχρέωση του αναιρεσείοντος εργοδότη για καταβολή του υπόλοιπου της αμοιβής που είχε συμφωνηθεί, κρίνοντας ότι οι επικαλούμενες ελλείψεις αυτού δεν καθιστούν το έργο εντελώς διαφορετικό του συμφωνηθέντος ώστε να μη συντρέχει η προϋπόθεση της εκπλήρωσης της από τη σύμβαση υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου για εκτέλεση και παράδοση του συμφωνηθέντος έργου και να παρέχεται στο αναιρεσείον δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρει το χρόνο παράδοσης των μελετών, ήτοι του συμφωνηθέντος έργου, εντός του συμβατικού χρόνου των τριάντα μηνών από την έναρξη της εκτέλεσης, που συμπίπτει με τον προσδιοριζόμενο χρόνο καταβολής της πρώτης δόσης της αμοιβής και συνεπώς την εμπρόθεσμη παράδοση αυτού. Δεν είναι δε αντιφατική αυτή η παραδοχή του Εφετείου, με την παραδοχή ότι το αναιρεσίβλητο υπέβαλε ύστερα από σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος τις αναγκαίες διευκρινίσεις και διορθώσεις των μελετών, αφού και οι τυχόν ελλείψεις δεν αναιρούν την παράδοση του έργου. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται σε έγκριση με επιφύλαξη του έργου, για τη στήριξη της παραδοχής περί παράδοσης του έργου και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίσει ποιο όργανο του αναιρεσείοντος ενέκρινε το έργο, ούτε τη διαδικασία έγκρισης, ούτε αν η επιφύλαξη συνιστά όρο ή διαλυτική αίρεση, δεδομένου ότι δεν συνάπτονταν η αξίωση καταβολής του υπόλοιπου της αμοιβής του αναιρεσίβλητου ούτε η αξίωση καταβολής ποινικής ρήτρας με την ύπαρξη των ελλείψεων και δεν είχε εισαχθεί προς κρίση αξίωση από τις ελλείψεις αυτές. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αφορούν τη διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 2.1.2014 αίτηση για αναίρεση της 180/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Το αναιρεσείον που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν όμως μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 99 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ν. 2503/1997), 283 και 285 του Ν. 3852/2010 και 22 του Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.1.2014 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας" για αναίρεση της 180/2014 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Αυγούστου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ