1353/2017 · 1353/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 1353 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 1353/2017
Απόφαση 1353 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1353/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: K. R. του E., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θ. Π., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου.
Εκδόθηκε η 6/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση επί της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/9/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../19-1-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γυθείου Ν. Β., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ’ αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατέθεσε, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ’ αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσιβλήτου.
2. Mε τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, στην περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης από το δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθμ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 αριθμ.1 και 3 (γαμικές διαφορές και λοιπές οικογενειακές διαφορές). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 9-9-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-2016 αίτησης αναίρεσης κατά της 6/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, η οποία αφορά διαφορά από αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη παραβόλου ύψους τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως διαφορά του άρθρου 614 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, απαλλάσσεται της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης (ΑΕΔ 3, 4/2014). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 3 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, ‘ ‘ ο παρ’ Εφετείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον του παρ’ ω διατελεί Εφετείου, ενώπιον του εν τη έδρα αυτού Πρωτοδικείου και ενώπιον των εν τη περιφερεία τούτου Ειρηνοδικείων.... ‘ ‘ . Περαιτέρω, κατά το άρθρο 169 του ίδιου Κώδικα, ‘ ‘ δι’ εργασίας ανατεθείσας κοινώς εις πλείονας δικηγόρους, έκαστος τούτων δικαιούται να λάβη παρά του κοινού εντολέως πλήρη αμοιβήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, εξαιρουμένης της περιπτώσεως του άρθρου 124’ ‘ , ενώ κατά το άρθρο 173 του ως άνω Κώδικα Δικηγόρων, ‘ ‘ η υπογραφή εγγράφου παρά δικηγόρου χορηγεί αυτώ το δικαίωμα της κατά τον παρόντα νόμον πλήρους δια την σύνταξιν του εγγράφου αμοιβής’ ‘ . Τέλος, κατά το άρθρο 107 του ίδιου Κώδικα, ‘ ‘ δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το δια την σύνταξιν αγωγής κλπ οριζόμενον εν άρθρ. 100 επ....’ ‘ (παρ. 1). ‘ ‘ Δια την σύνταξιν προτάσεων εφ’ εκάστης των ενώπιον των αυτών δικαστηρίων επομένων συζητήσεων της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι ίσον προς το εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενον δια τον Δικηγόρον του ενάγοντος’ ‘ (παρ. 2). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και εκείνης του άρθρου 51 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων, που ορίζει ότι ‘ ‘ ο δικηγόρος υποχρεούται να μη υπογράφη γνωμοδοτήσεις, δικόγραφα ή άλλα έγγραφα μη συντεταγμένα παρ’ αυτού ή περί ων δεν διεσκέφθη μετά του συντάκτου’ ‘ , συνάγεται ότι το δικαίωμα του δικηγόρου να απαιτήσει την προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη την ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται αμοιβή και ειδικότερα διατύπωση από το δικηγόρο του περιεχομένου του διαδικαστικού εγγράφου και υπογραφή του από τον ίδιο. Η νομική αυτή παραδοχή δεν αναιρείται από τα οριζόμενα στο άρθρο 173 του ίδιου Κώδικα, καθόσον με αυτό ορίζεται ως επιπρόσθετη προϋπόθεση για να δικαιούται ο δικηγόρος της απόληψης της προβλεπόμενης αμοιβής η υπογραφή του δικογράφου της αγωγής κλπ, το περιεχόμενο της οποίας εκείνος έχει διατυπώσει. Μόνη η σύνταξη του κειμένου της ή η υπογραφή του δικογράφου δεν αρκεί (Ολ ΑΠ 9/2008). Ειδικά επί προτάσεων απαιτείται, πέραν της διατυπώσεως του περιεχομένου τους και της υπογραφής, και η κατάθεσή τους στο αρμόδιο δικαστήριο, δια των οποίων και μόνο (πράξεων) ολοκληρώνεται, σε εκτέλεση της παρασχεθείσας στο δικηγόρο εντολής, η ενέργεια για την οποία αφορά η αμοιβή αυτού και εξασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (Ολ ΑΠ 2/2008). Με τη ρύθμιση αυτή γίνεται αντιδιαστολή προς εκείνη των προηγούμενων άρθρων 160 και 161, με τα οποία προβλέπεται αμοιβή για τη σύνταξη εκθέσεως για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτων (άρθρο 160 ) ή ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες (άρθρο 161) χωρίς να απαιτείται στις περιπτώσεις αυτές και η υπογραφή του δικηγόρου για τη λήψη της αμοιβής του. Προς την ως άνω ερμηνεία του άρθρου 173 του Κώδικα περί Δικηγόρων συμπορεύεται και το άρθρο 51 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, με το οποίο τιμωρείται πειθαρχικά τουλάχιστον με πρόστιμο ο δικηγόρος που υπογράφει γνωμοδοτήσεις, δικόγραφα ή άλλα έγγραφα, τα οποία δεν έχουν συνταχθεί από εκείνον ή για τα οποία δεν διασκέφθηκε με τον συντάκτη τους. Η απόληψη αμοιβής για πειθαρχικά ελεγχόμενη δικαστική ενέργεια δεν ανταποκρίνεται στη νομοθετική βούληση και δεν δικαιολογείται (Ολ ΑΠ 9/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 189 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν αποδίδονται τα έξοδα που έγιναν α) από απείθεια, απροσεξία ή σφάλμα του ίδιου του διαδίκου, β) από υπερβολική πρόνοιά του. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν ( ΑΠ 319/2017,130/2016, 1420/2013). Εξάλλου, η διάταξη που ορίζει ότι ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Δικηγορικού Συλλόγου, του οποίου είναι μέλος, ενώ απαγορεύεται να δικηγορεί σε δικαστήρια που εδρεύουν σε άλλη περιφέρεια, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1101/2000).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε κατά τις ενδιαφέρουσες τον πρώτο λόγο αναίρεσης ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του τα εξής: Ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) είχε ασκήσει κατά του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) την από 7-10-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2006 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, κατά τη συζήτηση της οποίας ο εναγόμενος (νυν ενάγων), αν και η αγωγή είχε επιδοθεί στον ίδιο προσωπικά, δεν παραστάθηκε. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 20/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο νυν ενάγων άσκησε την από 10-7-2008 και με αριθμό καταθέσεως ...-2008 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου και ...-10-2008 στο Εφετείο Καλαμάτας έφεση, της οποίας προσδιορίσθηκε δικάσιμος στο Εφετείο Καλαμάτας αυτή της 16-11-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 6-12-2010. Ότι το δικόγραφο της έφεσης αυτής υπέγραφαν οι δικηγόροι Ν. Π. και Θ. Π., μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Γυθείου και Σπάρτης αντίστοιχα. Ότι για τη σύνταξη αυτής έλαβε καθένας από αυτούς από τον ενάγοντα ως αμοιβή του το ποσό των 161 ευρώ, ενώ για τη νόμιμη χαρτοσήμανσή του δαπανήθηκε το ποσό των 100 ευρώ. Ότι το δικόγραφο της έφεσης, μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου, επιδόθηκε στον εναγόμενο και για αμοιβή του δικαστικού επιμελητή δαπάνησε ο ενάγων το ποσό των 35 ευρώ. Ότι στις 15-11-2010 ο ενάγων κατέθεσε νομότυπα τις από 15-11-2010 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θ. Π., ο οποίος εισέπραξε προς τούτο αμοιβή ύψους 41 ευρώ, λόγω παραστάσεως εκτός έδρας . Ότι το δικόγραφο των προτάσεων αυτών υπέγραφαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του ενάγοντος - εκκαλούντος Θ. Π., μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Σπάρτης, και Χ. Π., μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας και για τη σύνταξή τους έλαβε ο καθένας από αυτούς το ποσό των 1.731,12 ευρώ, ενώ για τη νόμιμη χαρτοσήμανσή τους ο ενάγων δαπάνησε το ποσό των 45 ευρώ. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι στις 2-12-2010 ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου κατέθεσε στη γραμματεία του Εφετείου Καλαμάτας το από 30-11-2010 έγγραφο, με το οποίο δήλωνε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 7-10-2006 αγωγής του κατά του νυν ενάγοντος, η δήλωση δε αυτή επιδόθηκε στις 3-12-2010 και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, δικηγόρο Γυθείου Ν. Π.. Ότι η δήλωση του εναγομένου, περί παραιτήσεως από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής του, επαναλήφθηκε και κατά τη συζήτηση της έφεσης και καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά δημόσιας συζήτησης της 6-12-2010, κατά την οποία για λογαριασμό του νυν ενάγοντος παραστάθηκε ο δικηγόρος Καλαμάτας Χ. Π., ο οποίος έλαβε για την παράστασή του αυτή από τον ενάγοντα το ποσό των 192 ευρώ. Ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων ομολογεί ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της επιλογής του και της εμπιστοσύνης του είναι ο Θ. Π., αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατά τη σύνταξη του δικογράφου της έφεσης και των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας προσέλαβε και άλλο δικηγόρο, ο οποίος συνέπραξε χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο και επομένως τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε για την αμοιβή του δεύτερου δικηγόρου για τη σύνταξη των δικογράφων αυτών, οφείλονται σε υπερβολική πρόνοια αυτού. Ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος Θ. Π., μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Σπάρτης, ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας μπορούσε κατά τον επίδικο χρόνο να συμπαρασταθεί με δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας και, επομένως, η παράσταση του δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Γυθείου Ν. Π. ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας, ο οποίος, κατά τη διάταξη του άρθρου 54 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ίσχυε τον επίδικο χρόνο, έπρεπε να συμπαρίσταται με δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας, οφείλεται στην υπερβολική πρόνοια του ενάγοντος και γι’ αυτό πρέπει τα κονδύλια που αφορούν τα έξοδα στα οποία ο ενάγων υποβλήθηκε για την παράσταση και μετακίνηση του Δικηγόρου Ν. Π. να απορριφθούν. Μετά τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου επιδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 2.305,21 ευρώ, δηλαδή 161 ευρώ για τη σύνταξη της έφεσης από ένα δικηγόρο συν 100 ευρώ για τη νόμιμη σήμανση του δικογράφου αυτού συν 35 ευρώ για την επίδοσή της συν 1731,12 ευρώ για αμοιβή του ενός δικηγόρου που συνέταξε το δικόγραφο της έφεσης συν 45 ευρώ για τη νόμιμη σήμανση των προτάσεων που κατατέθηκαν στο Εφετείο συν 41,09 ευρώ για αμοιβή εκτός έδρας του δικηγόρου Θ. Π. συν 192 ευρώ για αμοιβή του δικηγόρου Καλαμάτας Χ. Π.. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 54 παρ. 3 , 169 και 173 του ν.δ. 3026/1954 και τη διάταξη του άρθρου 188 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, διότι δεν θεωρεί ως προϋπόθεση για την επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής μόνο ο δικηγόρος που συντάσσει και υπογράφει το δικόγραφο της έφεσης και των προτάσεων να δικαιούται τη σχετική δικηγορική αμοιβή και όχι αυτός που απλώς υπογράφει τα δικόγραφα αυτά, κατέληξε σε ορθό διατακτικό (άρθρο 578 ΚΠολΔ), επιδικάζοντας μόνο μία δικηγορική αμοιβή για τη σύνταξη της από 10-7-2008 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 20/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, καθώς και των από 15-11-2010 έγγραφων προτάσεων που κατέθεσε αυτός στο Εφετείο Καλαμάτας, απορρίπτοντας το σχετικό αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση αμοιβής και στους δύο δικηγόρους που υπέγραφαν τα ανωτέρω δικόγραφα, εφόσον περαιτέρω ορθά κρίθηκε από αυτό ότι οι δαπάνες που προκλήθηκαν από την άσκηση της από 10-7-2008 έφεσης κατά της παραπάνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, καθώς και από τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επί της έφεσης αυτής, έγιναν από υπερβολική πρόνοια του ενάγοντος- αναιρεσείοντος και ως τέτοιες δεν πρέπει να αποδοθούν σ’ αυτόν. Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, με το οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του π.δ. 167/2004, επειδή έκρινε ότι οι δικηγόροι του αναιρεσείοντος Θ. Π. και Ν. Π., μέλη των Δικηγορικών Συλλόγων Σπάρτης και Γυθείου αντίστοιχα, ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας μπορούσαν τον ως άνω κρίσιμο χρόνο να συμπαρασταθούν μόνο με δικηγόρο Καλαμάτας, δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι διατάξεις του π.δ. 167/2004 είναι δικονομικού δικαίου και, επομένως, το σκέλος αυτό του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο. 5. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο άσκησης, όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επί μέρους λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 517/2017, 985/2015, 2134/2014, 1663/2010, 342/2009). Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ , κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι ισχυρισμοί οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και κατατείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι αυτοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής. Ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης έννομο συμφέρον (ΑΠ 435/2009). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της εκείνο, με το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πρωτοδικείου Γυθείου κατά τη συζήτηση της ένδικης, από 12-9-2011, αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο προέβαλε ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά, επικαλούμενος ότι παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ενώ ήταν αρνητικός ισχυρισμός και δεν προτάθηκε τέτοια ένσταση από μέρους του αντιδίκου του. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, ο οποίος ουδεμία βλάβη υπέστη από την παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε άλλωστε επικαλείται κάτι τέτοιο.
6. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ. Α.Π. 8/2005, AΠ 43/2017, 434/2017, 195/2017). Αν το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συγκαταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1987/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας δικαστικά τεκμήρια, από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα των σχετικών κονδυλίων της αγωγής του ως προς τα οδοιπορικά έξοδα που ζητούσε να του επιδικασθούν για τη μετάβαση του πληρεξούσιου δικηγόρου του από τη Σπάρτη στην Καλαμάτα και το αντίστροφο και ως προς τα έξοδα για δακτυλογράφηση των ανωτέρω δικογράφων, τα οποία απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμα από το δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι τα δικαστικά αυτά τεκμήρια προέκυπταν από τα εξής έγγραφα: 1) από την από 12-9-2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου κατά του αναιρεσίβλητου και τη σχετική υπ’ αριθμ. ...21-9-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γυθείου Ν. Λ., 2) από την από 10-7-2008 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας κατά του αναιρεσιβλήτου και κατά της υπ’ αριθμ. 20/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και 3) από τις από 15-10-2010 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στις 15-10-2010 στη γραμματεία του Εφετείου Καλαμάτας. Ο λόγος αυτός, αιτιώμενος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει την από 9-9-2016 αίτηση του K. R. για αναίρεση της 6/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ